Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

The last house on the left / Το τελευταίο σπίτι αριστερά (2009) - 2/5

Η ταινία είναι σίγουρα ενδιαφέρουσα. Μόνο που θα μπορούσε πολύ εύκολα να είναι κλάσεις ανώτερη. Αυτό οφείλεται στο στόρι, το οποίο ανάλογα με τη μεταχείρισή του είναι ικανό να παράξει από σκουπίδι (γιατί εύκολα μπορεί να ξεπέσει στην ανεγκέφαλη βία ενός κάκιστου b-movie) έως αριστούργημα (χάρη στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρωτοτυπία του που θέλει τους δολοφόνους από θύτες να γίνονται θύματα). Ο Έλληνας σκηνοθέτης Ντένης Ηλιάδης δεν είναι καθόλου κακός, όμως φαίνεται πως χρειάζεται ένα «κλικ» βελτίωσης για να ξεχωρίσει. Και αναφέρω αυτό το «κλικ» ως κάτι γενικό, καθώς είναι πολλοί οι τομείς που έχουν περιθώρια αλλαγής προς το καλύτερο.

Αρχικά, ο Ηλιάδης δεν εκμεταλλεύεται την ιδιαιτερότητα που προανέφερα, αλλά μοιάζει να αρκείται απλά στο να υποδείξει την ύπαρξή της, να σου περάσει την ιδέα της, χωρίς όμως ποτέ να την πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Εδώ φταίει και το σενάριο, που θα χρειαζόταν μικρές αλλά καθοριστικές επεμβάσεις προς αποφυγήν των κλισέ. Και δυστυχώς, τόσο ο χαρακτήρας του νεαρού Τζάστιν, όσο και το τέλος της ταινίας βρίθουν από αυτά.

Προσωπικά δε δέχομαι σε σοβαρή ταινία να βλέπω τους ήρωες να πρέπει να περάσουν τα πάθη του Χριστού για να βγάλουν λίγο αίμα! Πηδάει ο άλλος από το παράθυρο σπάζοντας το τζάμι με το μισόγυμνο κιόλας σώμα του και μετά έχει μόνο μερικές γρατζουνιές. Κάτι τέτοια βλέπονται σε Τζέιμς Μποντ, όχι όμως και σε ταινίες όπως αυτή εδώ.

Επιπλέον, πολύ συχνά η μουσική υπόκρουση δεν έχει καμία απολύτως χημεία με την εικόνα!

Συνοπτικά:
Το έργο έχει b-movie βάσεις και δεν το αρνείται. Όμως καταφέρνει να διατηρήσει μια ισορροπία ανάμεσα στο b-movie και το από τη μία κλισέ, αλλά από την άλλη ενδιαφέρον και αγωνιώδες θρίλερ, πράγμα που αν μη τι άλλο του προσδίδει χαρακτήρα. Το αποτέλεσμα θα ήταν πολύ ανώτερο, αν είχαν αξιοποιηθεί οι πρωτοτυπίες του στόρι, αλλά, τουλάχιστον, ο συμπατριώτης μας Ντένης Ηλιάδης έχει καταφέρει να κάνει το φιλμ αρκετά καλό, δεδομένου ότι με το ίδιο ακριβώς σενάριο θα μπορούσε να είναι πραγματικά απαράδεκτο.


Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Toy Story 3 (2010) - 3.5/5

Είμαι συναισθηματικά δεμένος με τα δύο πρώτα «Toy Story» και η ιδέα ενός τρίτου με έβρισκε αρχικά απαισιόδοξο, ειδικά μετά την μετριότατη τελευταία ταινία της Pixar «Up». Κι όμως, παρότι στο «Toy Story 3» δεν ένιωσα τη νοσταλγία που μου δημιούργησαν –για πιο προσωπικούς λόγους- τα δύο πρώτα, μπορώ να πω ότι μου άρεσε έως και περισσότερο από εκείνα.

Τα προβλήματα της ταινίας είναι τα ίδια που υπάρχουν σχεδόν σε κάθε καρτούν κι έτσι ήταν αναμενόμενα. Το βασικότερο είναι ότι το φινάλε προσπαθεί να γίνει ακόμα πιο θεαματικό από αυτό του προηγούμενου, που ήταν έτσι κι αλλιώς τραβηγμένο. Επομένως είναι και εδώ υπερβολικό και αναρωτιέμαι, αν ποτέ υπάρξει, λέμε τώρα, τέταρτη ταινία, τι θα κάνουν για να ξεπεράσουν σε θέαμα την τρίτη;

Όπως προείπα όμως, αυτό είναι εξ’ αρχής αναμενόμενο, οπότε, εντάξει, δεν σου χαλάει και την ταινία… Εξ’ άλλου αυτή, μέχρι τη στιγμή που μετατρέπεται σε μια διασκεδαστικότατη κατασκοπική περιπέτεια (!) είναι στ’ αλήθεια μαγευτική! Από εκείνο το σημείο και μετά είναι γεμάτη δράση και αγωνία. Το τέλος, ο αποχωρισμός των παιχνιδιών από τον πρώην ιδιοκτήτη τους, είναι απίστευτα τρυφερό, με αυθεντική συγκίνηση που δεν ξεπέφτει στο κλισέ.

Δεν έχω αναφέρει καθόλου το χιούμορ. Όχι, φυσικά και δεν λείπει! Απλώς σε πρώτο πλάνο υπάρχει η πλοκή και τα συν-αισθήματα, ενώ αυτό είναι το  «περιτύλιγμα», για να είναι πάντα διασκεδαστική η διάθεση του φιλμ. Ο Ισπανόφωνος Μπαζ, μάλιστα, είναι ξεκαρδιστικός!

Συνοπτικά:
Αφήνουμε τα ελαττώματα, που εντοπίζονται γενικότερα στα περισσότερα καρτούν, στην άκρη και έχουμε ένα μαγευτικό «Toy Story», που σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή. Τα σχέδια είναι ακόμα πιο εξελιγμένα από παλιότερα και τα κλισέ κάνουν χώρο για αυθεντική συγκίνηση. Γεμάτο αγωνία, δράση και ευρηματικό χιούμορ, τελειώνει με μία μοναδικά ευαίσθητη σκηνή, που καλύτερή της δεν θα μπορούσε να υπάρχει για να κλείνει την τριλογία.

Finding Nemo / Ψάχνοντας τον Νέμο (2003) - 4/5

Ίσως η καλύτερη ταινία της Πίξαρ και μέσα στα καλύτερα animation της δεκαετίας.

Ο Νέμο είναι ένα ψαράκι που «απάγεται» από έναν δύτη και καταλήγει στο ενυδρείο ενός οδοντιάτρου, απ’ όπου προσπαθεί να το σκάσει, με τη βοήθεια των άλλων ψαριών που βρίσκονται «φυλακισμένα» μαζί του. Παράλληλα ο πατέρας του περνάει μια πραγματική οδύσσεια διασχίζοντας ολόκληρο τον ωκεανό για να τον βρει και οι περιπέτειές του διαδίδονται παντού, σε μια αριστουργηματική σκηνή, από τις πιο συναρπαστικές του φιλμ. Ο σπουδαιότερος σκηνοθέτης της Pixar Άντριου Στάντον (οι δύο καλύτερες ταινίες της εταιρίας είναι οι δύο δικές του) περιγράφει με υποδειγματική τρυφερότητα μια συγκινητική σχέση πατέρα-γιού και σας προσκαλεί να ταξιδέψετε μαζί με τους ήρωές του –αν δεν το έχετε κάνει ήδη- σε έναν μοναδικό, τόσο επικίνδυνο όσο και διασκεδαστικό, τόσο τρομακτικό όσο και φαντασμαγορικό, τόσο περιπετειώδη όσο και πανέμορφο, κόσμο: αυτόν του βυθού…


Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Dead poets society (1989) - 3.5/5


Η αξία και το νόημα της ζωής, ο έρωτας, τα όνειρα για το μέλλον, η αγάπη και το πάθος για την καλλιέργεια του πνεύματος, όλα τα παραπάνω με κεντρικό άξονα έναν καθηγητή που θα καταφέρει να κερδίσει το σεβασμό των μαθητών του με τις επαναστατικές μεθόδους διδασκαλίας του, έξοχα ερμηνευμένο από τον υποψήφιο για Όσκαρ Robin Williams. Ο Peter Weir, χωρίς να αποφεύγει ορισμένα στερεότυπα (το φλερτ του Νοξ), αφηγείται πανέμορφα τη μοναδική σχέση του καθηγητή με τους μαθητές, που έμμεσα θα οδηγήσει ακόμα και στη μοιραία κατάληξη ενός από αυτούς. Από τους νεαρούς ηθοποιούς ξεχωρίζουν οι Robert Sean Leonard και ο αγνώριστος, όντας ακόμα πιτσιρικάς, Ethan Hawke. Πέρα από τη γοητευτικότατη μορφή του «καπετάνιου» John Keating, ενός ρόλου κομμένου και ραμμένου στα μέτρα του Robin Williams, τα στοιχεία που ξεχωρίζουν από την ταινία είναι το εξαιρετικό, συγκινητικότατο τέλος, αλλά και μια απίστευτη ατάκα ενός εκ των πρωταγωνιστών προς τον διευθυντή του σχολείου (το οποίο είναι αρρένων) όταν χτυπάει το τηλέφωνο: «Είναι για σας. Είναι ο Θεός. Λέει να φέρουμε κορίτσια στο σχολείο»…

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Juno (2007) - 3/5

Αχτύπητο soundtrack, κεφάτη σκηνοθεσία, ενδιαφέρουσα αντιμετώπιση του θέματος της εγκυμοσύνης και μια Έλεν Πέιτζ που μοιάζει να το διασκεδάζει κανονικότατα, δίνοντας παράλληλα υποσχέσεις για τη μελλοντική ανάδειξη ενός τεράστιου ταλέντου. Το σενάριο, αν και αρκετά κοινότυπο, είναι καλογραμμένο.

Big Fish (2003) - 3.5/5

Ίσως η πιο όμορφη και ευχάριστη ταινία του Τιμ Μπάρτον.
Τα όρια φαντασίας και πραγματικότητας καταργούνται, ενώ ο πρωταγωνιστής (Γίουαν ΜακΓκρέγκορ) θυμίζει έντονα τον Φόρεστ Γκαμπ, είναι από τους πιο συμπαθητικούς χαρακτήρες που έχετε δει ποτέ σε ταινία και, όσο αλλόκοτος κι αν φαίνεται, μπορείτε να ταυτιστείτε απόλυτα μαζί του. Το χιούμορ είναι άφθονο, ενώ αντίθετα δεν υπάρχουν σκηνές που θα σας κάνουν να νιώσετε άσχημα, σε μια ταινία σκέτη απόλαυση. Προσωπικά είχα ταυτιστεί τόσο, που η ταινία πολύ συχνά μου αποσπούσε χαμόγελα –ή ακόμα και γέλια-, όχι επειδή είχε χιούμορ, αλλά λόγω της ευτυχίας που μου προκαλούσε! Αν δεν πλάτειαζε λιγάκι προς το τέλος, θα μπορούσε να είναι αληθινό αριστούργημα!

Jaws (1975) - 3/5

Η περίφημη ταινία που σόκαρε το κοινό των ‘70s και το απομάκρυνε για πολύ καιρό από τις παραλίες αναδεικνύει για άλλη μια φορά την βιρτουοζιτέ του σκηνοθέτη της, αλλά και τη διαχρονικότητα των ταινιών του. Τα «Σαγόνια του καρχαρία» αφήνουν το θεατή άναυδο με τα απίστευτα προσεγμένα πλάνα, τους ιδιόρρυθμους χαρακτήρες, το εξαιρετικά έντονο, ακόμα και σήμερα, σασπένς και ορισμένες σκηνές που κόβουν την ανάσα (πχ οι εμφανίσεις του καρχαρία)… Το μουσικό θέμα, δε, έχει μείνει στην ιστορία! Η ταινία είναι τόσο δυνατή σήμερα, που είναι πολύ εύκολο να φανταστεί κανείς γιατί προκάλεσε τέτοιο σοκ τέσσερεις δεκαετίες πριν… Με αυτήν ο Σπίλμπεργκ έδειξε πώς ένα b-movie με επιφανειακό έως αδιάφορο στόρι μπορεί να γίνει μια πραγματικά καλή ταινία και άνοιξε το δρόμο σε ταινίες όπως το «Alien» του Ρίντλεϋ Σκοτ…

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Fantastic Mr. Fox / Ο απίθανος κύριος Φοξ (2009) - 3.5/5

Ο Γουές Άντερσον έχει να πει μια ιστορία γεμάτη απολαυστικές ιδέες, με κοινωνικά μηνύματα και τεράστιο ενδιαφέρον, και το κάνει άψογα. Οι πανέμορφες εικόνες του μοιάζουν βγαλμένες κατ’ ευθείαν από παιδικό παραμύθι (χωρίς να είναι παιδική ως ταινία) και οι φωνές των ηθοποιών ταιριάζουν εντυπωσιακά με τους χαρακτήρες που αυτοί ερμηνεύουν. Μάλλον δύσκολα θα την εκτιμήσουν τα παιδιά αλλά οι ενήλικες θα διασκεδάσουν με τους γρήγορους ρυθμούς, τα κοινωνικά του σχόλια και τη χαβαλεδιάρικη διάθεσή του που δεν προσπαθεί να το αναδείξει σε κάτι «μεγάλο» (όπως για παράδειγμα τα καρτούν της Pixar) αλλά το σώζει από τα ενοχλητικά κλισέ από τα οποία πάσχει το είδος.

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Harry Potter and the Deathly Hallows: part 1 / Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου: μέρος Α (2010) - 3/5

Με όση ανυπομονησία κι αν περίμενα την ταινία, είχα τις αμφιβολίες μου για αυτήν. Έχοντας διαβάσει το βιβλίο ήξερα πως το καλύτερο σημείο του είναι το τέλος, ενώ ποτέ άλλοτε δεν σε συνεπαίρνει. Το βασικό του πρόβλημα είναι ότι μπλέκει τους ήρωες σε δύσκολες καταστάσεις, αλλά ο τρόπος που τους "ξεμπλέκει" είναι, εκτός από εύκολος, επαναλαμβανόμενος. Αυτό ισχύει σε κάποιο βαθμό και στην ταινία.

Ωστόσο, επειδή οι τρεις πρωταγωνιστές δεν είναι αυτή τη φορά στο Χόγκουαρτς, αλλά ταξιδεύουν μόνοι, το στόρι γυρίζει αποκλειστικά γύρω από αυτούς. Έτσι, στήριζα τις ελπίδες μου στο ότι θα μπορούσε να γίνει μια πολύ καλή εμβάθυνση στους χαρακτήρες. Πράγμα που επίσης ισχύει...

Μέχρι τη μέση κυρίως του φιλμ, ο David Yates δεν μπορεί να συγκρατήσει τη χιουμοριστική του διάθεση, η οποία μπορεί να δούλεψε καλά στις δύο προηγούμενες ταινίες, στο δρόμο όμως για το μεγάλο φινάλε μοιάζει μάλλον άστοχη, καθώς η ατμόσφαιρα είναι πολύ πιο βαριά από πριν.

Επίσης, ο Yates είναι ικανός στο να δημιουργεί εντυπωσιακές εικόνες (όπως η εναέρια εμφάνιση των Θανατοφάγων), αλλά δεν μπορεί να εντυπωσιάσει εξίσου με τις σκηνές δράσης (πχ η μάχη που ακολούθησε), οι οποίες είναι μάλλον κακογυρισμένες.

Όμως ο Χάρι Πότερ ποτέ δε χρειάστηκε θεαματική δράση για να συναρπάσει τον θεατή. Η σειρά είχε από την αρχή μία σαγηνευτική μαγεία που υπήρχε ακόμα και στις πιο αφελείς της στιγμές («Η κάμαρα με τα μυστικά») και διατηρείται και στο έβδομο αυτό μέρος.

Μετά το αδύναμο πρώτο μισό της διάρκειάς της και μέχρι το τέλος, με εξαίρεση το αναμενόμενα υποτονικό τέλος, η ταινία είναι απλά καταπληκτική. Όπως και κάθε ‘επεισόδιο’ στο παρελθόν, έτσι κι αυτό είναι διαφοροποιημένο από τα υπόλοιπα, αλλά όχι και ανεξάρτητο κι έτσι υπάρχει η αίσθηση ότι ανήκει σε μια σειρά, χωρίς όμως αυτό να το περιορίζει. Έτσι, το έβδομο αυτό μέρος είναι πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα αφού, καταρχήν, τα γεγονότα εκτυλίσσονται μακριά από το Χόγκουαρτς. Η ατμόσφαιρα δεν είναι τόσο σκοτεινή, αλλά η αίσθηση της απειλής είναι πιο έντονη από ποτέ. Η φωτογραφία είναι πιο ρεαλιστική και δε δίνει έμφαση πια σε φανταστικά σκηνικά αλλά σε «πραγματικά» τοπία. Η δράση λαμβάνει χώρα και εκτός του μαγικού κόσμου, δίνεται έμφαση στους χαρακτήρες (ο Χάρι παρουσιάζεται σαν ένας μπερδεμένος συναισθηματικά νέος στο πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση) και υπάρχουν ιδιαίτερα αξιομνημόνευτες, πρωτότυπες σχετικά σκηνές, όπως πολλές στο υπουργείο, αυτή του χορού και η ιστορία των τριών αδελφών. Επιπλέον, το στόρι θυμίζει road movie φαντασίας και, αν και κάποιοι θα το θεωρήσουν απλά μια κουραστική συρραφή ασύνδετων γεγονότων, προσωπικά μου έφερε στο μυαλό τον πρώτο «Άρχοντα των δαχτυλιδιών». Αν μάλιστα εδώ η δράση ήταν πιο χορταστική και μεγαλύτερη σε διάρκεια, θα μπορούσε να γίνει και σύγκριση ανάμεσα στις δύο ταινίες…

Τέλος, το πρώτο μέρος των «Κλήρων του Θανάτου» είναι ουσιαστικά μια προετοιμασία για το δεύτερο,  το πολυαναμενόμενο κλείσιμο της «Motion picture event of a generation», όπως λέει και το πολλά υποσχόμενο trailer. Και όχι μόνο προετοιμάζει το θεατή για αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει, αλλά το κάνει τέλεια: το κλίμα βαραίνει, οι απώλειες πολλαπλασιάζονται και πολλοί χαρακτήρες κάνουν το πέρασμά τους ως αναδρομή στο υπερεπιτυχημένο franchise. Τα ερωτήματα που μένουν αναπάντητα μετά το τέλος αυξάνουν την ανυπομονησία μας για ένα γεμάτο αποκαλύψεις, επικό φινάλε…


The Social Network (2010) - 2/5

Στην τελική, αν ενδιαφέρεστε τόσο πολύ για την ιστορία του facebook, διαβάστε τη στο ίντερνετ. Η ταινία του Φίντσερ δεν έχει έτσι κι αλλιώς να σας προσφέρει κάτι περισσότερο από αυτήν. Δεν νομίζω πως έχει μηνύματα να περάσει, ούτε κάποιον προβληματισμό. Από κει και πέρα, όταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ιστορίας του Ζάκερμπεργκ είναι η σχέση του με τον φίλο και συνεργάτη του Εντουάρντο, στην ταινία αυτή παριστάνεται υπηρετώντας την πλοκή και όχι τους χαρακτήρες. Δεν υπάρχει, γενικότερα, καμία συναισθηματική υπόσταση, η κορύφωση του φιλμ είναι υποτυπώδης, ενώ, αντίθετα, είναι παραγεμισμένο με μια αδιάκοπη φλυαρία και τελικά μοιάζει να παραμένει από την αρχή ως το τέλος στους ίδιους ακριβώς τόνους. Με λίγα λόγια βλέπεται, αλλά θα σας αφήσει μάλλον αδιάφορους. Ο Φίντσερ μας έχει συνηθίσει σε άλλου είδους ταινίες και προσωπικά περίμενα πολύ περισσότερα από αυτόν.

Inception (2010) - 4.5/5

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Οι τέσσερις αυτές λέξεις στην αφίσα του «Inception» είναι καταπληκτικά εύστοχες και κυριολεκτικές: Η θεματολογία της πιο πολυαναμενόμενης ταινίας της χρονιάς, που κινείται γύρω από τα όνειρα, μπορεί να αποτελέσει πηγή σκέψης ή και την αρχή ολόκληρης φιλοσοφίας. Λογικό λοιπόν να είναι δύσκολο για οποιονδήποτε δημιουργό να καταπιαστεί με το εν λόγω θέμα, πόσο μάλλον αν ο πρώτιστος σκοπός του είναι ο εντυπωσι-ασμός. Ο χαοτικός κόσμος των ονείρων θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα άνισο απο-τέλεσμα, κάτι κοντινό σε εκείνο του περ-σινού «Δρα Παρνάσους» για παράδειγμα. Ο Νόλαν γνωρίζει τον κίνδυνο και ενώ η ιδέα μιας ταινίας σαν το «Inception» φάνταζε μονάχα ένα όνειρο (αλήθεια, δεν είχατε ονειρευτεί κι εσείς ποτέ ένα έργο σαν κι αυτό;) έρχεται εκείνος για να κάνει επιτέλους το όνειρο πραγματικότητα!

Την ταινία ονειρευόταν από καιρό και ο ίδιος ο Νόλαν και μάλιστα προετοίμαζε το σενάριο εδώ και μια δεκαετία. Πράγματι, αυτό είναι που την κάνει να ξεχωρίζει. Η ιδιοφυής κεντρική ιδέα και η πανέξυπνη ανάπτυξή της αναδεικνύουν ένα εκπληκτικά πρωτότυπο, άξιο προσοχής και θαυμασμού σενάριο, το οποίο όχι μόνο θα μείνει αξέχαστο, αλλά ενδεχομένως θα επηρεάσει έντονα και θα πάει ένα βήμα μπροστά το μεταγενέστερο σινεμά φαντασίας. Ο Κρίστοφερ Νόλαν έχει πλήρη επίγνωση του πόσο βαθυστόχαστες μπορούν να γίνουν οι ιδέες του και το χρησιμοποιεί υπέρ του, θίγοντας φιλοσοφικά έως υπαρξιακά(!) ερωτήματα (μεγάλη καινοτομία στο είδος), χωρίς όμως ποτέ να ξεχνάει πως η ταινία του είναι καθαρή sci-fi περιπέτεια. Παρά τα ‘παράπονα’ πολλών θεατών για σεναριακές αδυναμίες και τρύπες, προσωπικά επιμένω πως ο Βρετανο-Αμερικανός δημιουργός δεν έχει κάνει κανένα λάθος. Δείχνει στο θεατή αυτό ακριβώς που θέλει να του δείξει και τον προβληματίζει με τον τρόπο που θέλει να τον προβληματίσει. Όσο γι’ αυτό να είστε σίγουροι: Από την αίθουσα θα φύγετε προβληματισμένοι, κάτι που –αν ασχοληθείτε- μπορεί να φτάσει ακόμα και σε υπαρξιακά επίπεδα.
Όσοι πάλι δεν πρόκειται να ασχοληθείτε, απλώς απολαύστε ένα μοναδικό θέαμα, μια ταινία με ασύλληπτα ευρηματικό σενάριο, μέγιστες για το είδος ερμηνείες και απίστευτα δυναμική σκηνο-θεσία, που σε όλο το πραγματικά αξέχαστο δεύτερο μισό της διά-ρκειάς της ανεβάζει την αδρενα-λίνη στο μάξιμουμ και αφήνει το θεατή κυριολεκτικά με ανοιχτό το στόμα…

Η καλύτερη ταινία του Νόλαν από την εποχή του συγκλονιστικού «Memento», ίσως η πιο έξυπνη περιπέτεια φαντασίας της τελευταίας δεκαετίας και μία από τις καλύτερες όλων των εποχών, τόσο εντυπωσιακή σεναριακά όσο ήταν και το «Matrix» περίπου μια δεκαετία πριν.

Ραντεβού στον τρίτο Μπάτμαν.

Kick-Ass (2010) - 3.5/5

Εν ολίγοις, μία από τις καλύτερες super-hero movies ever. Αλλά αυτό είναι ωστόσο που θέλει προσοχή: Η ταινία είναι super-hero movie και όχι κωμωδία ή παρωδία του είδους. Για αυτό και προσωπικά απογοητεύτηκα όταν την πρωτοείδα (είναι υπερβολικά κλισέ για κωμωδία), ενώ τη δεύτερη φορά, που ήξερα ακριβώς τι να περιμένω, ενθουσιάστηκα! Μην περιμένετε να βρείτε κρυμμένα μηνύματα, γιατί απλά δεν υπάρχουν! Η ταινία δεν είναι αυτή που θα κάνει τη μεγάλη διαφορά στο είδος, ωστόσο, όντας καθαρά ψυχαγωγική, είναι από τις καλύτερες που μπορεί κανείς να βρει σε αυτό.

Βασισμένος σε ένα από τα καλύτερα κόμικς του Μαρκ Μίλαρ, το οποίο συνδυάζει ευρηματικά την ενοχλητική βία με το ξεκαρδιστικό μαύρο χιούμορ την ίδια στιγμή, ο «Kick-Ass» είναι συνεπής στην πηγή του και σέβεται τους «συναδέλφους» του, με το αποτέλεσμα της ταινίας να είναι κάτι ενδιάμεσο. Μπορεί να λείπουν οι πανέξυπνες εκπλήξεις και η τόλμη του κόμικ, αλλά η σκηνοθετική αρτιότητα ισορροπεί αριστοτεχνικά τις σοβαρές – δραματικές σκηνές και αυτές της ψιλό-splatter περιπέτειας με εμπνευσμένο μαύρο χιούμορ και (μικρές αλλά καλές) δόσεις έξυπνης σάτιρας και χρησιμοποιεί τα κλισέ υπέρ της, με ενθουσιαστικό τρόπο.

Με ένα αξέχαστο soundtrack (που περιέχει μια μεγάλη γκάμα καλλιτεχνών, από Ένιο Μορικόνε και Ντάνυ Έλφμαν μέχρι Έλβις Πρίσλεϋ!), χιουμοριστικές εκρήξεις, ηθοποιούς που το διασκεδάζουν, καλογυρισμένη, ένοχα διασκεδαστική δράση και δυνατή, απόλυτα εύστοχη σκηνοθσία, το «Kick-Ass» πετυχαίνει αυτό που δεν πέτυχε το προπέρσινο «Hancock» και κλέβει με εντυπωσιακή άνεση τη δόξα από Spider-man και λοιπούς που ίδρωσαν για να την κατακτήσουν.

Harry Potter and the Half-Blood Prince / Ο Χάρι Πότερ και ο Ημίαιμος Πρίγκιψ (2009) - 3/5

Πάρα πολύ πετυχημένη, αν και όχι απόλυτα ικανοποιητική μεταφορά του καλύτερου, ίσως, βιβλίου της Ρόουλινγκ (το οποίο να μην ξεχνάμε πως δεν είναι παρά μια προετοιμασία για το επόμενο) στην οθόνη.
Η σκηνοθεσία του David Yates είναι εξαιρετική, το σενάριο σε εκπλήσσει καθώς διαφοροποιείται από το βιβλίο, η μουσική, όπως και η φωτογραφία άψογη και, γενικά, η ταινία είναι άριστη τεχνικά. Μεγαλύτερη χιουμοριστική διάθεση επικρατεί σε αυτήν την ιστορία, που είναι, ταυτόχρονα, και η πιο σκοτεινή. Μυστήριο, αναφορές σε προηγούμενα της σειράς, ρυθμοί που δε βαριανασαίνουν στιγμή και, επιτέλους, ένας καινούριος εχθρός, που θα 'πρεπε να είχε παρουσιαστεί ήδη σε προηγούμενες ταινίες: ο έρωτας, και μάλιστα ως η πιο άμεση ανησυχία των έφηβων μάγων. Να, όμως, που τελικά, αυτή τη φορά, δεν έχουμε happy end, αλλά κάτι τελείως διαφορετικό. Το λυπητερό, "σχεδόν μελό" τέλος μπορεί να φέρει δάκρυα στα μάτια, όχι όμως και να ανεβάσει την αδρεναλίνη όσο θα έπρεπε. Το υποτονικό και ελαφρώς απογοητευτικό, λοιπόν, φινάλε δεν είναι πιστό στο αντίστοιχο του βιβλίου. Αν δεν είχε αφαιρεθεί η τελική μάχη, θα μιλούσαμε αναμφισβήτητα για το καλύτερο Harry Potter που έχουμε δει ως τώρα.

Harry Potter and the Order of the Phoenix / Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα (2007) - 3/5

Το πέμπτο και μεγαλύτερο βιβλίο της Ρόουλινγκ συμπυκνώνεται στη μικρότερη σε διάρκεια ταινία της σειράς. Πολλά στοιχεία του βιβλίου εξαφανίζονται, το τέλος αφήνει μερικά κενά και θα πέσει κάπως "βαρύ" σε όσους δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο, ενώ απαρατήρητη δεν περνάει, από την προηγούμενη ταινία, η απουσία του παιχνιδιού Κουίντιτς. Ωστόσο, η σκηνοθετική ματιά του Ντέιβιντ Γιέιτς δίνει έναν ιδιαίτερα διασκεδαστικό τόνο στην ταινία, καθώς η ατμόσφαιρα σκοτεινιάζει. Καινούριοι χαρακτήρες προστίθενται, αλλά και παλιότεροι γνωστοί επιστρέφουν, και οι μεν και οι δε, στα πρόσωπα ταλαντούχων, απόλυτα πειστικών ηθοποιών.

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Harry Potter and the Goblet of fire / Ο Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της φωτιάς (2005) - 3/5

Αν και προβληματικό σαν ιστορία, το "Κύπελλο της φωτιάς" είναι τόσο καλά σκηνοθετημένο, που κάθε αρνητικό σχόλιο είναι ένα τίποτα σε σχέση με το σύνολο της ταινίας. Ο Ρούπερτ Γκριντ, αντίθετα από το Ντάνιελ Ράντκλιφ, έχει βελτιωθεί ικανοποιητικότατα, ενώ ο χαρακτήρας του, στην ταινία, μαζί με όλη την υπόλοιπη οικογένεια Ουίσλι κλέβουν την παράσταση. Επιτέλους βλέπουμε το Βόλντεμορτ με σάρκα και οστά, η συμπεριφορά των έφηβων, πια, παιδιών είναι πιο φυσική, το χιούμορ, η υποβλητική ατμόσφαιρα και το μυστήριο παραμένουν ακούραστα και αγέραστα και το φινάλε είναι το πιο σκοτεινό που έχουμε δει μέχρι στιγμής στη σειρά. Ενώ το θέμα του Βόλντεμορτ, έως και στη συγκεκριμένη συνέχεια φαινόταν πως είχε αρχίσει να ξεθωριάζει, μετά από το εκρηκτικό φινάλε της ταινίας, έχει κορυφωθεί και το τέλος... έχει μόλις ξεκινήσει!

Harry Potter and the Prisoner of Azkaban / Ο Χάρι Πότερ και ο Αιχμάλωτος του Αζκαμπάν (2004) - 3.5/5

Πολύ πιο ώριμη και ανώτερη σκηνοθετικά, η τρίτη κατά σειρά ταινία του Χάρι Πότερ μαγεύει, ενθουσιάζει και κερδίζει με ευκολία τον τίτλο της καλύτερης μέχρι τώρα ταινίας της σειράς.

Καινούριοι χαρακτήρες, περισσότερο χιούμορ, όμορφη φωτογραφία, μια πολύ καλή ανατροπή στο τέλος και πρωταγωνιστές που, σε κάθε ταινία, είναι όλο και μεγαλύτεροι σε ηλικία και καλύτεροι σαν ηθοποιοί.

Harry Potter and the Chamber of secrets / Ο Χάρι Πότερ και η Κάμαρα με τα μυστικά (2002) - 2.5/5

Δεύτερο μέρος του έπους της Τζόαν Κ. Ρόουλινγκ, κατώτερο από το πρώτο, όμως πιο σκοτεινό, με μυστήριο, χιούμορ και πρωταγωνιστές που βελτιώνουν τις ερμηνείες τους. Όπως και στην πρώτη ταινία της σειράς, έτσι κι εδώ, άλλες δυόμισι ώρες περνάνε χωρίς καν να το καταλάβεις. Αν και δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει αντάξιο σε ποιότητα με το βιβλίο της Ρόουλινγκ, θα μπορούσε να γίνει πολύ καλύτερο σαν ταινία, αν τη σκηνοθεσία είχε αναλάβει κάποιος άλλος, πιο κατάλληλος. Με την αλλαγή σκηνοθέτη στην επόμενη ταινία, αλλάζει και το ύφος της σειράς και αυτή αρχίζει να παίρνει το δρόμο της.

Harry Potter and the Philosopher's stone / Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική λίθος (2001) - 3/5

Βασισμένο στο αριστουργηματικό βιβλίο της Τζόαν Κ. Ρόουλινγκ, το «Harry Potter and the philisopher' stone είναι ένα φιλμ, που, αν και αδύναμο σαν ταινία (παιδικό και κάπως αφελές σε πολλά σημεία), σε μαγεύει, σε κάνει να ξεχάσεις όλα τα αρνητικά και σε βυθίζει βαθιά μέσα στο φανταστικό κόσμο που δημιούργησε η Ρόουλινγκ και που τώρα παίρνει σάρκα και οστά. Μαγική ταινία, που δεν είναι παρά μόνο η αρχή ενός μακροχρόνιου ταξιδιού μαγείας και φαντασίας...
So just be patient... and enjoy...

Drag me to hell / Μέχρι την κόλαση (2009) - 2/5

Έχει περάσει παραπάνω από μία δεκαπενταετία από την ολοκλήρωση της «Evil Dead» τριλογίας με το «Army of Darkness» και ο Ρέιμι φαίνεται να νοσταλγεί τον παλιό καλό καιρό, όταν διασκέδαζε με τις αιματηρές low budget cult επιτυχίες του.

 Το «Drag me to hell» λοιπόν αποτελεί ένα light ξεκίνημα για την αναγέννηση του είδους, καθώς προετοιμάζεται (με το πάσο του…) και το «Evil Dead 4».

 Σκοπός του Ρέιμι εδώ βέβαια δεν είναι να τρομάξει το θεατή (μην παρασυρθείτε από το trailer), αλλά να τον διασκεδάσει, κάτι που σίγουρα καταφέρνει και με το παραπάνω. Όμως η συγκεκριμένη ταινία δεν είναι στο πνεύμα του «Evil Dead» και ο σκηνοθέτης, προσπαθώντας να θυμίσει το «ένδοξο» παρελθόν του στους ανυπόμονους φαν του, αποτυγχάνει σε πολλά επίπεδα. Π.χ.: οι «έντονες» σκηνές (θα ήθελα να πω τρομαχτικές, μα δεν είναι) μοιάζουν επίτηδες ή όχι να έχουν ξεπηδήσει από τη δεκαετία των ΄80s, και γι΄ αυτό κυρίως είναι αναποτελεσματικές. Το ίδιο και οι αυτοαναφορές στον παλιό χαβαλεδιάρικο εαυτό του Ρέιμι: μπορεί να θυμίζουν έντονα «Evil Dead», μοιάζουν όμως ασύνδετες με το υπόλοιπο θέαμα. Αντίθετα, το τέλος, απογοητευτικό αλλά και ικανοποιητικό ταυτόχρονα, αποδεικνύει πως ο Ρέιμι έχει ακόμα τις ικανότητες και μπορούμε να περιμένουμε πολύ περισσότερα από αυτόν.

 Σε γενικές γραμμές το «Drag me to hell» είναι μια συρραφή διασκεδαστικά υπερβολικών ψευδοτρομαχτικών σκηνών, ενενήντα πέντε λεπτά διασκέδασης σε μια κωμικού χαρακτήρα ταινία τρόμου.

Εκτός κι αν αηδιάζετε εύκολα…

District 9 (2009) - 3.5/5

Σε μια χρονιά όπου οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας κυριολεκτικά έχουν πάρει τα πάνω τους, μετά τα «Star Trek», «Moon» και «Avatar», έρχεται και το «District 9» για να αναγεννήσει ένα ακόμα «ξεθωριασμένο» κεφάλαιο του scifi. Η ιδέα των εξωγήινων αρχικά ξενίζει γιατί ο Μπλόμκαμπ δεν ξεκαθαρίζει τις διαθέσεις του. Όταν όμως αρχίσει να ισορροπεί η χαβαλετζίδικη, θεαματική περιπέτεια δράσης με το σκληρό θρίλερ που προβάλλει εξίσου σκληρές αλήθειες, τότε είναι που ο σκηνοθέτης… «δείχνει τα δόντια του». Στο σενάριο διακρίνονται πρωτοτυπίες, με κυριότερη την πολιτική του αλληγορία, αλλά και το χαρακτήρα του πρωταγωνιστή, ο οποίος θυμίζει περισσότερο αντιήρωα. Υπάρχουν ευκολίες, οι οποίες όμως όχι μόνο δεν ενοχλούν, αλλά σχεδόν περνάνε απαρατήρητες και το τέλος ανοίγει το δρόμο σε πιθανό σίκουελ, αλλά δουλεύει και αυτόνομα, αφήνοντας μια απρόσμενα ευχάριστη αίσθηση, σίγουρα διαφορετική (με την καλή, φυσικά, έννοια) από αυτή που θα περίμενε κανείς από μια περιπέτεια σαν το «District 9».

Star Trek (2009) - 2/5

Ενδιαφέρον, σίγουρα ικανοποιητικό σενάριο, που διαθέτει φρεσκάδα, χιούμορ και εκπλήξεις, μεγάλος ο αριθμός των χαρακτηριστικών, εντυπωσιακών σκηνών, αδιάφορες ερμηνείες. Υπάρχει, δυστυχώς, μια αίσθηση βιασύνης, που μοιάζει να περιορίζει τις δυνατότητες του σκηνοθέτη κι έτσι το αποτέλεσμα δεν είναι κάτι το αξιομνημόνευτο, όπως αναμενόταν. Σαν να στρίμωξαν σε δύο ώρες ένα σενάριο που προετοιμάζει ένα τρίωρο φιλμ.

Buried (2010) - 3/5

Οι συντελεστές της ταινίας έβαλαν ένα στοίχημα και δεν υπάρχει αμφιβολία πως το κέρδισαν: Γύρισαν μια ταινία που ξεκινάει και τελειώνει μέσα σε ένα φέρετρο και όχι μόνο δε γίνεται κουραστική, αλλά σε αυτόν τον «περιορισμένο» χώρο έχουν χωρέσει σασπένς, χιούμορ, δράση (κι όμως!) και τρομακτικά εφιαλτικές στιγμές… Αν και δεν απαρνείται εντελώς την αμερικάνικη φύση της (χαρακτηριστικοί αρκετοί διάλογοι), το φινάλε αποδεικνύει πως είναι αποστασιοποιημένη από την αμερικανική ιδεολογία και αποφεύγει την προπαγάνδα. Πέρα απ’ αυτά, η ταινία είναι ένα μάθημα σκηνοθετικής απλότητας και μια τολμηρότατη κίνηση που πέτυχε με το παραπάνω…

Baaria (2009) - 2.5/5

Σε αυτήν την (υπέρ) φιλόδοξη (υπέρ) παραγωγή, ο Τορνατόρε θέλει να πει τόσα πολλά, που τελικά καταφέρνει να πει πολύ λίγα. Επιχειρεί να αφηγηθεί την ιστορία μιας ολόκληρης ζωής μέσα από συνήθως σύντομες, αλλά σπάνια συνδεόμενες μεταξύ τους στιγμές, που με τους ακούραστα γοργούς επί δυόμισι ώρες αφηγηματικούς ρυθμούς κάνουν το φιλμ να επικεντρωθεί σε επιμέρους λεπτομέρειες και να χάσει σε μεγάλο βαθμό τη συνολική ουσία του. Ως αποτέλεσμα, εκείνο μοιάζει να μένει παγιδευμένο και δε φτάνει ποτέ στη συναισθηματική, δραματική, ή έστω χιουμοριστική κορύφωσή του.

Αυτό που με δίχασε όμως περισσότερο ήταν το χιούμορ του. Έξυπνο, σε μεγάλες δόσεις, μα μοιάζει να διακόπτει σχεδόν κάθε συναισθηματική φόρτιση. Από την άλλη, κάνει τη θέαση του φιλμ πιο ευχάριστη και το κρατά μακριά από επικίνδυνες σοβαροφάνειες. Όπως και να 'χει, η χιουμοριστική διάθεση είναι εξαρχής ξεκάθαρη, πράγμα που είναι υπέρ της.

Περνώντας στις ερμηνείες, αυτές είναι από όλους πάρα πολύ καλές, χωρίς να υπάρχει κάποια εξαίρεση. Τα όποια συναισθήματα και η ανθρωπιά της ταινίας προέρχονται από αυτές και μόνο. (Μια μικρή παρατήρηση που θα ήθελα να κάνω είναι η Μόνικα Μπελούτσι που αναφέρεται ως πρωταγωνίστρια -γιατί άραγε...-, ενώ στην πραγματικότητα έχει απλώς μια special appearance, την οποία προσωπικά ούτε καν πρόσεξα)

Ωστόσο, αυτό που αξίζει αληθινά να αναφερθεί είναι το εν μέρει αναμενόμενο, αλλά πραγματικά καταπληκτικό τέλος, που αποδεικνύεται σωτήριο. Πιθανά θα σας συγκινήσει, πιθανά θα σας μείνει αξέχαστο, το σίγουρο είναι πως θα σας χαρίσει ένα μεγάλο χαμόγελο...

Συνοπτικά:
Λόγω της ασταμάτητα γρήγορης εναλλαγής σκηνών και υποπλοκών -οι οποίες, αν και σε αισθητά μικρότερο αριθμό, δούλεψαν πολύ πιο αποτελεσματικά στο Σινεμά ο Παράδεισος- καθ' όλη τη μεγάλη του διάρκεια, το έργο δύσκολα θα σας αγγίξει, μάλλον θα σας κουράσει. Ωστόσο, σώζεται χάρη στις πολύ καλές ερμηνείες, το έξυπνο χιούμορ και το ομολογουμένως εκπληκτικό τέλος.

Avatar (2009) - 4/5

Περισσότερο από μια δεκαετία μετά την τεράστια επιτυχία του αριστουργηματικού «Τιτανικού», ο Κάμερον μένει, για άλλη μια φορά, στην ιστορία με την πολυαναμενόμενη «ταινία της δεκαετίας». Αγγίζει το θεατή, τον μαγεύει, τον συγκινεί, τον εντυπωσιάζει και τον βυθίζει στον φαντασμαγορικό κόσμο του, την Πανδώρα. Τεχνικά, προσέχει και την παραμικρή λεπτομέρεια σε κάθε πλάνο και στον ήχο, χωρίς να θέλει, όπως αποδεικνύεται, να δώσει έμφαση στη δράση (που είναι, έτσι κι αλλιώς, θεαματική), αλλά στα συναισθήματα μέσα από αυτή. Αυτό είναι και το ατού της ταινίας.

Το «Avatar», παρά τα 160 λεπτά διάρκειάς του, δε γίνεται κουραστικό ούτε για ένα δευτερόλεπτο, ενώ μοναδικό αδύναμο σημείο του, όπως και ο ίδιος ο σκηνοθέτης παραδέχεται, είναι το ελαφρώς απλοϊκό σενάριο το οποίο όμως δεν παύει να είναι ευρηματικό. Αξιοπρόσεχτος, τέλος, είναι ο τρόπος που ο Κάμερον χρησιμοποιεί τα κλισέ και καταφέρνει, προς μεγάλη έκπληξη όλων, αντί να απογοητεύσει, να ενθουσιάσει.

Ένας θρίαμβος των οπτικών και ηχητικών εφέ, αλλά και μία αξέχαστη εμπειρία (φορώντας τα 3D γυαλιά νιώθεις πως βρίσκεσαι δίπλα στους πρωταγωνιστές).

L' immortel / 22 σφαίρες (2010) - 3/5

Αν και για να πω την αλήθεια περίμενα μια πιο χαλαρή περιπέτεια, την ταινία του Ρισάρ Μπερί μόνο απογοητευτική δε θα μπορούσα να χαρακτηρίσω. Μπορεί στο σύνολό της να μην είναι κάτι που θα ξεχωρίσει, μπορεί το σενάριο να μην κρύβει κάποια πρωτοτυπία ή κάποια ιδιαιτερότητα, αλλά κάνει αυτό που κάνει μια χαρά. Και επειδή η στιγμή στο είδος που θα κάνει τη διάφορά φαίνεται πως θα αργήσει πολύ να έρθει, προς το παρόν αυτό είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να γίνει. Καλή λοιπόν περιπέτεια, με χορταστική δράση, αλλά και στιγμές συναισθηματικής έντασης, σοβαρό ύφος και πάνω απ΄ όλα ώριμο χαρακτήρα. Αξιοπρόσεκτο το ερμηνευτικό δίδυμο RenoMerad.

The Twilight Saga: Eclipse / Έκλειψη - 2/5

Εντάξει, όσο καλή ήταν η πρώτη ταινία δε θα είναι καμία, αλλά τουλάχιστον εδώ έχουμε τεράστια βελτίωση από το προηγούμενο, τελείως αδιάφορο φιλμ. Στην «Έκλειψη», παραδόξως, το μόνο που προσωπικά με ξένισε (καθώς τα υπόλοιπα μειονεκτήματα ήταν, εξαρχής, αναμενόμενα) είναι η απίστευτα αφελής παραλλαγή στο βαμπιρικό μύθο, πως οι βρικόλακες δεν αποτελούνται από σάρκα και οστά, αλλά από… πάγο! Δεν ξέρω αν αυτό υπάρχει στο βιβλίο, αλλά υποψιάζομαι πως όχι, προστέθηκε στην ταινία γιατί ήθελαν να υπάρχει αρκετή βία, για να προσελκύσει και το αντρικό κοινό, χωρίς όμως η ταινία να χαρακτηριστεί ακατάλληλη κάτω των 17 ή ακόμα και των 18 (αν υπήρχε αίμα έτσι θα χαρακτηριζόταν). Το βασικότερο βέβαια πρόβλημα είναι πως, γενικά, η σειρά μοιάζει περισσότερο τηλεοπτική, παρά κινηματογραφική, με κάθε ταινία να αποτελεί απλώς ένα καινούριο επεισόδιο, χωρίς κάποια ιδιαίτερη πλοκή. Αυτό που σώζει όμως το τρίτο μέρος της σειράς «twilight» είναι η σκηνοθεσία του Ντέιβιντ Σλέιντ (ευτυχώς δεν επέστρεψε ο μετριότατος Chris Weitz του «New Moon») που δίνει εύστοχα έντονη έμφαση στη δράση και πετυχαίνει να κάνει την ταινία πραγματικά απολαυστική – έστω και για λίγο – ακόμα και για όσους δεν ενδιαφέρονται για το αφελές ρομάντζο των πρωταγωνιστών. Ακόμα κι αυτό όμως ο Σλέιντ έχει καταφέρει να το κάνει πολύ πιο ενδιαφέρον απ΄ ό,τι ο προκάτοχός του, στα χέρια του οποίου τα σαγόνια μας θα είχαν φύγει από τη θέση τους από το χασμουρητό…

Shutter Island / Το νησί των καταραμένων (2010) - 3/5

Έντονα επηρεασμένος από τον Χίτσκοκ, με ένα φόρο τιμής στα κλασικά θρίλερ του ’50, κάνει τη δυναμική επανεμφάνισή του ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους σκηνοθέτες. Ο Σκορσέζε σκιαγραφεί τέλεια τον ήρωα της ιστορίας του, έναν αστυνομικό που ερευνά τη μυστηριώδη εξαφάνιση μιας κρατούμενης (ασθενούς). Συνηθισμένο, χιλιοειπωμένο στόρι, που έχει όμως και κάτι τελείως ξεχωριστό, κάτι ολότελα δικό του, λόγω φυσικά της μοναδικής σκηνοθεσίας του Σκορσέζε. Προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια, κάνει την ταινία του να θυμίζει στ΄ αλήθεια χιτσκοκικό θρίλερ, με τα πλάνα, την ατμόσφαιρα, αλλά και την εξαιρετικά εύστοχη μουσική επένδυση…
Το «Νησί των καταραμένων» ξεκινάει σαν αστυνομικό θρίλερ, στη συνέχεια μετατρέπεται σε ψυχολογικό, για να καταλήξει τελικά σε ένα παιχνίδι μυαλού, που ίσως δεν ικανοποιήσει απόλυτα το «ψαγμένο» κοινό, που θα είναι υποψιασμένο για την ανατροπή του φινάλε. Άλλοι ίσως χαθούν στη φλυαρία και τη σεναριακή ασάφεια έως αναποφασιστικότητα που διακρίνεται προς το τέλος του φιλμ, η δυναμική σκηνοθεσία του μεγάλου Σκορσέζε όμως δε θέλει να απογοητεύσει κανέναν.
Εν κατακλείδι, εκεί που ανακατεύεται το σύγχρονο με το κλασικό θρίλερ, εκεί είναι που γεννιέται το καθηλωτικό «Shutter Island»