Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Animal Farm / Το Ξύπνημα των Σκλάβων (1954)

Κινηματογραφική μεταφορά της αριστουργηματικής αλληγορίας του George Orwell, που θα μπορούσε να εντυπωσιάσει με τα μηνύματά της όποιον δεν έχει διαβάσει το βιβλίο (αν υπάρχει κανείς που θα δει την ταινία δίχως εξοικείωση με την πρώτη ύλη), μα στη σύγκριση με εκείνο σχεδόν υπολείπεται λόγου ύπαρξης. Παρά τις καλές προθέσεις, η κινηματογραφική εκδοχή του (εμφανώς δύσκολου στη διασκευή του) βιβλίου μοιάζει με απλή εικονογράφηση της ιστορίας και αποδεικνύεται αφηγηματικά απόλυτα αδύναμη. Οι διάλογοι των ζώων έχουν παραληφθεί, με έναν εκτός κάδρου αφηγητή να αναλαμβάνει κατ` ουσίαν τη διήγηση της ιστορίας, κάτι που αν μη τι άλλο καθιστά μηδαμινή την ανάπτυξη οποιουδήποτε χαρακτήρα. Ο χαρακτήρας-κλειδί του Ναπόλεον αποτυπώνεται εξαρχής ως δεδομένα «κακός», κάτι που αφαιρεί σε μεγάλο βαθμό το ενδιαφέρον της αμφιλεγόμενης πορείας του, περιορίζοντάς τον στα όρια μιας απλοϊκής καρικατούρας. Κατά συνέπεια, το εύρος ερμηνειών στενεύει και αυτή η εκπληκτικά εύστοχη και οξεία αλληγορία πάνω στην εξουσία απλουστεύει σε μεγάλο βαθμό την κινηματογραφική και νοηματική δυναμική της.

Έτσι, νοηματικά αμβλυμμένη και αμήχανα αμφιταλαντευόμενη μεταξύ παιδικής εικόνας και ενήλικου περιεχομένου, η animated «Φάρμα των ζώων» αντλεί δύναμη σχεδόν μόνο από την υπενθύμιση της σπουδαιότητας του πρωτότυπου έργου -βλέπε την ανατριχιαστική σκηνή του «ασθενοφόρου». Ήδη από την πρώτη ανάγνωση πάντως, η ιστορία φάνταζε τόσο μη κινηματογραφίσιμη όσο… αποδείχτηκε ότι είναι.

Βαθμολογία: 2/5

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Heaven knows what (2014)

Ντοκιμαντερίστικης δύναμης καταγραφή της ζωής του αστικού περιθωρίου, αυτού της έλλειψης στέγης και του εθισμού στην ηρωίνη, βασισμένη στα απομνημονεύματα της ίδιας της πρωταγωνίστριας, Arielle Holmes. Η Holmes μετουσιώνει τις δικές της εμπειρίες σε μια αληθινά δυνατή και αποστομοτικά ειλικρινή ερμηνεία, που αποτελεί την αληθινή ραχοκοκαλιά του φιλμ. Η βιωματική παρουσία της αναδεικνύει ένα ανερχόμενο ταλέντο που προβλέπεται να μας απασχολήσει στο μέλλον (μετά τη συμμετοχή της στο φιλμ η Holmes συνεχίζει να ασχολείται με την ηθοποιία). Μαζί με όλους τους -σοκαριστικά πειστικούς- συμπρωταγωνιστές της, προσδίδουν στο εγχείρημα έναν ρεαλισμό που θυμίζει πράγματι ντοκιμαντέρ και συνεπώς μια κινηματογραφική ορμή που αναπληρώνει για το μάλλον αδύναμο δραματουργικά σενάριο.

Ως προς το τελευταίο, το φιλμ μπορεί να κατηγορηθεί για ανεπαρκώς ανεπτυγμένους χαρακτήρες, μιας και δεν πραγματοποιείται κάποια σαφής αλλαγή σε αυτούς πριν τους τίτλους τέλους, και συνεπώς για  ανολοκλήρωτη δραματουργία. Από την άλλη, το λογικά ηθελημένο αυτό «ελάττωμα» αντανακλά εύστοχα την απουσία διεξόδου από την περιθωριακή ζωή (άρα είναι συνεπές προς τους χαρακτήρες), όπως και τον ντοκιμαντερίστικο ρεαλισμό του φιλμ, αποβάλλοντας οποιαδήποτε κινηματογραφική δραματουργική επιτήδευση. Αντίστοιχα, η σχεδόν θρυμματισμένη αφήγηση αποτελείται από στιγμιότυπα της καθημερινότητας της πρωταγωνίστριας, όχι πάντοτε δεμένα με ξεκάθαρη συνοχή, ακολουθώντας ελεύθερα ένα ακραίο (αντι-)love-story ως σεναριακό άξονα, αλλά χωρίς να δίνει μια ξεκάθαρη κατεύθυνση στην ιστορία του (ένα ακόμη είδος κινηματογραφικής «επιτήδευσης»). Το γεγονός αυτό με τη σειρά του συνθέτει αποτελεσματικά την αίσθηση μιας αποπροσανατολισμένης ζωής που, δίχως στόχο και νόημα, υφίσταται ως μια χαοτική, αυτοκαταστροφική σύγχυση.

Πρόκειται αναμφίβολα για σκληρό ρεαλιστικό κινηματογράφο, ενίοτε σοκαριστικό (η αρχική σεκάνς) και πάντοτε ανατριχιαστικά ενδελεχή στον τρόπο που παρατηρεί και αναπαράγει την πραγματικότητα. Δίχως, μάλιστα, ο ρεαλισμός του να εμποδίζει τους αδελφούς Safdie να δημιουργήσουν ορισμένες ντελιριακές σκηνές και να χρησιμοποιήσουν ένα αντίστοιχης υφής  soundtrack που ενισχύει αισθαντικά την κινηματογραφική αποτύπωση μιας μόνιμης μαστούρας και απουσίας κατεύθυνσης.

Βαθμολογία: 3/5 

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Ich Seh, Ich Seh / Goodnight mommy (2014)

Η αρχετυπική αθωότητα στη σχέση γονιών-παιδιών αποτελεί θέμα εξεχόντως ευαίσθητο, τόσο ώστε να προσφέρει απόλυτα πρόσφορο έδαφος στο σινεμά τρόμου για να το… καταπατήσει ανελέητα. Στην απειλητική ασέβεια αυτής της «ιερής» σχέσης πάτησε ο «Εξορκιστής» σοκάροντας ορδές θεατών τη δεκαετία του `70, το ίδιο και το πιο πρόσφατο «Babadook» που βασίστηκε στον τρόμο της ακραίας κατάρρευσης της γονεϊκής αγάπης για να χτίσει μια αξιοπρόσεκτη ψυχολογική αλληγορία. Σαν ένα «Babadook» από την… ανάποδη, το «Goodnight mommy» χρησιμοποιεί την ίδια λογική βυθίζοντάς μας σε έναν εφιάλτη δίχως διέξοδο, όπου όσο η αγάπη απουσιάζει από τα ψυχρά κάδρα του, άλλο τόσο ενυπάρχει στη δημιουργική μελέτη των ουσιωδών χαρακτήρων του -γι’ αυτό και λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά. Με ένα μυστηριώδες στόρι που δεν φοβάται τα -ανατριχιαστικά- άκρα και σκηνοθεσία γεμάτη ευρήματα, η απτή πραγματικότητα κονταροχτυπιέται με την υποκειμενική αντίληψη, δημιουργώντας ταυτόχρονα μία από τις πιο πρωτότυπα creepy ατμόσφαιρες τρόμου στην κινηματογραφική μνήμη, όσο και αισθητά επίπεδα βάθους κάτω από αυτήν.

Το γεγονός ότι το φιλμ δεν παραλείπει ποτέ να υπηρετεί και να τεκμηριώνει εις βάθος την ουσία του (με έξυπνα κλεισίματα ματιού που όμως μάλλον προορίζονταν να είναι ορατά σε δεύτερη θέαση) είναι ο λόγος που ενδεχομένως «καίει» την έκπληξη του φινάλε του από νωρίς, στα μάτια ενός έμπειρου, τουλάχιστον, θεατή. Ταυτόχρονα όμως, είναι και η αιτία που υπάρχει ένα διαρκές και αμείωτο ψυχολογικό βάρος στους χαρακτήρες του. Από το εμπνευσμένο παιχνίδι φωτός με τους επιδέσμους της μητέρας και την αδυναμία διάκρισης των διδύμων μέχρι την απόκοσμη, σχεδόν με μια υφή σουρεαλισμού άδεια πόλη που επισκέπτονται τα παιδιά (η οποία τονίζει έμμεσα την «αφύσικη» μοναξιά τους) και την κατ’ επέκταση ψυχρή σε σημείο μη ρεαλιστικού στυλιζαρίσματος σκηνοθεσία των Fiala και Franz, όλα δίνουν χώρο για εντυπωσιακή καλλιτεχνική εμβάθυνση. Όλα υπηρετούν με αξιοθαύμαστο πείσμα την παραπάνω ιδέα της υποκειμενικότητας της αφήγησης, δίνοντας στην ταινία κάθε λόγο να φαντάζει απόκοσμη και αφύσικη, αφού έτσι φαντάζει κι ο κόσμος στο μυαλό των ηρώων της. Γι’ αυτό και, επίσης, τρομακτικά απειλητικός.

Όχι ότι δεν υπάρχουν αδυναμίες, με τη σκηνή των εθελοντών του Ερυθρού Σταυρού να μοιάζει μάλλον εύκολη (κρατάω την επιφύλαξη ότι για αυτό μπορεί να οφείλονται διαφορές στην κουλτούρα) και την τελική αποκάλυψη να σερβίρεται «στο πιάτο» με ασυγχώρητα προφανή τρόπο, μα το φιλμ παραμένει πάντοτε διεστραμμένα απολαυστικό. Από τη μία, θα μπορούσε να είναι πιο σημαντικό ως ταινία μία δεκαετία πριν (όπου θα ήταν δυσκολότερο να προβλέψει κανείς την κατάληξή του  και θα φάνταζε καθολικά πιο πρωτότυπο), αλλά, από την άλλη, εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σπάνια φιλμ που, εν έτει 2015, έχουν τη δύναμη να σε ενοχλήσουν σε σημείο να θες να κλείσεις τα μάτια σου από την ένταση.

Βαθμολογία: 3.5/5

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

The hateful eight / Οι μισητοί οκτώ (2015)

Αν το «Reservoir dogs», το ενθουσιώδες κινηματογραφικό ντεμπούτο του Quentin Tarantino, ήταν  γουέστερν, τότε μάλλον θα έμοιαζε κάπως σαν τους «Μισητούς οκτώ». Αν και δεν είναι απόλυτα σαφές σε ποιους «οκτώ» αναφέρεται ακριβώς ο τίτλος, το καινούριο, πολύπαθο φιλμ του αγαπημένου Αμερικανού παρατηρεί την ένταση που αναδύεται μέσα σε μια ετερόκλητη ομάδα ανθρώπων (με κρυμμένα, φυσικά, μυστικά) εγκλωβισμένων σε μια καλύβα κατά τη διάρκεια μιας χιονοθύελλας. Ο ρυθμός είναι αργός, οι διάλογοι εκτενείς και η διάρκεια μεγάλη, μα η ώρα περνά χωρίς να το καταλάβεις, παρόλο που ένας απαίδευτος σινεφιλικά ή «ταραντινικά» θεατής ίσως αργήσει να αισθανθεί οικεία.

Αν, πάντως, μια αχρείαστη μεγαλομανία δεν ανάγκαζε την ταινία να αγγίξει (και, στην πρωτότυπη εκδοχή που δεν προβάλλεται στη χώρα μας, να ξεπεράσει) την ήδη «επική» διάρκεια του προ τριετίας «Django Unchained», το φιλμ ίσως να αποτελούσε μία από τις σπουδαιότερες στιγμές στην ταραντινική φιλμογραφία. Κι αυτό γιατί ο 52χρονος δημιουργός δεν διστάζει να χαμηλώσει τις ταχύτητες, να επενδύσει στον μινιμαλισμό, να χρησιμοποιήσει απολαυστικά στοιχεία «whodunit» μυστηρίου, αλλά και να καταπιαστεί ουσιωδώς με πραγματικά σοβαρές, διαχρονικές προβληματικές. Το χιούμορ παραμένει άφθονο, το αίμα επίσης, και, παρότι πλέον μπορεί να αισθανθεί κανείς έναν ελαφρώς επιτηδευμένο μηχανισμό πίσω από τους διαλόγους, μόλις οι χαρακτήρες βρεθούν κλεισμένοι στο απειλητικό καταφύγιο και η ιστορία πάρει οριστικά το δρόμο της, το ίδιο συμβαίνει και με τα λόγια τους.

Ενώ όμως υπάρχουν εντός του στιγμές αληθινού κινηματογραφικού μεγαλείου, το φιλμ στο σύνολό του αποδεικνύεται μία από τις λιγότερο εμπνευσμένες ταραντινικές δημιουργίες. Κάτι που γίνεται αισθητό κατά την τελευταία ώρα του, όπου ένα αχρείαστα μεγάλο φλας-μπακ επεξηγεί τα αυτονόητα και το φινάλε θολώνει ακόμα περισσότερο (σε πρώτη ανάγνωση, τουλάχιστον) την ήδη ασαφή σεναριακή κατεύθυνση. Η ταινία ολοκληρώνεται στα ασφαλή και γνωστά, έχοντας αφήσει εκπλήξεις και ευρηματικότητα μισό σενάριο πίσω.

Κι όμως, τελικά η αρετή των «Μισητών οκτώ» δεν βρισκόταν ποτέ στις προσδοκώμενες ανατροπές και το όποιο μυστήριο. Ό,τι επιφανειακά φαντάζει αποπροσανατολισμένο και ανολοκλήρωτο αποκτά εστίαση και συνοχή σε δεύτερο επίπεδο, μέσω των κοινωνικοπολιτικών διαστάσεων της ιστορίας τις οποίες ο Tarantino θέτει ίσως για πρώτη φορά ως βασικό κεντρικό άξονα, αν όχι αυτοσκοπό. Τα πάντα λαμβάνουν χώρα ως ένας απόηχος του εμφυλίου πολέμου και στα πλαίσια ακατάσχετου μίσους, γεγονός που καθρεφτίζεται μονίμως στις δύο χαρακτηριστικότερες εμμονές του δημιουργού: το διάλογο και τη βία. Το νοηματικό βάρος που αυτές κατά συνέπεια αποκτούν διαψεύδει τις κατηγορίες περί βερμπαλισμού και ανούσιου στυλιζαρίσματος αντίστοιχα. Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στους «μισητούς» χαρακτήρες δεν βασίζεται ποτέ σε καθαρά προσωπικές σχέσεις, αλλά πάντα καθοδηγείται από ερεθίσματα κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα (δικαιοσύνη, φυλετικός ρατσισμός, τα στρατόπεδα του εμφυλίου, ο σεβασμός που προκαλεί ένα γράμμα από τον Αβραάμ Λίνκολν), συνθέτοντας σχεδόν μια κοινωνική μικρογραφία. Και ο τρόπος που Tarantino αποτυπώνει την κοινωνία (χωρίς χρονικούς προσδιορισμούς) είναι με τα χέρια της βουτηγμένα στο αίμα. Χτισμένη εξ` ορισμού μέσα από βία και μίσος. Μέχρι και το μεγαλύτερο θρησκευτικό της σύμβολο (ο σταυρωμένος Ιησούς) μοιάζει να χρησιμοποιείται σημειολογικά για να εκφράσει τα παραπάνω. Στα πλαίσια αυτά, η απολαυστικά γκροτέσκα και «κάφρικα» τραβηγμένη ταραντινική βία, που ο «Django» διαχώριζε λεπτά όσο και εύστοχα από την ενοχλητική πραγματική βία του ιστορικού-κοινωνικού context, φαντάζει πλέον μια ακραία προέκταση αυτής.  Και όταν το αιματοκύλισμα παίρνει το πάνω χέρι, η προβληματική εξακολουθεί να διακρίνεται πίσω από το κόκκινο, σατιρίζοντας εύστοχα τη βλακώδη, όσο κι εγγενή ανθρώπινη βιαιότητα.

Τελικά, μπορεί το απολαυστικό τελευταίο πόνημα του Quentin Tarantino να ανήκει στις λιγότερο εμπνευσμένες και μεστές κινηματογραφικά στιγμές του, μα αποτελεί επίσης μια ουσιώδη σάτιρα της διαχρονικής βίας σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, που δικαιολογεί και, εν πολλοίς, εξισορροπεί την κατά τ` άλλα αισθητή ανισότητά του.

Βαθμολογία: 3/5

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

The little prince / Ο μικρός πρίγκιπας (2015)

Σε έναν δυστοπικό (;) κόσμο βουτηγμένο στο γκρι, με κατοίκους-γρανάζια μιας πελώριας κοινωνίας-μηχανής παραγωγής χρημάτων για τους λίγους κι ισχυρούς, ένα κοριτσάκι δημιουργεί μια αντισυμβατική φιλία με έναν απροσάρμοστο/αχρείαστο σε αυτόν τον αυστηρό κοινωνικό μηχανισμό γέρο με καρδιά παιδιού. Ναι, κι όμως αυτή είναι η υπόθεση του «Μικρού Πρίγκιπα», της ταινίας που βασίζεται στο ομώνυμο παραμύθι του Antoine de Saint-Exupery. Αν δεν σας θυμίζει σε τίποτα την ιστορία που ξέρετε από παιδιά, έχετε απόλυτο δίκιο, κι αυτό είναι εξολοκλήρου ηθελημένο από την πλευρά των δημιουργών. Γιατί η ιδέα της κινηματογραφικής μεταφοράς (ιδίως σε εμπορικό ψηφιακό animation) του «Μικρού Πρίγκιπα», ενός αριστουργήματος-σημείου τομής στην παιδική μυθιστοριογραφία, αλλά ίσως και στην ίδια την παιδική ηλικία των τελευταίων γενεών, αποτελεί κίνηση εξαιρετικά παράτολμη κι αμφιλεγόμενη καλλιτεχνικά, αν όχι, οριακά, ασεβή. Και η δημιουργική ομάδα πίσω από το φιλμ φαίνεται να το γνώριζε καλά.

Γι’ αυτό και, εν τέλει, δεν έχουμε τόσο μια διασκευή του παραμυθιού, όσο, πολύ περισσότερο, έναν κινηματογραφικό φόρο τιμής σε αυτό. Στην κεντρική πλοκή παραμένουν μόνο ορισμένοι ήρωες του Saint-Exupery ως β’ ρόλοι, ενώ αποσπάσματα του παραμυθιού παρατίθενται ως διηγήσεις του γέρου (πια) Πιλότου. Αν και τα αποσπάσματα αυτά δίνονται συμπτυγμένα και απλουστευμένα, σαν ίσα-ίσα ένα ξεφύλλισμα του βιβλίου, είναι πιστά στον λόγο του Saint-Exupery, συχνά συγκινώντας με την πηγαία, αφοπλιστικά ρομαντική αθωότητά του ή ακόμα και με την απλή ανάμνηση του έργου του. Ο σεβασμός, όμως, της ταινίας προς τη χάρτινη προέλευσή της, εκφράζεται πάνω απ’ όλα μέσω της τεχνικής animation που χρησιμοποιεί. Στην κυρίαρχη ψηφιακή εικόνα της ιστορίας του κοριτσιού, τα αποσπάσματα του Μικρού Πρίγκιπα «απαντούν» με το πιο παραδοσιακό stop-motion animation, προσφέροντάς μας εικαστικά υπέροχες στιγμές, επίσης πιστές στα πρωτότυπα σκίτσα του Γάλλου συγγραφέα.

Κι αν ο σχετικά περιορισμένος χρόνος που δίνεται στο παραμύθι καθαυτό κάνει πιθανώς το φιλμ παρεξηγήσιμο, έρχεται μια αιφνιδιαστικά τολμηρή τρίτη πράξη να δικαιολογήσει κάθε δημιουργική επιλογή και να φανερώσει την αληθινή ουσία του εγχειρήματος. Παρότι εκτελεσμένο με την αναμενόμενη χολιγουντιανή ασφάλεια, το φινάλε τολμάει να προσγειωθεί ευθαρσώς στον μικρό πλανήτη του απρόβλεπτου και να αναδιατυπώσει με μοντέρνα ευστοχία όλα τα μηνύματα που ως τότε αντλούνταν κατά βάση από τη διαχρονική πρώτη ύλη.

Γνώστες και μη της πρωτότυπης ιστορίας, μικρά κα μεγάλα «παιδιά», αφήστε στην άκρη τυχόν περιοριστικές προσδοκίες και απολαύστε βαθιά αυτόν τον συγκινητικότατο φόρο τιμής στο αγέραστο παραμύθι του Antoine de Saint-Exupery και στην ουσία του να είσαι παιδί -ανεξαρτήτως ηλικίας.

Βαθμολογία: 3.5/5

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Love (2015)

Ο προβοκάτορας δημιουργός του περίφημου «Irreversible» επιστρέφει με την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του και ίσως τη μέχρι στιγμής πιο προκλητική του. Αφιερώνοντας σημαντικό μέρος της διάρκειάς του σε μεγάλες σε διάρκεια, απολύτως ωμές σκηνές αληθινού σεξ, το «Love» διηγείται μέσω χρονικά μπερδεμένων φλας-μπακ την ερωτική σχέση δύο νεαρών χαρακτήρων, με κάθε -σεξουαλική- λεπτομέρεια. Κι ενώ για μια ακόμα φορά (βλέπε «Ζωή της Αντέλ», «Nymphomaniac») θεατές σοκάρονται και κάνουν λόγο για πορνογραφία κι όλα τα σχετικά, το σεξ φαντάζει απολύτως ταιριαστό και πηγαίο σε μια ταινία με τον τίτλο «Love». Μια ταινία αφιερωμένη ολότελα στον έρωτα, πολλώ δε μάλλον έναν έρωτα με τη σωματική επαφή στον πυρήνα του. Όπως η ίδια η ταινία κάνει σαφές (με υπερβολικά προφανή αυτοαναφορικό τρόπο), επιδίωξή της είναι μια αισθαντική κινηματογραφική αποτύπωση του έρωτα και του σεξ ως την απόλυτη έκφρασή του. Επιτυγχάνοντας πράγματι τον ειλικρινή αυτόν στόχο του, το αισθητά προσωπικό, ημι-αυτοβιογραφικό πρότζεκτ του Gaspar Noe γκρεμίζει μια και καλή το κινηματογραφικό ταμπού της ακραίας ερωτικής απεικόνισης, αποδεικνύοντας πως, ναι, υπάρχει θέση για αυτήν στο κινηματογραφικό πανί -και, γιατί όχι, σε τρεις διαστάσεις.

Όπως και οι προηγούμενες ταινίες του Noe, έτσι κι η παρούσα είναι καθαρά ταινία σκηνοθεσίας. Και ο Noe είναι ένας ευφυής σκηνοθέτης. Η γνωστή του, αριστοτεχνικά ντελιριακή αισθητική, με τα «τριπάτα» χρωμάτα και τον ονειρικό ρυθμό είναι εδώ, χρησιμοποιώντας αυτήν τη φορά -υπέροχα- σταθερά πλάνα προς όφελος του υποδειγματικού (και ιδιαιτέρως χιουμοριστικού) 3D και γοητεύοντας εύκολα το πιστό κοινό του. Αυτήν τη φορά βέβαια, η σκηνοθετική μαεστρία του δεν είναι αρκετή για να καμουφλάρει την ήδη δεδομένη αδιαφορία του προς το σενάριο -αυτό του «Love» αποτελούταν κυριολεκτικά από εφτά σελίδες και οι διάλογοι προέκυψαν από αυτοσχεδιασμό- και ο σαθρός σεναριακός κορμός είναι παραπάνω από ευδιάκριτος. Ενώ λοιπόν η ταινία επικοινωνεί τη ρεαλιστική, όσο και λυρική αίσθηση μιας ερωτικής σχέσης και παρουσιάζει έναν εντελώς προσγειωμένο στην πραγματικότητα πρωταγωνιστή, στέκει άδεια και σχηματική, μην καταφέρνοντας να προσδώσει στοιχειωδώς βαθύτερο ενδιαφέρον σε χαρακτήρες και στόρι. Παρά τη φυσικότατη ερμηνεία του Karl Glusman, οι διάλογοι είναι ακραία απλοϊκοί (αν όχι παιδιάστικοι) και κατ’ ουσίαν διακοσμητικοί, ενώ τα αυτοαναφορικά αστειάκια παραμένουν απλώς «αστειάκια», δίχως καμία περεταίρω σημασία. Κι όλα αυτά θα καλύπτονταν αρκούντως από την υπνωτιστική αισθητική του σινεμά του Noe, αν η ταινία διαρκούσε μισή ώρα λιγότερο. Αν μη τι άλλο όμως, ο Αργεντίνος δημιουργός χαρακτηρίζεται κι από μια μεγαλομανία, η οποία ξεχειλώνει την ταινία του στα 130 λεπτά (δίχως καν να υπάρχει κορύφωση, φινάλε, ή και κάποια σαφής συνολική δομή), καθιστώντας εμφανές ότι δεν πρόκειται παρά για μια πανέμορφη, γοητευτικότατη φούσκα.

Ανέκαθεν όμως οι ταινίες του Gaspar Noe προσδιορίζονταν από τη σκοτεινά… πολύχρωμη αισθητική τους και η εκάστοτε σκηνοθετική οπτική δεν αποτελεί απλώς το περιτύλιγμα κάποιας ιστορίας, αλλά την ίδια την κινηματογραφική ουσία. Σίγουρα, το «Love» είναι λιγότερο «καλλιτεχνικό» απ’ όσο νομίζει, αλλά ο (ειλικρινής) στόχος του δεν είναι παρά να εκφράσει μια συγκεκριμένη, πέρα για πέρα αληθινή συναισθηματική κατάσταση, κάτι το οποίο επιτυγχάνει μεθυστικά. Και μπορεί να μην είναι ούτε «Ζωή της Αντέλ» ούτε «Nymphomaniac», αλλά τουλάχιστον ας αναγνωρίσουμε στον Noe το αξιοθαύμαστο πάθος του κινηματογραφικού σύμπαντός του, αλλά και το γεγονός ότι πλέον έχει αποδείξει πιο σαφώς από ποτέ πως η αισθησιακά ερωτική εικονογραφία μπορεί να είναι απολύτως κινηματογραφική. Κι αν επιμένετε να το χαρακτηρίζετε πορνογραφία, τότε ναι, ας μην κολλάμε στις λέξεις, η πορνογραφία μπορεί να είναι κινηματογραφική.

Βαθμολογία: 2.5/5

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

The lobster / Ο αστακός (2015)

Βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να επιβεβαιώσουμε πως το μεγάλο στοίχημα του αγγλόφωνου ντεμπούτου του Γιώργου Λάνθιμου έχει αποδειχθεί αδιαπραγμάτευτα κερδισμένο. Η αλλαγή τόπου και γλώσσας και το διεθνές, σχεδόν all-star καστ της ταινίας δεν αμβλύνουν ούτε στο ελάχιστο το όραμα του δημιουργικού διδύμου του «Κυνόδοντα» και ο «Αστακός» αποτελεί μια εκατό τοις εκατό «λανθιμική» ταινία. Σταρ όπως οι Colin Farrell, Rachel Weisz και Lea Seydoux εντάσσονται απολύτως αρμονικά στον κινηματογραφικό κόσμο των Λάνθιμου και Φιλίππου, κινούμενοι στην ίδια, «ρομποτική» ερμηνευτική λογική των προηγούμενων ταινιών τους. Το «παράξενο» κινηματογραφικό σύμπαν διαστέλλεται στα μεγέθη μιας χρονικά απροσδιόριστης δυστοπίας και το αλλόκοτο ύφος φαντάζει πιο συνειδητό και (ίσως) ώριμο από ποτέ. Τουτέστιν, δεν έχουμε άλλη μια σχεδόν εμμονική επανάληψη φόρμας, για την οποία θα μπορούσαν να κατηγορηθούν οι «Άλπεις», αλλά μια υγιή ανανέωση αυτής σε πιο ξεκάθαρα κωμική μορφή, αποβάλλοντας την «κουλτουριάρικη» σοβαροφάνεια. Έτσι, με την ψυχρότητα που γέννησε το αποκαλούμενο «weird wave» του ελληνικού σινεμά να είναι παρούσα, αλλά όχι στον βαθμό της κλινικής ατμόσφαιρας και αιωρούμενης διαστροφής των «Κυνόδοντα» και «Άλπεων», ο «Αστακός» αποδεικνύεται άκρως διασκεδαστικός, αν όχι ξεκαρδιστικός. Κάποιος βέβαια που επισκέπτεται για πρώτη φορά αυτό το κινηματογραφικό σύμπαν δεν αποκλείεται να το βρει δυσκολοχώνευτο, πρόκειται όμως σαφώς για την πιο προσιτή -αλλά όχι συμβατική- ταινία του ελληνικού διδύμου, κάτι στο οποίο αναντίρρητα συμβάλλει ο διεθνής χαρακτήρας της παραγωγής.

Παίρνοντας λοιπόν σε μεγάλο βαθμό στην πλάκα την γοητευτική «παραξενιά» του, ο «Αστακός» αποτελεί μια ευφάνταστη κοινωνική σάτιρα με επίκεντρο τις ανθρώπινες και δη ερωτικές σχέσεις. Ασύστολος σαρκασμός των κυρίαρχων αντιλήψεων γύρω από τα ζευγάρια και της επιβολής τους στο άτομο από την κοινωνία, αλλά και, δευτερευόντως, ένας ουσιώδης προβληματισμός πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα και τη θέση του «εγώ» μέσα σε αυτές. Βεβαίως, δεν διακρίνεται εδώ η συμβολική στιβαρότητα του «Κυνόδοντα», που αντέχει σε ενδελεχή αποκρυπτογράφηση, και προσωπικά δεν έχω πειστεί απόλυτα για το βάθος του «Αστακού» ως αλληγορία. Ίσως βέβαια αυτό να είναι κάτι υποκειμενικό. Από την άλλη, ίσως και να μην έχει καν ιδιαίτερη σημασία. Πέραν της εύληπτης σάτιρας και μιας γενικής ιδέας που υπηρετείται μέχρι τέλους, ο «Αστακός» δεν δείχνει απαραίτητα να έχει ανάγκη από μια τόσο σπουδαία νοηματική εμβάθυνση. Γιατί αυτήν τη φορά (σε αντίθεση με τις προηγούμενες) έχουμε μια ταινία πλοκής, όπου η ιστορία της και ο τρόπος που την αφηγούνται οι δημιουργοί της αρκούν για να την απολαύσεις. Ιδίως όταν οι τελευταίοι επιδεικνύουν αξιοπρόσεκτες ικανότητες ελλειπτικής αφήγησης, υποδειγματικής στον αντισυμβατικό τρόπο που ξεδιπλώνει σταδιακά ένα ευρηματικό κόνσεπτ επιστημονικής φαντασίας.

Εκεί που υπάρχει ένσταση, τόσο σε αφηγηματικό όσο και σε νοηματικό επίπεδο, είναι στην ιδέα στην οποία βασίζεται κι ο ίδιος ο τίτλος, δηλαδή στη μετατροπή των ανθρώπων σε ζώα, που μένει εντέλει παντελώς μετέωρη. Μετά τα μισά του φιλμ, κανείς δεν ασχολείται πια με το στοιχείο της μεταμόρφωσης, παρά μόνο υπαινικτικά, κι έτσι δεν φανερώνεται κάποιος ουσιαστικός λόγος για την ύπαρξη ενός τόσο παράδοξου κόνσεπτ, τη στιγμή που δεν είναι πραγματικά καθοριστικό για το φιλμ. Η τελική εστίαση αυτού, άλλωστε, δεν είναι παρά ένα απαγορευμένο love-story μεταξύ των Colin Farrell και Rachel Weisz, υπέροχα ανθρώπινων μέσα στη λανθιμική ψυχρότητά τους. Αν και το φιλμ ποτέ δεν χάνει το ενδιαφέρον του, σίγουρα η εξέλιξη αυτή το απομακρύνει από το δυναμικό και γεμάτο ευρήματα πρώτο μισό του, όσο και από την ίδια την κωμωδία. Βεβαίως, αυτή η ανάδυση ζεστασιάς σε ένα τόσο αποστειρωμένο συναισθηματικά περιβάλλον μπορεί να ενταχθεί στις απολαυστικές ιδιαιτερότητες της ταινίας, μα εύλογα αναρωτιέται κανείς για το κατά πόσον μια διαφορετική σκηνοθετική προσέγγιση θα το έκανε πιο δυνατό.

Όπως και να `χει, η νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια απολαυστικά αλλόκοτη μαύρη κωμωδία, μια σουρεαλιστική κοινωνική σάτιρα με πρωτότυπες ιδέες, αριστουργηματική φωτογραφία από τον γνώριμο πια Θύμιο Μπακατάκη και μια ευχάριστη δημιουργική αυτογνωσία. Πάνω απ` όλα όμως, είναι μια καθαρά «λανθιμική» ταινία, που απλά τυχαίνει να έχει για πρωταγωνιστές χολιγουντιανούς σταρ. Κι αυτό δεν μπορεί παρά να είναι μια μεγάλη, περήφανη νίκη.

Βαθμολογία: 3.5/5