Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Fat kid rules the world / Χοντρομπαλάς κατακτά τον κόσμο (2012)


Ποιος θα περίμενε μία τόσο ώριμη σκηνοθετική απόπειρα από τον Matthew Lillard, έναν άνθρωπο που προσωπικά έχω καταχωρήσει στη μνήμη μου πρώτον ως τον Shaggy από τα «Scooby Doo» και δεύτερον ως τον πιο χαζοχαρούμενο δολοφόνο που έχω δει επί της οθόνης (βλέπε «Scream»); Κι όμως, ο Lillard κάνει την έκπληξη. Όχι ότι το «Fat kid rules the world» αποτελεί καμιά άρτια κινηματογραφικά ταινία, αν όμως άρχιζα να απαριθμώ όσα ελαττώματά του έχω στο μυαλό μου (με κυριότερο τα κλισέ που προς το τέλος γίνονται όλο και πιο αντιληπτά), νομίζω πως θα έδινα μία εντελώς παραπλανητική εικόνα για την αξιόλογη και ευαίσθητη αυτή κομεντί.

Το πραγματικά εντυπωσιακό με το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Lillard είναι πως ο αμερικανός κωμικός, παρότι πλησιάζει τα σαράντα-τρία του χρόνια, προσφέρει ένα απολύτως εύστοχο νεανικό άγγιγμα σε ένα σενάριο που βρίσκεται εκπληκτικά κοντά στην εφηβική ψυχοσύνθεση. Το φιλμ, κατά κάποιον τρόπο, θα μπορούσε να αποτελεί το όνειρο κάθε εφήβου που επιθυμεί να ανεβάσει το κοινωνικό στάτους του, να τον προσέξει το κορίτσι που του αρέσει και να απελευθερωθεί από τα δεσμά της ανήλικης ζωής και της εξάρτησης από τους γονείς του. Δεν είναι τυχαίο που στόχος των πρωταγωνιστών είναι να καταφέρουν, με την ερασιτεχνική και επιπόλαια δημιουργημένη μπάντα τους, να πάρουν μέρος σε μια συναυλία και να παίξουν επιτέλους μπροστά σε κοινό –ποιος έφηβος δεν έχει ένα τέτοιο όνειρο; Με κερασάκι στην τούρτα τις έξυπνες και απολαυστικές απεικονίσεις των σκέψεων και των φαντασιώσεων του πρωταγωνιστή του, αυτός ο… «Χοντρομπαλάς» είναι εξαιρετικά ειλικρινής και, πίσω από τα κλισέ και τα ψεγάδια του, κρύβει πραγματικά πολλές νεανικές αλήθειες. Αναμφίβολα θα «μιλήσει» στη μειοψηφία εκείνη των έφηβων σινεφίλ, όπως και σε όλους εσάς που διατηρείτε έντονες μνήμες από εκείνες τις ηλικίες...

Βαθμολογία: 3/5

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Closer / Εξ επαφής (2004)


Στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο ήταν που ο Mike Nichols ασχολήθηκε για πρώτη φορά με την μεταφορά θεάτρου στην οθόνη, με το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» και το 1968 ήταν η χρονιά που καταξιώθηκε σαν σκηνοθέτης με τον επιτυχημένο, πλην εν μέρει ξεπερασμένο σήμερα «Πρωτάρη». Είναι φανερή η μαεστρία του Nichols στο πώς καταφέρνει να δημιουργεί μακρόσυρτες διαλογικές σκηνές και να τις καθιστά πραγματικά καθηλωτικές, υποθάλποντας αριστουργηματική συναισθηματική ένταση. Ακριβώς αυτό είναι το ατού του «Closer», μίας ακόμη θεατρικής μεταφοράς, η οποία ξεδιπλώνει την ιστορία της και, εν ολίγοις, σε κερδίζει, εν μέσω των διαλόγων της. Σαν δομή, υιοθετεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μοτίβο κατά το οποίο η κάθε (μακροσκελής) σκηνή έχει σχεδόν πάντα χρονική διαφορά ετών με την προηγούμενή της κι έτσι διατηρεί την ένταση αμείωτη, αφηγούμενη τις σχέσεις –και εστιάζοντας βασικά στη διάλυσή τους- ενός ερωτικού τετραγώνου.
Με τέσσερις εξαιρετικούς πρωταγωνιστές να μην φοβούνται να τσαλακώσουν την εικόνα τους (αντιπαθέστατος φαντάζει ο ερμηνευτικά δυνατότερος της τετράδας Clive Owen), ο Nichols υφαίνει έναν αριστοτεχνικό προβληματισμό πάνω στα προσωπεία των ανθρώπινων σχέσεων. Πάνω στο κατά πόσον επιζητούμε την ειλικρίνεια, αλλά πόσο έχουμε ανάγκη, τελικά, το ψέμα και πόσο εύκολα παραδινόμαστε σε αυτό. Με μοναδικό –πλην μεγάλο- μειονέκτημα την κατ’ εμέ επιτηδευμένη κατάληξη της σχέσης των Natalie Portman και Jude Law, αλλά και με ένα κλείσιμο που εύκολα χαράζεται στη μνήμη του θεατή, το «Closer» συστήνεται ανεπιφύλακτα για τον σκληρό ρεαλισμό του, τους στιβαρούς προβληματισμούς του και τον τρόπο που αδιάκριτα κοιτά τον θεατή στα μάτια… 

Βαθμολογία: 3.5/5

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Brave (2012)


Η μεγαλύτερη, κατ’ εμέ, αδυναμία των ταινιών κινουμένων σχεδίων αντικατοπτρίζεται στο γεγονός πως όλες είναι, λίγο ή πολύ, συνταγογραφημένες. Για χάρη του παιδικού κοινού, επιβάλλονται, ως απαραίτητες, η κλισέ δράση και η (πολλές φορές ενοχλητικά ηθικοπλαστική) συγκίνηση, συχνά μάλιστα εις βάρος του χιούμορ. Όσο πιο φανερή βέβαια είναι η πρόθεση των στούντιο να σεβαστούν τους ενήλικους θεατές, τόσο λιγότερο φανερά μοιάζουν τα κλισέ των ταινιών τους -πόσο μάλλον όταν μιλάμε για εταιρίες σαν τις Disney και Pixar, που μας έχουν χαρίσει εξαιρετικά πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες στιγμές στο είδος.

Μαθαίνοντας πως το επόμενο πρότζεκτ των δύο εταιριών θα αποτελούσε μία επιστροφή σε κάτι πολύ πιο γνωστό και παραδοσιακό απ’ ό,τι μας έχουν συνηθίσει τα τελευταία χρόνια (το στόρι αφορά τον υποχρεωτικό γάμο της νεαρής πριγκίπισσας μίας εν είδη Βίκινγκς φυλής), ομολογώ πως απογοητεύτηκα, αναμένοντας το αποτέλεσμα να βρίθει από κλισέ. Πράγματι, δεν θα χαρακτήριζε κανείς το «Brave» ως το πιο πρωτότυπο πόνημα της συνεργασίας Disney-Pixar. Το target group του είναι σαφώς πιο παιδικό από άλλες φορές και στο στόρι δε θα εντοπίσετε παρά ελάχιστες, ίσως, εκπλήξεις, ενώ η εξέλιξη με τα τρία μικρά αρκουδάκια, παρότι αρχικά ενδιαφέρουσα, αποδεικνύεται τελικά άστοχη και αχρείαστη.

Εντούτοις, μπορεί να μην είναι κάποια ευρηματική ιστορία ή οι συμβολισμοί άλλων καρτούν που σε κερδίζουν εδώ, δεν μπορείς όμως σε καμία περίπτωση να αντισταθείς στο εμφανές μεράκι του σκηνοθέτη Mark Andrews και των υπόλοιπων συντελεστών, που καταφέρνουν να εμφυσήσουν ψυχή στην ταινία. Κατά συνέπεια, φαντάζει αδύνατο να μην γελάσεις με τις ξεκαρδιστικές εκφράσεις και τις χαζομάρες των χαρακτήρων, να μην αισθανθείς δεμένος με την πριγκίπισσα Merida και εντέλει συγκινημένος από τον πλούσιο συναισθηματικό της κόσμο, να μην το κατευχαριστιέσαι κάθε φορά που την ακούς να μιλά με την ιδιαίτερη προφορά της (στην αγγλόφωνη βερζιόν), να μην αγωνιάς για την εξέλιξη της ιστορίας και, εν ολίγοις, να μην απολαύσεις κάθε λεπτό της εξαιρετικά καλοφτιαγμένης αυτής, γεμάτης πανέμορφα μηνύματα περιπέτειας…

Βαθμολογία: 3/5

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Like crazy / Ιστορία αγάπης (2011)


Φεύγοντας με διακρίσεις από το Φεστιβάλ του Sundance αλλά περνώντας, εν συνεχεία, μάλλον απαρατήρητο, το ρομαντικό «Like crazy» φτάνει τελικά στην Ελλάδα με χρονοκαθυστέρηση και κατευθείαν σε DVD. Κρίμα να μην δοθεί στην αξιόλογη αυτή ταινία η ευκαιρία να εκτιμηθεί, έστω κι αν αυτό θα γινόταν από ένα μάλλον περιορισμένο κοινό. Ομολογουμένως, το «Like crazy» αποτελεί μια ταινία εύκολα απορριπτέα. Ταυτόχρονα όμως, είναι και στ’ αλήθεια ερωτεύσιμη…

Κατανοητή είναι η επικριτική στάση απέναντι στο φιλμ, την οποία προσωπικά θα απέδιδα στο γεγονός πως αυτό επιχειρεί μέσα στα ενενήντα λεπτά που διαρκεί να καλύψει μία χρονική έκταση αρκετών ετών. Ως αποτέλεσμα, διακρίνεται η ανάγκη να «τρέξει» μπροστά, μην έχοντας προλάβει να εμβαθύνει ιδιαίτερα και να επιτύχει την επαρκή συναισθηματική ταύτιση του θεατή. Λογικό επίσης χλιαρές αντιδράσεις να προκαλέσει ο τρόπος με τον οποίο ο Drake Doremus κλείνει την ταινία του, ο οποίος μοιάζει απότομος, ασαφής και σίγουρα όχι ικανοποιητικός.

Προσωπικά, παρόλα αυτά, ομολογουμένως ανήκω στην δεύτερη κατηγορία, αυτή δηλαδή των θεατών που αισθάνθηκαν το φιλμ να τους αγγίζει βαθιά. Και σε αυτό οφείλεται τόσο ο εξαιρετικά δυνατός του ρεαλισμός και οι τρυφερές, γεμάτες μεταξύ τους χημεία ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές (στην σύντομη εμφάνισή της, η Jennifer Lawrence πραγματικά γεμίζει την οθόνη, διατηρώντας ακέραιο εκείνον τον δυναμισμό που την ανέδειξε στο «Winters bone»), όσο και κάτι άλλο, κατ’ εμέ σημαντικότερο από τα παραπάνω. Ο λόγος για την αίσθηση πως ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Drake Doremus είναι στ’ αλήθεια ερωτευμένος με την δημιουργία του, πως διηγείται αυτήν την ιστορία με αμέριστη αγάπη, σαν να πρόκειται για την δική του ζωή ή σαν η ταινία να αποτελούσε ανέκαθεν όνειρο ζωής για αυτόν. Πράγματι, αυτή, από την αρχή μέχρι το τέλος της, μοιάζει αφοπλιστικά ειλικρινής. Αρκετά, θα έλεγα, ώστε να σε καθιστά πρόθυμο να την αγαπήσεις αληθινά, ακόμα κι αν μοιάζει να μην σου δίνει την απόλυτη δυνατότητα να το κάνεις…

Βαθμολογία: 3.5/5

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

The Lorax / Λόραξ (2012)


Το «Despicable me» αποτελεί για εμένα, αν όχι το καλύτερο, σίγουρα ένα από τα καλύτερα δείγματα ταινίας ψηφιακού animation των τελευταίων χρόνων. Δύο χρόνια μετά, οι δημιουργοί του διασκευάζουν ένα μυθιστόρημα του Δρα Seuss και, παρότι έχοντας σηκώσει τον πήχη πολύ ψηλά, κάθε άλλο παρά απογοητεύουν.

Αν το «The Lorax» χάνει από κάπου, είναι στο αισθητικό του κομμάτι –φαντάζει σχεδιασμένο με υπερβολική απλοϊκότητα και παιδικότητα. Τα υπέροχα μηνύματά του από την άλλη, το καθιστούν, για το παιδικό κοινό, αυτομάτως must, αλλά και ένα άκρως απολαυστικό παραμύθι για τους ενήλικους συνοδούς –με εξαίρεση (κάποια από) τα υπερβολικά παιδικά μουσικοχορευτικά του. Συνολικά αποτελεί μία ταινία ηχηρά οικολογική, αλλά και βαθιά ανθρώπινη, γεμάτη με κοινωνικά σχόλια.

Το στόρι μιλά για μία -εφιαλτική- πόλη εγκλωβισμένη σε τείχη, όπου τα πάντα, ακόμα και τα δέντρα, είναι ηλεκτρονικά και οι κάτοικοι έχουν υποστεί αρκετή πλύση εγκεφάλου ώστε να νομίζουν πως το μέρος στο οποίο ζουν είναι ιδανικό, τη στιγμή που ακόμα και το πιο αυτονόητο πράγμα, ο αέρας, αποτελεί εμπορεύσιμο προϊόν!

Σε μία αληθινά ευρηματική σεκάνς, παρακολουθούμε πώς στο παρελθόν καταστράφηκε το περιβάλλον, βλέποντας έναν από τους βασικούς ήρωες να ηγείται της υλοτομίας κάθε υπάρχοντος δέντρου, υπό τους ήχους των απενοχοποιημένων στίχων «Κακό δεν ξέρω τι θα πει»! Πανέξυπνο εύρημα ώστε να αποφευχθεί τυχόν επιβάρυνση της ατμόσφαιρας, αλλά και να μιλήσει ξεκάθαρα και με εύστοχα ειρωνικό τρόπο για την ανελέητη ανθρώπινη απληστία που θολώνει μυαλό και συνείδηση…

Βαθμολογία: 4/5

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

ParaNorman / ParaNorman: Μια μεταφυσική ιστορία (2012)


Φαντάζει κάτι σαν άγραφος κανόνας, για κάθε σχεδόν κινούμενα σχέδια δημιουργημένα με την τεχνική του stop-motion, πως πρέπει να ακολουθεί το σκοτεινό, «Μπαρτονικό» στοιχείο του φανταστικού τρόμου. Καθώς, παράλληλα, οι ταινίες του είδους πλέον τείνουν να αναφέρονται τόσο στο παιδικό, όσο και στο ενήλικο κοινό, είναι λογικό να υπάρχουν ορισμένες στιγμές όπου παρατηρείται μία σύγχυση γύρω από τα target group τους. Το «ParaNorman», λοιπόν, φαντάζει ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα…

Επιχειρώντας κάτι αντίστοιχο με την σαγηνευτικά ατμοσφαιρική προ τριετίας «Coraline» του Henri Selick, αλλά εύστοχα με σαφέστερη έμφαση στην κωμωδία, το σκηνοθετικό δίδυμο των Chris Butler και Sam Fell τελικώς εν μέρει αποτυγχάνει, γιατί δεν χειρίζεται με συνέπεια τις αναλογίες. Εξηγούμαι: Το φιλμ στο ξεκίνημά του εκπλήσσει ευχάριστα με το καθαρά ενήλικο χιούμορ του και τις άκρως απολαυστικές του αναφορές σε διάσημες ταινίες τρόμου, δίνοντας, με λίγα λόγια, την αίσθηση μιας διαφορετικής, τολμηρής και διασκεδαστικότατα ενήλικης «παιδικής» ταινίας. Η αίσθηση, αντιθέτως, που αυτή αφήνει μετά το τέλος της δεν ταυτίζεται με την αρχική.

Τελικά το «ParaNorman» πέφτει στην γνωστή παγίδα της οπτικά εντυπωσιακής, αλλά κλισέ, εφετζίδικης και φοβερά ηθικοπλαστικής ή, για χάριν συντομίας, απλώς «too much» κατάληξης. Το αποτέλεσμα θα το ευχαριστηθεί σίγουρα ένα αγόρι στην προεφηβεία, αλλά, από τη μια, τα πολύ μικρά παιδιά δεν θα έχουν κερδίσει παρά μερικούς προσωρινούς εφιάλτες και, από την άλλη, οι ενήλικοι θεατές θα αισθανθούν μάλλον προδομένοι από την υπερβολικά παιδική τροπή μιας ιστορίας που αρχικά έμοιαζε να αναφέρεται πιο πολύ σε αυτούς παρά στις μικρές ηλικίες.

Βαθμολογία: 2.5/5

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

The Watch / Γείτονες σε περιπολία (2012)


Από μία αμερικάνικη κωμωδία όπου πρωταγωνιστούν οι Ben Stiller, Vince Vaughn και Jonah Hill, ξέρει κανείς τι να περιμένει, σε γενικές γραμμές τουλάχιστον. Ολοκληρώνοντας την πρωταγωνιστική της τετράδα με τον Richard Ayoade, ταλαντούχο κωμικό που έγινε γνωστός μέσω της επιτυχημένης βρετανικής σειράς «The IT crowd» (και το 2010 έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το αξιοπρόσεκτο «Submarine»), η ταινία αφήνει υποσχέσεις για μεγάλο κέφι στο ερμηνευτικό της κομμάτι… και κάθε προσδοκία περιορίζεται σε αυτό.

Εν ολίγοις, το κωμικό ταλέντο των τεσσάρων πρωταγωνιστών είναι πράγματι το (σχεδόν μοναδικό) δυνατό σημείο του «The Watch» και οι τέσσερεις ηθοποιοί είναι απολαυστικοί στους τετριμμένους, αλλά και περιέργως με μία δόση αλήθειας, ρόλους τους: Ο Stiller είναι ο αφελώς καλοπροαίρετος και υπερφιλόδοξος loser που απεγνωσμένα ζητά κοινωνική αποδοχή και οι υπόλοιποι τρεις οι ανώριμοι (εξίσου) losers που, χωρίς κατ’ ουσία να παίρνουν τον Stiller στα σοβαρά (και καταντώντας πολύ εκνευριστικοί ώρες-ώρες…), θα πάρουν μέρος στην προσπάθειά του να συνεισφέρει στην κοινωνία ώστε να τονώσουν την αυτοπεποίθησή τους και να αντιμετωπίσουν τα δικά τους προσωπικά θέματα (κατά κανόνα προερχόμενα από την ανωριμότητά τους). Όχι ότι δεν είναι σχετικά πολυφορεμένο κωμικό μοτίβο, πατάει όμως εύστοχα στην πραγματικότητα.

Κατά τ’ άλλα, το «The Watch» φαντάζει κάτι σαν ένα άτολμο, απολύτως συμβατικό και ευθέως αμερικανικό «Shaun of the dead» (σε εκδοχή εξωγήινης εισβολής). Και ο λόγος για τον οποίο δεν κρίνεται καταδικασμένο ως καθαρή «σαβούρα» είναι ότι φλερτάρει με την παρωδία και διαθέτει μία παλαβομάρα στο sci-fi / horror στοιχείο του, ενώ σε στιγμές αποδεικνύεται απρόσμενα (και απολαυστικά) βίαιο! Αυτές είναι, μάλιστα, που κάνουν την θέασή του διασκεδαστική (ή, ίσως, υποφερτή…) και αποτελούν το αντιστάθμισμα στις αμέτρητες σεξιστικές του χοντράδες.

Βαθμολογία: 2/5