Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κωμωδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κωμωδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

Telle mere, telle fille / Μαμά ή γιαγιά; (2017)

Γαλλικές κωμωδίες κι ελληνικό καλοκαίρι δεν κάνουν χώρια και φαίνεται να μην έχουμε κουραστεί να καταπίνουμε αδιαμαρτύρητα την ίδια crowd-pleaser αφέλεια κάθε που αυξάνονται οι θερμοκρασίες. Όπως πάνω-κάτω συνηθίζεται, έτσι κι εδώ έχουμε μια ιστορία οικογενειακής (και δευτερευόντως ρομαντικής) θεματικής, με μια ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα να πυροδοτεί την πλοκή, έναν εξώφθαλμα κωμικό χαρακτήρα από την εμπειρότατη Juliette Binoche να σπάει τον «βαρετό» ρεαλισμό και ένα εύπεπτο, χλιαρό χιούμορ ρουτίνας που δε σου φέρνει δάκρυα στα μάτια αλλά ούτε και σε προσβάλλει. Όλα αυτά απαραιτήτως συμμαζεμένα σε ένα αυστηρότατα «happy» end ξεπερασμένων υπερ-ρομαντικών συμπτύξεων που αγνοεί το όποιο δραματουργικό ενδιαφέρον έχει υπάρξει ως τότε για χάρη της εκβιαστικής, μελιστάλαχτης κατάληξης.

Υπάρχει λοιπόν λόγος να ασχοληθεί κανείς με τούτο το όχι-και-τόσο πρωτοποριακό φιλμ; Ομολογουμένως, όταν η mainstream γαλλική κωμωδία έρθει εις πέρας αποτελεσματικά -και η παρούσα δεν τα πάει καθόλου άσχημα, στα πλαίσια των καθαρά εμπορικών όρων- τότε όλα τα εύκολα καλαμπούρια της και η εύπεπτη σεναριακή της προσέγγιση πιάνονται χέρι-χέρι με μια ιδιαιτέρως ανθρωποκεντρική ματιά. Δεν μιλάμε για βαθυστόχαστες ψυχαναλύσεις, μα πρόκειται για ένα αρκετά ανθρώπινο σινεμά, με καταστάσεις που αντανακλούν ευαισθησίες της πραγματικότητας, χαρακτήρες που ξεπερνάνε τα όρια μιας κωμικής καρικατούρας και γίνονται ζωηροί κι εύπλαστοι και χιούμορ που προκύπτει συχνά από αυτούς χωρίς να επιβάλλεται (εντελώς). Δηλαδή, πέρα από το υπερβολικά αισιόδοξο παραμύθιασμα της κατάληξης και ορισμένες στιγμές που τείνουν να ξεχάσουν τη στοιχειώδη αληθοφάνεια, το φιλμ έχει λόγο να ενδιαφέρει έναν θεατή χωρίς να χρειάζεται να προσβάλλει τους υπόλοιπους, κι ας μην έχει να του αφήσει κάτι που θα θυμάται για πάντα -αυτό, άλλωστε, δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο.

Βαθμολογία: 2/5

(06/07/2017)

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

Rough night / Πάρτι γυναικών (2017)


Καλά κρατεί η επιρροή του «Hangover»… Οχτώ χρόνια μετά από την υπερεπιτυχημένη κωμωδία του Todd Philips και έξι από τη «θηλυκή εκδοχή» της, «Bridesmaids», συνεχίζουμε να παίρνουμε την ίδια συνταγή ξαναζεσταμένη στα γρήγορα σε διαφορετικά πακέτα, όπως, εδώ, ένα κολεγιακό reunion για χάρη γυναικείου bachelorette πάρτι. Τα sex jokes λοιπόν πιάνονται χέρι-χέρι με το μαύρο χιούμορ, σε μια σεξοκωμωδία καταστάσεων που δεν θα παραξενευόσουν αν έβλεπες ως επεισόδιο ελληνικής τηλε-σειράς. Μη μπορώντας να αποτινάξει από πάνω του την αίσθηση «προϊόντος», το σενάριο προσφέρει γερές δόσεις deja-vu, ενώ σκηνοθεσία και μοντάζ αδυνατούν να βρουν κωμικό στόχο μέσω πλανοθεσίας και τάιμινγκ αντίστοιχα, τα οποία ακολουθούν με αμηχανία τα αυστηρά χολιγουντιανά «εγχειρίδια».

Μέσα στο ως επί το πλείστον αξιοπρεπέστατο καστ, μια ταινία που θέλει ως κεντρικό «μεγάλο» όνομά της τη Scarlett Johansson, κάνει ελάχιστη προσπάθεια για να καταστήσει το χαρακτήρα της στοιχειωδώς αστείο και, κυρίως, ενδιαφέρων. Η σεναριακή της ανάπτυξη βασίζεται κυρίως στην αρχική εργασιομανία της εις βάρος των διαπροσωπικών της σχέσεων, πληροφορία η οποία παρέχεται ως σεναριακή τυπικότητα, δηλαδή άνευ κάποιας κωμικής ή δραματουργικής έμπνευσης, με αποτέλεσμα ελάχιστα να μένει στη μνήμη μας ή να μας ενδιαφέρει. Με την ίδια τη Johansson να μην αναδεικνύει κάποια ιδιαίτερη κωμική δύναμη ερμηνευτικά, οι β’ χαρακτήρες τής κλέβουν ξεκάθαρα την παράσταση. Από την κεντρική παρέα, ερμηνευτικά αξιοσημείωτη είναι η Kate McKinnon (με Αυστραλέζικη προφορά), αλλά αυτή που ξεχωρίζει δεν είναι άλλη από την λεσβία αλητο-ακτιβίστρια της Ilana Glazer, της οποίας το υπαινικτικό love-story είναι από τα λίγα πράγματα που προσθέτουν ένα κάποιο σεναριακό και χιουμοριστικό ενδιαφέρον. Οι μόνες αξιομνημόνευτες και όντως αστείες πάντως στιγμές της ταινίας είναι οι λίγες που αξιοποιούν το ταλέντο του Ty Burrell (η Demi Moore στις ίδιες σκηνές μένει αρκετά αναξιοποίητη), ο οποίος είναι σκέτη ευλογία για το όλο εγχείρημα.

Αν και το φιλμ δεν αποδεικνύεται τόσο κακό όσο προμηνύει το πρώτο του –σοκαριστικά ανέμπνευστο και σχεδόν βιντεοκλιπίστικο- 20λεπτο, σπάνια καταφέρνει να παράγει σκηνές γνήσιας κωμικής και κινηματογραφικής αξίας, περνώντας επί τόπου στη λήθη του σωρού. Ας αποδειχθεί τουλάχιστον χρήσιμο στην ανάδειξη των ξεκάθαρων ερμηνευτικών ταλέντων που έχει την τύχη να συμπεριλαμβάνει στο καστ του. 

Βαθμολογία: 1/5

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

War on Everyone (2016)

Τρίτη ταινία του John Michael McDonagh μετά τα «The Guard» και «Calvary», με σαφή χαρακτηριστικά στοιχεία του δημιουργού, μα και με κάτι να χάνεται στη μετάφραση κατά το πέρασμα από τη Βρετανία στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Το κινηματογραφικό είδος του «War on everyone» παραμένει η βίαιη μαύρη κωμωδία εσωτερικού, χαμηλόφωνου χιούμορ και ενός ύφους που οι αγγλόφωνοι θα χαρακτήριζαν «off» -αυτού μιας διακριτικής αποστασιοποίησης από τον ρεαλισμό (και τον θεατή), μιας αδιευκρίνιστης γενικής ιδιοτροπίας και της αίσθησης ότι το φιλμ δεν παίρνει ποτέ τον εαυτό του πολύ σοβαρά. Αυτό το στυλ συνυπάρχει αρμονικά με μια παλιομοδίτικη κινηματογραφική αισθητική, που μοιάζει να αποτίνει φόρο στα buddy cop films παλιότερων δεκαετιών.

Το deja-vu δεν είναι πάντα τόσο ηθελημένο όμως. Το φιλμ φαντάζει πιο γνώριμο απ` όσο θα ήθελε και, δυστυχώς, η αίσθηση της έλλειψης πρωτοτυπίας ξεπερνά εκείνη της νοσταλγίας. Παρά τις όποιες φιλότιμες προσπάθειες, τον ΜcDon-ικό χαρακτήρα και ορισμένες στιγμές εμπνευσμένου χιούμορ, το φιλμ δεν ξεφεύγει από τη συνήθη περίπτωση της ταινίας που βλέπεται ευχάριστα κι εν συνεχεία λησμονείται επί τόπου. Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει κανένα αληθινό ενδιαφέρον στην ιστορία. Η αστυνομική πλοκή ξετυλίγεται διεκπεραιωτικά και, για χάρη της ελαφρότητας, χωρίς ένταση, το δράμα παραμένει πάντα περιγραφικό και δίχως συναισθηματική εμβάθυνση, ενώ ο βασικός κακός είναι παντελώς αδιάφορος και ανεπαρκέστατα ερμηνευμένος. Ο ΜcDonagh μάς υπενθυμίζει πως ξέρει να γράφει απολαυστικούς, καυστικούς διαλόγους που δεν φοβούνται να θίξουν το πολιτικά ορθό και να αγγίξουν πολιτικές ή φιλοσοφικές προεκτάσεις, μα αυτοί δεν καταφέρνουν ποτέ να διεισδύσουν στην κινηματογραφική ουσία με αποτέλεσμα να παραμένουν μάλλον διακοσμητικοί -αν όχι επιτηδευμένοι.

Δεν υπάρχει λόγος για το «War on everyone» να μη βρει υποστηρικτές, καθώς αποτελεί αν μη τι άλλο μια διασκεδαστική ταινία. Από την άλλη όμως μπορεί εύκολα να αποξενώσει τελείως τον θεατή, ιδίως αυτόν που θα δει την πιο «αμερικάνικη» προσέγγιση στις ερμηνείες ως υπερβολικά κωμική για να ταιριάξει στο κομψό σκηνοθετικό ύφος. Κι ο Colin Farrel στο αγαπημένο «In Bruges» του έτερου McDonagh, Martin, φλέρταρε με το κωμικό overacting, μα εκεί ένας αξέχαστος συναισθηματικός πυρήνας επανέφερε την ισορροπία. Εδώ, δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που θα μας έκανε να νοιαστούμε ειλικρινά για αυτούς τους προβλέψιμα ανήθικους μπάτσους.

Βαθμολογία: 2/5

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

Ted 2 (2015)

Ισχύει η «τρίτη και φαρμακερή»; Δυστυχώς, στην περίπτωση του Seth MacFarlane και της τρίτης του κινηματογραφικής απόπειρας, ισχύει στο έπακρο. Θα περίμενε κανείς από τον -περίφημο για το προσβλητικό (άλλοτε λόγω σάτιρας, άλλοτε κακογουστιάς) χιούμορ της τηλεοπτικής animated σειράς «Family guy»- MacFarlane να μεταφέρει και στη μεγάλη οθόνη την ασέβεια που τον χαρακτηρίζει. Ενώ όμως το χαρακτηριστικό χιούμορ του (με στοιχεία σάτιρας της αμερικανικής κοινωνίας και αξεπέραστες αναφορές στην ποπ κουλτούρα) ήταν ξεκάθαρα παρόν ήδη από το πρώτο «Ted», το πέρασμα του MacFarlane στον κινηματογράφο σηματοδοτεί τελικά και την άνευ όρων παράδοσή του στους όρους της συμβατικότερης χολιγουντιανής κωμωδίας. Και, στο «Ted 2», όχι απλώς δεν αποζημιώνει για την έλλειψη έμπνευσης του περσινού «1000 τρόποι να πεθάνεις στη Δύση», αλλά επιβεβαιώνει ολοκληρωτικά τα παραπάνω. Τρίτη και φαρμακερή, indeed...

Όλη η ανατρεπτικότητα του «Ted 2» μοιάζει ξεχασμένη στο βασικό κόνσεπτ ενός λούτρινου αρκουδιού που βρίζει, καπνίζει χόρτο και λατρεύει το σεξ. Τα πάντα εδώ μοιάζουν με διαδικαστική επανάληψη, χωρίς να υπάρχει καν το έδαφος για να χτιστεί μια ολόκληρη ταινία. Έχουμε μια δίωρη κωμωδία με αδιάφορο στόρι 20λεπτου επεισοδίου και αντίστοιχης λογικής χιούμορ, όπου κάθε σκηνή πρέπει να τελειώσει με ένα βεβιασμένο αστειάκι για να πάμε στην επόμενη. Ελλείψει έμπνευσης, σάτιρα και χιούμορ εκτελούνται με τον πλέον εύκολο και προφανή τρόπο, και το φιλμ αναλώνεται σε μια σειρά απλοϊκότατων και αμήχανα σοβαροφανών διαλόγων στα πλαίσια μιας βαρετής δικαστικής υπόθεσης. Η εν λόγω σοβαροφάνεια δεν οδηγείται πουθενά, κανείς δεν γνωρίζει αν είναι ηθελημένη ή όχι, ενώ η όποια φρεσκάδα και απενοχοποιημένη απόλαυση του πρώτου «Ted» έχει πλέον εξατμιστεί. Μόνη αξιοπρόσεκτη προσπάθεια του MacFarlane να ξυπνήσει τον geek ενθουσιασμό μας είναι η εύστοχη τοποθέτηση του φινάλε στο κόμικ συνέδριο Comic-Con όπου γνωστοί ήρωες της ποπ κουλτούρας παρελαύνουν και… παίζουν ξύλο! Ξανά όμως, το φινάλε είναι κινηματογραφικά παντελώς αδιάφορο και ημιδουλεμένο, με τον Giovanni Ribisi (που ατυχώς επιστρέφει στο ρόλο του κακού) να ενισχύει την αίσθηση επανάληψης.

Μόνο ορισμένες αναφορές στην ποπ κουλτούρα παραμένουν αληθινά διασκεδαστικές λοιπόν, σε ένα φιλμ διεκπεραιωτικό όσο και αναπόφευκτο, που αν μη τι άλλο επισφραγίζει την ολική συμβατικότητα του MacFarlane.

Βαθμολογία: 1.5/5

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Spy (2015)

Όταν τα στοιχεία κάθε πράκτορα της CIA διαρρέουν, undercover δράση αναλαμβάνει η Σούζαν (Melissa McCarthy), άσημη εργαζομένη της CIA της οποίας το όνειρο να γίνει κατάσκοπος βρισκόταν ως τώρα κάπου χαμένο κάτω από το γραφείο της και από τα περισσά κιλά της -τα οποία η ζωή δεν χάνει ευκαιρία να της υπενθυμίζει κοροϊδευτικά. Κι έτσι γεννιέται μια «θηλυκή» κατασκοπική παρωδία, από αυτές που το Χόλιγουντ ξέρει πολύ καλά να φτιάχνει, από τον σκηνοθέτη των «Φιλενάδων», Paul Feig.

Πολλά λόγια μάλλον δεν χρειάζονται, αφού, εν ολίγοις, η ταινία είναι ακριβώς ό,τι θα περίμενες -αυτό, ευτυχώς, με την καλύτερη των εννοιών. Χωρίς να πρωτοπορεί ποτέ (όχι ότι θα ‘πρεπε), το σενάριο βγάζει χιούμορ από ατάκες, καταστάσεις και πολλή κινηματογραφική σάτιρα και δεν φείδεται καθόλου στην προσπάθειά του να τοποθετήσει αστεία σε κάθε σκηνή. Φυσικά και το φιλμ βασίζεται πολύ και στους πρωταγωνιστές του, οι οποίοι φέρνουν εις πέρας τους ρόλους τους αποτελεσματικότατα. Η Melissa McCarthy διαθέτει κωμικό ταλέντο και το αξιοποιεί όσο δεν πάει, η Rose Byrne δίνει μία ακόμη ιδιαίτερη κωμική ερμηνεία μετά την αξιοπρόσεκτη παρουσία της στο πρόσφατο «Neighbors» και η αλληλεπίδραση αυτών των δύο είναι πραγματικά σκέτη απόλαυση. Εκείνος που ξεχωρίζει περισσότερο απ’ όλους όμως δεν είναι παρά ο Jason Statham: ο ακραίος αυτοσαρκασμός του action εαυτού του είναι ο κωμικός άσσος στο μανίκι της ταινίας.

Σεναριακές και χιουμοριστικές ευκολίες δεν λείπουν μεν, ούτε και υπάρχει όμως πραγματικά λόγος να παραπονεθεί κανείς, αφού η ταινία αποδεικνύεται αναντίρρητα διασκεδαστική. Η συμμετοχή του 50 Cent στο καστ και το politically correct «συμμάζεμα» των υποϊστοριών στο τέλος ολοκληρώνουν με επιτυχία την εμπορικά σίγουρη συνταγή και το φιλμ προσφέρει απροσποίητα ό,τι υπόσχεται. Μάλιστα, με αισθητά μεγαλύτερες δόσεις χιουμοριστικής εφευρετικότητας από τον μέσο όρο της αμερικανικής κωμωδίας.

Βαθμολογία: 2.5/5

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

What we do in the shadows / Όσα κάνουμε στις σκιές (2014)

Δεν έχετε αναρωτηθεί ποτέ πώς περνούν το χρόνο τους τα αιωνόβια βαμπίρ εν έτει 2015; Πώς δεν γίνεται το σπίτι τους λίμπα από τους πίδακες αίματος των θυμάτων τους, πώς καταφέρνουν να μπουν στα διάφορα νυχτερινά κέντρα αφού χρειάζονται κάποιον να τους «προσκαλέσει» μέσα ή τι προβλήματα προκαλεί η συγκατοίκηση στο ίδιο σπίτι επί αιώνες; Αν ναι, τότε μόλις βρήκατε το πιο κατάλληλο… ντοκιμαντέρ!

Η ιδέα είναι ευφυέστατη και εκπληκτικά «φρέσκια»: Mockumentary για την καθημερινότητα μιας παρέας βρικολάκων. Αυτό από μόνο του αρκεί για να κάνει το φιλμ ίσως την πιο αξιοπρόσεκτη ταινία βρικολάκων εδώ και πολύ καιρό και οι όσοι γοητεύονται από τους αιμοδιψείς συγγενείς του κόμη Δράκουλα δεν πρέπει να την αφήσουν να περάσει απαρατήρητη. Έστω και μέσα από καθαρά κωμική ματιά, το πνεύμα της βαμπιρικής μυθολογίας βρίσκεται εδώ όσο ζωντανό το συναντάμε σπάνια και αξιοποιείται με βαθύτατο σεβασμό. Πέραν τούτου, το φιλμ διαθέτει την ευρηματικότητα που το βοηθά να αποφύγει τα κλισέ των horror comedies και τα συνήθη τους παραπατήματα σοβαροφάνειας, όπως και τις συμβάσεις των found-footage ταινιών, αξιοποιώντας διαρκώς προς όφελός του το κόνσεπτ του παρόντος κινηματογραφικού συνεργείου. Αποκορύφωμα της αυτοσαρκαστικής ψευτο-αληθοφάνειας η σύντομη, πανέξυπνη σκηνή μετά τους τίτλους τέλους.

Εκείνο όμως που πάνω απ’ όλα σε κάνει να περάσεις τόσο καλά βλέποντας το πρωτότυπο αυτό φιλμ από τη Νέα Ζηλανδία δεν είναι παρά το ακούραστο κέφι του. Είναι αδύνατον να μην παρασυρθείς από το πόσο δείχνουν να διασκεδάζουν οι τρεις βασικοί πρωταγωνιστές (οι δύο εξ’ αυτών συνυπογράφουν επίσης σενάριο και σκηνοθεσία) και το πόσο εμπνευσμένα αποτυπώνουν την απολαυστική εκκεντρικότητα των ρόλων τους. Μπορεί ο Cori Gonzalez-Macuer (που προστίθεται αργότερα στην παρέα) να είναι λίγο πιο συγκρατημένος απ’ ό,τι θα έπρεπε, όμως υπάρχει και το άκρως απολαυστικό αντίβαρο του (σχεδόν… τρομακτικού!) Ben Fransham ως άλλου Νοσφεράτου, τον οποίον δεν χορταίνεις να χαζεύεις. Βεβαίως, το κόνσεπτ του ψευδοντοκιμαντέρ δυσκολεύει σαφώς τον στόχο μιας κινηματογραφικά ολοκληρωμένης δημιουργίας, γι’ αυτό ακόμα και τα μόλις 80 λεπτά της ταινίας είναι ικανά να κουράσουν (με το φινάλε να φαντάζει ιδιαίτερα κακοφτιαγμένο), ωστόσο δεν επηρεάζουν τη γενική αίσθηση αυθεντικού fun

Βαθμολογία: 3/5

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Super (2010)

Δεν ήταν μόνο χρονιά του «Kick-Ass» το 2010! Υπήρξε ένας ακόμη κοινός «κανένας» που θέλησε να γίνει σούπερ-ήρωας, σε μια μικρότερου βεληνεκούς και budget, αλλά και σαφώς λιγότερο αναγνωρισμένη (ανεξάρτητη) παραγωγή, εν ονόματι «Super». Δυστυχώς (αν και χωρίς να προκαλεί καμία έκπληξη), η σουπερηρωική κωμωδία του James GunnSlither», «Guardians of the Galaxy») πήρε περιορισμένη διανομή στις ΗΠΑ και σε εμάς ήρθε κατευθείαν σε DVD, ενώ ενθαρρυντικές δεν υπήρξαν ούτε οι κριτικές που έλαβε. Αν τα παραπάνω δείχνουν κάτι πέρα από το πόσο υποτιμήθηκε το «Super» όταν κυκλοφόρησε, είναι ότι αποτελεί ένα φιλμ πολύ πιο αμφιλεγόμενο και αντισυμβατικό από το ασύγκριτα εμπορικότερο «αδελφάκι» του, «Kick-Ass»…

Πράγματι, μπορεί οι δύο ταινίες να έχουν αρκετά σημεία τομής (από τους χαρακτήρες της sidekick Ellen Page και του μαφιόζου Kevin Bacon μέχρι το λιγάκι déjà-vu φινάλε), ο James Gunn όμως ξεχωρίζει στην ουσία, γιατί, απλώς, δε σέβεται τίποτα! Τσαλακώνει σχεδόν ανεπανόρθωτα την εικόνα των σούπερ-ηρώων όπως τους έχουμε στο μυαλό μας, το ίδιο και τη νεανική αθωότητα της Ellen Page (σε μια αντιστοιχία με τη Hit-Girl), σατιρίζοντας ταυτόχρονα τους απανταχού κόμικ geeks, ενώ ρίχνει και μερικές σαρκαστικά σουρεαλιστικές ματιές προς το χώρο της θρησκείας. Συνολικά, μιλάμε καθαρά για κωμωδία, κι όχι χιουμοριστική περιπέτεια, κάτι που της δίνει αναμφίβολα πόντους, κι όμως ο Gunn δεν φοβάται στο τέλος να ανατρέψει ακόμα κι αυτήν: πέρα από τη σύντομη θυσία που κάνει στη συνήθη περιπετειώδη κορύφωση, εξακολουθεί να διατηρεί παρόλα αυτά την αντισυμβατικότητά του και ολοκληρώνει την ταινία του σε αιφνιδιαστικά γλυκόπικρους τόνους, αφήνοντας την κωμικότητα πίσω του και καταλήγοντας σχεδόν να συγκινεί!

Οι βίαιες, αφελείς, έως και εγκληματικές (!) απόπειρες του ήρωα να πολεμήσει το έγκλημα γέννησαν ενστάσεις στην τότε κριτική, μα επιπλέον, σε συνδυασμό με τα εν μέρη ιδιοτελή κίνητρά του, προσδίδουν στο φιλμ μια διακριτική ηθική διάσταση και συνεπώς ένα έξτρα ενδιαφέρον. Η επιλογή του Rainn Wilson για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του σούπερ-ήρωα Crimson Bolt αποδεικνύεται εξαιρετικά εύστοχη και η Ellen Page -αν και μάλλον λίγο πιο υπερβολική από το ηθελημένο- δημιουργεί έναν χαρακτήρα ιδιαίτερο κι απολαυστικότατο. Λίγα αφηγηματικά μικρο-ελαττώματα παρατηρούνται, αλλά ελάχιστα ενοχλούν, καθώς αυτό που κυριαρχεί είναι μια πηγαία τρέλα και ένα μαύρο χιούμορ που οργιάζουν…

Το «Super» είναι μια εξίσου καλή, αλλά στ’ αλήθεια αντισυμβατική εκδοχή του «Kick-Ass», μια βίαιη κωμωδία για τους σούπερ-ήρωες της πραγματικότητας και η καλύτερη μέχρι σήμερα ταινία του James Gunn, έστω κι αν οι βαθμολογίες του ξένου τύπου λένε το αντίθετο.

Βαθμολογία: 3.5/5

Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

Murder by death / Πρόσκληση σε γεύμα από έναν υποψήφιο δολοφόνο (1976)

Σάτιρα (κυρίως) των ιστοριών της Agatha Christie, με πρωταγωνιστές-παραπομπές σε διάσημους κινηματογραφικούς/λογοτεχνικούς ντετέκτιβ, με πιο τρανταχτές εκείνες στον Ηρακλή Πουαρό και τη Miss Marple. Ο αγνώριστος Peter Sellers ως Γιαπονέζος ντετέκτιβ με τα ανεπαρκή του Αγγλικά και ο Alec Guinness ως τυφλός μπάτλερ κλέβουν την παράσταση, ενώ αξιοπρόσεκτη είναι η πρώτη μεγάλη κινηματογραφική εμφάνιση του James Cromwell. Η υπόθεση συνδυάζει στοιχεία από αρκετά έργα της Christie, με ιδιαίτερα εμφανή τα «Πρόσκληση σε φόνο», «10 μικροί νέγροι» και «Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές».

Υπάρχουν έξυπνα χιουμοριστικά ευρήματα (το κουδούνι-ουρλιαχτό) και οι περισσότεροι χαρακτήρες διαθέτουν μια αυθεντική τρέλα που σπάνια συναντάται σε σημερινές κωμωδίες. Αποτελεσματικότατη κωμικά είναι, δε, η προσπάθεια επικοινωνίας μεταξύ του τυφλού μπάτλερ και της κωφάλαλης μάγειρα! Παρά, όμως, τις καλές προθέσεις, την αρκετή έμπνευση και το κέφι που κρύβονται μέσα σε αυτήν την αναμφίβολα ενδιαφέρουσα κωμωδία μυστηρίου και παρά το tagline που μας προειδοποιεί ότι μπορεί να πεθάνουμε γελώντας, το γέλιο που το φιλμ βγάζει εντέλει είναι ανεπαρκές. Μάλλον θα χρειαζόταν ένα πιο εμφανές κωμικό σκηνοθετικό άγγιγμα, καθώς, αν το καλοσκεφτείς, τα περισσότερα αστεία βασίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στο σενάριο και τους διαλόγους. Ενισχύονται μεν αδιαμφισβήτητα από την κωμική δύναμη των πρωταγωνιστών, αλλά από τη σκηνοθεσία λείπει το κατάλληλο τάιμινγκ που θα τα έκανε ξεκαρδιστικά. Χιουμοριστική κορύφωση δεν υπάρχει, αντιθέτως τα κωμικά gags μειώνονται, για να φτάσουμε σε ένα μάλλον αδιάφορο φινάλε ψιλοαπογοητευτικής φάρσας, αν και εντέλει παίζει σημαντικά ουσιώδη ρόλο η αυτοαναφορική παρουσία του ίδιου του Truman Capote στο καστ. Περιέργως πάντως, το ενδιαφέρον διατηρείται και χάρη στο μυστήριο, που παραμένει απρόσμενα ζωντανό μέχρι το τέλος.

Σίγουρα ενδιαφέρουσα και διασκεδαστικότατη, αυτή η αυτοαναφορική και σινεφιλική σάτιρα με τον παιχνιδιάρικο τίτλο «Δολοφονία μέσω θανάτου» δεν αφήνει αδιάφορους τους φαν της Agatha Christie και των κινηματογραφικών ντετέκτιβ, σαφώς όμως έχει χάσει μια ιδανική ευκαιρία για ένα πολύ πιο αστείο και, ίσως, αξέχαστο αποτέλεσμα.

Βαθμολογία: 2.5/5

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

The world's end / Το τέλος του κόσμου (2013)

Σαραντάρης με καρδιά εφήβου, αρνούμενος να δεχτεί τις συμβάσεις που επιτάσσει η «ομαλή ένταξη» στην κοινωνία, επιδιώκει reunion της σχολικής του παρέας με στόχο να επαναλάβουν την πιο αξέχαστη νύχτα των νιάτων τους. Το σχέδιο είναι να ολοκληρώσουν αυτό που δεν κατάφεραν τότε, δηλαδή να επισκεφτούν για μπύρα και τις δώδεκα παμπ της γενέτειράς τους μέσα σε ένα βράδυ, με την παμπ-γραμμή λήξης του μαραθωνίου τους να φέρει, ευφυώς, την ονομασία «The worlds end»…

Περίπου στα πρώτα σαράντα λεπτά, αρχίζει να «στριμώχνεται» δεξιοτεχνικά στο (ήδη απολαυστικότατο) στόρι μια εξωγήινη εισβολή που προορίζεται να κάνει το όνομα της παμπ κυριολεκτικό και να μεταμορφώσει την ταινία σε ένα αξιοπρεπέστατο κλείσιμο μιας τριλογίας που δεν θα ξεχαστεί γρήγορα. Οι δημιουργοί των «Shaun of the dead» και «Hot fuzz» επιστρέφουν με όλο το απαιτούμενο κέφι και την έμπνευση για να παραμείνουν πιστοί στο πνεύμα των δύο προηγούμενων ταινιών τους και να παραδώσουν άλλη μία ισάξιά τους κωμωδία.

Για μία ακόμη φορά λοιπόν, υπάρχει ξεκαρδιστικό χιούμορ, ο γνωστός ενθουσιώδης σκηνοθετικός ρυθμός και ένα αληθινά απολαυστικό επιτελείο ηθοποιών, με τον κορυφαίο Simon Pegg να εντυπωσιάζει από τα πρώτα δευτερόλεπτα της εμφάνισής του χάρη στο αξιοθαύμαστο κωμικό ταλέντο του. Παραδοσιακά, ο συνδυασμός (περισσότερο για τέτοιον πρόκειται, παρά για διακωμώδηση) άλλων ειδών με την κωμωδία –εδώ alien invasion movies- λειτουργεί άκρως ψυχαγωγικά. Περιέργως πάντως, πρόκειται για τη λιγότερο βίαιη από τις τρεις ταινίες, με το μόνο αίμα που απεικονίζεται να είναι… μπλε.

Ένα βασικό πρόβλημα του φιλμ είναι πάνω-κάτω το ίδιο που προσωπικά εντόπισα και στα δύο προηγούμενα της τριλογίας. Η κωμική του δύναμη ελαττώνεται σχετικά όσο πλησιάζει προς το φινάλε του, αυτή τη φορά όμως όχι τόσο επειδή υποσκιάζεται από το περιπετειώδες στοιχείο, όσο λόγω μιας αφέλειας που την εμποδίζει να φτάσει το επίπεδο που διατηρούσε μέχρι τότε.

Αν τα όποια μικροπροβλήματα πάντως ενδέχεται να χαμηλώσουν προσωρινά τον ανέλπιστα υψηλό πήχη του fun, δεν επηρεάζουν επί της ουσίας την τελική επίγευση. Κι αυτό γιατί η ταινία, πέρα από τη θετική της ενέργεια που σε κρατά με ένα αβίαστο χαμόγελο στα χείλη για 110 λεπτά, διαθέτει ένα σταθερό εσωτερικό νοηματικό υπόβαθρο. Ακόμα κι αν η προσπάθειά της να το υποστηρίξει γίνεται λίγο απλοϊκή στο φινάλε, αυτό υπάρχει και το μήνυμα που μεταφέρει είναι τουλάχιστον ευπρόσδεκτο. Και δεν είναι άλλο από την ίδια τη στάση που –ανώριμα, μα ειλικρινά- κρατά ο ήρωας/αντιήρωας του Pegg. Όπως επανειλημμένα αναφέρει κι ο ίδιος, το μόνο που θέλει είναι να περνά καλά. Στόχος δηλαδή της ζωής (ειδικά και γενικά) είναι η ευτυχία, μέσα από την ουσιαστική ελευθερία και όχι με τη σημασία που της δίνει ο συμβατικός τρόπος ζωής που έχει επιβάλλει η κοινωνία. Ο Pegg, προσπαθώντας να επιστρέψει στη μόνη εποχή της ζωής του που στ’ αλήθεια είχε περάσει καλά, αυτή των νιάτων του (πριν αισθανθεί ολότελα ξένος σε μια κοινωνία όπου αδυνατεί να ενταχθεί), δείχνει εκκεντρικός και απροσάρμοστος, σε βαθμό γελοιότητας. Το αξιοσημείωτο εδώ όμως είναι το πόσο γελοίοι φαντάζουν επίσης οι «ώριμοι» φίλοι του, με τους δυσλειτουργικούς γάμους τους, τα «σοβαρά» γραφεία τους, τα καλοσιδερομένα κουστούμια τους και τα Bluetooth που έχουν γίνει μόνιμη προέκταση του αυτιού τους. Μια έμμεση κριτική του τρόπου που η κοινωνία έχει αλλοιώσει την αγνή έννοια της ευτυχίας και, γιατί όχι, της ζωής. Μάλιστα, οι ίδιοι οι εξωγήινοι-«κατακτητές» παρουσιάζονται ως οι υπεύθυνοι για την τεχνολογική μας ανάπτυξη –που φυσικά είναι άμεσα συνδεόμενη με τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Σαν να χαρακτηρίζεται ο τελευταίος ως ξένος, μη φυσιολογικός, επιβαλλόμενος. Και σίγουρα όχι «αγνός», όπως αυτός που αποζητά ο πρωταγωνιστής και που, κατ’ επέκταση, έχει ανάγκη η ανθρωπότητα.

Με λίγα λόγια, πρόκειται για το ιδανικό κλείσιμο μιας αγαπημένης τριλογίας, το οποίο προσφέρει «από καρδιάς» αληθινό κέφι. Όπως και οι προκάτοχοί του «Shaun of the dead» και «Hot fuzz», δεν προσπαθεί να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που είναι και δεν κρύβει τα ελαττώματά του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να εσωκλείει ουσία και να έχει κάτι (πολύ) ενδιαφέρον να πει. Κακά τα ψέμματα όμως. Πάνω απ’ όλα, βλέποντάς το περνάς απλά γαμάτα. End of story.

Βαθμολογία: 3/5
The Three Flavours Cornetto trilogy

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Πέμπτη και 12 (2013)

Στον αντίποδα της αρρώστιας του «Greek weird wave», ο αμιγώς εμπορικός ελληνικός κινηματογράφος, εκπροσωπούμενος από την «Πέμπτη και 12», επιχειρεί να προσφέρει αυτό που ο Έλληνας σήμερα αποζητά από την κινηματογραφική του έξοδο: μια ανάλαφρα χιουμοριστική κι αισιόδοξη ματιά πάνω στην Ελλάδα της κρίσης, της ανεργίας και των αστέγων και μια ανάσα οξυγόνου από την ασφυκτική καθημερινότητα. Τόσο καλοπροαίρετες ακούγονται οι φιλοδοξίες του ντεμπούτου του Θανάση Τσαλταμπάση πίσω από την κάμερα, που είτε αφελείς είναι, είτε υποκριτικές…

Σε κάθε περίπτωση, αν επιλέξετε την «Πέμπτη και 12» ως αυτό που λέμε μια διέξοδο από τα άγχη της καθημερινότητας μέσω της τέχνης, έχετε ατυχήσει για τον απλό λόγο ότι εδώ δεν υπάρχει καμία υπόνοια τέχνης… Είναι μάλιστα στιγμές που ειλικρινά απορείς πόσο άτεχνα δημιουργημένη μπορεί να είναι μια ταινία. Έχουμε, εν τάχει, μια απίστευτα ανέμπνευστη σκηνοθεσία, ένα σενάριο που συνίσταται από μια απλή συρραφή χιλιοχρησιμοποιημένων κλισέ, απόλυτη αμηχανία στο χιούμορ, έναν Βλαδίμηρο Κυριακίδη που μάλλον βαριέται και μια παρέλαση από cameo εμφανίσεις γνωστών ηθοποιών, σχεδόν αποκλειστικά για τις οποίες μοιάζει να δημιουργήθηκε εξαρχής το φιλμ! Κι αν το τελειωτικό χτύπημα δεν έρχεται ούτε με το σχεδόν ξεκαρδιστικά άσχετο τελικό twist, είναι το απερίγραπτο theme song-ηχορύπανση στους τίτλους τέλους που σε κάνει να αισθάνεσαι λίγο πιο χαζός απ’ ό,τι πριν δεις την ταινία…

Βαθμολογία: 0.5/5

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Youth in revolt / Νιάτα σε έξαψη (2009)

Ο πολλά υποσχόμενος, ανερχόμενος νεαρός ηθοποιός Michael Cera, που μετά το «Superbad» καθιερώθηκε στο ρόλο του ερωτοχτυπημένου, μάλλον nerd και απαραιτήτως παρθένου εφήβου, υποδύεται τον ίδιο χαρακτήρα και στο «Youth in revolt» του 2009. Μόνο που αυτή τη φορά ο ρόλος του είναι διπλός, καθώς, πέρα από τον συγκεκριμένο έφηβο τον οποίο βασανίζει ο φόβος ότι «θα πεθάνει παρθένος», ενσαρκώνει και τη δεύτερη, επαναστατημένη και σχεδόν διαβολική περσόνα την οποία ο ίδιος κατασκευάζει και η οποία αντιπροσωπεύει με έναν απλό, ίσως σχηματικό, για χάρη της κωμωδίας, μα επίσης ευρηματικό και απολαυστικότατο τρόπο όλα όσο το φιλμ πραγματεύεται.

Όντας κατά ένα «κλικ» διαφοροποιημένο από τις συνήθεις νεανικές ταινίες του είδους, το «Youth in revolt» αποτελεί ένα ευχάριστο κράμα κωμωδίας καταστάσεων και ρομαντικής κομεντί, που επιτυγχάνει τους στόχους και των δύο. Δε διστάζει να εξωθήσει τα πράγματα στα άκρα, αδιαφορώντας για το ρεαλισμό, χωρίς όμως ποτέ να ξεχνά πως ασχολείται με χαρακτήρες της πραγματικότητας. Προσεγγίζει, από τη μία, το θέμα της εφηβείας με μια καθαρά κωμική ματιά, άκρως (αλλά και ηθελημένα) υπερβολική και αληθινά αστεία. Και από την άλλη, ενώ ο νεαρός Nick αντιμάχεται (ή παραδίνεται αμαχητί) στον «κακό» εαυτό του Francois, η ταινία απεικονίζει με τον τρόπο της την εφηβική ανάγκη της υιοθέτησης ενός διαφορετικού, «καλύτερου» προσωπείου, της επανάστασης απέναντι στη γονική, αλλά και κάθε αρχή με την ευρύτερη έννοια, της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στον έρωτα. Στοιχεία τα οποία είναι όλα αλληλένδετα…

Σημειώστε και ένα πολύ ενδιαφέρον ερμηνευτικό πέρασμα από τον τότε εικοσιεξάχρονο Adhir Kalyan, τον οποίο προσωπικά θα ήθελα να ξαναδώ στο μέλλον, αλλά και μια ένσταση σχετικά με το σεναριακό μοντέλο του παρθένου μοναχικού αγοριού που ερωτεύεται εμπειρότερη συνομίληκη ή μεγαλύτερης ηλικίας κοπέλα. Αποτελεσματικό συνήθως, όμως υπερβολικά πολυφορεμένο στο είδος της νεανικής κομεντί.

Βαθμολογία: 3/5

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Tucker and Dale vs Evil (2010)

Η ελληνική διανομή εξακολουθεί να μην εμπιστεύεται τις κωμωδίες τρόμου, παρότι το κοινό έχει παγκοσμίως αγκαλιάσει ταινίες όπως το «Shaun of the dead» και το «Zombieland». Βέβαια, η κυκλοφορία του μικρού διαμαντιού «Tucker and Dale vs Evil», μην έχοντας το προνόμιο ούτε υψηλού budget, ούτε προώθησης από κάποιο μεγάλο στούντιο, υπήρξε και στην Αμερική περιορισμένη. Είναι γεγονός (και αληθινά κρίμα) πως η ταινία πέρασε ως επί το πλείστον απαρατήρητη, χωρίς αυτό όμως να έχει σταθεί ικανό να εμποδίσει την αναγνώρισή της από το ενημερωμένο (και απαραιτήτως ακομπλεξάριστο) κοινό που αποφάσισε να της δώσει μια ευκαιρία. Και δεν είναι υπερβολή πως το «Tucker and Dale vs Evil» ανήκει στις κορυφαίες στιγμές του είδους του.

Μπορεί η υπόθεση να μην ακούγεται ακριβώς πρωτότυπη, μα η εκδρομή μιας παρέας νέων σε ένα απομονωμένο δάσος, όπου η συνάντησή τους με δύο φαινομενικά επικίνδυνους και τρομακτικούς χωριάτες, κατοίκους ενός μικρού σκονισμένου καλυβιού θα οδηγήσει σε ένα αδιάκοπο μακελειό, είναι εντυπωσιακά ευρηματική. Γιατί το «Evil» του τίτλου αυτής της «ανάποδης» ταινίας τρόμου δεν αναφέρεται στους δύο άξεστους «hillbillies» Tucker και Dale, που αποδεικνύονται εξαιρετικά καλόκαρδοι και συμπαθείς, αλλά στους ίδιους τους ανυποψίαστους νέους! Μέσω ευφυών παρεξηγήσεων, η –μάλλον φαντασιόπληκτη- παρέα θα δει στα πρόσωπα των καλόψυχων Tucker και Dale το απόλυτο κακό και θα προσπαθήσει με ξεκαρδιστικά ανεπιτυχείς (πλην όχι πάντοτε ευρηματικούς) τρόπους να σωθεί από την απειλή, κάνοντας την κατάσταση ολοένα και πιο τραγελαφική.

Η ανατρεπτική διάθεση της πανέξυπνης αυτής τρομοκωμωδίας ισοπεδώνει με τα καυστικότατα σατιρικά της σχόλια τα πολυφορεμένα κλισέ των ταινιών τρόμου, χρησιμοποιώντας συχνά μια άκρως διασκεδαστική και βιτριολικά σαρκαστική σοβαροφάνεια. Πολλές φορές επιφανειακά παραπέμπει και σε καθαρό horror, με το εξαιρετικά ωμό gore να απευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά στους φαν των ταινιών τρόμου, αλλά και παράλληλα να αντισταθμίζεται από ισόποσες δόσεις ξεκαρδιστικού χιούμορ. Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Eli Craig υιοθετεί κι ο ίδιος πολλά από τα κλισέ του είδους με μια αιφνιδιαστικά πρωτότυπη προσέγγιση, έτσι ώστε να τα καταδείξει, στρέφοντάς τα προς όφελός του. Ο αναμενόμενος σχετικός συμβιβασμός προς το τέλος δεν ενοχλεί ιδιαίτερα, οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (όχι όμως και των νέων) είναι διασκεδαστικότατες, υπόνοια χαμηλού προϋπολογισμού δεν υπάρχει καν και, στο σύνολό του, το «Tucker and Dale vs Evil» δεν αφήνει περιθώρια στους φαν των horror comedies να το χάσουν!

Βαθμολογία: 3.5/5

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

We're The Millers / Οικογένεια Μίλερ (2013)

Μετά την επιτυχία των «Αφεντικών για σκότωμα», το όνομα της Jennifer Aniston φαίνεται να έχει συνδεθεί με σεξουαλικά προκλητικούς ρόλους. Εδώ, υποδύεται τη στρίπερ Rose, η οποία μαζί με τον έμπορο ναρκωτικών και «αρχηγό» της ομάδας David (Jason Sudeikis), τον δεκαοχτάχρονο γείτονά τους Kenny (Will Poutler) και τη νεαρή άστεγη Casey (Emma Roberts) θα παριστάνουν τη φαινομενικά φυσιολογική οικογένεια Μίλερ, με σκοπό να περάσουν «μια μικρή ποσότητα» μαριχουάνας από τα σύνορα του Μεξικού χωρίς να κινήσουν υποψίες.

Αν οι Μίλερς δεν αποτελούν ακριβώς μια συνηθισμένη οικογένεια, η ταινία είναι μάλλον μια συνηθισμένη αμερικανική κωμωδία, με τη διαφορά ότι αποδεικνύεται σχετικά ανώτερη του σωρού και, ευτυχώς, των ομολογουμένως χαμηλών προσδοκιών. Το σενάριο του ιδιόρρυθμου αυτού road movie επιφυλάσσει ορισμένες απολαυστικές παρεξηγήσεις (όπως αυτή με το μωρό-μαριχουάνα, που προσφέρει και την πιο ξεκαρδιστική στιγμή του φιλμ) μα και άλλες τόσες εύκολες ή ανέμπνευστες λύσεις, τις οποίες δεν δείχνει ποτέ να κάνει κάποια προσπάθεια να αποφύγει. Πέραν τούτου όμως, η «Οικογένεια Μίλερ», διαθέτοντας ένα «πιασάρικο» και διασκεδαστικότατο στόρι και κυρίως ένα αποτελεσματικότατο καστ με τέλεια αντίληψη της κωμωδίας, δύσκολα θα αφήσει κάποιον παραπονεμένο. Με εξαίρεση όσους παρασυρθούν από τον αδικαιολόγητο ιντερνετικό σάλο γύρω από το στριπτίζ της Aniston, το οποίο ήταν εξαρχής προορισμένο να απογοητεύσει…

Συστήνεται χωρίς δεύτερη σκέψη στους φαν της mainstream αμερικανικής κωμωδίας, αλλά και όλοι όσοι περνούν απλώς καλά με αυτήν θα το διασκεδάσουν. Αξίζει σημείωσης και ένα όμορφο στιγμιότυπο τιμητικής αναφοράς στα «Φιλαράκια», τη μεγάλη επιτυχία της Aniston, το οποίο είναι και η μόνη ενδιαφέρουσα στιγμή των -κατά τα άλλα σαχλών- τελικών bloopers.

Βαθμολογία: 2/5

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Vive la France / Είναι τρελοί αυτοί οι Γάλλοι (2013)

Σε μια χώρα της Ασίας την οποία κανείς δεν έχει ποτέ ακούσει, το «Ταμπουλιστάν» (που ονομάζεται έτσι γιατί εκεί εφευρέθηκε… ο ταμπουλές!), με σκοπό να γίνει γνωστή η ύπαρξή της στον υπόλοιπο κόσμο, αποφασίζεται να πραγματοποιηθεί τρομοκρατική επίθεση στον Πύργο του Άιφελ. Υπεύθυνοι για την αποστολή ορίζονται οι εξαιρετικά ανόητοι και γκαφατζήδες, ως είθισται, Muzafar και Ferouz (Jose Garcia και Michael Youn αντίστοιχα), οι οποίοι αρχίζουν να τα κάνουν θάλασσα από την πρώτη στιγμή και οι αναποδιές διαδέχονται η μία την άλλη.

Η υπόθεση του έργου ακροβατεί μεταξύ της σκέτης ανοησίας και της ευφάνταστης τρέλας. Και είναι φανερές οι δυνατότητες για την υπερίσχυση της τελευταίας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εξίσου παλαβή εξέλιξη του στόρι, αλλά και τις αισθητές ευκαιρίες που αυτή προσφέρει για νύξη και ουσιώδη σάτιρα ποικίλλων καίριων θεμάτων, αλλά και για συναισθηματικό και ευχάριστα μελαγχολικό χρωματισμό σημαντικών σκηνών του φιλμ. Όμως το τελικό αποτέλεσμα αφήνει την ιδέα μιας τέτοιας ταινίας μονάχα στη φαντασία μας.

Ο Michael Youn, που φάνταζε συμπαθής στο περσινό «Ο σεφ και ο σεφ του», αναλαμβάνει χρέη σεναριογράφου και σκηνοθέτη και κάνει πραγματικότητα το δικό του όραμα της γαλλικής κωμωδίας: πανηλίθιοι χαρακτήρες (όχι μόνο οι πρωταγωνιστές, αλλά όλοι!), πηγαία βλακεία που παρασέρνει και τις ερμηνείες στο διάβα της, ένα αντι-κλισέ φινάλε (το οποίο είναι τόσο ανεκδιήγητο ώστε θα ευχόσουν τελικά να ήταν κλισέ!), μαύρο χιούμορ που περιέχει μόνο «μαύρο» και καθόλου «χιούμορ»! Όλες οι δυνατότητες που αναφέρθηκαν παραπάνω πετιούνται στα σκουπίδια και, αν υπήρχε πρόθεση σάτιρας, αυτή πραγματοποιείται από αποτυχημένα έως προσβλητικά, ενώ, ακόμα κι αν διακρίνονται ορισμένα (μετρίσιμα στα δάκτυλα) καλά αστεία, η γενικότερη ανοησία του εγχειρήματος απαγορεύει αυστηρά στο γέλιο σου να ακουστεί έστω και μία φορά.

Και έχει και το θράσος η ταινία να φέρει τον πρωτότυπο τίτλο «Ζήτω η Γαλλία!». Λες και, κινηματογραφικά, τιμά την χώρα της. Μα είναι τρελοί αυτοί οι Γάλλοι…

Βαθμολογία: 0/5