Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Disney. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Disney. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

The fox and the hound / Η αλεπού και το κυνηγόσκυλο (1981)

Μετά τη δύσκολη δεκαετία του 1940, όπου εν μέσω πολέμου παράχθηκε μονάχα μια σειρά από πενιχρά φτιαγμένες και πλέον εντελώς λησμονισμένες σπονδυλωτές ταινίες («Saludos Amigos», «The Three Caballeros», «The Adventures of Ichabod and Mr. Toad»), η Ντίσνεϊ απόλαυσε αρκετά χρόνια ακμής έως το θάνατο του Walt Disney το 1966. Τότε, το στούντιο αντιμετώπισε άλλη μία περίοδο κάμψης, η οποία κορυφώθηκε σε μια ακόμη δεκαετία που δοκίμασε τις έσχατες οικονομικές αντοχές του: 1980. Προετοιμάζοντας το έδαφος για την περίφημη «αναγέννησή» της με τη «Μικρή Γοργόνα» του 1989, η Ντίσνεϊ συναντά αυτήν την περίοδο τη μεγαλύτερη εμπορική της αποτυχία («The Black Cauldron», 1985) και, ξανά, μια σειρά από ταινίες που λίγοι θυμούνται πλέον.

Μάλλον ως η πιο γνωστή από αυτές σήμερα στέκει το «The fox and the hound» του 1981. Ωστόσο, και παρά την εμπορική επιτυχία του, το φιλμ συνήθως αγνοείται από θεατές και κριτικούς και συγκαταλέγεται συχνότερα στη μετριότητα της δεκαετίας του 1980 παρά στις κλασικές ντισνεϊκές στιγμές. Γι’ αυτό ακριβώς και γράφεται, άλλωστε, η συγκεκριμένη κριτική: ώστε να τοποθετήσει τη μισοξεχασμένη αυτήν ταινία στις κορυφαίες θέσεις της λίστας των πιο υποτιμημένων ντισνεϊκών εγχειρημάτων -όχι μακριά από το  «Black Cauldron», παρεμπιπτόντως, που κουβαλά τον τίτλο της χειρότερης ταινίας της εταιρίας.

Η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο» διαφέρει από την πλειοψηφία των ταινιών του στούντιο, ακόμα κι αν πάντα διατηρεί αδιαμφισβήτητα ντισνεϊκά στοιχεία. Με πολλά ολοκαίνουρια μέλη στο καλλιτεχνικό της επιτελείο, η Ντίσνεϊ διασκευάζει ελεύθερα ένα ομώνυμο, αλλά όχι παιδικό βιβλίο -που μελετά ρεαλιστικά τη φυσική συμπεριφορά της «Αλεπούς» και του «Κυνηγόσκυλου» χωρίς να τους προσδίδει ανθρωπομορφικά στοιχεία- και το φέρνει στα δικά της γνώριμα μέτρα. Το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ, που χωρίς να στερείται σχεδόν οποιασδήποτε καλλιτεχνικής αρετής των κινηματογραφικών συγγενών του, καταπιάνεται ευθέως με σαφώς ωριμότερες θεματικές. Πρόκειται για μια ιστορία για τη φιλία, μα όχι πια υπό την παραμυθένια σκοπιά που είθισται στο είδος. Για τα δεδομένα αυτού, η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο» εστιάζει στον… ρεαλισμό. Αποφεύγει τις ταμπέλες «καλών» και «κακών». Δεν ολοκληρώνεται στο «και ζήσαν αυτοί καλά…» Αν υπάρχει ένας «κακός» τελικά στην ιστορία, τότε είναι η… πραγματικότητα. Αυτή η (με συγχωρείτε, σε παιδική ταινία) πουτάνα που κάνει τους φίλους εχθρούς και τους αχώριστους χωρισμένους, που το μόνο happy end που επιτρέπει είναι μια συνειδησιακή καταπράυνση, μια θεωρητική παρηγοριά άνευ πρακτικού αντικρίσματος -το «γλυκόπικρο» είναι το όριο του «happy».

Πέρα από τις υπερβολές του φιλμ λόγω παιδικότητας, όλοι οι χαρακτήρες πράττουν με βάση τις φυσικές τους τάσεις αντί μοχθηρών κινήτρων ή αντίστοιχων σεναριακών συμβάσεων. Ο καθένας κάνει αυτό που η ζωή απαιτεί από αυτόν και αν τον θεωρήσεις «κακό» είναι γιατί τον κοιτάς από τα μάτια του αντιπάλου του. Υπό αντίστοιχη οπτική, όλοι είμαστε «κακοί». Αποφεύγοντας συνεπώς τη μονοδιάστατη απλοϊκότητα ενός κοινού «καρτούν», το φιλμ κινείται αδιάκοπα σε ηθικά γκρίζες περιοχές, για να χρησιμοποιήσει αυτήν την αμφισημία ακόμα και προς την ίδια του την -αισιόδοξη- αυτοαναίρεση: η πραγματικότητα, πέρα από την άδικη, αναπότρεπτη σκληρότητά της, έχει πάντα να επιδείξει και την πιο αποστομωτική ομορφιά. Η κάμπια-θήραμα μεταμορφώνεται στην ωραιότερη πεταλούδα που κερδίζει και τον θαυμασμό των πρώην κυνηγών της, όχι αναντίστοιχα με τον τρόπο που η θηλυκή αλεπού καλεί τον Τοντ να ανοίξει τα «φτερά» του και να απολαύσει τις ομορφιές της ζωής -πλάι στους αναπόφευκτους θανάσιμους κινδύνους της και τις αβάσταχτες συναισθηματικές πίκρες της.

Κι αν οι ατέλειες του φιλμ είναι κάτι περισσότερο από αισθητές, με ίσως την πιο τρανταχτή έλλειψη αξιοσημείωτων τραγουδιών έβερ (αν και με όμορφο score κατά τ’ άλλα), μερικούς αδύναμους, αν όχι περιττούς χαρακτήρες (η θηλυκή αλεπού) και τις άτσαλα αμβλυμμένες γωνίες της σκληρής ιστορίας (ο «μη» θάνατος του Chief) να αποδυναμώνουν εν μέρει την αφήγηση, το βουρκωμένο παιδί μέσα μας αδιαφορεί πλήρως. Έτσι κι αλλιώς, ελάχιστες ταινίες του στούντιο είχαν δομήσει μια πραγματικά στιβαρή αφήγηση ως τότε (ίσως η «Λαίδη κι ο Αλήτης» να τα κατάφεραν καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη) και καμία, μα καμία με τη δραματική βαρύτητα που επέδειξαν η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο».

Μακριά από τα παραμύθια με πρίγκιπες και πριγκίπισσες, τους ανθρώπους με πρόσωπα ζώων, τις ζηλιάρες κακές μάγισσες και το «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», το «The Fox and the Hound» του 1981 επενδύει στην απλότητα και τον καρτουνίστικο ρεαλισμό, στέκοντας ως μια ξεχωριστή, παρεξηγημένη ντισνεϊκή πρόταση, που ίσως ο Walt Disney να μην ενέκρινε ποτέ. Μπορεί να μην αγγίζει κορυφή ως προς την κινηματογραφική του αφήγηση, αγγίζει όμως ως προς το δραματικό ενδιαφέρον του, που ξεπερνά οποιαδήποτε ταινία του στούντιο ως τότε, όπως άλλωστε κι ο συναισθηματικός του αντίκτυπος. Πρόκειται για ένα δράμα κυριολεκτικής και μεταφορικής ενηλικίωσης, μια ιστορία καταδικασμένης φιλίας και μια σπαρακτική ωδή στην πικρή σκληρότητα της πραγματικότητας.

Βαθμολογία: 4/5

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Cinderella / Σταχτοπούτα (1950)

Μετά από την εμπορικά άκαρπη για την Disney δεκαετία του 1940, η χρεωμένη και στα όρια πτώχευσης εταιρία, σε μια ευτυχή κίνηση, διασκευάζει το κλασικό παραμύθι της Σταχτοπούτας και πετυχαίνει φλέβα χρυσού. Η «Σταχτοπούτα» του 1950 γίνεται η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της από την εποχή της πρωτοπόρας «Χιονάτης» (1937) και το στούντιο του Walt Disney ανακάμπτει δυναμικά, μπαίνοντας με το δεξί στη δεκαετία των ‘50s.

Είναι εύκολα αντιληπτό πως η «Σταχτοπούτα» ακολουθεί, τόσο στους χαρακτήρες όσο και στη δομή, τα βήματα της «Χιονάτης». Σχεδόν κάθε φιγούρα της πρώτης μπορεί να βρει την αντιστοιχία της στην τελευταία, από την έκπτωτη πριγκίπισσα στην κακιά μητριά κι από τον σωτήριο πρίγκιπα στους διασκεδαστικούς συμπαραστάτες της ηρωίδας (ποντίκια της μεν, νάνοι της δε). Έχουν ωστόσο μεσολαβήσει δεκατρία χρόνια και πάνω από δέκα κινηματογραφικά εγχειρήματα ανάμεσα στα δύο φιλμ και η ωρίμανση τόσο στο σχέδιο, όσο και στην αφήγηση είναι εδώ πιο αισθητή από ποτέ ως τότε. Η εν λόγω παραπομπή, δε, στο παρθενικό ντισνεϊκό εγχείρημα δεν μπορεί παρά να υπογραμμίσει το γεγονός αυτό. Εμφανή στοιχεία εξέλιξης αποτελούν η φυσικότητα στις κινήσεις και οι στιβαρότερα σχεδιασμένες φυσιογνωμίες (με αποκορύφωμα την κακιά μητριά), με τις τελευταίες να προσδίδουν ενδιαφέρον στους χαρακτήρες ακόμα κι αν τους λείπει κάποιο σεναριακό βάθος. Μετά από χρόνια εμπειρίας και αρκετές εμπορικές απογοητεύσεις, το στούντιο ρίχνει ένα νοσταλγικό βλέμμα στα πρώτα του βήματα και κάνει ένα ακόμη μπροστά. Γεφυρώνοντας το πέρασμα από την απόλυτη αθωότητα της ντισνεϊκής «Χρυσής εποχής» των ‘30s – ‘40s στην «Αργυρή» των ‘50s, η «Σταχτοπούτα» κινείται με πιο σίγουρο βήμα από τους προκατόχους της και διαμορφώνει σημαντικά το σχετικά πιο εμπορικό -λόγω κινηματογραφικής ωρίμανσης- δείγμα γραφής που πρόκειται να υιοθετήσουν οι επερχόμενες επιτυχίες.

Υπό μία έννοια, η ιστορία ίσως να φαντάζει ως απλή πραγμάτωση της μέγιστης κοριτσίστικης ονείρωξης (η πρωταγωνίστρια «ως δια μαγείας» προκαλεί τον κεραυνοβόλο έρωτα του πολυπόθητου από κάθε γυναίκα πρίγκιπα, ο οποίος τη ζητά σε γάμο και απομακρύνονται με τη λαμπερή πριγκιπική του άμαξα), ωστόσο αυτή βρίσκεται εδώ στην αγνότερη, αρχετυπική της μορφή. Πρόκειται για μια από τις πιο κοριτσίστικες ταινίες της Disney, καθιερώνοντας στο πανί την παιδική λατρεία για τις πριγκίπισσες, χωρίς αυτό να σημαίνει ούτε στο ελάχιστο ότι δεν αφορά κάθε θεατή. Μάλιστα, τα πολύ παιδικά στοιχεία των προγενέστερων φιλμ μοιάζουν να έχουν εξασθενήσει. Και, φυσικά, υπάρχουν κι εδώ οι απολαυστικότατοι δεύτεροι χαρακτήρες που αποτελούν το μικρό ερωτεύσιμο ατού της εκάστοτε ντισνεϊκής ταινίας μέχρι και σήμερα. Στην προκειμένη, δεν είναι παρά η παρέα των ομιλούντων ποντικιών, που μάλιστα αποκτούν και τον δικό τους αντίπαλο, την απολαυστικά αντιπαθή γάτα Lucifer.

Στην τελική, αυτό που κατάφερε το στούντιο του Walt Disney στην «Σταχτοπούτα» είναι να δημιουργήσει ίσως την πιο διασκεδαστική έως τότε ταινία του και να κερδίσει μικρούς και μεγάλους με την υπέροχη κινηματογραφική δύναμή της. Γιατί, όπως και να το κάνεις, θες κι εσύ με όλη σου την καρδιά να σώσει ο πρίγκιπας την ηρωίδα από τα δεινά της. Όπως, επίσης, ελπίζεις να εμφανιστεί και σε σένα κάποτε μια νεράιδα και να σου τραγουδήσει "Bibbidi-Bobbidi-Boo" κουνώντας το μαγικό της ραβδί...

Βαθμολογία: 3.5/5

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Snow White and the seven dwarfs / Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι (1937)

Η πρώτη (διασωθείσα) αμερικανική ταινία κινουμένων σχεδίων και το εναρκτήριο λάκτισμα για τη ντισνεϊκή φιλμογραφία, η -βασισμένη στην ιστορία των αδελφών Γκριμ- «Χιονάτη και οι επτά νάνοι» έχει αναμφίβολα μεγάλη κινηματογραφική αξία και παραμένει σήμερα, σχεδόν ογδόντα χρόνια μετά τη δημιουργία της, γοητευτικότατη και απολαυστική. Αν κάποιο στοιχείο του φιλμ φαντάζει ξεπερασμένο, αυτό είναι κυρίως ο ίδιος ο χαρακτήρας της Χιονάτης, όχι τόσο λόγω του άχαρου φυσιογνωμικού σχεδιασμού της (κάτι που παρατηρείται και στον μάλλον θηλυπρεπή πρίγκιπα), όσο εξ’ αιτίας της ρηχότητας και της υπερβολικά παιδικής χαριτωμενιάς της.

Γενικώς, το φιλμ αναφέρεται πολύ πιο άμεσα στις μικρές ηλικίες απ’ ό,τι τα σημερινά κινούμενα σχέδια, τα οποία έχουν εντάξει πλέον και τους ενηλίκους στο target group τους. Παράλληλα όμως, η «Χιονάτη» του 1937 δεν διαθέτει τα κλισέ στα οποία παραδίνεται αμαχητί κάθε σύγχρονη ταινία του είδους και δε δυσκολεύεται να κερδίσει το κοινό κάθε ηλικίας, διαθέτοντας άλλα «όπλα» γοητείας. Τα οποία, ως επί το πλείστον, συνοψίζονται στο γεγονός ότι, παρόλο που το φιλμ δεν είναι live-action, γίνεται διαρκώς εντυπωσιακά αισθητό πως ανήκει στο κινηματογραφικό κλίμα μιας άλλης εποχής, το οποίο διαπνέεται από μια ακαταμάχητα νοσταλγική αθωότητα…

Η απλότητα του στόρι και η αθώα παιδικότητα σε όλους τους τομείς δημιουργούν μια ταινία που θα ήταν σχεδόν αδύνατο να σταθεί στα πόδια της αν είχε δημιουργηθεί τον εικοστό πρώτο αιώνα και ίσως ακριβώς για αυτό να γοητεύει. Τα φτωχά τεχνικά μέσα δεν στέκονται ικανά να της στερήσουν τίποτα από την ομορφιά της, οι νάνοι (και το τραγούδι τους «Heigh-Ho») είναι σκέτη απόλαυση και το κλασικό ντισνεϊκό χιούμορ αποδεικνύεται μέχρι και ξεκαρδιστικό. Εν γένει, η «Χιονάτη και οι επτά νάνοι» αποτελεί ένα διαμάντι για τους νοσταλγούς και ένα φιλμ αδιαμφισβήτητης ιστορικής αξίας.

Βαθμολογία: 3.5/5