Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

August: Osage County / Αύγουστος (2013)

Ο χιουμοριστικός κυνισμός κάτω από τον οποίο παρουσιάζονταν οι καταστάσεις στο «Killer Joe» του ίδιου σεναριογράφου είναι κι εδώ εν μέρει παρών και είναι αυτός που δίνει τροφή στον όποιο κωμικό χαρακτήρα της ταινίας. Φυσικά, εδώ οι χαρακτήρες αντιμετωπίζονται πολύ πιο σοβαρά και ανθρώπινα -με εξαίρεση αυτούς των μάλλον καρικατουρίστικων Julliette Lewis και Dermot Mulroney. Ο εν λόγω κυνισμός λοιπόν, που βρίσκει τον απόλυτο εκφραστή του στη Meryl Streep, σπανιότερα υπερισχύει σαν κυρίαρχη κινηματογραφική ματιά και περισσότερο λειτουργεί σαν ένδειξη δραματικής αυτοσυγκράτησης, δείχνοντας την ικανότητα του φιλμ να κοιτάξει τις δραματικές τροπές της ιστορίας του από μια ψύχραιμη και εύθυμη απόσταση. Κατά τ’ άλλα, μάλλον στη σκηνοθεσία του John Wells πρέπει να χρεωθεί μια μεγαλύτερη απ’ όσο θα άντεχε το κλίμα του φιλμ σοβαροφάνεια, την οποία ακολουθούν και οι ερμηνείες, που ελάχιστες φορές υιοθετούν κάποιον κωμικό παλμό.

Το φιλμ μοιάζει να δυσκολεύεται να βρει κινηματογραφικό προσανατολισμό μέχρι τη μέση του, κι όταν το καταφέρνει, δεν έχει το χρόνο που θα χρειαζόταν για να ολοκληρώσει δραματουργικά την ιστορία του. Από την αρχή του οδηγείται φανερά στη διάλυση των σχέσεων των ηρώων του (από τη μέση κι έπειτα πιο μεθοδικά κι απολαυστικά), καθώς όμως δεν καταλήγει τελικά σε κάποια ανασύστασή τους, στην ελπίδα αυτής ή έστω σε μια ολοκλήρωση των επί μέρους ιστοριών, αφήνει μια αίσθηση ανολοκλήρωτου. Παρόλα αυτά πάντως, η θέαση ενός τόσο εκπληκτικού καστ (ειδικά οι γυναικείες ερμηνείες είναι αριστουργηματικές) και η μελέτη, μέσω της (θεατρίζουσας) κινηματογραφικής μεθόδου του «δωματίου», των σχέσεων που εξελίσσονται ανάμεσα στους χαρακτήρες, σε συνδυασμό με το συνήθως διασκεδαστικό τους περιτύλιγμα, είναι, ειλικρινά, σκέτη απόλαυση. Και η ταινία, τελικά, αποδεικνύεται πιο συγκινητικά ανθρώπινη απ’ ό,τι θα περίμενες…

Βαθμολογία: 3/5

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Πέμπτη και 12 (2013)

Στον αντίποδα της αρρώστιας του «Greek weird wave», ο αμιγώς εμπορικός ελληνικός κινηματογράφος, εκπροσωπούμενος από την «Πέμπτη και 12», επιχειρεί να προσφέρει αυτό που ο Έλληνας σήμερα αποζητά από την κινηματογραφική του έξοδο: μια ανάλαφρα χιουμοριστική κι αισιόδοξη ματιά πάνω στην Ελλάδα της κρίσης, της ανεργίας και των αστέγων και μια ανάσα οξυγόνου από την ασφυκτική καθημερινότητα. Τόσο καλοπροαίρετες ακούγονται οι φιλοδοξίες του ντεμπούτου του Θανάση Τσαλταμπάση πίσω από την κάμερα, που είτε αφελείς είναι, είτε υποκριτικές…

Σε κάθε περίπτωση, αν επιλέξετε την «Πέμπτη και 12» ως αυτό που λέμε μια διέξοδο από τα άγχη της καθημερινότητας μέσω της τέχνης, έχετε ατυχήσει για τον απλό λόγο ότι εδώ δεν υπάρχει καμία υπόνοια τέχνης… Είναι μάλιστα στιγμές που ειλικρινά απορείς πόσο άτεχνα δημιουργημένη μπορεί να είναι μια ταινία. Έχουμε, εν τάχει, μια απίστευτα ανέμπνευστη σκηνοθεσία, ένα σενάριο που συνίσταται από μια απλή συρραφή χιλιοχρησιμοποιημένων κλισέ, απόλυτη αμηχανία στο χιούμορ, έναν Βλαδίμηρο Κυριακίδη που μάλλον βαριέται και μια παρέλαση από cameo εμφανίσεις γνωστών ηθοποιών, σχεδόν αποκλειστικά για τις οποίες μοιάζει να δημιουργήθηκε εξαρχής το φιλμ! Κι αν το τελειωτικό χτύπημα δεν έρχεται ούτε με το σχεδόν ξεκαρδιστικά άσχετο τελικό twist, είναι το απερίγραπτο theme song-ηχορύπανση στους τίτλους τέλους που σε κάνει να αισθάνεσαι λίγο πιο χαζός απ’ ό,τι πριν δεις την ταινία…

Βαθμολογία: 0.5/5

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

«Η ζωή είναι μια κωμωδία»: Συνέντευξη Τύπου για το «Μικρό Ψάρι» του Γ. Οικονομίδη

Η νέα ταινία ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες σκηνοθέτες, του Γιάννη Οικονομίδη, είναι έτοιμη και οι συντελεστές της ετοιμάζουν τις βαλίτσες τους για Βερολίνο -μετά το ευχάριστο νέο πως το «Μικρό Ψάρι» θα συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ, με διεθνή τίτλο «Stratos». Λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση, την Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου έγινε η συνέντευξη τύπου για την ταινία, στην οποία παρευρέθηκε για δηλώσεις ο Οικονομίδης μαζί με δέκα από τους ηθοποιούς του.
Ο Γιάννης Οικονομίδης με το συνεργείο του.
Αφού μας σύστησε λεπτομερώς τους ήρωες που αυτήν τη φορά πρωταγωνιστούν στον (γνώριμα) ζοφερό κόσμο του, ο Οικονομίδης έδωσε το λόγο στους ηθοποιούς του. Ενθουσιασμένοι για τη συμμετοχή τους στο φιλμ και για τη συνεργασία τους με τον Οικονομίδη (και τον Βαγγέλη Μουρίκη), κινήθηκαν όσον αφορά στις δηλώσεις τους σε κοινούς, βασικά, άξονες.

Εκφράστηκε σχεδόν καθολικά μια βαθιά ευγνωμοσύνη τόσο προς τον Οικονομίδη όσο και προς τον Μουρίκη (τον οποίο μάλιστα ο Γιάννης Τσορτέκης ευχαρίστησε δημοσίως), καθώς υπήρξαν δάσκαλοι για τους νέους συνεργάτες του Οικονομίδη και, για τους παλαιότερους, σημαντικά πλέον πρόσωπα στη ζωή τους.
Βαγγέλης Μουρίκης
Επίσης, σχεδόν όλοι μίλησαν για τις έντονες δυσκολίες των γυρισμάτων και, κυρίως, των προβών που προηγήθηκαν. Η απαιτητικότητα του Οικονομίδη οδήγησε πολλούς από τους ηθοποιούς σε σύγχυση. «Τι θέλει από μένα;» είχε αναρωτηθεί απελπισμένος στη διάρκεια των προβών ο Γιώργος Γιαννόπουλος. «Μας έβγαλες το λάδι!» παραπονέθηκε με περιπαιχτική διάθεση η σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου, η οποία μάλιστα ανέφερε πως κάποια στιγμή η ψυχολογική πίεση την είχε οδηγήσει στα πρόθυρα παραίτησης. Η Πόπη Τσαπανίδου είπε πως πριν την έναρξη των προβών η αυτοπεποίθησή της ήταν εξαιρετικά υψηλή, ενώ κατά τη διάρκειά τους έφτασε στον πάτο. Τέλος, αναφέρθηκε ένα γεγονός στα γυρίσματα του «Μαχαιροβγάλτη», όπου η Μαρία Καλλιμάνη έφτασε σε ένα έντονο συναισθηματικό ξέσπασμα.

Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σχετικά με όλες αυτές τις δυσκολίες, πάντως, είναι το γεγονός ότι τελικά φαίνεται να λειτούργησαν θετικά στις σχέσεις μεταξύ των συντελεστών, ως κοινές, δυνατές εμπειρίες. Χαρακτηριστικά, η Σόνια Θεοδωρίδου, η οποία, απ’ ό,τι φάνηκε, ήταν αυτή που δυσκολεύτηκε περισσότερο να αντεπεξέλθει στην απαιτητικότητα της διαδικασίας, ήταν ίσως και η πιο ενθουσιασμένη που της δόθηκε η ευκαιρία να παίξει στην ταινία. Δίχως να κρύβει τη συγκίνησή της, χαρακτήρισε μάλιστα την εμπειρία ως «ένα μαγικό ταξίδι». Αν τέτοιες φράσεις ακούγονται μάλλον «πυροτεχνηματικές», πάντως, και παρά τους αναμενόμενα πολλούς επαίνους μεταξύ των συντελεστών, οι σχέσεις των περισσότερων από αυτούς έδειχναν πράγματι σφιχτές και σαφώς πιο ουσιώδεις από αυτές απλών συνεργατών στα πλαίσια τυπικής εργασίας.
Στα αριστερά η Βίκυ Παπαδοπούλου
Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση του γνωστού γελοιογράφου Πέτρου Ζερβού (ο οποίος έκανε ένα σύντομο πέρασμα στον «Μαχαιροβγάλτη» και σχεδίασε και την εναλλακτική του αφίσα). Μη όντας επαγγελματίας ηθοποιός αλλά απλώς φίλος του Οικονομίδη, ο Ζερβός κατέχει τον δεύτερο μεγαλύτερο ρόλο της ταινίας, όπως περήφανα τόνισε κι ο σκηνοθέτης.

Ενδιαφέρον είχαν επίσης και οι δηλώσεις  του Γιάννη Αναστασάκη, ο οποίος, αναφερόμενος στην εργασία του στο θέατρο, μίλησε για τη δύσκολη ανάγκη της αποτίναξης των θεατρικών στοιχείων από την κινηματογραφική ερμηνεία. Τελευταίος πήρε το λόγο ο Γιάννης Βουλγαράκης (σταθερός συνεργάτης του Οικονομίδη από το «Σπιρτόκουτο»),  που ολοκλήρωσε λέγοντας αυτό ακριβώς που ένας ακροατής όλων των παραπάνω δηλώσεων είχε την ανάγκη να ακούσει: Τόνισε πόσο αληθινά και ειλικρινή ήταν όσα ειπώθηκαν…
Γιάννης Βουλγαράκης
Απαντώντας σε ερωτήσεις που του τέθηκαν στη συνέχεια, ο Γιάννης Οικονομίδης εξήγησε τη διαφορά του «Μικρού Ψαριού» από τις προηγούμενες ταινίες του. Βασικά, μίλησε για πιο σαφή δραματουργία, πλοκή και κλιμάκωση και για πιο ξεκάθαρους χαρακτήρες. Τόνισε επίσης τη συμβολή άλλων, ηθοποιών και παραγωγών, στη διαμόρφωση του φιλμ. Το σενάριο γράφτηκε σε συνεργασία -μεταξύ άλλων- με τους Βαγγέλη Μουρίκη και Χρήστο Κωνσταντακόπουλο (της Faliro House Productions), ενώ το φινάλε προήλθε από πρόταση του Michael Weber (της Γερμανικής εταιρίας παραγωγής Match Factory, η οποία συμμετέχει γα πρώτη φορά στην παραγωγή ελληνικής ταινίας).

Ο Οικονομίδης έχει δηλώσει στο παρελθόν πως θεωρεί τις ταινίες του κωμωδίες. Το γεγονός αυτό φαίνεται να παραξενεύει και τους ηθοποιούς του, αφού η Πόπη Τσαπανίδου, αναφερόμενη στις ταινίες του ως κωμωδίες, τόνισε πως «δεν το λέω εγώ ότι είναι κωμωδίες, ο Γιάννης το λέει!» Η επεξήγηση της εν λόγω δήλωσης από τον σκηνοθέτη υπήρξε κατ’ εμέ ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο ολόκληρης της συνέντευξης τύπου: «Είναι κωμωδίες με την μπαλζακική έννοια. Η ζωή δεν είναι μια κωμική τραγωδία ή μια τραγική κωμωδία; Αν την κοιτάξει κανείς από μακριά, είναι τόσο ασήμαντη, τόσο “μικρή”. Είναι μια κωμωδία».
Εμείς από την πλευρά μας ευχόμαστε ολόψυχα καλή επιτυχία στον Γιάννη Οικονομίδη, φεστιβαλικά, εμπορικά και καλλιτεχνικά –αν και για το τελευταίο προσωπικά δεν έχω ιδιαίτερες αμφιβολίες…

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Kick-Ass 2 (2013)

Ο παραληρηματικός ενθουσιασμός που προκάλεσε ο διασκεδαστικότατος σουπερηρωικός «Kick-Ass» πριν από τρία χρόνια δεν έχει σβήσει ακόμα, όπως ούτε και η δίψα για σίκουελ, ακόμα κι αν η επιτυχία αυτού (χωρίς τον Matthew Vaughn στο σκηνοθετικό τιμόνι) προβλεπόταν μάλλον αδύνατη. Και δίχως να εκπλήσσει κανέναν, το σίκουελ έφτασε και η σύγκρισή του με το ορίτζιναλ δε μπορεί παρά να το ισοπεδώσει. Το «Kick-Ass 2» αποτελεί την κλασική περίπτωση συνέχειας που παίρνει τα στοιχεία που έκαναν επιτυχία στο πρώτο φιλμ, τα τραβάει στα άκρα, χωρίς όμως να επεκτείνει το κόνσεπτ εκείνου ή να προσθέτει κάτι επί της ουσίας, και απλά καταλήγει σε μια αχρείαστη μίμησή του.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Τι θα περίμενε κανείς από τη συνέχεια του «Kick-Ass»; Γέλιο; Υπάρχει. Και μάλιστα σε στιγμές το φιλμ παραπέμπει πιο άμεσα σε καθαρόαιμη κωμωδία απ’ ό,τι το πρώτο. Σάτιρα; Κάτι διασώζεται κι απ’ αυτήν. Δράση; Όχι μόνο υπάρχει αλλά είναι δυναμικότατη και καλογυρισμένη. Βία; Αυτή κι αν υπάρχει -διπλάσια από του ορίτζιναλ! Τι πηγαίνει λοιπόν στραβά; Μάλλον η ίδια η ταινία εξορισμού! Δεν υπάρχει ο ενθουσιασμός που αισθανόσουν στο πρώτο «Kick-Ass», τα συστατικά του δεν «δένουν» ικανοποιητικά στο σύνολο μιας σατιρικής περιπέτειας, τα πάντα μοιάζουν κάπως βεβιασμένα, σαν αυτό που λέμε «ξαναζεσταμένο φαγητό».

Σύντομα εξασθενεί και η αρχικά εύστοχη σάτιρα της ποπ κουλτούρας και στη θέση της απομένει ένα αδιάφορο και ενοχλητικά… κοριτσίστικο (!) subplot με πρωταγωνίστρια την πάλαι ποτέ ανελέητη HitGirl να ρέπει μάλλον σε Miley Cyrus (τουλάχιστον μέχρι μερικοί -παραδόξως σχεδόν ξεκαρδιστικοί- εμετοί να λερώσουν τις πολλές ροζ αποχρώσεις). Ταυτόχρονα, μια αδικαιολόγητα σοβαροφανής, γελοιωδώς επιδερμική και βαρετά επαναλαμβανόμενη κρίση ταυτότητας ταλαιπωρεί τη HitGirl (και το θεατή ακόμα  περισσότερο), για να της περάσει τελικά και… να πιάσει τον Kick-Ass! Αισθητή είναι επίσης και η έλλειψη κάποιου αξιοπρόσεκτου soundtrack, σε αντίθεση με την πρώτη ταινία. Πάντως, ο «κάφρικα» (υπερ)βίαιος χαβαλές προσφέρει, ομολογουμένως, το απαιτούμενο απενοχοποιημένο fun. Όταν, τουλάχιστον, δεν το παρακάνει…

Εντέλει, το «Kick-Ass 2» αντί να επαναφέρει στην οθόνη το πνεύμα του πρώτου φιλμ, μοιάζει περισσότερο με ένα βίαιο b-movie, σίγουρα διασκεδαστικό στην παρακολούθησή του, μα εξίσου λησμονήσιμο μετά το τέλος της.

Βαθμολογία: 2/5

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Blancanieves / Χιονάτη (2012)

Ξεχάστε τις μπλοκμπαστερικές αμερικανικές «Χιονάτες». Η παραμυθένια ηρωίδα γίνεται Ισπανίδα ταυρομάχος (!) και η ισπανική, βουβή εκδοχή της γνωστής ιστορίας αποδεικνύεται η πιο ρεαλιστική, μα και μακράν η γοητευτικότερη live-action Χιονάτη που έχετε δει. Μη θέλοντας να μιμηθεί τα έργα της εποχής του βωβού κινηματογράφου όπως έκανε το «The artist», συνδυάζει το βουβό με σύγχρονες τεχνικές μοντάζ και, διαθέτοντας μεθυστική ροή, όχι απλώς δεν κουράζει ποτέ, αλλά είναι αληθινά συναρπαστική σχεδόν στο κάθε λεπτό της. Παράλληλα, με την απολαυστική μουσική να αντικαθιστά τα λόγια και τις εξαιρετικές ερμηνείες να «μιλούν» επιτυχώς με το βλέμμα, το αποτέλεσμα προκαλεί εκπληκτική συγκίνηση, ήδη από τα δέκα πρώτα λεπτά της διάρκειάς του! Η Macarena García, δε, ακόμα και με κοντό κούρεμα, κερδίζει και τις δύο Αμερικανίδες ανταγωνίστριές της (Lily Collins και Kristen Stewart) ως «the fairest of them all»…

Το κατόρθωμα του Pablo Berger είναι εντυπωσιακό. Αν και διατηρεί μια αίσθηση παραμυθιού, με το βουβό να συμβάλλει σε αυτήν, διηγείται την «Χιονάτη» του ως μια ιστορία που πατά εύστοχα στην πραγματικότητα κι όχι στη φαντασία. Έτσι, αντιπαραβάλλοντας με (μαύρο) χιούμορ, τρυφερότητα, αλλά και σκληρότητα την αναλγησία του πραγματικού κόσμου με τον εξωραϊσμένο των παραμυθιών, ο Berger αφενός αναδεικνύει δεξιοτεχνικά την ισπανική παράδοση, αλλά και αφετέρου εκφράζει ένα κυνικό σχόλιο πάνω στην στυγνότητα του κόσμου του θεάματος. Αποκορύφωμα αυτής ένα φινάλε που αποδεικνύει με τον πιο γλυκόπικρο, αλλά και ευφυή τρόπο πως τα θαύματα των παραμυθιών δεν έχουν θέση στις σελίδες του σκληρότερου παραμυθιού όλων: της ζωής…

Βαθμολογία: 4/5

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Τα χρονικά του Δρακοφοίνικα: Αδάμαστος / The Dragonphoenix chronicles: Indomitable (2013)

Μεγάλο το ρίσκο, μεγάλη και η επιτυχία. Ειδικά όσοι συμμετείχαν στη χρηματοδότηση ή παρακολούθησαν τη διαδικασία παραγωγής του φιλμ από την έναρξή της (μέσω της crowd-funding πλατφόρμας indiegogo και με τη μικρού μήκους ταινία «Indomitable: Prelude» του 2011), δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα δικαιωθούν απόλυτα από το αποτέλεσμα. Όσο για το λιγότερο πληροφορημένο κοινό, το μόνο που έχει να φοβάται δεν είναι παρά οι υπερβολικά αυξημένες προσδοκίες που ίσως να δημιούργησαν τα άκρως ενθουσιώδη σχόλια μετά τις δύο (sold out) προβολές στις Νύχτες Πρεμιέρας. Η ταινία δεν είναι «Hobbit» (υπάρχουν διακριτές επιρροές από τον Tolkien παρεμπιπτόντως), αφού κόστισε μόνο 10.000€, ούτε όμως ένας ακόμη «Σούπερ Δημήτριος». Ο «Αδάμαστος» είναι (σχεδόν) πλήρως απαλλαγμένος από τον ερασιτεχνισμό που θα περίμενε κανείς και σου ζητά να τον πάρεις απόλυτα στα σοβαρά. Το κλείσιμο ματιού του τίτλου σηματοδοτεί ένα στοίχημα που κερδήθηκε. Η ταινία αποτελεί ένα μεγάλο, τολμηρό κατόρθωμα και, όσο κλισέ κι αν ακούγεται, είναι αλήθεια πως η επιτυχία της οφείλεται στην «αδάμαστη» θέληση των δημιουργών της…

Παρά τα ελαττώματά του, το φιλμ δεν αποτελεί κάτι λιγότερο από ένα θρίαμβο. Η σκηνοθεσία του Θάνου Κερμίτση είναι εντυπωσιακή, καταφέρνοντας να ανταπεξέλθει τέλεια (οι σκηνές δράσης είναι αξιοπρεπέστατες) σε ένα είδος που δοκιμάζεται για πρώτη φορά στη χώρα μας, ενώ ο ίδιος δίνει μάλιστα και την καλύτερη, μετά από αυτήν του Μελέτη Γεωργιάδη, ερμηνεία της ταινίας. Η εξαιρετική φωτογραφία του Αντώνη Αποστόλου αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ατού της ταινίας, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι τεχνικοί τομείς του, με τα σκηνικά και τα κουστούμια να έχουν βραβευτεί στο διεθνές φεστιβάλ Κύπρου. Τα ψηφιακά εφέ βέβαια είναι, όπως ήταν φυσικό, φτωχά, το γεγονός όμως πως χρησιμοποιούνται ελάχιστες φορές δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει θετικά, ενισχύοντας την αίσθηση του «χειροποίητου» σινεμά, που έχει δημιουργηθεί με γνώμονα το μεράκι των συντελεστών. Τέλος, το επικό μουσικό θέμα του Δημήτρη Παπαβασιλείου αξίζει κάθε χειροκρότημα.

Όλα αυτά συμβάλλουν στη μεγαλύτερη, ίσως, επιτυχία της ταινίας: προσφέρει γνήσιο, αληθινό fun. Και μάλιστα σε μια εποχή που δύσκολα βρίσκεις πραγματικά διασκεδαστικές ελληνικές ταινίες… Ο «Αδάμαστος» είναι στ’ αλήθεια απολαυστικός και σε αυτό βοηθούν σημαντικά και οι τοποθεσίες γυρισμάτων, με τα ελληνικά βουνά να χρησιμεύουν ως ιδανικό (και υπέροχο) σκηνικό.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν η «πρώτη ελληνική ταινία φαντασίας» σημαίνει απαραίτητα πως ανοίγει ο δρόμος για αντίστοιχες ελληνικές παραγωγές, αποτελεί αναντίρρητα όμως μια σημαντική στιγμή για το ελληνικό σινεμά. Αν κάποια από τα πολυάριθμα ενθουσιώδη σχόλια που έχουν ειπωθεί είναι εν μέρει υπερβολικά, το ότι γράφεται ιστορία δεν είναι. Αξίζει να το δείτε!

Βαθμολογία: 2.5/5

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Snow White and the huntsman / Η Χιονάτη και ο κυνηγός (2012)

Πέρα από το γεγονός ότι είναι ασύγκριτα ανώτερο της σαφώς πιο παιδικής εκδοχής της Χιονάτης «Mirror mirror» της ίδιας χρονιάς, το «Snow White and the huntsman» εκπλήσσει ευχάριστα και ως ένα χορταστικότατο μπλοκμπάστερ. Δανειζόμενο εμφανώς από τη μυθολογία και το ύφος του «Lord of the rings», το φιλμ καταφέρνει να προσαρμόσει αποτελεσματικότατα το παραμύθι της Χιονάτης στα μέτρα μιας μεγαλοπρεπούς, σκοτεινής περιπέτειας επικής φαντασίας.

Αν και στο σενάριο δεν εντοπίζεται η παραμικρή έκπληξη (και το μάλλον απογοητευτικό φινάλε θα είχε ανάγκη από μία), η –για το είδος του φιλμ τέλεια- σκηνοθεσία του πρωτοεμφανιζόμενου Rupert Sanders αποτελεί το μεγάλο πλεονέκτημα και το αληθινά αξιοπρόσεκτο επίτευγμα αυτής της «Χιονάτης». Ο Sanders φαίνεται να ξέρει ακριβώς πώς να χειριστεί ένα μπλοκμπάστερ και κατορθώνει να διατηρήσει τη σοβαροφάνειά του στα ιδανικά επίπεδα. Σε ένα διάλλειμα από τη γενική «σκοτεινιά» του, το φιλμ περίπου στα μισά παίρνει μία πνοή αποφόρτισης και υιοθετεί για πρώτη φορά την αισθητική κλασικού παιδικού παραμυθιού, φτάνοντας στην κορύφωση της ψυχαγωγικής απόλαυσης που μπορεί μια ταινία του είδους να προσφέρει.

Βαθμολογία: 3/5