Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Despicable me / Εγώ ο απαισιότατος (2010) - 4.5/5

Ο Γκρου είναι ένας φιλόδοξος, πλην όχι και τόσο πετυχημένος κακοποιός, που έχει ως επόμενο στόχο του να αποδείξει την αξία του πραγματοποιώντας τη μεγαλύτερη κλοπή όλων των εποχών: Αυτήν του φεγγαριού! Για την υλοποίηση του σχεδίου όμως, δεν μοιάζει να υπάρχει άλλη λύση από την υιοθέτηση τριών μικρών κοριτσιών, τα οποία από τη στιγμή που θα πατήσουν το πόδι τους στο σπίτι του Γκρου θα αρχίσουν να βγάζουν στην επιφάνεια μια πλευρά του χαρακτήρα του πολύ πιο ανθρώπινη και τρυφερή, αποδεικνύοντας πως «το ότι είναι κακός, δεν σημαίνει ότι είναι και… κακός!»

Αν σας ακούγεται πολύ κλισέ ή υπερβολικά παιδικό για τα γούστα σας, μην ανησυχείτε, γιατί η έντονη αφέλεια και παιδικότητα αποτελεί απλώς το περιτύλιγμα της ταινίας. Μιας ταινίας που απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες, τόσο χάρη στα πανέμορφα μηνύματα της, όσο και στην ώριμη σκηνοθετική αντιμετώπιση του θέματός της.

Νομίζω πως το μεγάλο επίτευγμα των σκηνοθετών είναι ο τρόπος που η ταινία σου κεντρίζει το ενδιαφέρον αμέσως, καθώς σε βάζει στο κλίμα της με ξεσηκωτικά κεφάτη διάθεση. Έχει δοθεί ιδιαίτερη βάση στον σχεδιασμό των ηρώων και αυτό είναι εμφανές από τα απολαυστικότατα αποτελέσματα μερικών από τους πιο αξιομνημόνευτους μη ρεαλιστικούς ήρωες καρτούν των τελευταίων ετών. Δεν λείπουν στιγμές, μάλιστα, που οι εκφράσεις τους αποδεικνύονται μοναδικά αστείες! Και φυσικά –όπως σίγουρα θα έχετε ξαναδιαβάσει- οι πολυάριθμοι μικροί κίτρινοι βοηθοί του Γκρου, τα απίστευτα διασκεδαστικά minions, που από το trailer κιόλας έκλεψαν τις εντυπώσεις, αποτελούν το μεγάλο ατού και χαρακτηριστικό γνώρισμα της ταινίας. Παράλληλα αντιπροσωπεύουν, πιστεύω, και την αθωότητα της παιδικής ηλικίας.

Το άλλο υπερτεράστιο, για το είδος, κατόρθωμα των δημιου- ργών είναι πως τελικά δικαι- ώνουν απολύτως τις προσδοκίες του θεατή, κάτι που, δυστυχώς, σπανίζει στο χώρο των κινουμένων σχεδίων. Τα όποια αναπόφευκτα κλισέ είναι αδιόρατα γιατί δεν αποσκοπούν στον εντυπωσιασμό μικρών ηλικιών -επιτυγχάνεται και αυτό βέβαια και μάλιστα απόλυτα (!), μα πολύ διακριτικά- αλλά στο να περάσουν καλύτερα τα μηνύματα της ταινίας, ενώ μοιάζουν να βγάζουν γλώσσα και εν μέρει να σατιρίζουν αυτήν ακριβώς την αδυναμία των περισσότερων καρτούν. Έτσι, χωρίς τον παραμικρό παλιμπαιδισμό, χωρίς να ξεχνάει το ενήλικο κοινό και χωρίς να χάνει το ασταμάτητο χιούμορ του, ο «Απαισιότατος» υμνεί τη δύναμη της αγάπης προκαλώντας συγκίνηση που παρόμοιά της δεν αισθάνεται κανείς συχνά στον κινηματογράφο…

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

The Terminator / Ο Εξολοθευτής (1984) - 3.5/5

Όπως έχω τονίσει και παλιότερα, η μεγάλη σκηνοθετική δύναμη του Τζέιμς Κάμερον έγκειται στο ότι είναι ικανός να προσδίδει ψυχή σε κοινότυπες (αλλά πάντα ευφάνταστες) ιστορίες, «χτίζοντας» χαρακτήρες, δίνοντας έμφαση στον συναισθηματικό κόσμο τους μέσα από την θεαματική δράση των ταινιών του και προκαλώντας έντονο σασπένς. Έτσι κι εδώ, ο τρόπος που παρουσιάζεται η κλισέ εξέλιξη του έργου είναι τόσο επιτυχημένος που (ενώ αν είχε αναλάβει οποιοσδήποτε άλλος εμπορικός σκηνοθέτης, το déjà-vu θα άγγιζε επικίνδυνα υψηλά επίπεδα) προκαλεί νοσταλγία, καθότι κάνει την παρακολούθηση μιας απλής sci-fi περιπέτειας να μοιάζει πρωτόγνωρη ακόμα και σήμερα!

Μάλιστα πιστεύω πως ο «Εξολοθρευτής» είναι πιθανώς η πιο πρωτότυπη δουλειά του Κάμερον! Εξηγούμαι: Ιδίως μέχρι τα μισά, πίσω από την επιφάνεια της σκοτεινής και βίαιης περιπέτειας επιστημονικής φαντασίας κρύβεται έντονος αυτοσαρκασμός! Μπορεί ο Σβαρτζενέγκερ να θεωρεί ότι δίνει μια υποβλητική ερμηνεία, αλλά στην πραγματικότητα, είτε αυτό αποτελούσε πρόθεση του σκηνοθέτη είτε όχι, προκαλεί περισσότερο γέλιο παρά φόβο. Η ταινία αυτοπαρωδείται, μα δεν γίνεται ούτε στο ελάχιστο γελοία! Αντίθετα, είναι απολαυστικότατη και δεν της λείπει ούτε η αγωνία, ούτε η εντυπωσιακή δράση, ούτε η πρωτοπορία των εφέ. Η τελική σκηνή δε, όπου το κλίμα έχει πια σοβαρέψει, είναι εκπληκτική και κλείνει το φιλμ με ανατριχιαστικά ευρηματικό τρόπο…

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

The Incredibles (2004) - 2.5/5

Όσο ώριμοι κι αν είναι οι διάλογοι, όσο ενδιαφέρον κι αν έχουν οι χαρακτήρες, όσο φιλότιμη κι αν είναι η προσπάθεια να δοθεί σε αυτούς ρεαλιστική υπόσταση και όσο εύστοχη κι αν είναι η έμφαση στις σχέσεις της οικογένειας, το φιλμ στο σύνολό του παραμένει υπερβολικά παιδικό και το φινάλε μοιάζει υπερφορτωμένο.

Η ελληνική μεταγλώττιση, παραδόξως, είναι εντυπωσιακά πετυχημένη.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Se7en (1995) - 4/5

Ταινία σταθμός στο είδος του αστυνομικού θρίλερ, η απογείωση της καριέρας του David Fincher και μια εμπειρία που παρόμοιά της πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να ξαναζήσει είναι το σκοτεινό και ανατριχιαστικό Se7en από τον δημιουργό του «Fight club». Ο Ντέιβιντ Φίντσερ σκηνοθέτησε φιλόδοξα, όχι σε ιδιαίτερα δυνατούς τόνους, αλλά με απίστευτη υπόγεια ένταση ένα ιδιοφυές σενάριο από τον Άντριου Κέβιν Γουόκερ, που σόκαρε με την εγκυρότητα της σύλληψης μιας εφιαλτικής πραγματικότητας. Ο σκηνοθέτης κατορθώνει να σε κάνει να μην μπορείς να πάρεις ανάσα, δίνοντας έμφαση στη λεπτομέρεια και στην ατμόσφαιρα. Έτσι, σε διατηρεί προσηλωμένο στην προσπάθειά σου να προσέξεις την παραμικρή κίνηση που κάνουν οι πρωταγωνιστές και να μη χάσεις ούτε μισή λέξη από τους διαλόγους και σε αγκαλιάζει απειλητικά με τη μουντή, βροχερή, υπνωτιστική και «νοσηρή» του ατμόσφαιρα. Το τελευταίο επίθετο αξίζει μια κάποια ανάλυση. Από την αρχή κιόλας ο Φίντσερ δημιουργεί ένα ανατριχιαστικό κλίμα μέσα από τα αποτελέσματα μονάχα των φόνων, τους οποίους μπορεί να μην παρακολουθείς καθώς διαπράττονται, είναι όμως φρικαλέοι και δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο δολοφόνος (δεν αποκαλύπτω το όνομα του ηθοποιού σε περίπτωση που δεν έχετε δει το φιλμ) έχει διεισδύσει -με την ίδια χαλαρότητα που αντιμετωπίζει τους ήρωες στην ταινία- στο πάνθεον των μεγαλύτερων κινηματογραφικών «κακών». Ήδη από τους τίτλους αρχής συνειδητοποιείς πόσο εύκολα δύναται ο Φίντσερ να προκαλέσει την αίσθηση της διαστροφής και αυτή κορυφώνεται σε ένα απολύτως αιφνιδιαστικό (όχι βέβαια ολικά ανατρεπτικό, όπως περίμενα), σοκαριστικό και πεσιμιστικό φινάλε. Με εκπληκτικές λοιπόν ερμηνείες, υποδειγματική σκηνοθεσία, σασπένς, μυστήριο, αλλά και ορισμένες γνήσιες σκηνές τρόμου, το καθηλωτικό (πλην με μια μικρή κοιλίτσα μπορώ να πω) και εφιαλτικότατο «Se7en» είναι ένα ανεπανάληπτο ψυχολογικό-αστυνομικό θρίλερ που δε θα μπορούσε να μην έχει μείνει στην ιστορία.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Κυνόδοντας (2009) - 4/5

Τι είναι όλος αυτός ο ντόρος που έχει δημιουργηθεί γύρω από το φιλμ του Γιώργου Λάνθιμου; Πολλοί ήταν αυτοί που το λάτρεψαν, ακόμα περισσότεροι εκείνοι που το μίσησαν. Να το πει κανείς θέμα γούστου; Οπτικής; Όπως και να ‘χει, αυτή είναι, λίγο-πολύ η σημασία του όρου σινεφίλ. Για να το αγαπήσεις, πρέπει να αντιληφθείς την ενδεχομένως κρυμμένη μαγεία του. Και αυτό ακριβώς είναι που συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ο «Κυνόδοντας» είναι βαθύς και καθαρά σινεφιλικός ελληνικός κινηματογράφος. Είναι κατανοητό να μην μπορεί κάθε θεατής να ταυτιστεί με τόσο εκκεντρικούς χαρακτήρες και καταστάσεις, αλλά έτσι κι αλλιώς η ταινία για να λατρευτεί χρειάζεται αποκωδικοποίηση. Οι αλληγορίες είναι αμέτρητες, αισθάνεσαι πως κάθε σεκάνς θέλει να πει και κάτι διαφορετικό, πως σε βυθίζει στην αναζήτηση ενός αρχικά δυσδιάκριτου μα τελικά κατανοητού νοήματος. Πάντα ωστόσο υπάρχουν σκοτεινά σημεία, τα οποία πιθανά χρειάζονται δεύτερη «ανάγνωση» για να γίνουν επαρκώς αντιληπτά.

Το σπίτι όπου εκτυλίσσεται η ιστορία αποτελεί τη μικρογραφία μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η ένταξη του ανθρώπου σε αυτή γίνεται ύπουλα. Οι γνώσεις του είναι περιορισμένες σε ό,τι του έχει μάθει το  κοινωνικό σύστημα στο οποίο έχει μεγαλώσει. Αυτό τού παρέχει ένα απειροελάχιστο κομμάτι της ελευθερίας που δικαιούται (βλ. τα αεροπλάνα), κάνοντάς τον να πιστεύει πως την έχει κερδίσει με το σπαθί του και έχει πετύχει κάτι σημαντικό. Του παρουσιάζει ως μεγάλο εχθρό μια ασήμαντη απειλή (η γάτα), χωρίς να του επιτρέπει να διακρίνει τον αληθινό εχθρό του: το ίδιο το σύστημα. Δεν του παρέχει γνώση, αλλά παραπαιδεία (η σκηνή με το τραγούδι του Σινάτρα και οι ψεύτικες σημασίες των λέξεων). Τον κάνει να πιστεύει πως γνωρίζει, ενώ στην πραγματικότητα δεν ξέρει παρά μόνο αυτά που του έχουν μάθει, αυτά που θέλουν να γνωρίζει, ψέματα.

Και πάντα διατηρείται η ανωνυμία. Ο άνθρωπος είναι υποχείριο. Ένα πιόνι, όπως και όλοι  οι υπόλοιποι. Σχεδόν δεν υπάρχει.

Για την απόδραση και την αναζήτηση της αλήθειας υπάρχει μόνο ένας δρόμος, ο οποίος απαιτεί τρομακτικά ρίσκα και θυσίες (αυτοτραυματισμό)…

Μετά από πολύ χρόνο αποκρυ-πτογράφησης ο θεατής θεωρεί πως έχει φτάσει στη λύση του μυστηρίου, μα ο «Κυνόδοντας» αποτελεί κανονικό γρίφο. «Παιχνίδια» με τη μουσική και τον ήχο, λεκτικές ασάφειες και μυστηριώδεις σεκάνς εξακολουθούν να στροβιλίζουν στο μυαλό μου.

Μα το πιο «θολό» στοιχείο του φιλμ είναι ο χαρακτήρας της Χριστίνας.

Γιατί είναι σχεδόν εξίσου παράξενη με τα παιδιά της οικογένειας;

Αυτό και άλλα ερωτήματα γύρω από τον εν λόγω χαρακτήρα προβληματίζουν, προκαλώντας επιπλέον τρόμο από αυτόν που δημιουργεί απλά και μόνο η θέαση της ταινίας.

Μήπως η ιστορία που αφηγείται ο Γιώργος Λάνθιμος, δεν αναφέρεται στο σήμερα, αλλά σε ένα κοντινό μέλλον; Ανατριχιαστική η ερώτηση που κάνω στον εαυτό μου, «πόσο κοντινό ακριβώς;»… Μήπως η διαστροφή των γονιών (του πατέρα κυρίως) της οικογένειας δεν περιορίζεται μονάχα στο σπίτι τους, αλλά πηγάζει από αυτό ακριβώς το διεφθαρμένο σύστημα που αναφέραμε παραπάνω, το οποίο έχει επηρεάσει κάθε άνθρωπο-μέλος της κοινωνίας, είτε στον ίδιο, είτε σε μικρότερο (είτε σε μεγαλύτερο;) βαθμό; Μήπως όλα όσα παρακολουθούμε ως εκκεντρικότητες μιας οικογένειας αποτελούν ένα μικρό δείγμα της γενικότερης παρακμής των αξιών, της θέλησης, της σκέψης, συνεπώς της ελευθερίας και ενδεχομένως ακόμα και της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης;

Ο συλλογισμός μπορεί να φτάσει πολύ μακριά και ο προβληματισμός του «Κυνόδοντα» αποδεικνύεται απελπιστικά πεσιμιστικός…

Ίσως ακούγεται περίεργο, μα το σκηνοθετικό ύφος του Γιώργου Λάνθιμου μου θύμισε εκείνο του Μάικλ Χάνεκε στα «Funny Games». Και οι δύο δημιουργοί προβάλουν ένα «τσουχτερό» θέμα με εφιαλτική αρρώστια, αλλά και μια δόση ειρωνείας. Η διαφορά τους έγκειται στην προσέγγιση της τελευταίας. O Χάνεκε βγάζει κανονικότατα γλώσσα στον θεατή και γελά πονηρά επιχειρώντας να κάνει τη διαφορά, όμως εν μέρει αυτοαναιρείται και αποσυνθέτει το απόλυτα σοβαρό και καθηλωτικό κλίμα της ταινίας του, αποτυπώνοντας έκφραση περισσότερο απορίας παρά έκπληξης στο πρόσωπο του θεατή. Αντίθετα, ο Λάνθιμος κάνει αντιληπτή την ειρωνεία του με υποδειγματική διακριτικότητα, ώστε πάντα να διατηρείται η αίσθηση της διαστροφής και κάθε συναίσθημα που μπορεί αυτή να προκαλέσει. Κι όμως, όσο τρομαχτική και νοσηρή κι αν είναι η πάντα ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, υπάρχουν στιγμές που δεν μπορείς συγκρατήσεις ένα μικρό γέλιο ή έστω χαμόγελο, λόγω της εκκεντρικότητας όσων βλέπεις, πράγμα που όμως, αντί να σε αποσπά, οδηγεί τη νοσηρότητα του θέματος πιο βαθιά μέσα σου. Σε κάνει να νιώθεις πως την έχεις υιοθετήσει και εσύ ο ίδιος, πράγμα που αποτελεί το πιο ευαίσθητο από όλα τα σημεία στα οποία σε χτυπά η ταινία. Πέρα απ’ αυτό όμως αναδεικνύει και το εντυπωσιακά υψηλού επιπέδου ταλέντο του Γιώργου Λάνθιμου, ικανό να βάλει τα γυαλιά σε γνωστότερους, ποιοτικά καταξιωμένους δημιουργούς.

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

The butterfly effect / Το φαινόμενο της πεταλούδας (2004) - 3.5/5

Δεν μπορώ να αρνηθώ πως η ταινία έχει αδυναμίες. Πολλές, μπορώ να πω. Υπάρχουν φορές που η σκηνοθεσία μοιάζει τηλεοπτική και συχνά το σενάριο δίνει την εντύπωση πως θα έπρεπε να έχει αντιμετωπιστεί με περισσότερη ωριμότητα, μια και δε λείπουν αφέλειες και προσχήματα. Η χρήση ειδικών εφέ ευτυχώς δεν ξεπερνά τα όρια του αποδεκτού, αλλά άλλοι δευτερεύοντες τομείς όπως χτένισμα και μακιγιάζ είναι επίσης προβληματικοί.
Εντούτοις, η ταινία έχει τόσο δυνατό στόρι, που κανένα πρόβλημα δεν είναι αρκετό για να την επηρεάσει αρνητικά. Πρωτότυπο, ιδιαίτερο, προσεγμένο και αξέχαστα έξυπνο, σε προσηλώνει, σε μαγεύει και στο τέλος σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα. Να λοιπόν πώς μια σχεδόν τηλεοπτική ταινία, με εμφανή επιμέρους ελαττώματα, μπορεί να αποτελέσει, χάρη στα γερά της θεμέλια, τόσο ένα δυνατό θρίλερ όσο και μια ξεχωριστή εμπειρία η οποία τελειώνοντας σε αφήνει εκστασιασμένο.

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Running scared / Τρέξε γρήγορα (2006) - 1/5

Πέρα απ’ ό,τι στις σκηνές με τους παιδεραστές, όπου υπάρχει πραγματικά μια αίσθηση διαστροφής, η ένταση απουσιάζει τελείως από την ταινία. Η τηλεοπτική σκηνοθεσία του Γουέιν Κράμερ την κάνει να μοιάζει με μέτριο επεισόδιο αστυνομικού σίριαλ και το προχειρογραμμένο σενάριο αφηγείται καταστάσεις τραβηγμένες στα όρια της αυτοπαρωδίας.

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

127 hours / 127 ώρες (2010)

Για να καταφέρει ο σκηνοθέτης του «Slumdog millionaire» να «ξεχειλώσει» το στόρι (η αληθινή ιστορία του ορειβάτη Aron Ralston, που έμεινε εγκλωβισμένος μέσα σε ένα στενό φαράγγι στο Γκραντ Κάνυον με ένα βράχο να έχει σπάσει το χέρι του για πέντε ημέρες) ώστε να αποκτήσει αξιόλογη διάρκεια, χωρίς να γίνει φορτικό, έχει χρησιμοποιήσει αρκετά τρικ και έχει προσθέσει στο σενάριο πάμπολλα ευρήματα, άλλοτε εύστοχα, άλλοτε περιττά. Μα τι σημασία έχει αν η οθόνη είναι χωρισμένη στα δύο ή στα τρία και τι ενδιαφέρον έχει να χρησιμοποιείται διαρκώς (παρεμπιπτόντως πολύ καλή) μουσική, ενώ η ταινία θα έπρεπε να δίνει έμφαση στη σιωπή; Και μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί η ταινία θα ήταν καλύτερη αν δεν είχε υπερφορτωθεί τόσο πολύ, απλά και μόνο με το γεγονός ότι παρότι αυτή ξεκινά με τη γνωριμία του Ralston με δύο ορειβάτισσες και -μεταφορικά- του θεατή με το τοπίο, δεν έχει κανένα απολύτως ενδιαφέρον μέχρι να εγκλωβιστεί ο πρωταγωνιστής από τον βράχο που πλακώνει το χέρι του!

Και από κει κι έπειτα, θα μπορούσε να αποτελεί ένα καθηλωτικό ή ψυχοφθόρο ή γενικώς ένα ιδιαιτέρως επώδυνο έργο, αλλά δυστυχώς πλατειάζει με βιντεοκλιπίστικες, μελοδραματικές σκηνές παραισθήσεων, αναμνήσεων και άλλων προσπαθειών του σκηνοθέτη να διατηρήσει το ενδιαφέρον, που τελικά καταφέρνουν μάλλον το αντίθετο. Το αποτέλεσμα είναι στο τέλος η αίσθηση της λύτρωσης να είναι μόνο επιφανειακή, να εντοπίζεται στη μουσική επένδυση αλλά να λείπει από την ουσία και να αδυνατεί να μιλήσει στην ψυχή.

Ωστόσο, ο Danny Boyle έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: Τον πρωταγωνιστή του, James Franco, που δίνει μια συγκλονιστική ερμηνεία και είναι αυτός που στην πραγματικότητα κρατά το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ στις πλάτες του.

Γενικότερα, οι «127 ώρες» αποτελούν μια ιδιαίτερη ταινία, που σίγουρα δεν περνά απαρατήρητη, αλλά δεν μένει αξέχαστη όπως ενδεχομένως να μπορούσε…

Η αλήθεια είναι ότι την ίδια χρονιά προηγήθηκε και το σαφώς καλύτερο και πιο τολμηρό παρόμοιου θέματος «Βuried», από την αναπόφευκτη σύγκριση του οποίου με την ταινία του Boyle, η τελευταία αποδεικνύεται ηττημένη. Θα είχε κάνει σίγουρα εντονότερη αίσθηση αν η χρονική διαφορά κυκλοφορίας τους ήταν μεγαλύτερη…

Βαθμολογία: 2.5/5


Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Star Wars: Episode III - Revenge of the Sith / Ο πόλεμος των άστρων: Επισόδειο 3 - Η εκδίκηση των Σιθ (2005) - 3.5/5

Θριαμβευτικά επιτυχημένο το κλείσιμο της prequel τριλογίας Star Wars! Το 1999 έγινε μια αποτυχημένη απόπειρα αναβίωσης του franchise, που αποτελεί μια μικρή κοιλιά στην επιτυχία του Star Wars, τρία χρόνια αργότερα ήρθε το «Attack of the Clones» για να καλύψει τις αδυναμίες του «Phantom Menace» και να ικανοποιήσει τους απογοητευμένους οπαδούς της σειράς και μετά από άλλα τρία χρόνια έφτασε η μεγάλη στιγμή που έφερε την ισορροπία ανάμεσα στις δύο τριλογίες και ενθουσίασε και τους πιο απαισιόδοξους…

Αυτή τη φορά ο Τζορτζ Λούκας είναι πιο κοντά από ποτέ στα γεγονότα και τα πρόσωπα των παλιών ταινιών, όμως έχει επιτέλους πάψει να βρίσκει σε αυτές σκηνοθετική και σεναριογραφική καθοδήγηση σχετικά με τη δράση των ηρώων του (για παράδειγμα, στο προηγούμενο κυρίως επεισόδιο έμοιαζε να κάνει αντικατάσταση των original χαρακτήρων με τους νέους: ο Obi-Wan έπαιρνε τη θέση του Λουκ –ο Jedi πρωταγωνιστής-, η Padme και ο Άνακιν τη θέση των princess Leia και Χαν Σόλο αντιστοίχως –το ζευγαράκι των δεύτερων ρόλων- και ο Count Dooku του Darth Vader ως ο κακός της ιστορίας). Έτσι, το «Revenge of the Sith», πέρα από το πιο διαφοροποιημένο και μακράν καλύτερο μέρος της νέας τριλογίας, είναι και ίσως το πιο ξεχωριστό και αξιομνημόνευτο από όλα τα έξι επεισόδια! Ο λόγος είναι ότι κρύβει μια τόλμη, όχι σαν εκείνη των παλιών, επειδή ήταν μπροστά από την εποχή τους, αλλά σχετικά με τον τρόπο που παρουσιάζονται τα λίγο-πολύ ήδη γνωστά γεγονότα. Ο σκηνοθέτης ποτέ δεν προσπαθεί να σύρει την ιστορία του σε ένα εκβιαστικό happy-end και αφηγείται τον απόλυτο θρίαμβο του κακού σε έντονα δραματικούς τόνους. Και αληθινά πιστεύω πως αν ήταν περισσότερο τολμηρός θα είχε προκύψει, χωρίς υπερβολές, αριστούργημα. Γιατί τότε θα υπήρχαν δυνατότητες για πραγματική συγκίνηση (και όχι την βεβιασμένη των εμπορικών όρων) και ψυχαναλυτικούς συμβολισμούς! Ως blockbuster, το φιλμ προσπαθεί να συγκινήσει, αλλά πάντα στα όρια που του θέτει ο καθαρά εμπορικός του χαρακτήρας. Φυσικά και αυτή η προσπάθεια είναι πάρα πολύ καλή και η επιτυχία του έργου έδειξε πως έκανε τη δουλειά της… Όμως υπάρχει και ένας ακόμα λόγος που δεν τα καταφέρνει απολύτως: οι διάλογοι. ‘Ωμοί’, θα λέγαμε, και χωρίς φαντασία, εγκλωβίζουν σε κάποιο βαθμό την κατά τ’ άλλα πολύ έντονη συναισθηματική υπόσταση του φιλμ. Την ψυχανάλυση την αναφέρω γιατί θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να βλέπαμε τον ψυχισμό του Άνακιν σε μεγαλύτερο βάθος, καθώς κάνει τη μεταστροφή του στη «σκοτεινή πλευρά», που παρουσιάζεται κομματάκι σχηματικά.

Υφολογικά, η ταινία ξεκινά ως ένα καθαρά διασκεδαστικό blockbuster (με μια αστρομαχία όπως αυτές που έχουμε να δούμε από την «Επιστροφή των Τζεντάι») και πλατσουρίζει αρχικά σε ρηχά νερά, για να μας εισάγει ομαλά στο κλίμα της, που στη συνέχεια πρόκειται να βαρύνει… Όταν βγαίνουν σε πρώτο πλάνο οι συνωμοσίες, οι προδοσίες (απίστευτη δύναμη έχει η σεκάνς της «Διαταγής 66») και οι πολυάριθμες απώλειες παίρνει μπρος το δράμα που ίσως θα ήταν υπερβολή ότι συγκινεί, σίγουρα όμως υπάρχουν στιγμές που όχι μόνο αγγίζει το θεατή, αλλά του προκαλεί ρίγος… Το κλίμα ακολουθεί την πορεία των χαρακτήρων: Ο Άνακιν, στην αρχή ένας συνετός Τζεντάι, με εξαιρετικά μεγάλες ικανότητες, που όμως δεν έχει τελειοποιήσει απολύτως την εκπαίδευσή του, καταλήγει στον τυφλωμένο από τη δύναμη Darth Vader (ο Christensen λιγάκι υπερβολικός μερικές φορές στο ρόλο του, αλλά τις περισσότερες μιλάει πραγματικά με το βλέμμα του). Ο Obi-Wan, από τη χαλαρότητα, που οφείλεται στην ικανοποίησή του βλέποντας τον μαθητευόμενό του να τα καταφέρνει έως και καλύτερα από τον ίδιο, και τη χιουμοριστική του διάθεση οδηγείται στην «σοφή» σοβαρότητα και την ωριμότητα του Άλεκ Γκίνες (όπως και ο χαρακτήρας του, ο ΜακΓκρέγκορ αρχικά το διασκεδάζει, μα στο τέλος μοιάζει να ωριμάζει και πετυχαίνει αποτελεσματικά την έκφραση της θλίψης του). Τέλος, η Padme, από την απόλυτη ευτυχία, καταλήγει στην αβάσταχτη δυστυχία (μάλλον αμήχανη όμως η προσέγγιση του ρόλου από την Πόρτμαν)…

Στο τέλος έχουμε δύο επικές μονομαχίες να λαμβάνουν χώρα παράλληλα: η αξέχαστη φυσικά του Obi-Wan με τον Άνακιν, αλλά και εκείνη μεταξύ του Darth Sidious (ο Ian McDiarmid, πέρα από τις overacting στιγμές του, είναι πιο εφιαλτικός από κάθε άλλη φορά) και του τελειοποιημένου πια ψηφιακά Yoda.

Λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους ο Λούκας φαίνεται να μη θέλει να αποχωριστεί τους ήρωές του και η μία ψευτο-τελική σκηνή διαδέχεται την άλλη. Μήπως όμως ούτε εμείς είμαστε έτοιμοι να τους αποχαιρετήσουμε ακόμα; Αυτό είναι έως και σίγουρο και ο George έχει φροντίσει να κλείσει την ταινία του με τέτοιο τρόπο (πώς να μην ενθουσιαστείς στην όψη του ενός και μοναδικού Darth Vader, με τη γνωστή στολή του;), ώστε μετά το τέλος της να θες να ανοίξεις το DVD player σου και να βάλεις μέσα για πολλοστή φορά το δισκάκι της «Νέας Ελπίδας», και στη συνέχεια των δύο επόμενων μεγάλων cult classics