Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

It follows / Σε ακολουθεί (2014)

Σαν ένα όχι πολύ μακρινό ξαδερφάκι του πρόσφατου «Babadook», το «It Follows» αποδεικνύεται μια ακόμη αξιοπρόσεκτη και σαφέστατα ανώτερη του σωρού ανεξάρτητη ταινία τρόμου, που, χωρίς να είναι αψεγάδιαστη, αποπειράται να αντιμετωπίσει το είδος πολύ πιο ουσιωδώς απ` ό,τι είθισται. Αν και πιο δυσδιάκριτο απ` ό,τι στο «Babadook», υπάρχει κι εδώ ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, όπως υπαινίσσεται ξεκάθαρα το σχετικά εσωστρεφές φινάλε, αλλά και εν γένει η αξιοσημείωτη σκηνοθεσία του David Robert Mitchell.  Ο Αμερικανός σκηνοθέτης τοποθετεί τους ήρωές του σε ένα αναχρονιστικό σύμπαν «μπερδεμένο» κάπου ανάμεσα στη δεκαετία του `80 και στο σήμερα, υιοθετώντας και μια αντίστοιχα υβριδική αισθητική. Η κάμερα στέκεται ακίνητη ή περιστρέφεται σταθερά μέχρι και 360 μοίρες, χρησιμοποιούνται διαρκώς σταδιακές μεταβάσεις μεταξύ πλάνων και μια παλιομοδίτικα απόκοσμη μουσική υπόκρουση, με το τέμπο να είναι αργό και τον τρόμο να μην ακολουθεί μια πορεία κλιμακούμενης κορύφωσης. Σε συνδυασμό με το ότι σημαντικά μεγάλος αριθμός σκηνών λαμβάνει χώρα υπό το φως της ημέρας, το φιλμ απομακρύνεται αισθητά από τη σκοτεινή, αγωνιώδη ατμόσφαιρα της καθιερωμένης ταινίας τρόμου, δημιουργώντας ένα πιο νωχελικό και ελαφρώς «εσωτερικό» ύφος.

Βεβαίως, τα παραπάνω δεν συνεπάγονται απαραίτητα έλλειψη έντασης. Παρά την αδιαφορία του για τη μεθοδική κλιμάκωση του σασπένς, το φιλμ διαθέτει ορισμένες από τις πιο τρομακτικές σκηνές στην πρόσφατη κινηματογραφική μνήμη μας, αληθινά υποδειγματικές στο χτίσιμό τους. Εξάλλου, η βασική ιδέα της ταινίας είναι από μόνη της ευρηματικότατη, δίνοντας την ευκαιρία για ένα πανέξυπνο κινηματογραφικό παιχνίδι με την αίσθηση της απειλής.

Συνήθεις αδυναμίες του είδους, από την άλλη, δεν αποφεύγονται. Είναι φορές που οι χαρακτήρες συμπεριφέρονται ανόητα και μη ρεαλιστικά, αφαιρώντας πειστικότητα από ένα κατά τ` άλλα αρκετά προσγειωμένο στο ρεαλισμό ύφος. Η υλική υπόσταση του μεταφυσικού δαίμονα φαντάζει κάπως αφελής και ανέμπνευστη, ενώ το τέλος ενδεχομένως αφήνει μια αίσθηση ασάφειας ή μη ολοκλήρωσης και θα όφειλε σαφώς να προσφέρει μια δυνατότερη κορύφωση στην ιστορία. Εδώ όμως επανέρχεται το θέμα της εσωτερικότητας και της ουσιώδους βαθύτερης προβληματικής του φιλμ, που το κάνουν να «σηκώνει» (αν όχι να απαιτεί) δεύτερη θέαση. Γιατί αν δεν υπάρχει τελική κορύφωση για τον τρόμο, υπάρχει σίγουρα για την υπαινικτικότητα. Ο David Robert Mitchell προσφέρει πολλά ερεθίσματα μιας υποθάλπουσας αλληγορίας, με πρώτο και κύριο την απεικόνιση του δαίμονα ως ένα… σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. Η διαρκής απουσία των γονιών των νεαρών πρωταγωνιστών και η εμφάνισή τους μόνο ως μορφές του δαίμονα, η μεταμόρφωση του τελευταίου σε μια τεραστίων διαστάσεων… περίοδο (;) και άλλες μικρότερες λεπτομέρειες δίνουν μια ενδιαφέρουσα συμβολική διάσταση στο φιλμ, αγγίζοντας εμμέσως μα αποτελεσματικά τα ευαίσθητα θέματα του σεξ, του έρωτα και της ενηλικίωσης.

Αξιοπρόσεκτο σκηνοθετικά και ευρηματικό σε σύλληψη, το χαμηλών τόνων «It Follows» προσφέρει ορισμένες αξιομνημόνευτες σκηνές τρόμου, ακόμα κι αν στο σύνολό του αποστασιοποιείται από την καθιερωμένη δόμηση κλιμακούμενου σασπένς, και υπαινίσσεται μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, ευαίσθητη αλληγορία πίσω από την υπερφυσική απειλή.

Βαθμολογία: 3/5

Σάββατο 25 Ιουλίου 2015

Infinitely polar bear / Οικογενειακές ανισορροπίες (2014)

Χρόνια τον γνωρίζουμε, αλλά λίγες είναι οι φορές που ο Mark Ruffalo μας έδωσε την αφορμή να τον επαινέσουμε τόσο πολύ. Τα τελευταία χρόνια, ο αμερικανός ηθοποιός βρίσκεται ίσως στην κορυφαία φάση της καριέρας του, ταυτόχρονα ποιοτικά κι εμπορικά, και, μη σταματώντας να στηρίζει ανεξάρτητες παραγωγές (όπως η παρούσα, αλλά και το πρόσφατο «Begin again»), εξακολουθεί να μας εκπλήσσει με κάθε νέα του πρωταγωνιστική ερμηνεία. Εδώ, τον συναντάμε στο ρόλο μανιοκαταθλιπτικού-διπολικού πατέρα («polar bear» προφέρει λάθος η μικρή κόρη του το «bipolar») με την ευθύνη της φροντίδας των δύο κορών του και την ανάγκη να ξανακερδίσει τη γυναίκα του.

Το φυσιολογικά βαρύ θέμα της μανιοκατάθλιψης αντιμετωπίζεται με τον πιο αισιόδοξο τρόπο από την πρωτοεμφανιζόμενη στη σκηνοθεσία Maya Forbes, σε μια ευαίσθητη δραμεντί που ευτυχώς αποφεύγει τις υπερβολικά μελοδραματικές ή εύπεπτες λύσεις. Η κηδεμονία γίνεται υπόθεση ωρίμανσης αμφότερων γονιού και παιδιών και η αδυναμία ένταξης του Ruffalo στο κοινωνικό του περιβάλλον αποτυπώνεται διασκεδαστικά όσο και πικρά. Η αγάπη και η αποδοχή είναι τα κεντρικά θέματα γύρω από τα οποία περιστρέφεται η ιστορία και οι χαρακτήρες, σε μια αναζήτησή τους σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Το τελευταίο στέκεται συχνά εμπόδιο στο πρώτο, με τις κοινωνικές διακρίσεις της δεκαετίας του `70 να δίνουν εμμέσως πλην σαφώς την αφορμή μιας φεμινιστικής-αντιρατσιστικής κινηματογραφικής διάστασης.

Ξανά όμως, είναι η αγάπη και η φροντίδα που επανέρχονται στο κινηματογραφικό προσκήνιο, μέσα από την αέναη μάχη τους με την προσπάθεια αποδοχής και συμβίωσης. Η Forbes δημιουργεί μια εξαιρετικά ζεστή και τρυφερή ιστορία που ακροπατεί επιτυχημένα ανάμεσα στο ρεαλισμό (η κινηματογράφηση επιδιώκει να μην εξωραΐσει την εικόνα) και στην ανάλαφρη διάθεση, η οποία δεν αξιοποιείται απερίσκεπτα. Συγκεκριμένα, το χιούμορ πηγάζει μέσα από την καθημερινότητα και τους χαρακτήρες και σπάνια υπερτονίζεται κινηματογραφικά, με εξαίρεση μια σινεφιλική αναφορά (στη «Λάμψη»), που όσο είναι αστεία, άλλο τόσο λειτουργεί ευφυώς και ουσιαστικά.

Έτσι, το «Infinitely polar bear» προσφέρει μια συγκινητικά τρυφερή, αισιόδοξη ματιά στις δυσκολίες των ανθρώπινων σχέσεων και αφήνει την αγάπη να κερδίσει με βαθιά, αν κι όχι απαραίτητα αξέχαστη, κινηματογραφική ευαισθησία.

Βαθμολογία: 3/5

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Un moment d' egarement / Θα μείνει μεταξύ μας (2015)

«Παρά τρίχα» μια αληθινά καλή ταινία! Το «Θα μείνει μεταξύ μας» έχει όλη τη feelgood, «δροσερή» διάθεση μιας καλοκαιρινής κομεντί, μα ίσως να αποτελεί κάτι περισσότερο. Διακρίνεται από ρεαλιστική υπόσταση και βάθος στους χαρακτήρες του, τείνοντας να αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα από τη μέση ταινία του είδους. Το χάσμα των γενεών, η ζωή μέσα από τα μάτια του εφήβου και του μεσήλικα, η πατρότητα, η οικογένεια θίγονται εύστοχα (παρότι με στοιχεία απλοϊκότητας μερικές φορές) μέσα από τις διαφορετικές οπτικές γωνίες των χαρακτήρων, στους οποίους το σενάριο εμβαθύνει με ευαισθησία, μέχρι και σε όρια ψυχανάλυσης (σε εκείνον του Francois Cluzet). Οι σεναριογράφοι Jean-Francois Richet και Lisa Azuelos δείχνουν αγάπη προς τους ήρωές τους και το ίδιο κι ο θεατής, που μπορεί να γελάσει αλλά και παράλληλα να ταυτιστεί μαζί τους, χάρη στην αληθινή τους διάσταση.

Χωρίς να τίθενται ποτέ οι βάσεις για κάποιο αριστούργημα, το φιλμ σε κερδίζει με άνεση. Ό,τι όμως διακρίνεται εξαρχής ως αμελητέο μικρο-ελάττωμα, εξελίσσεται τελικά σε μια φανερή συνολική αδυναμία. Τουτέστιν, η μερική βιασύνη σε ορισμένα σημεία της ψυχολογικής διαδρομής των ηρώων φανερώνει εντέλει έναν αμήχανα δομημένο αφηγηματικό ρυθμό: πιο σύντομο απ’ όσο θα μπορούσε το αρχικό κομμάτι του παράνομου φλερτ (που περνά απότομα από την υπαινικτικότητα στη σαφήνεια) και αναίτια τραβηγμένο σε διάρκεια το δεύτερο κομμάτι των διλλημάτων και των ενοχών. Αποτέλεσμα αυτού, να αναλώσει το φιλμ τη δραματική του δύναμη σε μια αμήχανη αφηγηματική κοιλιά, με κατάληξη ένα αδικαιολόγητα πρόχειρο φινάλε, σαν διαδικαστικό συμμάζεμα των εκκρεμοτήτων για να πέσουν γρήγορα οι τίτλοι τέλους.

Παρά τα ψεγάδια του όμως, το «Θα μείνει μεταξύ μας» εσωκλείει την ψυχή μιας ταινίας τρυφερής και αληθινής, που ενδέχεται να μη σβήσει από τη συναισθηματική σας μνήμη όσο γρήγορα θα περιμένατε. Αν οι δημιουργοί εξέφραζαν μέχρι τέλους την ίδια βαθιά αγάπη προς τους χαρακτήρες τους, θα μιλούσαμε ίσως για μια από τις «must» ταινίες του καλοκαιριού.

Βαθμολογία: 2.5/5

Paper towns / Χάρτινες πόλεις (2015)

Οι σεναριογράφοι του αγαπημένου «(500) Μέρες με τη Σάμερ» και της μεγάλης εμπορικής επιτυχίας «The Fault in our Stars», καταπιάνονται ξανά με λογοτεχνική πρώτη ύλη του John Green και, με τον σκηνοθέτη του ανεξάρτητου «Robot & Frank» πίσω απ’ τις κάμερες, ποντάρουν σε μια ακόμη σίγουρη επιτυχία. «Σίγουρη» σε υπερβολικό βαθμό για τα μέτρα ενός στοιχειωδώς σινεφίλ θεατή, ο οποίος θα δει την τόλμη του φιλμ να μην αρκεί για να αλλάξει ούτε γράμμα από την αμερικανική συνταγή της ρομαντικής κομεντί.

Παντελώς συνταγογραφημένη πλοκή και άκρως προβλέψιμες εξελίξεις (και «ανατροπές») συνθέτουν ένα φιλμ του οποίου το σχετικά ενδιαφέρον στόρι θα μπορούσε να περιέχει ψήγματα ψυχής αν είχε αντιμετωπιστεί με λίγο μεγαλύτερη ειλικρίνεια. Όμως τα πάντα ακολουθούν με μαθηματική ακρίβεια πολυφορεμένα κινηματογραφικά μοτίβα, έτοιμα για μαζική κατανάλωση από το ευσυγκίνητο εφηβικό κοινό. Σε σημεία ούτε καν τα προσχήματα δεν κρατούνται, με ορισμένους διαλόγους να σπάνε ρεκόρ cheesy προχειρότητας («Τα πάντα είναι άσχημα από κοντά» «Όχι εσύ»).

Ένας μη απαιτητικός έφηβος δύσκολα θα έχει λόγο να παραπονεθεί, αφού σε εκείνον απευθύνεται η ταινία, και συνεπώς ίσως είναι άδικο να είμαστε σκληροί απέναντί της. Τοποθετώντας τες όμως σε ένα ευρύτερο κινηματογραφικό πλαίσιο, οι «Χάρτινες πόλεις» δεν ξεχωρίζουν σε τίποτα από τον μετριότατο σωρό των νεανικών rom-coms -απλώς, τουλάχιστον, δεν πέφτουν ούτε πολύ χαμηλότερα από αυτόν. 

Βαθμολογία: 1.5/5

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

Ted 2 (2015)

Ισχύει η «τρίτη και φαρμακερή»; Δυστυχώς, στην περίπτωση του Seth MacFarlane και της τρίτης του κινηματογραφικής απόπειρας, ισχύει στο έπακρο. Θα περίμενε κανείς από τον -περίφημο για το προσβλητικό (άλλοτε λόγω σάτιρας, άλλοτε κακογουστιάς) χιούμορ της τηλεοπτικής animated σειράς «Family guy»- MacFarlane να μεταφέρει και στη μεγάλη οθόνη την ασέβεια που τον χαρακτηρίζει. Ενώ όμως το χαρακτηριστικό χιούμορ του (με στοιχεία σάτιρας της αμερικανικής κοινωνίας και αξεπέραστες αναφορές στην ποπ κουλτούρα) ήταν ξεκάθαρα παρόν ήδη από το πρώτο «Ted», το πέρασμα του MacFarlane στον κινηματογράφο σηματοδοτεί τελικά και την άνευ όρων παράδοσή του στους όρους της συμβατικότερης χολιγουντιανής κωμωδίας. Και, στο «Ted 2», όχι απλώς δεν αποζημιώνει για την έλλειψη έμπνευσης του περσινού «1000 τρόποι να πεθάνεις στη Δύση», αλλά επιβεβαιώνει ολοκληρωτικά τα παραπάνω. Τρίτη και φαρμακερή, indeed...

Όλη η ανατρεπτικότητα του «Ted 2» μοιάζει ξεχασμένη στο βασικό κόνσεπτ ενός λούτρινου αρκουδιού που βρίζει, καπνίζει χόρτο και λατρεύει το σεξ. Τα πάντα εδώ μοιάζουν με διαδικαστική επανάληψη, χωρίς να υπάρχει καν το έδαφος για να χτιστεί μια ολόκληρη ταινία. Έχουμε μια δίωρη κωμωδία με αδιάφορο στόρι 20λεπτου επεισοδίου και αντίστοιχης λογικής χιούμορ, όπου κάθε σκηνή πρέπει να τελειώσει με ένα βεβιασμένο αστειάκι για να πάμε στην επόμενη. Ελλείψει έμπνευσης, σάτιρα και χιούμορ εκτελούνται με τον πλέον εύκολο και προφανή τρόπο, και το φιλμ αναλώνεται σε μια σειρά απλοϊκότατων και αμήχανα σοβαροφανών διαλόγων στα πλαίσια μιας βαρετής δικαστικής υπόθεσης. Η εν λόγω σοβαροφάνεια δεν οδηγείται πουθενά, κανείς δεν γνωρίζει αν είναι ηθελημένη ή όχι, ενώ η όποια φρεσκάδα και απενοχοποιημένη απόλαυση του πρώτου «Ted» έχει πλέον εξατμιστεί. Μόνη αξιοπρόσεκτη προσπάθεια του MacFarlane να ξυπνήσει τον geek ενθουσιασμό μας είναι η εύστοχη τοποθέτηση του φινάλε στο κόμικ συνέδριο Comic-Con όπου γνωστοί ήρωες της ποπ κουλτούρας παρελαύνουν και… παίζουν ξύλο! Ξανά όμως, το φινάλε είναι κινηματογραφικά παντελώς αδιάφορο και ημιδουλεμένο, με τον Giovanni Ribisi (που ατυχώς επιστρέφει στο ρόλο του κακού) να ενισχύει την αίσθηση επανάληψης.

Μόνο ορισμένες αναφορές στην ποπ κουλτούρα παραμένουν αληθινά διασκεδαστικές λοιπόν, σε ένα φιλμ διεκπεραιωτικό όσο και αναπόφευκτο, που αν μη τι άλλο επισφραγίζει την ολική συμβατικότητα του MacFarlane.

Βαθμολογία: 1.5/5

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Magic Mike XXL (2015)

Η παρέα του πρώτου «Magic Mike» ξανασυναντιέται για ένα τελευταίο σόου, με αρκετά διαφορετική κινηματογραφική κατεύθυνση αυτήν τη φορά. Αφήνοντας πίσω την πιο καλλιτεχνική σκηνοθετική ματιά του Soderberg, το «XXL» -με νέο σκηνοθέτη- προσπερνά μαζί της και τη δραματική σοβαρότητα της πρώτης ταινίας. Οι δημιουργοί στρέφονται προς έναν πιο ξεκάθαρα εμπορικό προσανατολισμό και θέτουν ως άξονά τους απροκάλυπτα τη διασκέδαση -και το οφθαλμόλουτρο. Περισσότερος χορός, περισσότερο χιούμορ, πιο χυδαίες χορογραφίες και μια εν γένει ελαφρότερη διάθεση επιχειρούν, ίσως, να επανορθώσουν για την ενδεχομένως απογοητευτική έλλειψή τους στο ορίτζιναλ.

Το φιλμ λοιπόν αποτελεί μια πράγματι διασκεδαστική και έντονα καλοκαιρινή κομεντί που θα ικανοποιήσει πλήρως το (γυναικείο κυρίως) κοινό στο οποίο απευθύνεται. Κι ενώ το γεγονός αυτό μεταφράζεται και ως ειλικρίνεια προθέσεων, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει πόσο δραματουργικά ισχνό αποδεικνύεται ετούτο το σίκουελ. Το στόρι δεν είναι παρά ένα απλό reunion της «παλιοπαρέας», σε ένα road movie με μοναδικό προορισμό την πραγματοποίηση του τελικού σόου. Ο Mike δεν έχει πια κανένα εσωτερικό δίλλημα και η εστίαση στους υπόλοιπους χαρακτήρες της παρέας γίνεται επιδερμικά και με κωμικούς όρους, ενώ σχεδόν κανείς εξ αυτών δεν έχει κάποια βαθύτερη ανάγκη πέρα από το να βρει… γκόμενα.

Κατά συνέπεια, με την κινηματογραφική ουσία να μην έγκειται πλέον στη μελέτη του εγκλωβισμένου πρωταγωνιστή και με τον κόσμο του ανδρικού στριπτίζ να μην λειτουργεί πια ως αφορμή αυτής, τίθεται ένα νέο ζήτημα. Δεν γίνεται εδώ καμία απόπειρα αμφισβήτησης μιας κουλτούρας ψευτιάς και ψευδο-γκλάμουρ, αηδιαστικά υποκριτικών παρουσιαστριών και λυσσασμένων γυναικείων… κοπαδιών. Ο λόγος βέβαια δεν γίνεται για την ίδια την κουλτούρα του στριπτίζ, αλλά για αυτήν της ευρύτερης «ποπ» διασκέδασης. Ναι, εδώ το στριπτίζ φαντάζει ενταγμένο σε αυτήν, όπως άλλωστε και το ίδιο το φιλμ που σχεδόν ασπάζεται τη λογική ενός εμπορικού βίντεο-κλιπ ή μιας τηλεταινίας του MTV. Το χορευτικό φινάλε επισφραγίζει τη «βιντεοκλιπίστικη» λογική, αλλά ευτυχώς διαθέτει και κινηματογραφικό ενδιαφέρον (μια νότα ρομαντισμού αγκαλιάζεται όμορφα  με τη χυδαιότητα της κινησιολογίας), επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα και τις ειλικρινείς προθέσεις του. Έτσι, όσοι μπορούν να συμβιβαστούν με τα παραπάνω -ή όσοι θα αρκεστούν στην ένοχη απόλαυση του όλου θεάματος- θα μείνουν αναμφίβολα ευχαριστημένοι.

Βαθμολογία: 2/5

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

Insidious: Chapter 3 / Παγιδευμένη ψυχή: Κεφάλαιο 3

Η μεταφυσική τριλογία «Insidious» ολοκληρώνεται με ένα πρίκουελ, γραμμένο αλλά και σκηνοθετημένο από τον σεναριογράφο των προηγούμενων κεφαλαίων Leigh Whannel. Οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες αλλάζουν, παραμένοντας ως συνδετικός κρίκος με τα προηγούμενα φιλμ η Elise (Lin Shaye), η ηλικιωμένη με την ικανότητα να επικοινωνεί με τον άλλο κόσμο. Αυτή μοιράζεται τον πρωταγωνιστικό ρόλο με τη μάλλον ανεπαρκή Stefanie Scott, στο ρόλο της νεαρής κοπέλας που στοιχειώνεται από έναν δαίμονα, τον «Άνδρα που δεν μπορεί να αναπνεύσει».

Παρά τους καινούριους ήρωες, βεβαίως, τίποτα καινούριο δεν θα βρείτε εδώ. Τα πάντα φαντάζουν ξαναειπωμένα -και φυσικά όχι μόνο εντός του franchise- και ως εκ τούτου σχεδόν ανιαρά. Μακάρι τουλάχιστον να είχαμε να πούμε πως πια έχει δέσει η «μαγιά» της συνύπαρξης χιούμορ και τρόμου που εισήγαγε το πρώτο «Insidious»… Δυστυχώς διαπιστώνουμε πως εδώ τα συστατικά είναι ακόμα πιο αδέξια ανακατεμένα και ο Leigh Whannel χάνει τα βήματά του περισσότερο κι απ` όσο θα του συγχωρούσαν οι φαν της σειράς. Τα τρομακτικά στοιχεία καθαυτά δεν έχουν την γκροτέσκ αίσθηση της πρώτης ταινίας, μα το χιούμορ και η αμήχανη αυτοπαρωδία εισβάλλουν ξανά για να γκρεμίσουν την όποια ατμόσφαιρα (όχι ότι πολυ-υπάρχει τέτοια πλέον) και να αποπροσανατολίσουν παντελώς το φιλμ. Η Lin Shaye καταλήγει σε μία σαχλή καρικατούρα - πασπαρτού ενός σωρού διαφορετικών κινηματογραφικών ειδών και η ταινία στο άγαρμπα πολτοποιημένο μίγμα τους.

Κι αν τουλάχιστον κάτι άξιζε αναφοράς στο πρώτο «Insidious» ήταν ορισμένες αξιομνημόνευτα ευρηματικές σκηνές τρόμου. Ε, λοιπόν η ευρηματικότητα είναι κάτι που λείπει σε σχεδόν σοκαριστικό βαθμό από εδώ. Οι σκηνές τρόμου συνίστανται αποκλειστικά από ανέμπνευστα ανεβάσματα της μουσικής -και είναι συχνά παντελώς κακοσκηνοθετημένες-, συνθέτοντας ένα φιλμ που μοιάζει με συρραφή από jump-scares. Όσο λίγο κι αν είναι, το CGI επίσης «βγάζει μάτι» όποτε χρησιμοποιείται και αφαιρεί ένταση. Κι ενώ το σενάριο σπαταλά πολύ χρόνο μέσα στα ζοφερά κατατόπια του «άλλου κόσμου», όλο το ανατριχιαστικό μυστήριο του αγνώστου εξαφανίζεται μέσα από μια υπερβολικά κυριολεκτική και απίστευτης έλλειψης φαντασίας απεικόνιση της wannabe αφαιρετικής «άλλης πλευράς». Πρόκειται για ένα μέρος όπου ο «Άντρας που δεν μπορεί να αναπνεύσει» είναι κυριολεκτικά ένας γέρος με μάσκα οξυγόνου και όπου οι απειλητικοί δαίμονες αντιμετωπίζονται με… μπουνιές!

Εν ολίγοις, δεν θα δείτε κάτι άλλο από το πρώτο «Insidious» σε (πολύ) πιο ανέμπνευστη εκδοχή. Το γεγονός ότι το ίδιο σχόλιο έγραψα και για το περσινό «Conjuring» είναι μάλλον λίγο ανησυχητικό…

Βαθμολογία: 1/5