Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

El Bar / Το Μπαρ

Ο Alex de la Inglesia έχει μια συγκεκριμένη στιλιστική ταυτότητα, με την οποία οφείλει να εξοικειωθεί κανείς για να απολαύσει τη δουλειά του. Το κινηματογραφικό σύμπαν του χαρακτηρίζεται από μια πανταχού παρούσα υπερβολή, που ξεκινάει από τις ατάκες, τις ερμηνείες και τη μουσική και φτάνει μέχρι το μοντάζ, τις γωνίες λήψης και τις χρωματικές παλέτες. Τα πάντα μοιάζουν τραβηγμένα σε μια πομπώδη, ηθελημένη κινηματογραφική επιτήδευση, που σκεπάζει ολόκληρο το στόρι με μια ομπρέλα ειρωνείας. Ακόμα και η -ηδονοβλεπτικά- ακραία βία του δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά, ανάγοντας τη θέαση σε μια ανοικονόμητη σκηνοθετική εξτραβαγκάντσα, που δεν ξέρει πότε να χαμηλώσει τους τόνους. Έτσι, όσο κι αν είναι κατανοητό το να απολαμβάνει κανείς το εν λόγω στιλ, άλλο τόσο είναι εύκολο να κουράζεται από αυτό, καθώς φλερτάρει επικίνδυνα με την αισθητική βιντεοκλίπ.

Έτσι κι εδώ, τα πάντα παραμένουν βαρύγδουπα και παραφουσκωμένα, ειρωνικά και κατά έναν απροσδιόριστο τρόπο σχεδόν σατιρικά. Ο μικρόκοσμος του «Μπαρ» προσφέρεται για ουσιώδεις κοινωνικές παραβολές και η ασυγκράτητη σκηνοθεσία προμηνύει απουσία ορίων, κάποιο ενδεχόμενο ξέσπασμα παράνοιας και απρόβλεπτη κατάληξη στην προβληματική του. Δυστυχώς, όμως, ακόμη κι αν κανείς απολαύσει τη στιλιστική άποψη, δεν θα βρει ανταπόκριση στον νοηματικό άξονα του φιλμ. Ο Inglesia μοιάζει διαρκώς να σπρώχνει την ιστορία προς διαφορετικές κατευθύνσεις κοινωνιολογικού προσανατολισμού, χωρίς όμως να κατασταλάζει κάπου συγκεκριμένα, αφήνοντας την υπόνοια σάτιρας κενή και χωρίς αποδέκτη. Το σενάριο χοροπηδάει από υποπλοκή σε υποπλοκή, καταλήγοντας εντέλει στα ασφαλή, χιλιοειδωμένα και προβλέψιμα, με τις προσδοκώμενες εκπλήξεις να μένουν στη φαντασία μας.

Η πρόθεση του Inglesia είναι, πιθανά, να καταδείξει την αλλαγή ή, καλύτερα, το ξεγύμνωμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς υπό τη δράση του ενστίκτου επιβίωσης απέναντι στην άμεση απείληση της ζωής του, με άλλα λόγια το πέσιμο της μάσκας της τυπικής ευγένειας. Μα παρόλο που αυτό υπογραμμίζεται εύστοχα μέσω των τελευταίων πλάνων, συνολικά ο Inglesia αδυνατεί να το διατυπώσει σε ένα ολοκληρωμένο, ουσιώδες και αξιοσημείωτο σχόλιο, που να ξεχωρίζει στοιχειωδώς από τις αμέτρητες, καλύτερες εκδοχές του που έχουμε ξαναδεί πολλάκις. Άλλωστε, η πρωταγωνίστρια δεν υπόκειται σε καμία ουσιαστική αλλαγή, παραμένοντας στερεοτυπικά ως το τέλος η «άγια κούκλα πρωταγωνίστρια», αναιρώντας την όλη προβληματική για χάρη της ασφαλούς σεναριακής δομής. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο αν υιοθετούσαμε εξαρχής την οπτική του συγκεκριμένου χαρακτήρα, μα η αφήγηση είναι πάντα τριτοπρόσωπη και ως επί το πλείστον ισόποσα κατανεμημένη μεταξύ των χαρακτήρων. Γι` αυτό και είναι άλλωστε τόσο «προδοτικό» προς τον θεατή που εντέλει το φιλμ παραδίνεται αποστομωτικά άνετα στα πιο ξεπερασμένα κινηματογραφικά στερεότυπα: Η -υπερσεξουαλικοποιημένη- «κούκλα» είναι έξυπνη, ταπεινότατη και ηθικά ακέραια, το χίπστερ ομορφόπαιδο αναγνωρίζει και συγχωρείται για τα λάθη του, ενώ ο τρελός άστεγος αναδεικνύεται στον αιμοδιψή κακό. Όλα αυτά μοιάζουν αόριστα να βρίσκονται εκεί στα πλαίσια κάποιου ειρωνικού, αυτοαναφορικού σχολιασμού, μα το φιλμ ποτέ δεν καταφέρνει να πατήσει σταθερά στα πόδια του και να διατυπώσει με σαφήνεια τις καλλιτεχνικές του φιλοδοξίες.

Βαθμολογία: 1/5

Πέμπτη 6 Ιουλίου 2017

The beguiled / Η αποπλάνηση (2017)

Λογοτεχνική πρώτη ύλη του 1966 από τον Thomas Cullinan, μια πρώτη κινηματογραφική απόπειρα το 1971 από τον Don Siegel με τον Clint Eastwood στο βασικό ρόλο και τώρα αισίως φτάνουμε στη δεύτερη κινηματογραφική εκδοχή της ιστορίας, δια χειρός Sofia Coppola, σε μια θριαμβευτική επιστροφή μετά το άνοστο «Bling Ring» της. Ας ξεκινήσουμε λέγοντας πως το φιλμ μοιάζει να αφορά περισσότερο τους μη γνώστες των προϋπαρχουσών εκδοχών, οι οποίοι θα μπούνε στην αίθουσα δίχως εκ των προτέρων σχηματισμένη άποψη για τους χαρακτήρες. Αντίστοιχα, θα προσφέρει μια σαφώς πιο ενδιαφέρουσα εμπειρία σε όσους δεν έχουν δει το τρέιλερ, το οποίο ως είθισται ανοίγει υπερβολικά πολλά από τα κρυμμένα χαρτιά του φιλμ.

Έχοντας πει αυτά, το φιλμ δεν αλλάζει τίποτα από το στόρι των προκατόχων του, μα το προσεγγίζει με ξεκάθαρα διαφορετική ματιά. Η Coppola επιλέγει να αγνοήσει τις πληροφορίες για το παρελθόν των ηρώων που αποκαλύπτονταν μέσω φλας-μπακ στο παλιό φιλμ, θεωρητικά αφαιρώντας, θα έλεγε κανείς, το σεναριακό τους βάθος, μα τελικά προσθέτοντας έτσι μεγαλύτερο σινεφιλικό ενδιαφέρον. Γιατί κατ` αυτόν τον τρόπο, οι χαρακτήρες παραμένουν μονίμως καθηλωτικά διφορούμενοι, με τα πραγματικά κίνητρά τους και το διαχωρισμό αλήθειας και ψέματος να μένουν αδιευκρίνιστα, αφημένα στη δική μας υποκειμενική αντίληψη. Άλλωστε, οι πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες είναι πάντα αυτοί στους οποίους δε δίνεται σαφές πρόσημο, αυτοί οι οποίοι κινούνται σε γκρίζες περιοχές και πρέπει εμείς να αποφασίσουμε αν κλίνουν προς το άσπρο ή το μαύρο. Το σεναριακό βάθος των ηρώων της Coppola βασίζεται στην αφαίρεση, σε υπαινιγμούς που μας παροτρύνουν να το συμπληρώσουμε με βάση την κρίση μας. Αυτή η εκ μέρους μας αβεβαιότητα απέναντί τους μας καθιστά, αφενός, ενεργούς συμμετέχοντες στην παρακολούθηση του φιλμ και αφετέρου συμβάλλει στην αιωρούμενη αίσθηση μυστηρίου και, πιθανά, απροσδιόριστης απειλής που το διέπει. Αυτή η αφαιρετικότερη αφήγηση επίσης, στα πλαίσια της οποίας οι γραμμές που ενώνουν τις σεναριακές τελείες συχνά προσπερνιούνται, έτσι ώστε να μπορούμε να τις τραβήξουμε μονάχα με τη φαντασία μας (πχ η ανάπτυξη της σχέσης Colin Farrell - Elle Fanning), συνεπάγεται την εστίαση όχι τόσο στην ιστορία καθαυτή, αλλά στη νοηματοδότησή της. Έτσι, η αφήγηση της Coppola (πολύ περισσότερο απ` αυτήν του Siegel) μας παίρνει απ` το χέρι σε έναν στοχασμό πάνω στις σχέσεις θηλυκού κι αρσενικού, τον πρωτογονισμό και την αυτοκαταστροφικότητα της σεξουαλικής έλξης και το παιχνίδι εξουσίας που την ακολουθεί.

Όλα αυτά κάτω από μια σαγηνευτική ατμόσφαιρα, σκοτεινή, ομιχλώδη και υπνωτιστική. Η πανέμορφη φωτογραφία του Philippe Le Sourd που χρησιμοποιεί μόνο το φως του ήλιου και των κεριών και η άριστη διεύθυνση παραγωγής με έμφαση στην ενδυματολογική λεπτομέρεια σιγοντάρουν ιδανικά το όραμα της Coppola, δημιουργώντας ένα πλήρως μαγνητιστικό αποτέλεσμα. Άψογο και το βασικό καστ, με τον Colin Farrell να διαφοροποιείται συνειδητά και εύστοχα από την εξαιρετική original ερμηνεία του Clint Eastwood, τη Nicole Kidman σε ρόλο που παίζει στα δάχτυλα (βλ. «Stoker»), τη 18χρονη Elle Fanning να συνεχίζει δυναμικά να αναδεικνύεται σε ανερχόμενο ταλέντο και, τέλος, την Kirsten Dunst σε μια από τις καλύτερες, συνταρακτικά εσωτερικές ερμηνείες της.

Το απρόβλεπτο αυτό δραματικό θρίλερ εποχής βρίσκει τη Sofia Coppola σε πλήρη ανάκτηση καλλιτεχνικής φόρμας, συνθέτοντας με δεξιοτεχνία ένα γοητευτικότατο κινηματογραφικό σύμπαν. Η αρχετυπική έλξη μεταξύ των δύο φύλλων εξερευνάται διεισδυτικά, με μια σκηνοθετική σιγουριά που κατορθώνει να ισορροπήσει την (εκ των έσω)  απειλή με τη συναισθηματική αθωότητα μα και το χιούμορ. Το φιλμ διαθέτει αδυναμίες, μα η δημιουργική του αυτοπεποίθηση τις κάνει να φαντάζουν σχεδόν ασήμαντες μπροστά σε μια αξιομνημόνευτη κινηματογραφική εμπειρία που αξίζει να βιώσεις -ιδίως αν δεν είσαι εξοικειωμένος με τις προηγούμενες εκδοχές της ιστορίας (και με το τρέιλερ). 

Βαθμολογία: 4/5

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

Rough night / Πάρτι γυναικών (2017)


Καλά κρατεί η επιρροή του «Hangover»… Οχτώ χρόνια μετά από την υπερεπιτυχημένη κωμωδία του Todd Philips και έξι από τη «θηλυκή εκδοχή» της, «Bridesmaids», συνεχίζουμε να παίρνουμε την ίδια συνταγή ξαναζεσταμένη στα γρήγορα σε διαφορετικά πακέτα, όπως, εδώ, ένα κολεγιακό reunion για χάρη γυναικείου bachelorette πάρτι. Τα sex jokes λοιπόν πιάνονται χέρι-χέρι με το μαύρο χιούμορ, σε μια σεξοκωμωδία καταστάσεων που δεν θα παραξενευόσουν αν έβλεπες ως επεισόδιο ελληνικής τηλε-σειράς. Μη μπορώντας να αποτινάξει από πάνω του την αίσθηση «προϊόντος», το σενάριο προσφέρει γερές δόσεις deja-vu, ενώ σκηνοθεσία και μοντάζ αδυνατούν να βρουν κωμικό στόχο μέσω πλανοθεσίας και τάιμινγκ αντίστοιχα, τα οποία ακολουθούν με αμηχανία τα αυστηρά χολιγουντιανά «εγχειρίδια».

Μέσα στο ως επί το πλείστον αξιοπρεπέστατο καστ, μια ταινία που θέλει ως κεντρικό «μεγάλο» όνομά της τη Scarlett Johansson, κάνει ελάχιστη προσπάθεια για να καταστήσει το χαρακτήρα της στοιχειωδώς αστείο και, κυρίως, ενδιαφέρων. Η σεναριακή της ανάπτυξη βασίζεται κυρίως στην αρχική εργασιομανία της εις βάρος των διαπροσωπικών της σχέσεων, πληροφορία η οποία παρέχεται ως σεναριακή τυπικότητα, δηλαδή άνευ κάποιας κωμικής ή δραματουργικής έμπνευσης, με αποτέλεσμα ελάχιστα να μένει στη μνήμη μας ή να μας ενδιαφέρει. Με την ίδια τη Johansson να μην αναδεικνύει κάποια ιδιαίτερη κωμική δύναμη ερμηνευτικά, οι β’ χαρακτήρες τής κλέβουν ξεκάθαρα την παράσταση. Από την κεντρική παρέα, ερμηνευτικά αξιοσημείωτη είναι η Kate McKinnon (με Αυστραλέζικη προφορά), αλλά αυτή που ξεχωρίζει δεν είναι άλλη από την λεσβία αλητο-ακτιβίστρια της Ilana Glazer, της οποίας το υπαινικτικό love-story είναι από τα λίγα πράγματα που προσθέτουν ένα κάποιο σεναριακό και χιουμοριστικό ενδιαφέρον. Οι μόνες αξιομνημόνευτες και όντως αστείες πάντως στιγμές της ταινίας είναι οι λίγες που αξιοποιούν το ταλέντο του Ty Burrell (η Demi Moore στις ίδιες σκηνές μένει αρκετά αναξιοποίητη), ο οποίος είναι σκέτη ευλογία για το όλο εγχείρημα.

Αν και το φιλμ δεν αποδεικνύεται τόσο κακό όσο προμηνύει το πρώτο του –σοκαριστικά ανέμπνευστο και σχεδόν βιντεοκλιπίστικο- 20λεπτο, σπάνια καταφέρνει να παράγει σκηνές γνήσιας κωμικής και κινηματογραφικής αξίας, περνώντας επί τόπου στη λήθη του σωρού. Ας αποδειχθεί τουλάχιστον χρήσιμο στην ανάδειξη των ξεκάθαρων ερμηνευτικών ταλέντων που έχει την τύχη να συμπεριλαμβάνει στο καστ του. 

Βαθμολογία: 1/5

Σάββατο 15 Απριλίου 2017

Pojedeme k moři / To see the sea (2014)

Έχουμε δει πολλές φορές τον οπερατέρ μιας ταινίας να ανήκει στον ίδιον τον κόσμο της ταινίας, να αποτελεί έναν από τους χαρακτήρες της. Αρκεί να κοιτάξουμε οποιοδήποτε found-footage φιλμ ανά τα χρόνια. Το «To see the sea» όμως είναι ίσως η πρώτη φορά που εντός της ταινίας συνυπάρχει ακόμα κι ο υποτιθέμενος σκηνοθέτης και μοντέρ της! Στο είδος του ντοκιμαντέρ, αυτή η λογική δεν είναι άγνωστη, μιας και συχνά οι ντοκιμαντερίστες επιλέγουν να ασχοληθούν με προσωπικές τους ιστορίες, συπεριλαμβάνοντας τον εαυτό τους ως χαρακτήρα της ταινίας τους. Αυτό ακριβώς κάνει και το «To see the sea». Πρόκειται για ένα mockumentary (ψευδο-ντοκιμαντέρ) πάνω στη ζωή του -μυθοπλαστικού- δημιουργού του. Κι αν αυτή η ιδέα ακούγεται πρωτότυπη και φρέσκια, η ευρηματικότητά της δεν τελειώνει εκεί. Γιατί ο υποτιθέμενος δημιουργός του προσωπικού εν λόγω «ντοκιμαντέρ» όχι απλά δεν ανήκει στο χώρο του κινηματογράφου, μα είναι ένα 11χρονο αγόρι που ονειρεύεται να γίνει σκηνοθέτης όταν μεγαλώσει!

Αποτελώντας το ντεμπούτο πίσω από την κάμερα του διάσημου στην Τσεχία ηθοποιού Jiří Mádl, το «To see the sea» αποτελεί μια «μικρή» ταινία, που επισκέφθηκε πολύ λίγα φεστιβάλ, στην Ελλάδα δεν προβλήθηκε ποτέ και εν γένει πέρασε εντελώς απαρατήρητη, παραμένοντας έως σήμερα στην αφάνεια. Μα το φιλμ του Mádl αξίζει πολύ μεγαλύτερης αναγνώρισης απ’ ό,τι έχει δεχθεί. Αν και μπορεί να σε ξεγελάσει εκ πρώτης όψεως με τον (ηθελημένο) φαινομενικό ερασιτεχνισμό του, στην πραγματικότητα κάθε άλλο παρά ερασιτεχνικό είναι. Αντλώντας, εύστοχα, υφολογική έμπνευση από το best-seller «Ποιος Σκότωσε το Σκύλο τα Μεσάνυχτα» (εκεί, ο συγγραφέας Mark Haddon υιοθετεί τη συγγραφική ταυτότητα ενός αυτιστικού εφήβου), ο Mádl κατασκευάζει την ταινία του με άξονα τη νοοτροπία και αφηγηματική ωριμότητα ενός 11χρονου αγοριού -με πολύ σοβαρότερη κινηματογραφική παιδεία από τους συνομηλίκους του. Ακραίοι τεχνικοί πειραματισμοί, συνειδητά επιτηδευμένη πλανοθεσία και ένα καστ εξαιρετικών ηθοποιών που καθιστούν τη μυθοπλασία σχεδόν αδιόρατη αποτελούν ό,τι χρειάζεσαι για να «χάψεις» αδιαμαρτύρητα την ψευδαίσθηση πως βρίσκεσαι πράγματι στο μυαλό ενός μικρού ερασιτέχνη ντοκιμαντερίστα.

Ίσως το φιλμ του Mádl να είναι καταδικασμένο να μην αγγίξει κινηματογραφική κορυφή, όντας (ειρωνικά) αναγκασμένο να υιοθετήσει τον παραπάνω ερασιτεχνισμό για να παραμείνει πιστό στο κόνσεπτ του. Όμως αυτό δεν έχει καμία σημασία. Γιατί αποτελεί ένα πραγματικό υπόδειγμα των δυνατοτήτων της απλότητας και του κινηματογράφου χαμηλού προϋπολογισμού. Αναδεικνύει πώς τα πιο φτωχά κινηματογραφικά μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν δημιουργικά προς όφελος του φιλμ -ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν είναι όντως όσο φτωχό δείχνει-, εντοπίζει την πηγή της κινηματογραφικής φρεσκάδας στην ύπαρξη μιας ευρηματικής κεντρικής ιδέας και αποδεικνύει πως υπάρχει ακόμα χώρος στη μεγάλη οθόνη για αληθινή πρωτοτυπία. Με τον εσκεμμένο ερασιτεχνισμό να δυσκολεύει τον διαχωρισμό των μειονεκτημάτων από τα… πλεονεκτήματά του, συνολικά πραγματοποιεί κάτι εντυπωσιακά καινούριο και αφοπλιστικά πολυεπίπεδο.

Η ελαφρότητα και το χιούμορ της αμέριμνης παιδικής ζωής του πρωταγωνιστή ακολουθούνται από μια απολαυστική πλοκή μυστηρίου υπό την ομπρέλα της παιδικής αθωότητας, ενώ κι αυτή δύναται να δώσει τη θέση της σε ένα απρόσμενα βαρύ οικογενειακό δράμα. Όλα αυτά ομαλά συμπεριλαμβανόμενα στα πλαίσια μιας ευρύτερης παιδικής ζωής κι όχι μιας επιτηδευμένης κινηματογραφικής εξιστόρησης. Κι είναι εντυπωσιακό το πόσα νοηματικά επίπεδα εξυπηρετούνται μέσω αυτής της θεωρητικά «χύμα» αφήγησης. Αφενός, υπάρχει καθαρή ανάπτυξη χαρακτήρα, με τον μικρό Tomáš να ωριμάζει τόσο μέσω της οικογενειακής του περιπέτειας, όσο και της φιλίας του με τον συνομήλικό του Haris. Μα όπως είναι φυσικό, υπάρχει και μια πανταχού παρούσα αυτοαναφορικότητα, που δίνει μια σταθερά κινηματογραφόφιλη διάσταση στο φιλμ, καθιστώντας το τελικά ένα ευαίσθητο γράμμα αγάπης προς το ίδιο το σινεμά. Υποδειγματικά, ωστόσο, αυτές οι δύο διαστάσεις είναι και βαθιά αλληλένδετες, αφού η ενδοσκοπική εξέλιξη του πρωταγωνιστή δεν θα ήταν καν εφικτή δίχως την κινηματογραφική του κάμερα που αναζητά απαντήσεις με τόλμη και καλλιτεχνική φιλοδοξία. Έτσι, το φιλμ του Mádl αναδεικνύεται σε έναν φόρο τιμής στις εγγενείς καλλιτεχνικές μας ανησυχίες, τα παιδικά μας όνειρα και πάνω απ’ όλα στην αυτοανακάλυψη μέσω της τέχνης, και δη του κινηματογράφου.

Άγνωστο και δυσεύρετο, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τσέχου ηθοποιού Jiří Mádl αποτελεί ένα πραγματικό υπόδειγμα κινηματογράφου περιορισμένων μέσων και δημιουργικής φρεσκάδας, χαμηλού προϋπολογισμού και υψηλών ιδεών. Πολύτιμο μάθημα για όσους τρέφουν κινηματογραφικές φιλοδοξίες και ένεση νοσταλγίας για όσους μεγάλωσαν με μια ερασιτεχνική κάμερα στο χέρι ή όσους έστω το ονειρεύτηκαν. Πάνω απ’ όλα όμως, πρόκειται για μια απρόσμενη ανάσα -ουσιαστικής- πρωτοτυπίας, σε έναν κόσμο που όσο την έχει ανάγκη, άλλο τόσο την αφήνει, δυστυχώς, να περάσει απαρατήρητη. 

Βαθμολογία: 4/5

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

Rosetta / Ροζέτα (1999)

Το σινεμά των αδελφών Dardennes δεν είναι συναισθηματικά ευπρόσιτο, μα κρύβει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Η αισθητική ωμότητα της «Ροζέτας», ο άμεσος ρεαλισμός με αδιαφορία προς τη σαφή δραματουργία και τους γνώριμους κινηματογραφικούς κανόνες δεν κάνουν τον θεατή να νιώσει ευπρόσδεκτος. Τον κρατούν σε απόσταση από τον συναισθηματικό κόσμο της πρωταγωνίστριας, ακόμα κι αν σωματικά τον φέρνουν συχνά σε απόσταση αναπνοής. Κι όμως, το φιλμ εξακολουθεί να ανήκει καθαρά στο σινεμά χαρακτήρων. Η ευκαιρία συναισθηματικής ταύτισης με την ηρωίδα δε μας δίνεται όχι γιατί δεν μας ενδιαφέρει ως χαρακτήρας, αλλά γιατί η στυλιστικά «γυμνή» σκηνοθεσία των Dardennes την αντιμετωπίζει αυστηρά αντικειμενικά. Δε μας ταυτίζει μαζί της, δεν μας ζητά να συμπάσχουμε, να τη συμπαθήσουμε ή να τη λυπηθούμε. Η οριακά εμμονική προσκόλληση της κάμερας πάνω της την κάνει να φαντάζει περισσότερο σαν ένα πειραματόζωο, ένα αντικείμενο μελέτης, με εμάς να αποτελούμε τους παρατηρητές πίσω από το μικροσκόπιο.

Η Ροζέτα ποτέ δε θα ανοίξει τα κρυμμένα χαρτιά της. Αυτό που στην αρχή δεν καταλαβαίνουμε δεν θα εξηγηθεί. Απλά ο θεατής (που θέλει) θα εξοικειωθεί με αυτό. Αντί να εκλογικεύσει την εκκεντρικότητά της, θα πατήσει πάνω της για να προσπαθήσει να κατανοήσει το χαρακτήρα της. Κι αν αυτός δεν του είναι απόλυτα κατανοητός, δεν είναι ούτε και στην ίδια τη Ροζέτα. Αν υπάρχει ένας βασικός ανταγωνιστής στο στόρι, είναι μάλλον ο εαυτός της. Κάθε πράξη της, κάθε επιλογή της, κάθε έκφραση του δυσανάγνωστου αυθορμητισμού της αποτελούν μια πάλη διαφορετικών πτυχών του χαρακτήρα της. Εκεί είναι που βρίσκονται οι ουσιώδεις δραματικές συγκρούσεις του φιλμ. Κι είναι η εντυπωσιακή πολυπλοκότητα αυτών των αντιφάσεων, το γοητευτικό βάθος του χαρακτήρα τόσο αυτής όσο και δευτερευόντως του συναδέλφου της Fabrizio Rongione (και φυσικά η συγκλονιστική ερμηνεία της Émilie Dequenne) που χάρισαν στην ταινία την κινηματογραφική αξία της -και ένα Χρυσό Φοίνικα το 1999.

Βαθμολογία: 3.5/5

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

Umimachi Diary / Our little sister / Η μικρή μας αδελφή (2015)

Η «Μικρή μας Αδελφή» του έμπειρου Hirokazu Koreeda (των «After Life», «Nobody Knows» και «Like Father, Like Son») ανήκει στον κινηματογραφικό κόσμο της απλότητας, του μινιμαλισμού και των χαμηλών τόνων. Συνειδητά, δεν καταβάλλει κάποια προσπάθεια να προσφέρει κάτι το αξέχαστο, προτιμώντας να αφουγκραστεί με σεβασμό τις λεπτές θεματικές της παρά να μεγαλοποιήσει τον αντίκτυπό της σε κάτι ίσως επιτηδευμένα βαρύγδουπο και αναίτια υπερφιλόδοξο.  Έτσι, προκύπτει μια «μικρή» ταινία, οπτικά πανέμορφη και συναισθηματικά ζεστή.

Πρόκειται για μια ευαίσθητη παρατήρηση των ζωών μιας οικογένειας τεσσάρων κοριτσιών. Κάποια ιδιαίτερα συγκεκριμένη πλοκή απουσιάζει, όπως κι οποιαδήποτε στοιχειωδώς πομπώδης κορύφωση στην κύρια ή τις δευτερεύουσες ιστορίες. Ο Γιαπωνέζος δημιουργός τοποθετεί την εστίασή του στην πάντα υπολανθάνουσα θεματική της πατρότητας/μητρότητας, αφήνοντας αυτήν να καθοδηγήσει την ουσιώδη (όχι όμως κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί) ψυχολογική σπουδή. Το αποτέλεσμα γλυκό, αλλά μάλλον λησμονίσιμο.

Βαθμολογία: 2.5/5

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

An American Tail / Αμέρικαν Στόρι (1986)

Πρώην animator της Ντίσνεϊ που έφυγε από το στούντιο μαζί με μια ομάδα συναδέλφων του κατά την πολύπαθη παραγωγή της «Αλεπούς και του Κυνηγόσκυλου», ο Don Bluth χάραξε την δική του πορεία στο παιδικό animation. Διαφωνώντας με την καλλιτεχνική φιλοσοφία της Ντίσνεϊ ο Bluth και η ομάδα του δημιούργησαν το δικό τους στούντιο, παράγοντας μια σειρά επιτυχιών που δημιούργησαν τη μεγαλύτερη ως τότε ανταγωνιστική δύναμη για την κυρίαρχη στο χώρο εταιρία. Tο «An American Tail» αποτελεί τη δεύτερη αυτόνομη ταινία του Bluth, σε συμπαραγωγή του Steven Spielberg.

Σε μια εποχή που η Ντίσνεϊ, με εξαίρεση το καταπληκτικό «Η Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο», παρήγαγε μια σειρά από διασκεδαστικά και όμορφα μεν, μα λησμονίσιμα και μάλλον συνταγογραφημένα φιλμ που λίγα περισσότερα είχαν να προσφέρουν από μια ανάλαφρα ευχάριστη θέαση, ο Bluth απαντά με κάτι σαφώς πιο τολμηρό. Κατηγορούμενο στην εποχή του ως υπερβολικά καταθλιπτικό για παιδιά, το «American Tail» καταπιάνεται με το δύσκολο θέμα της μετανάστευσης και φορτώνει τον εαυτό του με ένα ασυνήθιστο συναισθηματικό βάρος. Το στόρι ακολουθεί μια οικογένεια Εβραίων στα τέλη του 19ου αιώνα, η οποία μεταναστεύει από τη Ρωσία στην Αμερική για σωτηρία από τις βίαιες επιθέσεις των Κοζάκων και αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Βεβαίως, οι ήρωες είναι ποντίκια και περισσότερο από τους έφιππους Κοζάκους θέλουν να ξεφύγουν από τις πεινασμένες ρώσικες γάτες, μα οι ιστορικές αναφορές και οι κοινωνικοπολιτικοί παραλληλισμοί παραμένουν άμεσοι. Η φτώχεια και η σκληρότητα της ξενιτιάς, ο χαμός αγαπημένων προσώπων (πόσο μάλλον ενός παιδιού), η μαφία και η παιδική εκμετάλλευση κάνουν, εν συνεχεία, το πέρασμά τους από την οθόνη.

Πάνω σε αυτό το σκοτεινό υπόβαθρο λοιπόν, ο Bluth διηγείται μια απολαυστικότατη και διασκεδαστική ιστορία με χαριτωμένα ποντίκια και μοχθηρές γάτες, έναν από τους πιο «cute» animated πρωταγωνιστές που έχει δει το κινηματογραφικό πανί και αληθινά υπέροχα τραγούδια που θα έκαναν τον Walt Disney να πρασινίσει από ζήλια. Αν και δεν χειρίζεται την πλοκή και τη δράση με την ίδια δεξιοτεχνία που επιδεικνύει στο χτίσιμο του συναισθηματικού του κορμού, το φιλμ εντυπωσιάζει με το πώς καταφέρνει να συνδυάσει όλα τα στοιχεία μιας επιτυχημένης παιδικής ταινίας με πιο ενήλικα θέματα, χωρίς αυτά να το βαραίνουν υπερβολικά ή να στερούν την παιδική του αθωότητα.

«Ντισνεϊκή» ταινία εκτός Ντίσνεϊ που βάζει τα γυαλιά στις τότε χλιαρές απόπειρες του κυρίαρχου στούντιο, το φιλμ του Don Bluth αξίζει να μνημονεύεται πλάι στα πιο δημοφιλή κλασικά «ξαδερφάκια» του.

Βαθμολογία: 3.5/5