Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

The little prince / Ο μικρός πρίγκιπας (2015)

Σε έναν δυστοπικό (;) κόσμο βουτηγμένο στο γκρι, με κατοίκους-γρανάζια μιας πελώριας κοινωνίας-μηχανής παραγωγής χρημάτων για τους λίγους κι ισχυρούς, ένα κοριτσάκι δημιουργεί μια αντισυμβατική φιλία με έναν απροσάρμοστο/αχρείαστο σε αυτόν τον αυστηρό κοινωνικό μηχανισμό γέρο με καρδιά παιδιού. Ναι, κι όμως αυτή είναι η υπόθεση του «Μικρού Πρίγκιπα», της ταινίας που βασίζεται στο ομώνυμο παραμύθι του Antoine de Saint-Exupery. Αν δεν σας θυμίζει σε τίποτα την ιστορία που ξέρετε από παιδιά, έχετε απόλυτο δίκιο, κι αυτό είναι εξολοκλήρου ηθελημένο από την πλευρά των δημιουργών. Γιατί η ιδέα της κινηματογραφικής μεταφοράς (ιδίως σε εμπορικό ψηφιακό animation) του «Μικρού Πρίγκιπα», ενός αριστουργήματος-σημείου τομής στην παιδική μυθιστοριογραφία, αλλά ίσως και στην ίδια την παιδική ηλικία των τελευταίων γενεών, αποτελεί κίνηση εξαιρετικά παράτολμη κι αμφιλεγόμενη καλλιτεχνικά, αν όχι, οριακά, ασεβή. Και η δημιουργική ομάδα πίσω από το φιλμ φαίνεται να το γνώριζε καλά.

Γι’ αυτό και, εν τέλει, δεν έχουμε τόσο μια διασκευή του παραμυθιού, όσο, πολύ περισσότερο, έναν κινηματογραφικό φόρο τιμής σε αυτό. Στην κεντρική πλοκή παραμένουν μόνο ορισμένοι ήρωες του Saint-Exupery ως β’ ρόλοι, ενώ αποσπάσματα του παραμυθιού παρατίθενται ως διηγήσεις του γέρου (πια) Πιλότου. Αν και τα αποσπάσματα αυτά δίνονται συμπτυγμένα και απλουστευμένα, σαν ίσα-ίσα ένα ξεφύλλισμα του βιβλίου, είναι πιστά στον λόγο του Saint-Exupery, συχνά συγκινώντας με την πηγαία, αφοπλιστικά ρομαντική αθωότητά του ή ακόμα και με την απλή ανάμνηση του έργου του. Ο σεβασμός, όμως, της ταινίας προς τη χάρτινη προέλευσή της, εκφράζεται πάνω απ’ όλα μέσω της τεχνικής animation που χρησιμοποιεί. Στην κυρίαρχη ψηφιακή εικόνα της ιστορίας του κοριτσιού, τα αποσπάσματα του Μικρού Πρίγκιπα «απαντούν» με το πιο παραδοσιακό stop-motion animation, προσφέροντάς μας εικαστικά υπέροχες στιγμές, επίσης πιστές στα πρωτότυπα σκίτσα του Γάλλου συγγραφέα.

Κι αν ο σχετικά περιορισμένος χρόνος που δίνεται στο παραμύθι καθαυτό κάνει πιθανώς το φιλμ παρεξηγήσιμο, έρχεται μια αιφνιδιαστικά τολμηρή τρίτη πράξη να δικαιολογήσει κάθε δημιουργική επιλογή και να φανερώσει την αληθινή ουσία του εγχειρήματος. Παρότι εκτελεσμένο με την αναμενόμενη χολιγουντιανή ασφάλεια, το φινάλε τολμάει να προσγειωθεί ευθαρσώς στον μικρό πλανήτη του απρόβλεπτου και να αναδιατυπώσει με μοντέρνα ευστοχία όλα τα μηνύματα που ως τότε αντλούνταν κατά βάση από τη διαχρονική πρώτη ύλη.

Γνώστες και μη της πρωτότυπης ιστορίας, μικρά κα μεγάλα «παιδιά», αφήστε στην άκρη τυχόν περιοριστικές προσδοκίες και απολαύστε βαθιά αυτόν τον συγκινητικότατο φόρο τιμής στο αγέραστο παραμύθι του Antoine de Saint-Exupery και στην ουσία του να είσαι παιδί -ανεξαρτήτως ηλικίας.

Βαθμολογία: 3.5/5

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Love (2015)

Ο προβοκάτορας δημιουργός του περίφημου «Irreversible» επιστρέφει με την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του και ίσως τη μέχρι στιγμής πιο προκλητική του. Αφιερώνοντας σημαντικό μέρος της διάρκειάς του σε μεγάλες σε διάρκεια, απολύτως ωμές σκηνές αληθινού σεξ, το «Love» διηγείται μέσω χρονικά μπερδεμένων φλας-μπακ την ερωτική σχέση δύο νεαρών χαρακτήρων, με κάθε -σεξουαλική- λεπτομέρεια. Κι ενώ για μια ακόμα φορά (βλέπε «Ζωή της Αντέλ», «Nymphomaniac») θεατές σοκάρονται και κάνουν λόγο για πορνογραφία κι όλα τα σχετικά, το σεξ φαντάζει απολύτως ταιριαστό και πηγαίο σε μια ταινία με τον τίτλο «Love». Μια ταινία αφιερωμένη ολότελα στον έρωτα, πολλώ δε μάλλον έναν έρωτα με τη σωματική επαφή στον πυρήνα του. Όπως η ίδια η ταινία κάνει σαφές (με υπερβολικά προφανή αυτοαναφορικό τρόπο), επιδίωξή της είναι μια αισθαντική κινηματογραφική αποτύπωση του έρωτα και του σεξ ως την απόλυτη έκφρασή του. Επιτυγχάνοντας πράγματι τον ειλικρινή αυτόν στόχο του, το αισθητά προσωπικό, ημι-αυτοβιογραφικό πρότζεκτ του Gaspar Noe γκρεμίζει μια και καλή το κινηματογραφικό ταμπού της ακραίας ερωτικής απεικόνισης, αποδεικνύοντας πως, ναι, υπάρχει θέση για αυτήν στο κινηματογραφικό πανί -και, γιατί όχι, σε τρεις διαστάσεις.

Όπως και οι προηγούμενες ταινίες του Noe, έτσι κι η παρούσα είναι καθαρά ταινία σκηνοθεσίας. Και ο Noe είναι ένας ευφυής σκηνοθέτης. Η γνωστή του, αριστοτεχνικά ντελιριακή αισθητική, με τα «τριπάτα» χρωμάτα και τον ονειρικό ρυθμό είναι εδώ, χρησιμοποιώντας αυτήν τη φορά -υπέροχα- σταθερά πλάνα προς όφελος του υποδειγματικού (και ιδιαιτέρως χιουμοριστικού) 3D και γοητεύοντας εύκολα το πιστό κοινό του. Αυτήν τη φορά βέβαια, η σκηνοθετική μαεστρία του δεν είναι αρκετή για να καμουφλάρει την ήδη δεδομένη αδιαφορία του προς το σενάριο -αυτό του «Love» αποτελούταν κυριολεκτικά από εφτά σελίδες και οι διάλογοι προέκυψαν από αυτοσχεδιασμό- και ο σαθρός σεναριακός κορμός είναι παραπάνω από ευδιάκριτος. Ενώ λοιπόν η ταινία επικοινωνεί τη ρεαλιστική, όσο και λυρική αίσθηση μιας ερωτικής σχέσης και παρουσιάζει έναν εντελώς προσγειωμένο στην πραγματικότητα πρωταγωνιστή, στέκει άδεια και σχηματική, μην καταφέρνοντας να προσδώσει στοιχειωδώς βαθύτερο ενδιαφέρον σε χαρακτήρες και στόρι. Παρά τη φυσικότατη ερμηνεία του Karl Glusman, οι διάλογοι είναι ακραία απλοϊκοί (αν όχι παιδιάστικοι) και κατ’ ουσίαν διακοσμητικοί, ενώ τα αυτοαναφορικά αστειάκια παραμένουν απλώς «αστειάκια», δίχως καμία περεταίρω σημασία. Κι όλα αυτά θα καλύπτονταν αρκούντως από την υπνωτιστική αισθητική του σινεμά του Noe, αν η ταινία διαρκούσε μισή ώρα λιγότερο. Αν μη τι άλλο όμως, ο Αργεντίνος δημιουργός χαρακτηρίζεται κι από μια μεγαλομανία, η οποία ξεχειλώνει την ταινία του στα 130 λεπτά (δίχως καν να υπάρχει κορύφωση, φινάλε, ή και κάποια σαφής συνολική δομή), καθιστώντας εμφανές ότι δεν πρόκειται παρά για μια πανέμορφη, γοητευτικότατη φούσκα.

Ανέκαθεν όμως οι ταινίες του Gaspar Noe προσδιορίζονταν από τη σκοτεινά… πολύχρωμη αισθητική τους και η εκάστοτε σκηνοθετική οπτική δεν αποτελεί απλώς το περιτύλιγμα κάποιας ιστορίας, αλλά την ίδια την κινηματογραφική ουσία. Σίγουρα, το «Love» είναι λιγότερο «καλλιτεχνικό» απ’ όσο νομίζει, αλλά ο (ειλικρινής) στόχος του δεν είναι παρά να εκφράσει μια συγκεκριμένη, πέρα για πέρα αληθινή συναισθηματική κατάσταση, κάτι το οποίο επιτυγχάνει μεθυστικά. Και μπορεί να μην είναι ούτε «Ζωή της Αντέλ» ούτε «Nymphomaniac», αλλά τουλάχιστον ας αναγνωρίσουμε στον Noe το αξιοθαύμαστο πάθος του κινηματογραφικού σύμπαντός του, αλλά και το γεγονός ότι πλέον έχει αποδείξει πιο σαφώς από ποτέ πως η αισθησιακά ερωτική εικονογραφία μπορεί να είναι απολύτως κινηματογραφική. Κι αν επιμένετε να το χαρακτηρίζετε πορνογραφία, τότε ναι, ας μην κολλάμε στις λέξεις, η πορνογραφία μπορεί να είναι κινηματογραφική.

Βαθμολογία: 2.5/5

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

The lobster / Ο αστακός (2015)

Βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να επιβεβαιώσουμε πως το μεγάλο στοίχημα του αγγλόφωνου ντεμπούτου του Γιώργου Λάνθιμου έχει αποδειχθεί αδιαπραγμάτευτα κερδισμένο. Η αλλαγή τόπου και γλώσσας και το διεθνές, σχεδόν all-star καστ της ταινίας δεν αμβλύνουν ούτε στο ελάχιστο το όραμα του δημιουργικού διδύμου του «Κυνόδοντα» και ο «Αστακός» αποτελεί μια εκατό τοις εκατό «λανθιμική» ταινία. Σταρ όπως οι Colin Farrell, Rachel Weisz και Lea Seydoux εντάσσονται απολύτως αρμονικά στον κινηματογραφικό κόσμο των Λάνθιμου και Φιλίππου, κινούμενοι στην ίδια, «ρομποτική» ερμηνευτική λογική των προηγούμενων ταινιών τους. Το «παράξενο» κινηματογραφικό σύμπαν διαστέλλεται στα μεγέθη μιας χρονικά απροσδιόριστης δυστοπίας και το αλλόκοτο ύφος φαντάζει πιο συνειδητό και (ίσως) ώριμο από ποτέ. Τουτέστιν, δεν έχουμε άλλη μια σχεδόν εμμονική επανάληψη φόρμας, για την οποία θα μπορούσαν να κατηγορηθούν οι «Άλπεις», αλλά μια υγιή ανανέωση αυτής σε πιο ξεκάθαρα κωμική μορφή, αποβάλλοντας την «κουλτουριάρικη» σοβαροφάνεια. Έτσι, με την ψυχρότητα που γέννησε το αποκαλούμενο «weird wave» του ελληνικού σινεμά να είναι παρούσα, αλλά όχι στον βαθμό της κλινικής ατμόσφαιρας και αιωρούμενης διαστροφής των «Κυνόδοντα» και «Άλπεων», ο «Αστακός» αποδεικνύεται άκρως διασκεδαστικός, αν όχι ξεκαρδιστικός. Κάποιος βέβαια που επισκέπτεται για πρώτη φορά αυτό το κινηματογραφικό σύμπαν δεν αποκλείεται να το βρει δυσκολοχώνευτο, πρόκειται όμως σαφώς για την πιο προσιτή -αλλά όχι συμβατική- ταινία του ελληνικού διδύμου, κάτι στο οποίο αναντίρρητα συμβάλλει ο διεθνής χαρακτήρας της παραγωγής.

Παίρνοντας λοιπόν σε μεγάλο βαθμό στην πλάκα την γοητευτική «παραξενιά» του, ο «Αστακός» αποτελεί μια ευφάνταστη κοινωνική σάτιρα με επίκεντρο τις ανθρώπινες και δη ερωτικές σχέσεις. Ασύστολος σαρκασμός των κυρίαρχων αντιλήψεων γύρω από τα ζευγάρια και της επιβολής τους στο άτομο από την κοινωνία, αλλά και, δευτερευόντως, ένας ουσιώδης προβληματισμός πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα και τη θέση του «εγώ» μέσα σε αυτές. Βεβαίως, δεν διακρίνεται εδώ η συμβολική στιβαρότητα του «Κυνόδοντα», που αντέχει σε ενδελεχή αποκρυπτογράφηση, και προσωπικά δεν έχω πειστεί απόλυτα για το βάθος του «Αστακού» ως αλληγορία. Ίσως βέβαια αυτό να είναι κάτι υποκειμενικό. Από την άλλη, ίσως και να μην έχει καν ιδιαίτερη σημασία. Πέραν της εύληπτης σάτιρας και μιας γενικής ιδέας που υπηρετείται μέχρι τέλους, ο «Αστακός» δεν δείχνει απαραίτητα να έχει ανάγκη από μια τόσο σπουδαία νοηματική εμβάθυνση. Γιατί αυτήν τη φορά (σε αντίθεση με τις προηγούμενες) έχουμε μια ταινία πλοκής, όπου η ιστορία της και ο τρόπος που την αφηγούνται οι δημιουργοί της αρκούν για να την απολαύσεις. Ιδίως όταν οι τελευταίοι επιδεικνύουν αξιοπρόσεκτες ικανότητες ελλειπτικής αφήγησης, υποδειγματικής στον αντισυμβατικό τρόπο που ξεδιπλώνει σταδιακά ένα ευρηματικό κόνσεπτ επιστημονικής φαντασίας.

Εκεί που υπάρχει ένσταση, τόσο σε αφηγηματικό όσο και σε νοηματικό επίπεδο, είναι στην ιδέα στην οποία βασίζεται κι ο ίδιος ο τίτλος, δηλαδή στη μετατροπή των ανθρώπων σε ζώα, που μένει εντέλει παντελώς μετέωρη. Μετά τα μισά του φιλμ, κανείς δεν ασχολείται πια με το στοιχείο της μεταμόρφωσης, παρά μόνο υπαινικτικά, κι έτσι δεν φανερώνεται κάποιος ουσιαστικός λόγος για την ύπαρξη ενός τόσο παράδοξου κόνσεπτ, τη στιγμή που δεν είναι πραγματικά καθοριστικό για το φιλμ. Η τελική εστίαση αυτού, άλλωστε, δεν είναι παρά ένα απαγορευμένο love-story μεταξύ των Colin Farrell και Rachel Weisz, υπέροχα ανθρώπινων μέσα στη λανθιμική ψυχρότητά τους. Αν και το φιλμ ποτέ δεν χάνει το ενδιαφέρον του, σίγουρα η εξέλιξη αυτή το απομακρύνει από το δυναμικό και γεμάτο ευρήματα πρώτο μισό του, όσο και από την ίδια την κωμωδία. Βεβαίως, αυτή η ανάδυση ζεστασιάς σε ένα τόσο αποστειρωμένο συναισθηματικά περιβάλλον μπορεί να ενταχθεί στις απολαυστικές ιδιαιτερότητες της ταινίας, μα εύλογα αναρωτιέται κανείς για το κατά πόσον μια διαφορετική σκηνοθετική προσέγγιση θα το έκανε πιο δυνατό.

Όπως και να `χει, η νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια απολαυστικά αλλόκοτη μαύρη κωμωδία, μια σουρεαλιστική κοινωνική σάτιρα με πρωτότυπες ιδέες, αριστουργηματική φωτογραφία από τον γνώριμο πια Θύμιο Μπακατάκη και μια ευχάριστη δημιουργική αυτογνωσία. Πάνω απ` όλα όμως, είναι μια καθαρά «λανθιμική» ταινία, που απλά τυχαίνει να έχει για πρωταγωνιστές χολιγουντιανούς σταρ. Κι αυτό δεν μπορεί παρά να είναι μια μεγάλη, περήφανη νίκη.

Βαθμολογία: 3.5/5


Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Il futuro / Το μέλλον (2013)

Έχοντας μόλις χάσει τους γονείς της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, η νεαρή Μπιάνκα οφείλει να κρατήσει εντός ελέγχου τη ζωή τόσο της ίδιας όσο και του μικρότερου αδερφού της, τον οποίο βλέπει σταδιακά να αποστασιοποιείται. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για μια ιστορία ενηλικίωσης, η γραμμή τερματισμού της οποίας σηματοδοτείται από την επαναφορά στις ράγες μιας ζωής που τείνει να εκτροχιαστεί. Από την άλλη, ο εκτροχιασμός αυτός εκπροσωπείται -σχεδόν στερεοτυπικά- από τις νέες, κακές παρέες του μικρού αδερφού, οι οποίες τον απομακρύνουν από το σχολείο και παρασέρνουν και την ίδια τη Μπιάνκα σε ένα εγκληματικό σχέδιο.

Έτσι, το φιλμ φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα ατμοσφαιρικό δραματικό θρίλερ (στα χνάρια, ίσως, του κατά πολύ ανώτερου «The best offer» του σαφώς πιο έμπειρου Tornatore), όπου εν μέσω μιας υπόγειας αίσθησης κινδύνου σκιαγραφείται η εσωτερική πορεία των ηρώων προς την αποδοχή του χαμού των γονιών τους. Τι κρίμα όμως που, μέχρι και το τέλος, όλα αυτά παραμένουν απλές -έως και αφελείς- φιλοδοξίες μιας ξεκάθαρα πιο απλοϊκής και ρηχής απ` όσο νομίζει ταινίας…

Η θριλερίζουσα σκηνοθεσία μοιάζει να βρίσκεται εκεί απλώς για να προσδώσει βαρύτητα σε μια πλοκή που ελάχιστο δραματικό βάθος έχει, χωρίς ποτέ να υπάρχει αληθινός λόγος να αισθανθούμε κάποιου είδους αγωνία ή απειλή. Το ίδιο και η απόπειρα μιας φαινομενικά «καλλιτεχνικής» αισθητικής, αντλημένης εύκολα μέσω πλάνων φανταχτερού γυναικείου (και μόνο) γυμνού και φτηνών κουλτουρο-διαλόγων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών, οι επανειλημμένες αναφορές σε παλιά b-movies, που μοιάζουν να διαμορφώνουν κάποιο αυτοαναφορικό σινεφίλ σχόλιο, χωρίς ποτέ αυτό να διασαφηνίζεται ή να αιτιολογείται. Αντιθέτως, η αυτοπεποίθηση με την οποία το φιλμ κατηγορεί τις ταινίες εκείνες (ως επιφανειακές κ.α.), σαν το ίδιο να αποτελεί κάποιο κινηματογραφικό αριστούργημα, υπερτονίζει την ναρκισσιστική του αυταρέσκεια. Οι χαρακτήρες υπολείπονται ρεαλιστικού υποβάθρου, ενώ, στο τέλος, το στόρι ολοκληρώνεται απλοϊκά κι αυθαίρετα, με τη συνολική δραματουργία να αποδεικνύεται εξαιρετικά αδύναμη. 

Βαθμολογία: 1/5

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Solace / Το χάρισμα (2015)

Σίκουελ του «Seven» που ποτέ δεν εγκρίθηκε, το «Solace» διηγείται την προσπάθεια του FBI να πιάσει έναν μυστηριώδη κατά συρροή δολοφόνο με τη βοήθεια των παραφυσικών ικανοτήτων του μέντιουμ Anthony Hopkins. Γνωρίζοντας πως το φιλμ προέρχεται από σχέδιο για σίκουελ του «Seven», δεν εκπλήσσει η δομή, το φινάλε και γενικώς η σύλληψή του που δείχνουν να διαθέτουν μια αντίστοιχης κατεύθυνσης φιλοδοξία και που κάποιες φορές παραπέμπουν στο κλασικό θρίλερ του Fincher. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει πως υπάρχει κανένας λόγος υψηλών προσδοκιών ή έστω σύγκρισης μεταξύ των δύο ταινιών, ήδη με τα πρώτα λεπτά του φιλμ να μας επιβεβαιώνουν πως πρέπει να κρατάμε μικρό καλάθι, φανερώνοντας εξ αρχής μια από τις βασικότερες ελλείψεις του: την ατμόσφαιρα.

Πέρα από μια αρκετά ενδιαφέρουσα έναρξη και μια εν γένει ιντριγκαδόρικη υπόθεση, στην οποία διαφαίνεται έμπνευση και ένα εν δυνάμει βάθος προβληματικής, το «Solace» δεν γίνεται ποτέ όσο στιβαρό και αξιομνημόνευτο θα μπορούσε, πάσχοντας σε πολλά επίπεδα. Το κυριότερο φταίξιμο αναγκαστικά κουβαλά ο βραζιλιάνος σκηνοθέτης Afonso Poyart, που μοιάζει να αντιμετωπίζει το φιλμ σα μια κλισέ αστυνομική περιπέτεια αντί ενός σκεπτόμενου θρίλερ μυστηρίου. Δίχως οποιαδήποτε ατμόσφαιρα, ένταση επιδιώκεται ανεπιτυχώς μέσω φρενήρων λήψεων και κοφτού περιπετειώδους μοντάζ, δίνοντας κατά βάση την αίσθηση του κακοφτιαγμένου. Ο αρκετά γρήγορος ρυθμός (μια τολμηρότερη ταινία μυστηρίου θα επέτρεπε πιο αργό και εσωτερικό τέμπο) και η τυπική μουσική επένδυση εμποδίζουν τον θεατή από το να βαρεθεί, μα ίσως τελικά κι από το να ενδιαφερθεί στ` αλήθεια. Στο επίκεντρο όλων, άλλωστε, βρίσκονται δύο παντελώς αδιάφοροι χαρακτήρες αστυνομικών, με καθαρά κλισέ ερμηνείες από τον (ελαφρώς ναρκισσιστικό) Jeffrey Dean Morgan και την Abbie Cornish. Ο Anthony Hopkins διασώζεται ως ο μόνος πράγματι βαθύς χαρακτήρας, αλλά κι ως ο μοναδικός ερμηνευτής που δεν δείχνει να έχει ανάγκη από ευστοχότερη σκηνοθετική καθοδήγηση για να προσφέρει μια αξιοπρεπή και εντός ρόλου ερμηνεία.

Κρυμμένος άσσος στο μανίκι του φιλμ φαίνεται να είναι ο Colin Farrell στον ρόλο-κλειδί της υπόθεσης, που φέρνει στο προσκήνιο τον ηθικό προβληματισμό ενός εγκλήματος-καλής πράξης. Κι έχει τόσο ενδιαφέρον το πραγματευόμενο θέμα, που είναι στ` αλήθεια εντυπωσιακό το πόσο αποτυγχάνει το φιλμ να επικοινωνήσει την προσδοκώμενη κινηματογραφική δύναμη στον θεατή. Το σενάριο ποντάρει σε μια «αλά Kevin Spacey» τροπή της πλοκής με την εισαγωγή του Farrell, μα εκείνος δεν προσδίδει καμία βαρύτητα στον σημαντικό χαρακτήρα του και ό,τι έπεται φαντάζει αντ` αυτού με μια μεγάλη κινηματογραφική κοιλιά. Το ανιαρά βιντεοκλιπίστικης αισθητικής φινάλε δεν βελτιώνει σε τίποτα τα πράγματα και το μάλλον λησμονήσιμο «Solace» αδυνατεί να πλησιάσει διεισδυτικότερες σπουδές που έχουμε δει στο παρελθόν πάνω στο θέμα του «ηθικού» εγκλήματος.

Βαθμολογία: 1.5/5

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

It follows / Σε ακολουθεί (2014)

Σαν ένα όχι πολύ μακρινό ξαδερφάκι του πρόσφατου «Babadook», το «It Follows» αποδεικνύεται μια ακόμη αξιοπρόσεκτη και σαφέστατα ανώτερη του σωρού ανεξάρτητη ταινία τρόμου, που, χωρίς να είναι αψεγάδιαστη, αποπειράται να αντιμετωπίσει το είδος πολύ πιο ουσιωδώς απ` ό,τι είθισται. Αν και πιο δυσδιάκριτο απ` ό,τι στο «Babadook», υπάρχει κι εδώ ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, όπως υπαινίσσεται ξεκάθαρα το σχετικά εσωστρεφές φινάλε, αλλά και εν γένει η αξιοσημείωτη σκηνοθεσία του David Robert Mitchell.  Ο Αμερικανός σκηνοθέτης τοποθετεί τους ήρωές του σε ένα αναχρονιστικό σύμπαν «μπερδεμένο» κάπου ανάμεσα στη δεκαετία του `80 και στο σήμερα, υιοθετώντας και μια αντίστοιχα υβριδική αισθητική. Η κάμερα στέκεται ακίνητη ή περιστρέφεται σταθερά μέχρι και 360 μοίρες, χρησιμοποιούνται διαρκώς σταδιακές μεταβάσεις μεταξύ πλάνων και μια παλιομοδίτικα απόκοσμη μουσική υπόκρουση, με το τέμπο να είναι αργό και τον τρόμο να μην ακολουθεί μια πορεία κλιμακούμενης κορύφωσης. Σε συνδυασμό με το ότι σημαντικά μεγάλος αριθμός σκηνών λαμβάνει χώρα υπό το φως της ημέρας, το φιλμ απομακρύνεται αισθητά από τη σκοτεινή, αγωνιώδη ατμόσφαιρα της καθιερωμένης ταινίας τρόμου, δημιουργώντας ένα πιο νωχελικό και ελαφρώς «εσωτερικό» ύφος.

Βεβαίως, τα παραπάνω δεν συνεπάγονται απαραίτητα έλλειψη έντασης. Παρά την αδιαφορία του για τη μεθοδική κλιμάκωση του σασπένς, το φιλμ διαθέτει ορισμένες από τις πιο τρομακτικές σκηνές στην πρόσφατη κινηματογραφική μνήμη μας, αληθινά υποδειγματικές στο χτίσιμό τους. Εξάλλου, η βασική ιδέα της ταινίας είναι από μόνη της ευρηματικότατη, δίνοντας την ευκαιρία για ένα πανέξυπνο κινηματογραφικό παιχνίδι με την αίσθηση της απειλής.

Συνήθεις αδυναμίες του είδους, από την άλλη, δεν αποφεύγονται. Είναι φορές που οι χαρακτήρες συμπεριφέρονται ανόητα και μη ρεαλιστικά, αφαιρώντας πειστικότητα από ένα κατά τ` άλλα αρκετά προσγειωμένο στο ρεαλισμό ύφος. Η υλική υπόσταση του μεταφυσικού δαίμονα φαντάζει κάπως αφελής και ανέμπνευστη, ενώ το τέλος ενδεχομένως αφήνει μια αίσθηση ασάφειας ή μη ολοκλήρωσης και θα όφειλε σαφώς να προσφέρει μια δυνατότερη κορύφωση στην ιστορία. Εδώ όμως επανέρχεται το θέμα της εσωτερικότητας και της ουσιώδους βαθύτερης προβληματικής του φιλμ, που το κάνουν να «σηκώνει» (αν όχι να απαιτεί) δεύτερη θέαση. Γιατί αν δεν υπάρχει τελική κορύφωση για τον τρόμο, υπάρχει σίγουρα για την υπαινικτικότητα. Ο David Robert Mitchell προσφέρει πολλά ερεθίσματα μιας υποθάλπουσας αλληγορίας, με πρώτο και κύριο την απεικόνιση του δαίμονα ως ένα… σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. Η διαρκής απουσία των γονιών των νεαρών πρωταγωνιστών και η εμφάνισή τους μόνο ως μορφές του δαίμονα, η μεταμόρφωση του τελευταίου σε μια τεραστίων διαστάσεων… περίοδο (;) και άλλες μικρότερες λεπτομέρειες δίνουν μια ενδιαφέρουσα συμβολική διάσταση στο φιλμ, αγγίζοντας εμμέσως μα αποτελεσματικά τα ευαίσθητα θέματα του σεξ, του έρωτα και της ενηλικίωσης.

Αξιοπρόσεκτο σκηνοθετικά και ευρηματικό σε σύλληψη, το χαμηλών τόνων «It Follows» προσφέρει ορισμένες αξιομνημόνευτες σκηνές τρόμου, ακόμα κι αν στο σύνολό του αποστασιοποιείται από την καθιερωμένη δόμηση κλιμακούμενου σασπένς, και υπαινίσσεται μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, ευαίσθητη αλληγορία πίσω από την υπερφυσική απειλή.

Βαθμολογία: 3/5

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Infinitely polar bear / Οικογενειακές ανισορροπίες (2014)

Χρόνια τον γνωρίζουμε, αλλά λίγες είναι οι φορές που ο Mark Ruffalo μας έδωσε την αφορμή να τον επαινέσουμε τόσο πολύ. Τα τελευταία χρόνια, ο αμερικανός ηθοποιός βρίσκεται ίσως στην κορυφαία φάση της καριέρας του, ταυτόχρονα ποιοτικά κι εμπορικά, και, μη σταματώντας να στηρίζει ανεξάρτητες παραγωγές (όπως η παρούσα, αλλά και το πρόσφατο «Begin again»), εξακολουθεί να μας εκπλήσσει με κάθε νέα του πρωταγωνιστική ερμηνεία. Εδώ, τον συναντάμε στο ρόλο μανιοκαταθλιπτικού-διπολικού πατέρα («polar bear» προφέρει λάθος η μικρή κόρη του το «bipolar») με την ευθύνη της φροντίδας των δύο κορών του και την ανάγκη να ξανακερδίσει τη γυναίκα του.

Το φυσιολογικά βαρύ θέμα της μανιοκατάθλιψης αντιμετωπίζεται με τον πιο αισιόδοξο τρόπο από την πρωτοεμφανιζόμενη στη σκηνοθεσία Maya Forbes, σε μια ευαίσθητη δραμεντί που ευτυχώς αποφεύγει τις υπερβολικά μελοδραματικές ή εύπεπτες λύσεις. Η κηδεμονία γίνεται υπόθεση ωρίμανσης αμφότερων γονιού και παιδιών και η αδυναμία ένταξης του Ruffalo στο κοινωνικό του περιβάλλον αποτυπώνεται διασκεδαστικά όσο και πικρά. Η αγάπη και η αποδοχή είναι τα κεντρικά θέματα γύρω από τα οποία περιστρέφεται η ιστορία και οι χαρακτήρες, σε μια αναζήτησή τους σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Το τελευταίο στέκεται συχνά εμπόδιο στο πρώτο, με τις κοινωνικές διακρίσεις της δεκαετίας του `70 να δίνουν εμμέσως πλην σαφώς την αφορμή μιας φεμινιστικής-αντιρατσιστικής κινηματογραφικής διάστασης.

Ξανά όμως, είναι η αγάπη και η φροντίδα που επανέρχονται στο κινηματογραφικό προσκήνιο, μέσα από την αέναη μάχη τους με την προσπάθεια αποδοχής και συμβίωσης. Η Forbes δημιουργεί μια εξαιρετικά ζεστή και τρυφερή ιστορία που ακροπατεί επιτυχημένα ανάμεσα στο ρεαλισμό (η κινηματογράφηση επιδιώκει να μην εξωραΐσει την εικόνα) και στην ανάλαφρη διάθεση, η οποία δεν αξιοποιείται απερίσκεπτα. Συγκεκριμένα, το χιούμορ πηγάζει μέσα από την καθημερινότητα και τους χαρακτήρες και σπάνια υπερτονίζεται κινηματογραφικά, με εξαίρεση μια σινεφιλική αναφορά (στη «Λάμψη»), που όσο είναι αστεία, άλλο τόσο λειτουργεί ευφυώς και ουσιαστικά.

Έτσι, το «Infinitely polar bear» προσφέρει μια συγκινητικά τρυφερή, αισιόδοξη ματιά στις δυσκολίες των ανθρώπινων σχέσεων και αφήνει την αγάπη να κερδίσει με βαθιά, αν κι όχι απαραίτητα αξέχαστη, κινηματογραφική ευαισθησία.

Βαθμολογία: 3/5

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

Un moment d' egarement / Θα μείνει μεταξύ μας (2015)

«Παρά τρίχα» μια αληθινά καλή ταινία! Το «Θα μείνει μεταξύ μας» έχει όλη τη feelgood, «δροσερή» διάθεση μιας καλοκαιρινής κομεντί, μα ίσως να αποτελεί κάτι περισσότερο. Διακρίνεται από ρεαλιστική υπόσταση και βάθος στους χαρακτήρες του, τείνοντας να αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα από τη μέση ταινία του είδους. Το χάσμα των γενεών, η ζωή μέσα από τα μάτια του εφήβου και του μεσήλικα, η πατρότητα, η οικογένεια θίγονται εύστοχα (παρότι με στοιχεία απλοϊκότητας μερικές φορές) μέσα από τις διαφορετικές οπτικές γωνίες των χαρακτήρων, στους οποίους το σενάριο εμβαθύνει με ευαισθησία, μέχρι και σε όρια ψυχανάλυσης (σε εκείνον του Francois Cluzet). Οι σεναριογράφοι Jean-Francois Richet και Lisa Azuelos δείχνουν αγάπη προς τους ήρωές τους και το ίδιο κι ο θεατής, που μπορεί να γελάσει αλλά και παράλληλα να ταυτιστεί μαζί τους, χάρη στην αληθινή τους διάσταση.

Χωρίς να τίθενται ποτέ οι βάσεις για κάποιο αριστούργημα, το φιλμ σε κερδίζει με άνεση. Ό,τι όμως διακρίνεται εξαρχής ως αμελητέο μικρο-ελάττωμα, εξελίσσεται τελικά σε μια φανερή συνολική αδυναμία. Τουτέστιν, η μερική βιασύνη σε ορισμένα σημεία της ψυχολογικής διαδρομής των ηρώων φανερώνει εντέλει έναν αμήχανα δομημένο αφηγηματικό ρυθμό: πιο σύντομο απ’ όσο θα μπορούσε το αρχικό κομμάτι του παράνομου φλερτ (που περνά απότομα από την υπαινικτικότητα στη σαφήνεια) και αναίτια τραβηγμένο σε διάρκεια το δεύτερο κομμάτι των διλλημάτων και των ενοχών. Αποτέλεσμα αυτού, να αναλώσει το φιλμ τη δραματική του δύναμη σε μια αμήχανη αφηγηματική κοιλιά, με κατάληξη ένα αδικαιολόγητα πρόχειρο φινάλε, σαν διαδικαστικό συμμάζεμα των εκκρεμοτήτων για να πέσουν γρήγορα οι τίτλοι τέλους.

Παρά τα ψεγάδια του όμως, το «Θα μείνει μεταξύ μας» εσωκλείει την ψυχή μιας ταινίας τρυφερής και αληθινής, που ενδέχεται να μη σβήσει από τη συναισθηματική σας μνήμη όσο γρήγορα θα περιμένατε. Αν οι δημιουργοί εξέφραζαν μέχρι τέλους την ίδια βαθιά αγάπη προς τους χαρακτήρες τους, θα μιλούσαμε ίσως για μια από τις «must» ταινίες του καλοκαιριού.

Βαθμολογία: 2.5/5

Paper towns / Χάρτινες πόλεις (2015)

Οι σεναριογράφοι του αγαπημένου «(500) Μέρες με τη Σάμερ» και της μεγάλης εμπορικής επιτυχίας «The Fault in our Stars», καταπιάνονται ξανά με λογοτεχνική πρώτη ύλη του John Green και, με τον σκηνοθέτη του ανεξάρτητου «Robot & Frank» πίσω απ’ τις κάμερες, ποντάρουν σε μια ακόμη σίγουρη επιτυχία. «Σίγουρη» σε υπερβολικό βαθμό για τα μέτρα ενός στοιχειωδώς σινεφίλ θεατή, ο οποίος θα δει την τόλμη του φιλμ να μην αρκεί για να αλλάξει ούτε γράμμα από την αμερικανική συνταγή της ρομαντικής κομεντί.

Παντελώς συνταγογραφημένη πλοκή και άκρως προβλέψιμες εξελίξεις (και «ανατροπές») συνθέτουν ένα φιλμ του οποίου το σχετικά ενδιαφέρον στόρι θα μπορούσε να περιέχει ψήγματα ψυχής αν είχε αντιμετωπιστεί με λίγο μεγαλύτερη ειλικρίνεια. Όμως τα πάντα ακολουθούν με μαθηματική ακρίβεια πολυφορεμένα κινηματογραφικά μοτίβα, έτοιμα για μαζική κατανάλωση από το ευσυγκίνητο εφηβικό κοινό. Σε σημεία ούτε καν τα προσχήματα δεν κρατούνται, με ορισμένους διαλόγους να σπάνε ρεκόρ cheesy προχειρότητας («Τα πάντα είναι άσχημα από κοντά» «Όχι εσύ»).

Ένας μη απαιτητικός έφηβος δύσκολα θα έχει λόγο να παραπονεθεί, αφού σε εκείνον απευθύνεται η ταινία, και συνεπώς ίσως είναι άδικο να είμαστε σκληροί απέναντί της. Τοποθετώντας τες όμως σε ένα ευρύτερο κινηματογραφικό πλαίσιο, οι «Χάρτινες πόλεις» δεν ξεχωρίζουν σε τίποτα από τον μετριότατο σωρό των νεανικών rom-coms -απλώς, τουλάχιστον, δεν πέφτουν ούτε πολύ χαμηλότερα από αυτόν. 

Βαθμολογία: 1.5/5

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Ted 2 (2015)

Ισχύει η «τρίτη και φαρμακερή»; Δυστυχώς, στην περίπτωση του Seth MacFarlane και της τρίτης του κινηματογραφικής απόπειρας, ισχύει στο έπακρο. Θα περίμενε κανείς από τον -περίφημο για το προσβλητικό (άλλοτε λόγω σάτιρας, άλλοτε κακογουστιάς) χιούμορ της τηλεοπτικής animated σειράς «Family guy»- MacFarlane να μεταφέρει και στη μεγάλη οθόνη την ασέβεια που τον χαρακτηρίζει. Ενώ όμως το χαρακτηριστικό χιούμορ του (με στοιχεία σάτιρας της αμερικανικής κοινωνίας και αξεπέραστες αναφορές στην ποπ κουλτούρα) ήταν ξεκάθαρα παρόν ήδη από το πρώτο «Ted», το πέρασμα του MacFarlane στον κινηματογράφο σηματοδοτεί τελικά και την άνευ όρων παράδοσή του στους όρους της συμβατικότερης χολιγουντιανής κωμωδίας. Και, στο «Ted 2», όχι απλώς δεν αποζημιώνει για την έλλειψη έμπνευσης του περσινού «1000 τρόποι να πεθάνεις στη Δύση», αλλά επιβεβαιώνει ολοκληρωτικά τα παραπάνω. Τρίτη και φαρμακερή, indeed...

Όλη η ανατρεπτικότητα του «Ted 2» μοιάζει ξεχασμένη στο βασικό κόνσεπτ ενός λούτρινου αρκουδιού που βρίζει, καπνίζει χόρτο και λατρεύει το σεξ. Τα πάντα εδώ μοιάζουν με διαδικαστική επανάληψη, χωρίς να υπάρχει καν το έδαφος για να χτιστεί μια ολόκληρη ταινία. Έχουμε μια δίωρη κωμωδία με αδιάφορο στόρι 20λεπτου επεισοδίου και αντίστοιχης λογικής χιούμορ, όπου κάθε σκηνή πρέπει να τελειώσει με ένα βεβιασμένο αστειάκι για να πάμε στην επόμενη. Ελλείψει έμπνευσης, σάτιρα και χιούμορ εκτελούνται με τον πλέον εύκολο και προφανή τρόπο, και το φιλμ αναλώνεται σε μια σειρά απλοϊκότατων και αμήχανα σοβαροφανών διαλόγων στα πλαίσια μιας βαρετής δικαστικής υπόθεσης. Η εν λόγω σοβαροφάνεια δεν οδηγείται πουθενά, κανείς δεν γνωρίζει αν είναι ηθελημένη ή όχι, ενώ η όποια φρεσκάδα και απενοχοποιημένη απόλαυση του πρώτου «Ted» έχει πλέον εξατμιστεί. Μόνη αξιοπρόσεκτη προσπάθεια του MacFarlane να ξυπνήσει τον geek ενθουσιασμό μας είναι η εύστοχη τοποθέτηση του φινάλε στο κόμικ συνέδριο Comic-Con όπου γνωστοί ήρωες της ποπ κουλτούρας παρελαύνουν και… παίζουν ξύλο! Ξανά όμως, το φινάλε είναι κινηματογραφικά παντελώς αδιάφορο και ημιδουλεμένο, με τον Giovanni Ribisi (που ατυχώς επιστρέφει στο ρόλο του κακού) να ενισχύει την αίσθηση επανάληψης.

Μόνο ορισμένες αναφορές στην ποπ κουλτούρα παραμένουν αληθινά διασκεδαστικές λοιπόν, σε ένα φιλμ διεκπεραιωτικό όσο και αναπόφευκτο, που αν μη τι άλλο επισφραγίζει την ολική συμβατικότητα του MacFarlane.

Βαθμολογία: 1.5/5

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Magic Mike XXL (2015)

Η παρέα του πρώτου «Magic Mike» ξανασυναντιέται για ένα τελευταίο σόου, με αρκετά διαφορετική κινηματογραφική κατεύθυνση αυτήν τη φορά. Αφήνοντας πίσω την πιο καλλιτεχνική σκηνοθετική ματιά του Soderberg, το «XXL» -με νέο σκηνοθέτη- προσπερνά μαζί της και τη δραματική σοβαρότητα της πρώτης ταινίας. Οι δημιουργοί στρέφονται προς έναν πιο ξεκάθαρα εμπορικό προσανατολισμό και θέτουν ως άξονά τους απροκάλυπτα τη διασκέδαση -και το οφθαλμόλουτρο. Περισσότερος χορός, περισσότερο χιούμορ, πιο χυδαίες χορογραφίες και μια εν γένει ελαφρότερη διάθεση επιχειρούν, ίσως, να επανορθώσουν για την ενδεχομένως απογοητευτική έλλειψή τους στο ορίτζιναλ.

Το φιλμ λοιπόν αποτελεί μια πράγματι διασκεδαστική και έντονα καλοκαιρινή κομεντί που θα ικανοποιήσει πλήρως το (γυναικείο κυρίως) κοινό στο οποίο απευθύνεται. Κι ενώ το γεγονός αυτό μεταφράζεται και ως ειλικρίνεια προθέσεων, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει πόσο δραματουργικά ισχνό αποδεικνύεται ετούτο το σίκουελ. Το στόρι δεν είναι παρά ένα απλό reunion της «παλιοπαρέας», σε ένα road movie με μοναδικό προορισμό την πραγματοποίηση του τελικού σόου. Ο Mike δεν έχει πια κανένα εσωτερικό δίλλημα και η εστίαση στους υπόλοιπους χαρακτήρες της παρέας γίνεται επιδερμικά και με κωμικούς όρους, ενώ σχεδόν κανείς εξ αυτών δεν έχει κάποια βαθύτερη ανάγκη πέρα από το να βρει… γκόμενα.

Κατά συνέπεια, με την κινηματογραφική ουσία να μην έγκειται πλέον στη μελέτη του εγκλωβισμένου πρωταγωνιστή και με τον κόσμο του ανδρικού στριπτίζ να μην λειτουργεί πια ως αφορμή αυτής, τίθεται ένα νέο ζήτημα. Δεν γίνεται εδώ καμία απόπειρα αμφισβήτησης μιας κουλτούρας ψευτιάς και ψευδο-γκλάμουρ, αηδιαστικά υποκριτικών παρουσιαστριών και λυσσασμένων γυναικείων… κοπαδιών. Ο λόγος βέβαια δεν γίνεται για την ίδια την κουλτούρα του στριπτίζ, αλλά για αυτήν της ευρύτερης «ποπ» διασκέδασης. Ναι, εδώ το στριπτίζ φαντάζει ενταγμένο σε αυτήν, όπως άλλωστε και το ίδιο το φιλμ που σχεδόν ασπάζεται τη λογική ενός εμπορικού βίντεο-κλιπ ή μιας τηλεταινίας του MTV. Το χορευτικό φινάλε επισφραγίζει τη «βιντεοκλιπίστικη» λογική, αλλά ευτυχώς διαθέτει και κινηματογραφικό ενδιαφέρον (μια νότα ρομαντισμού αγκαλιάζεται όμορφα  με τη χυδαιότητα της κινησιολογίας), επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα και τις ειλικρινείς προθέσεις του. Έτσι, όσοι μπορούν να συμβιβαστούν με τα παραπάνω -ή όσοι θα αρκεστούν στην ένοχη απόλαυση του όλου θεάματος- θα μείνουν αναμφίβολα ευχαριστημένοι.

Βαθμολογία: 2/5

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Insidious: Chapter 3 / Παγιδευμένη ψυχή: Κεφάλαιο 3

Η μεταφυσική τριλογία «Insidious» ολοκληρώνεται με ένα πρίκουελ, γραμμένο αλλά και σκηνοθετημένο από τον σεναριογράφο των προηγούμενων κεφαλαίων Leigh Whannel. Οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες αλλάζουν, παραμένοντας ως συνδετικός κρίκος με τα προηγούμενα φιλμ η Elise (Lin Shaye), η ηλικιωμένη με την ικανότητα να επικοινωνεί με τον άλλο κόσμο. Αυτή μοιράζεται τον πρωταγωνιστικό ρόλο με τη μάλλον ανεπαρκή Stefanie Scott, στο ρόλο της νεαρής κοπέλας που στοιχειώνεται από έναν δαίμονα, τον «Άνδρα που δεν μπορεί να αναπνεύσει».

Παρά τους καινούριους ήρωες, βεβαίως, τίποτα καινούριο δεν θα βρείτε εδώ. Τα πάντα φαντάζουν ξαναειπωμένα -και φυσικά όχι μόνο εντός του franchise- και ως εκ τούτου σχεδόν ανιαρά. Μακάρι τουλάχιστον να είχαμε να πούμε πως πια έχει δέσει η «μαγιά» της συνύπαρξης χιούμορ και τρόμου που εισήγαγε το πρώτο «Insidious»… Δυστυχώς διαπιστώνουμε πως εδώ τα συστατικά είναι ακόμα πιο αδέξια ανακατεμένα και ο Leigh Whannel χάνει τα βήματά του περισσότερο κι απ` όσο θα του συγχωρούσαν οι φαν της σειράς. Τα τρομακτικά στοιχεία καθαυτά δεν έχουν την γκροτέσκ αίσθηση της πρώτης ταινίας, μα το χιούμορ και η αμήχανη αυτοπαρωδία εισβάλλουν ξανά για να γκρεμίσουν την όποια ατμόσφαιρα (όχι ότι πολυ-υπάρχει τέτοια πλέον) και να αποπροσανατολίσουν παντελώς το φιλμ. Η Lin Shaye καταλήγει σε μία σαχλή καρικατούρα - πασπαρτού ενός σωρού διαφορετικών κινηματογραφικών ειδών και η ταινία στο άγαρμπα πολτοποιημένο μίγμα τους.

Κι αν τουλάχιστον κάτι άξιζε αναφοράς στο πρώτο «Insidious» ήταν ορισμένες αξιομνημόνευτα ευρηματικές σκηνές τρόμου. Ε, λοιπόν η ευρηματικότητα είναι κάτι που λείπει σε σχεδόν σοκαριστικό βαθμό από εδώ. Οι σκηνές τρόμου συνίστανται αποκλειστικά από ανέμπνευστα ανεβάσματα της μουσικής -και είναι συχνά παντελώς κακοσκηνοθετημένες-, συνθέτοντας ένα φιλμ που μοιάζει με συρραφή από jump-scares. Όσο λίγο κι αν είναι, το CGI επίσης «βγάζει μάτι» όποτε χρησιμοποιείται και αφαιρεί ένταση. Κι ενώ το σενάριο σπαταλά πολύ χρόνο μέσα στα ζοφερά κατατόπια του «άλλου κόσμου», όλο το ανατριχιαστικό μυστήριο του αγνώστου εξαφανίζεται μέσα από μια υπερβολικά κυριολεκτική και απίστευτης έλλειψης φαντασίας απεικόνιση της wannabe αφαιρετικής «άλλης πλευράς». Πρόκειται για ένα μέρος όπου ο «Άντρας που δεν μπορεί να αναπνεύσει» είναι κυριολεκτικά ένας γέρος με μάσκα οξυγόνου και όπου οι απειλητικοί δαίμονες αντιμετωπίζονται με… μπουνιές!

Εν ολίγοις, δεν θα δείτε κάτι άλλο από το πρώτο «Insidious» σε (πολύ) πιο ανέμπνευστη εκδοχή. Το γεγονός ότι το ίδιο σχόλιο έγραψα και για το περσινό «Conjuring» είναι μάλλον λίγο ανησυχητικό…

Βαθμολογία: 1/5

Far from the madding crowd / Μακριά από το πλήθος (2015)

Μετά από το εξαιρετικό προ διετίας «Κυνήγι», το οποίο έφτασε μέχρι τα ξενόγλωσσα Όσκαρ, ο Thomas Vinterberg αναλαμβάνει την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Thomas Hardy «Far from the Madding Crowd» (1874), σε σενάριο του David Nichols («Great Expectations», «One Day»). Ο Δανός σκηνοθέτης αποδεικνύεται ιδιαίτερα ικανός στον χειρισμό μιας μεγάλης παραγωγής, αισθητικά και αφηγηματικά απαιτητικής. Μας προσφέρει ένα οπτικά άρτιο αποτέλεσμα, εμφανώς μελετημένων πλάνων, φωτισμών και χρωμάτων. Βασικά, κάνει ό,τι μπορεί για να διανθίσει συναισθηματικά ένα μάλλον άνευρο σενάριο…

Το «Far from the Madding Crowd» πάσχει από την -συχνά αισθητή στις κινηματογραφικές μεταφορές κλασικής λογοτεχνίας- αδυναμία συμπύκνωσης της πρώτης ύλης σε ένα κινηματογραφικά μεστό αποτέλεσμα. Το σενάριο μοιάζει να κάνει κακή διαχείριση χρόνου ακόμα κι αν δεν υπάρχουν συγκεκριμένες σκηνές που να «χτυπάνε» ως περιττές, και εντέλει αποδεικνύεται είτε ρηχό είτε διεκπεραιωτικό. Πώς μεταφράζεται αυτό στην ταινία; Οι εξελίξεις «τρέχουν» χωρίς να προλαβαίνουν να μας αγγίξουν, γιατί οι επιμέρους σκηνές και υποπλοκές δεν έχουν το χρόνο να αποκτήσουν αρκετό βάθος, και η ιστορία φαντάζει ως ένα πολύ πιο εύπεπτο και… «κοριτσίστικο» απ΄ό,τι θα ήθελε ρομάντζο. Αυτό οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι πολλές από τις εξελίξεις πυροδοτούνται από τυχαία ή ελάχιστης δραματικής σημασίας γεγονότα. Εκεί που υποτίθεται πάντως πως εστιάζει το φιλμ είναι ο (περίπου) ανομολόγητος έρωτας των Carrey Mulligan και Matthias Schoenaerts, που χτίζεται μεθοδικά καθ’ όλη τη διάρκεια. Ούτε κι αυτός όμως σκιαγραφείται ουσιωδώς, αφού η κάθε (σύντομη) συνάντηση και κουβέντα των δύο χαρακτήρων μοιάζει περισσότερο με υπενθύμιση της κατεύθυνσης της ιστορίας παρά με πραγματικό χτίσιμο κάποιου δραματικού υποβάθρου.

Ομολογουμένως, η προσεγμένη σκηνοθεσία προσδίδει μια λυρικότητα στο εγχείρημα και, μαζί με τις ερμηνείες, μπορεί ως ενός σημείου να ξεγελάσει το θεατή σε μια συναισθηματική ένταση. Ιδίως η Carrey Mulligan, που αποδεικνύει για μια ακόμη φορά πόσο καταπληκτική ηθοποιός είναι (δυναμισμός και αθωότητα γίνονται ένα στο πρόσωπό της), κερδίζει γρήγορα τις εντυπώσεις και τον θεατή. Όσο κι αν θέλεις να ενδιαφερθείς όμως, η απουσία δραματικού βάρους σε μία κατά τ’ άλλα εξαιρετικά δραματική ιστορία εμποδίζει το φιλμ να ξεχωρίσει από τη μέση ταινία εποχής, που θα βρει το κοινό της μεν, αλλά δεν θα μείνει αξέχαστη σε κανέναν.

Βαθμολογία: 2.5/5

Terminator: Genisys / Εξολοθρευτής: Γένεsys (2015)

Κάτι μεταξύ ενός σίκουελ κι ενός reboot της σειράς του «Εξολοθρευτή», το «Genisys» υιοθετεί περίπου τη λογική του «X-men: Days of future past» και με την αφορμή του ταξιδιού στο χρόνο ανοίγει τις πόρτες για τη συνέχιση του franchise. Ο Arnold Schwarzenegger επιστρέφει ξανά σε πρωταγωνιστικό ρόλο -με αληθινή υπόσταση, σε αντίθεση με την καθόλα ψηφιακή του παρουσία στο «Terminator: Salvation»-, κάτι που δίκαια μπορεί να φέρει τους παλιούς φαν ξανά στις αίθουσες χωρίς να το μετανιώσουν. Για τους αμύητους στο franchise που ξεκίνησε ο James Cameron, δε, δίνεται μια ξεκάθαρη (και μάλλον εύστοχη) ευκαιρία να μπουν για πρώτη φορά στο κινηματογραφικό του σύμπαν. Η ιστορία επεξηγείται συνοπτικά και με σαφήνεια στο πρώτο τέταρτο, ως μια επανάληψη όσων πρέπει να γνωρίζεις από πριν, αλλά κι ως μια γρήγορη (αν όχι βιαστική) εισαγωγή στην πλοκή του φιλμ -ίσως αφήνοντας κι ορισμένες σεναριακές τρύπες εντέχνως ξεχασμένες μέσα στην διαδικαστική βιασύνη της.

Πάντως, προσπερνώντας τα σεναριακά θεμέλια που, ως είθισται σε τέτοιες φαινομενικά περίπλοκες σεναριακές κατασκευές (και δη όταν έχουμε time-travel), δεν είναι όσο γερά δείχνουν, περνάμε στο πραγματικό ζητούμενο: ικανοποιεί η ταινία ως το διασκεδαστικό καλοκαιρινό μπλοκμπάστερ που -απροσποίητα- αποτελεί; Η απάντηση είναι ένα μεγάλο ναι και το φιλμ σχεδόν σε αιφνιδιάζει με το πόσο ευχάριστο είναι το δίωρο που σου προσφέρει. Τίμιο και συνεπές στις προθέσεις του, προσφέρει χορταστική δράση χωρίς περιττή σοβαροφάνεια και με ψήγματα ψυχής. Ο Schwarzenegger κρατά έναν έντονα χιουμοριστικό ρόλο, σαφώς πιο εξόφθαλμα αυτοσαρκαζόμενο, μεν, απ` ό,τι ο T-800 του 1984, συμβάλλοντας όμως σε μία αίσθηση ευαίσθητης νοσταλγίας, εύστοχα συνδεδεμένης και με το γερασμένο λουκ του ηθοποιού. Παράλληλα, οι «σφήνες» τρυφερότητας του τωρινού Εξολοθρευτή λειτουργούν επίσης -αιφνιδιαστικά- αποτελεσματικά.

Το φιλμ τελικά σε κάνει να αγνοήσεις τους ενοχλητικά προφανείς διαλόγους, όσο και το μάλλον απλοϊκό στόρι, και να σταθείς εντέλει στο πόσο τίμια διασκεδαστικό είναι. Μια επίσης απλοϊκή και εύπεπτη (ως και τετριμμένη πλέον) αλληγορία για την τεχνολογία στις ζωές μας είναι κατά τ’ άλλα καλοδεχούμενη και εντάσσεται ευχάριστα στο απολαυστικό σύνολο, ενώ το δίδυμο Schwarzenegger - Emilia Clarke Game of Thrones») δένει όμορφα, ασχέτως που η δεύτερη δεν πείθει απόλυτα για bad-ass πρωταγωνίστρια. Μόνη ένστασή μου ο πρωταγωνιστής Jai Courtney, ο χαρακτήρας του οποίου ποτέ δεν φαντάζει αληθινά συμπαθής  και ο οποίος μοιάζει να επιλέχθηκε σχεδόν μόνο για το σώμα του και την περιέργως φυσιογνωμική ομοιότητά του με τον Schwarzenegger (;).

Βαθμολογία: 2.5/5

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

Spy (2015)

Όταν τα στοιχεία κάθε πράκτορα της CIA διαρρέουν, undercover δράση αναλαμβάνει η Σούζαν (Melissa McCarthy), άσημη εργαζομένη της CIA της οποίας το όνειρο να γίνει κατάσκοπος βρισκόταν ως τώρα κάπου χαμένο κάτω από το γραφείο της και από τα περισσά κιλά της -τα οποία η ζωή δεν χάνει ευκαιρία να της υπενθυμίζει κοροϊδευτικά. Κι έτσι γεννιέται μια «θηλυκή» κατασκοπική παρωδία, από αυτές που το Χόλιγουντ ξέρει πολύ καλά να φτιάχνει, από τον σκηνοθέτη των «Φιλενάδων», Paul Feig.

Πολλά λόγια μάλλον δεν χρειάζονται, αφού, εν ολίγοις, η ταινία είναι ακριβώς ό,τι θα περίμενες -αυτό, ευτυχώς, με την καλύτερη των εννοιών. Χωρίς να πρωτοπορεί ποτέ (όχι ότι θα ‘πρεπε), το σενάριο βγάζει χιούμορ από ατάκες, καταστάσεις και πολλή κινηματογραφική σάτιρα και δεν φείδεται καθόλου στην προσπάθειά του να τοποθετήσει αστεία σε κάθε σκηνή. Φυσικά και το φιλμ βασίζεται πολύ και στους πρωταγωνιστές του, οι οποίοι φέρνουν εις πέρας τους ρόλους τους αποτελεσματικότατα. Η Melissa McCarthy διαθέτει κωμικό ταλέντο και το αξιοποιεί όσο δεν πάει, η Rose Byrne δίνει μία ακόμη ιδιαίτερη κωμική ερμηνεία μετά την αξιοπρόσεκτη παρουσία της στο πρόσφατο «Neighbors» και η αλληλεπίδραση αυτών των δύο είναι πραγματικά σκέτη απόλαυση. Εκείνος που ξεχωρίζει περισσότερο απ’ όλους όμως δεν είναι παρά ο Jason Statham: ο ακραίος αυτοσαρκασμός του action εαυτού του είναι ο κωμικός άσσος στο μανίκι της ταινίας.

Σεναριακές και χιουμοριστικές ευκολίες δεν λείπουν μεν, ούτε και υπάρχει όμως πραγματικά λόγος να παραπονεθεί κανείς, αφού η ταινία αποδεικνύεται αναντίρρητα διασκεδαστική. Η συμμετοχή του 50 Cent στο καστ και το politically correct «συμμάζεμα» των υποϊστοριών στο τέλος ολοκληρώνουν με επιτυχία την εμπορικά σίγουρη συνταγή και το φιλμ προσφέρει απροσποίητα ό,τι υπόσχεται. Μάλιστα, με αισθητά μεγαλύτερες δόσεις χιουμοριστικής εφευρετικότητας από τον μέσο όρο της αμερικανικής κωμωδίας.

Βαθμολογία: 2.5/5

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

Unfriended (a.k.a. Cybernatural) (2014)

Περιέργως, έχουμε ένα φιλμ που φαίνεται όχι απλώς λειτουργικότερο, αλλά και καθολικά πιο ενδιαφέρον ως εμπειρία, αν κανείς το παρακολουθήσει στον υπολογιστή του! Κι αυτό για τον απλούστατο λόγο πως σε ολόκληρη τη διάρκεια του «Unfriended», δεν βλέπουμε παρά μια οθόνη υπολογιστή. Όλη η ταινία συνίσταται από μια ομαδική συνομιλία πραγματικού χρόνου στο Skype, γυρισμένη σε μία ενιαία λήψη, με τους ηθοποιούς σε διαφορετικά δωμάτια του ίδιου σπιτιού. Το έχουμε ξαναδεί εν μέρει στο «VHS», αλλά αυτή εδώ είναι η πρώτη φορά που αξιοποιείται εξ’ ολοκλήρου ένα τόσο μοντέρνο μέσο, που απευθύνεται άμεσα και προσδιορίζει αυτομάτως μία συγκεκριμένη γενιά θεατών ως target-group. Ταυτόχρονα, συστήνει μία νέα μορφή found-footage ρεαλισμού και προσφέρει πράγματι μια ανάσα ανανέωσης στο κουρασμένο είδος. Μήπως και το όνομα της πρωταγωνίστριας Blaire λειτουργεί ως κλείσιμο ματιού στο «Blair Witch Project»;

Ομολογουμένως, το φιλμ ουδόλως δεν ξεφεύγει από τη λογική ενός φτηνού found-footage θρίλερ του σωρού. Μία απ’ τα ίδια το σενάριο, μεταφυσική οντότητα τρομοκρατεί -ηλεκτρονικά!- παρέα εφήβων, οι σχέσεις μεταξύ αυτών δοκιμάζονται από τα ένοχα μυστικά τους, μα οι χαρακτήρες παραμένουν αβαθείς και δεν προσδίδουν κάποιο ουσιαστικότερο ενδιαφέρον, ενώ τα jump-scares χρησιμοποιούνται σε αφθονία -αν και όχι πάντα άτεχνα. Και, ναι, η αλήθεια είναι πως η μικρή αυτή ταινία σε τίποτα δεν θα ξεχώριζε αν δεν διαδραματιζόταν εντός μιας οθόνης. Το πρωτότυπο αυτό εύρημα (που, βέβαια, θέμα χρόνου ήταν να το βλέπαμε) καθιστά την θέαση απρόσμενα ενδιαφέρουσα, αφήνοντας μέχρι και την απουσία σεναριακών εκπλήξεων να περάσει απαρατήρητη. Χάρη στο εν λόγω κόνσεπτ, δίνεται χώρος στους νεαρούς ηθοποιούς να αυτοσχεδιάσουν και εντέλει να ερμηνεύσουν με εντυπωσιακή φυσικότητα και βέβαια ενισχύεται καθοριστικά η εν γένει ρεαλιστική ψευδαίσθηση. Ο τρόμος συνδέεται με την πιο καθημερινή χρήση του υπολογιστή και του διαδικτύου, με έναν τρόπο που ίσως να μπορούσε να ειδωθεί και σαν χιουμοριστικός: ο καθημερινά γνώριμος «τρόμος» της δυσλειτουργίας του ηλεκτρονικού μέσου.

Δυστυχώς, η πιο έκδηλη αδυναμία της ταινίας είναι τεχνική. Ο εξοικειωμένος με τους υπολογιστές θεατής παρατηρεί αμέσως τα τεχνικά λάθη -ο ήχος της βιντεοκλήσης κόβεται κατά βούληση του σκηνοθέτη-  που προδίδουν κινηματογραφική «τεχνητότητα» σε βάρος του ρεαλισμού. Τέτοιες είναι οι λεπτομέρειες που αποδυναμώνουν περισσότερο από κάθε τι άλλο το φιλμ και η αλήθεια είναι πως, αν έλειπαν, θα μιλούσαμε για κάτι αληθινά καθηλωτικό -αν όχι τρομακτικό.

Παρότι όμως το «Unfriended» συχνά σου υπενθυμίζει άθελά του πως πίσω απ’ όλα δε βρίσκεται παρά ένας κινηματογραφικός σκηνοθέτης, οι αξιέπαινες ερμηνείες και το βασικό κόνσεπτ της διαδικτυακής συνομιλίας κατορθώνουν να δημιουργήσουν μια εμπειρία σε στιγμές βαθιά ανατριχιαστική και συνολικά απροσδόκητα ενδιαφέρουσα.

Βαθμολογία: 2.5/5

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Chappie (2015)

Ο Neill Blomkamp των «District 9» και «Elysium» πρόσφατα δήλωσε απογοητευμένος από το τελευταίο, ομολογώντας πως ο ίδιος στηρίχτηκε υπερβολικά στην ενδιαφέρουσα βασική ιδέα του και αμέλησε να δώσει την ίδια προσοχή σε ένα ικανοποιητικό σενάριο. Δήλωση η οποία ακούγεται μεν ειλικρινής, αλλά θα την εκτιμούσαμε πολύ περισσότερο αν σήμαινε ότι ο Blomkamp έχει μάθει από τα λάθη του. Δυστυχώς, ό,τι προσάπτει στο προπέρσινο εγχείρημά του μπορεί να χρησιμοποιηθεί επ’ ακριβώς για την περιγραφή της νέας του ταινίας…

Το «Chappie», λοιπόν, είναι ακριβώς μια υποσχόμενη ιδέα που θα είχε ανάγκη από ένα πολύ δυνατότερο σενάριο για να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Αυτή η ιδέα είναι η δημιουργία μιας μορφής τεχνητής νοημοσύνης (o Chappie) η οποία θα πρέπει να ανακαλύψει τον κόσμο από την αρχή, σε μια διαδικασία επιταχυμένης παιδικής ανατροφής. Σαν κόνσεπτ, εμπεριέχει ένα εγγενές στοιχείο ανθρωπιάς και τη δυνατότητα ουσιαστικών παραλληλισμών με τον ίδιο τον άνθρωπο και τη διαμόρφωση της αντίληψής του για τον κόσμο. Κυρίως όμως, δείχνει πως ο Blomkamp διαθέτει ακόμα μια δημιουργική φρεσκάδα: επιχειρεί απολύτως συνειδητά να ακολουθήσει αντίθετες κινηματογραφικές διαδρομές ταυτοχρόνως, δημιουργώντας μια βίαιη, R-rated… «οικογενειακή» ταινία, χωρίς διάθεση να συμβιβαστεί αμβλύνοντας κάποια από τις «γωνίες» της.

Αναμενόμενα, δυστυχώς, εκεί ακριβώς είναι που παραπατάει ο Νοτιο-αφρικανός δημιουργός. Δίνει ένα προϊόν που απλώς δεν ξέρει τι ταινία θέλει να είναι. Από τη βίαιη περιπέτεια μεταπηδά σε μια επιτηδευμένη τρυφερότητα και από εκεί στο ανάλαφρο χιούμορ, με το σύνολο να είναι, φυσικά, αποπροσανατολισμένο και σχεδόν ποτέ πραγματικά λειτουργικό. Η μουσική του Hans Zimmer, δε, παρότι κατά τ` άλλα ενδιαφέρουσα, μοιάζει συχνά να επιβάλλει τη μετάβαση από το ένα ύφος στο άλλο, καθιστώντας τη μονάχα πιο άτσαλη. Από κει και πέρα, το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στην αδυναμία του σεναρίου να πείσει σχεδόν για οτιδήποτε συμβαίνει στη διάρκεια του φιλμ. Από τις αυθαίρετες μεταστροφές των εγκληματιών σε γεμάτες τρυφερότητα γονικές ή μετανοημένες ηρωικές φιγούρες μέχρι τον αφελώς ανθρωποποιημένο Chappie, η σεναριακή σύλληψη μοιάζει ενοχλητικά μισοδουλεμένη. Επιπλέον, μικρά επιμέρους στοιχεία, όπως η αφελής ένδειξη μπαταρίας στο στήθος του Chappie και οι εξόφθαλμες τοποθετήσεις προϊόντων, κάθε άλλο παρά βελτιώνουν τα πράγματα. Το αποτέλεσμα είναι τα συναισθηματικά στοιχεία να φαντάζουν γελοιωδώς μελοδραματικά και η δράση να μην καταφέρνει ποτέ να απογειωθεί (αν μη τι άλλο, τη φρενάρουν και τα συνεχή slow-motion), με το χιούμορ να είναι το μόνο που πετυχαίνει όντως το στόχο του. Τουλάχιστον, αυτό κάνει πράγματι τη θέαση διασκεδαστική, κι ας μπερδεύει ακόμα περισσότερο το φιλμ τονικά.

Αξίζει να σημειωθεί ότι εδώ, πέρα από κάποιες μικρές θρησκευτικές νύξεις, δεν υπάρχει το έντονο κοινωνικό υπόβαθρο των προηγούμενων ταινιών του Blomkamp. Στην ταινία, τέλος, συμμετέχουν οι Yo-landi Visser και Ninja, μέλη του Νοτιο-αφρικανικού συγκροτήματος Die Antwoord, οι οποίοι για κάποιο λόγο ερμηνεύουν «περίπου» τους εαυτούς τους -και τραγούδια τους συμπεριλαμβάνονται στο soundtrack. Ο Ninja διαθέτει απολαυστικές κωμικές στιγμές, η Yo-landi Visser όμως δεν κατορθώνει να ανταπεξέλθει στις ερμηνευτικές απαιτήσεις ενός ρόλου που ελάχιστα υποστηρίζεται από το σενάριο.

Ο «Chappie» έχει αναμφίβολα καλές προθέσεις, αλλά το απροσανατόλιστο σενάριό του θα είχε ανάγκη μια σαφώς πιο ολοκληρωμένη σύλληψη για να αποδειχθεί αρκούντως μεστό και πειστικό. Ο Blomkamp χάνει μια δεύτερη ευκαιρία (μετά το αξιοπρεπέστατο, μα όχι αξέχαστο «Elysium») να φτάσει στο ενθουσιώδες ύψος του «District 9», μόνο που, επιπλέον, αυτήν τη φορά το sci-fi όραμά του μοιάζει ανησυχητικά θολωμένο…

Βαθμολογία: 2/5

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Cinderella / Σταχτοπούτα (1950)

Μετά από την εμπορικά άκαρπη για την Disney δεκαετία του 1940, η χρεωμένη και στα όρια πτώχευσης εταιρία, σε μια ευτυχή κίνηση, διασκευάζει το κλασικό παραμύθι της Σταχτοπούτας και πετυχαίνει φλέβα χρυσού. Η «Σταχτοπούτα» του 1950 γίνεται η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της από την εποχή της πρωτοπόρας «Χιονάτης» (1937) και το στούντιο του Walt Disney ανακάμπτει δυναμικά, μπαίνοντας με το δεξί στη δεκαετία των ‘50s.

Είναι εύκολα αντιληπτό πως η «Σταχτοπούτα» ακολουθεί, τόσο στους χαρακτήρες όσο και στη δομή, τα βήματα της «Χιονάτης». Σχεδόν κάθε φιγούρα της πρώτης μπορεί να βρει την αντιστοιχία της στην τελευταία, από την έκπτωτη πριγκίπισσα στην κακιά μητριά κι από τον σωτήριο πρίγκιπα στους διασκεδαστικούς συμπαραστάτες της ηρωίδας (ποντίκια της μεν, νάνοι της δε). Έχουν ωστόσο μεσολαβήσει δεκατρία χρόνια και πάνω από δέκα κινηματογραφικά εγχειρήματα ανάμεσα στα δύο φιλμ και η ωρίμανση τόσο στο σχέδιο, όσο και στην αφήγηση είναι εδώ πιο αισθητή από ποτέ ως τότε. Η εν λόγω παραπομπή, δε, στο παρθενικό ντισνεϊκό εγχείρημα δεν μπορεί παρά να υπογραμμίσει το γεγονός αυτό. Εμφανή στοιχεία εξέλιξης αποτελούν η φυσικότητα στις κινήσεις και οι στιβαρότερα σχεδιασμένες φυσιογνωμίες (με αποκορύφωμα την κακιά μητριά), με τις τελευταίες να προσδίδουν ενδιαφέρον στους χαρακτήρες ακόμα κι αν τους λείπει κάποιο σεναριακό βάθος. Μετά από χρόνια εμπειρίας και αρκετές εμπορικές απογοητεύσεις, το στούντιο ρίχνει ένα νοσταλγικό βλέμμα στα πρώτα του βήματα και κάνει ένα ακόμη μπροστά. Γεφυρώνοντας το πέρασμα από την απόλυτη αθωότητα της ντισνεϊκής «Χρυσής εποχής» των ‘30s – ‘40s στην «Αργυρή» των ‘50s, η «Σταχτοπούτα» κινείται με πιο σίγουρο βήμα από τους προκατόχους της και διαμορφώνει σημαντικά το σχετικά πιο εμπορικό -λόγω κινηματογραφικής ωρίμανσης- δείγμα γραφής που πρόκειται να υιοθετήσουν οι επερχόμενες επιτυχίες.

Υπό μία έννοια, η ιστορία ίσως να φαντάζει ως απλή πραγμάτωση της μέγιστης κοριτσίστικης ονείρωξης (η πρωταγωνίστρια «ως δια μαγείας» προκαλεί τον κεραυνοβόλο έρωτα του πολυπόθητου από κάθε γυναίκα πρίγκιπα, ο οποίος τη ζητά σε γάμο και απομακρύνονται με τη λαμπερή πριγκιπική του άμαξα), ωστόσο αυτή βρίσκεται εδώ στην αγνότερη, αρχετυπική της μορφή. Πρόκειται για μια από τις πιο κοριτσίστικες ταινίες της Disney, καθιερώνοντας στο πανί την παιδική λατρεία για τις πριγκίπισσες, χωρίς αυτό να σημαίνει ούτε στο ελάχιστο ότι δεν αφορά κάθε θεατή. Μάλιστα, τα πολύ παιδικά στοιχεία των προγενέστερων φιλμ μοιάζουν να έχουν εξασθενήσει. Και, φυσικά, υπάρχουν κι εδώ οι απολαυστικότατοι δεύτεροι χαρακτήρες που αποτελούν το μικρό ερωτεύσιμο ατού της εκάστοτε ντισνεϊκής ταινίας μέχρι και σήμερα. Στην προκειμένη, δεν είναι παρά η παρέα των ομιλούντων ποντικιών, που μάλιστα αποκτούν και τον δικό τους αντίπαλο, την απολαυστικά αντιπαθή γάτα Lucifer.

Στην τελική, αυτό που κατάφερε το στούντιο του Walt Disney στην «Σταχτοπούτα» είναι να δημιουργήσει ίσως την πιο διασκεδαστική έως τότε ταινία του και να κερδίσει μικρούς και μεγάλους με την υπέροχη κινηματογραφική δύναμή της. Γιατί, όπως και να το κάνεις, θες κι εσύ με όλη σου την καρδιά να σώσει ο πρίγκιπας την ηρωίδα από τα δεινά της. Όπως, επίσης, ελπίζεις να εμφανιστεί και σε σένα κάποτε μια νεράιδα και να σου τραγουδήσει "Bibbidi-Bobbidi-Boo" κουνώντας το μαγικό της ραβδί...

Βαθμολογία: 3.5/5

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

BlogoscarsExpress 2015

Λοιπόν. O ετήσιος μπλογκοσκαρικός θεσμός επιταχύνει φέτος τους ρυθμούς (ελλείψει χρόνου και υπό τις πιέσεις του Terrence Fletcher), γίνεται BlogoscarsExpress και μας βρίσκει σε έναν εξαντλητικό, πανικόβλητο ταινιακό μαραθώνιο μιας βδομάδας, με τον έναν καφέ μετά τον άλλον στο χέρι και μαύρους κύκλους στα μάτια. Και το καταχαιρόμαστε.

Τουτέστιν, φέτος η δουλειά γίνεται βιαστικά και χωρίς πολλές κουβέντες, με ένα συγκεντρωτικό μπλογκοσκαρικό ποστ, προλαβαίνοντας τσίμα τσίμα την αυριανή απονομή των οφίσιαλ αγαλματιδίων.

Βεβαίως, ήταν αρκετά τα must που δεν κατάφερα να στριμώξω στον χρονικά σφιχτό μαραθώνιο, με μπροστάρηδες τα Birdman, Interstellar και Gone girl, ενώ, μέσα στη φρενήρη παρακολούθηση ταινιών, κάποιες αφήνουν αναπόφευκτα θολή εντύπωση για την πραγματική αξία τους. Συνεπώς, τουλάχιστον Ida και Winter Sleep ζητούν σίγουρα δεύτερη θέαση, γι' αυτό και δεν θα τα δείτε στην εικοσάδα Καλύτερης Ταινίας κι ας εκτίμησα ιδιαίτερα το δεύτερο -άντε να πάρεις απόφαση να το ξαναδείς όμως...

Τέλος, λόγω συμπιεσμένου ποστ, δεν παραθέτω έξτρα επιλογές, ειδικές μνείες και λοιπά, κι ας βρίσκω τρομερά δύσκολο να αφήσω ενδιαφέρουσες επιλογές εκτός λίστας. Τέλος τα λόγια. Φύγαμε.

Σκηνές:
10. X-men: Days of future past – Η συνάντηση James McAvoy - Patrick Stewart
9. Snowpiercer – Η έφοδος με τους πυρσούς
8. Eastern boys – Το 2ο κεφάλαιο
7. Frank – “I love you all”
6. 10.000km – Ο χορός με παρτενέρ το λάπτοπ
5. Under the skin – Ο παραμορφωμένος άντρας
4. 10.000km – To e-mail
3. The Babadook – Η ανάγνωση του “Mister Babadook” 
2. Τhe amazing Spider-man 2Ι love you
1. Whiplash – Το φινάλε (και το λυτρωτικό βλέμμα του J.KSimmons)

Soundtracks:
5. The Grand Budapest Hotel
4. La jaula de oro
3. The imitation game
2. O Menino e o mundo
1. The tale of the princess Kaguya

Γυναικείος ρόλος:
10.Sarah Gadon - Enemy
9. Rene Rousso - Nightcrawler
8. Shailene Woodley - White bird in a blizzard
7. Karen Martinez - La jaula de oro
6. Melisa Sozen - Winter sleep
5. Josephine Japy - Respire
4. Natalia Tena - 10.000.km
3. Patricia Arquette - Boyhood
2. Essie Davis - The Babadook
1. Marion Corillard - Deux jours, une nuit

Ανδρικός ρόλος
10. Miles Teller - Whiplash
9. David Verdaguer - 10.000km
8. Brendan Gleeson - Calvary
7. Michael Fassbender - Frank
6. Tom Hardy - Locke
5. Timothy Spall - Mr. Turner
4. Mark Ruffalo - Begin again
3. Jake Gyllenhaal - Enemy
2. J.K. Simmons - Whiplash
1. Jake Gyllenhaal - Nightcrawler

Σενάριο:
10. Deux jours, une nuit
9. Winter sleep
8. Force majeure
7. Stations of the cross
6. Blind
5. The imitation game
4. Locke
3. Nightcrawler
2. Enemy
1. Boyhood

Σκηνοθεσία:
10. Damien Chazelle - Whiplash
9. Πάνος Χ. Κούτρας - Xenia
8. John Michael McDonagh - Calvary
7. Ruben Ostlund - Force Majeure
6. Nuri Bilge Ceylan - Winter sleep
5. Wes Anderson - The Grand Budapest Hotel
4. Richard Ayoade - The double
3. Stephen Knight - Locke
2. Jonathan Glazer - Under the skin
1. Denis Villeneuve - Enemy

Καλύτερη ταινία:
20. Deux jours, une nuit Ρεσιτάλ Cotillard, υπέροχη κατάληξη (3.5/5)
19. Eastern boys Απρόβλεπτος συνδυασμός τρυφερότητας κι αγωνίας (3.5/5)
18. The Grand Budapest Hotel Το κουκλόσπιτο του Wes (3.5/5)
17. Coherence Υποδειγματικά ευρηματικό (3.5/5)
16. The tale of the princess Kaguya Νοσταλγικό παραμύθι για τη ζωή (3.5/5)
15. Force Majeure Εσωτερικό, ψυχαναλυτικό και απρόσμενα καθηλωτικό (3.5/5)
14. Love is strange Τρυφερή μελέτη των ανθρώπινων σχέσεων (3.5/5)
13. O menino e o mundo Ζωντανές παιδικές ζωγραφιές που λένε αλήθεις (3.5/5)
12. 10.000km Σπαρακτικά αληθινό (3.5/5)
11. Xenia Η ταινία που έχει ανάγκη το σινεμά μας (3.5/5)

10. Locke Μια 80λεπτη διαδρομή ενός ανθρώπου με το αυτοκίνητό του γίνεται μια υπνωτιστικά συναρπαστική κινηματογραφική εμπειρία, συγκινητική και αληθινή. (3.5/5)

9. Begin again Το Once σε πιο mainstream εκδοχή, σχεδόν εξίσου υπέροχη. (3.5/5)

8. Stations of the cross Ο θρησκευτικός παραλογισμός μέσα από το φίλτρο (ή τον παραμορφωτικό φακό) ενός συγχυσμένου εφηβικού μυαλού, με κατάληξη ακραία, όσο και κινηματογραφικά ευφυή. (3.5/5)

7. The LEGO movie Από τα πιο εμπνευσμένα και πρωτότυπα εμπορικά animation των τελευταίων χρόνων, που με περισσότερη τόλμη θα ήταν αριστούργημα (4/5)

6. Nightcrawler O Gyllenhaal στην, ίσως, καλύτερη στιγμή της καριέρας του δημιουργεί έναν ανατριχιαστικό χαρακτήρα που σου βγάζει με επώδυνο κινηματογραφικό κυνισμό τη γλώσσα, απογυμνώνει κανιβαλιστικά ορισμένες από τις σκοτεινότερες γωνιές του βρωμερού μιντιακού κόσμου, αλλά και γενικότερα της σύγχρονης έννοιας της "επιτυχίας", και δεν σταματά να σε ακολουθεί κι ας έχουν ολοκληρωθεί οι τίτλοι τέλους. (4/5)

5. Frank Νομίζεις ότι βλέπεις feelgood κομεντί πάνω στη διαδρομή ενός επίδοξου μουσικού προς την επιτυχία. Έχεις πιαστεί κορόιδο. (4/5)

4. Enemy Τελικά ίσως αυτές οι ταινίες που καμία ανάγκη δεν έχουν να εκτιμηθούν ευρέως, παρά απαιτούν τη δική σου προσπάθεια να τις αποκρυπτογραφήσεις με πολλή σκέψη και επαναληπτικές θεάσεις, είναι αυτές με τις οποίες "δένεσαι" περισσότερο. (Άλλωστε, το χάος είναι τάξη που δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί ακόμα) (4/5)

3. La jaula de oro Απολαυστικό όσο και σοκαριστικό ταξίδι μέσα στις σκληρές συνθήκες της λατινικής Αμερικής, αλλά και στην παγκόσμια γλώσσα των ανθρώπινων σχέσεων. (4/5)

2. Whiplash Μια κινηματογραφικά παθιασμένη υπενθύμιση του πόσο επίπονη είναι η επιδίωξη των στόχων σου και του πόσο αξίζει όμως να προσπαθήσεις. Χωρίς μέτρο. (4/5)

1. Boyhood Ο άθλος του Linklater φαντάζει με κάτι που διαπερνά την κινηματογραφική οθόνη και ξεπερνά τα κινηματογραφικά δεδομένα. Το πόσο εξέχουσα είναι η θέση του στην κινηματογραφική ιστορία είναι κάτι που θα το δείξει μάλλον ο χρόνος, αλλά το στίγμα του Linklater ως δημιουργού θα μείνει σίγουρα ανεξίτηλο. (4.5/5)

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

The little death / Μικρός θάνατος (2014)

Επεξηγώντας από την αρχή πως η φράση «μικρός θάνατος» χρησιμοποιείται στη γαλλική αργκό για να δηλώσει μεταφορικά τον οργασμό, η ταινία του Josh Lawson μας εισάγει στο θέμα της συστήνοντάς μας μια σειρά από ζευγάρια χαρακτήρων που, πέρα από το ότι κατοικούν στην ίδια γειτονιά, δεν μοιάζουν να έχουν κανένα κοινό μεταξύ τους… σχεδόν. Κάθε ζευγάρι βλέπει τη σχέση του να δοκιμάζεται όταν σεξουαλικά φετίχ μεσολαβούν στην προσπάθεια ικανοποίησης ή αναζωπύρωσης της σεξουαλικής ζωής του και το κάθε ένα από τα εν λόγω φετίχ δίνει στις πέντε διαφορετικές ιστορίες του φιλμ το κεντρικό θέμα τους. Από τον μαζοχισμό στα παιχνίδια ρόλων, κι από τις «βρώμικες» τηλεφωνικές συνομιλίες σε άλλες, πιο ασυνήθιστες καταστάσεις, η ταινία υπόσχεται κάτι τολμηρά «πιπεράτο», χωρίς ωστόσο να είναι στ’ αλήθεια αυτή η πρόθεσή της.

Στην πραγματικότητα ο «Μικρός θάνατος» δεν είναι κάτι παραπάνω από μια δραματική κομεντί, η οποία κερδίζει μεν πόντους χάρη στο ενδιαφέρον θέμα της και στη διαίρεσή του στις επιμέρους ιστορίες, αλλά το αντιμετωπίζει περισσότερο ως αφορμή για εύπεπτες κωμικές καταστάσεις παρά με διάθεση διεισδυτικού ρεαλισμού. Ενώ λοιπόν το αποτέλεσμα είναι σίγουρα διασκεδαστικό όσο και τρυφερό, υπάρχει πάντα η αίσθηση ότι δεν διαθέτει αρκετή τόλμη και ειλικρίνεια. Γι’ αυτό και τελικώς δεν επιτυγχάνεται κάτι το αληθινά ξεχωριστό, κι ας διακρίνεται μια γεύση πρωτοτυπίας καθώς ο Lawson δείχνει να μην έχει καμία ανάγκη να καταφύγει σε κλισέ λύσεις ή εκβιαστικά happy end. Η αλήθεια είναι, βέβαια, πως κανένα παράπονο δεν θα είχαμε αν, ως έχει, το φιλμ ήταν πραγματικά συνεκτικό κι ολοκληρωμένο. Στο τέλος όμως (αυτή είναι και η μεγαλύτερη αδυναμία του), οι περισσότερες από τις ιστορίες του μένουν σχεδόν σοκαριστικά μετέωρες, με την κατάληξη του σεναρίου να μην είναι παρά μια απρόβλεπτη μεν, αδέξια και επουσιώδης δε, απόπειρα συνάντησης ορισμένων, μόνο, εξ αυτών.

Η άμεση επίγευση πάντως είναι ευχάριστη, χάρη στη «μπόνους» τελική ιστορία, εύστοχα φυλαγμένη (ακέραιη) για το τέλος, όντας μάλλον η καλύτερη όλων. Πολύ τρυφερή με ευρηματικό τρόπο, ίσως να μπορούσε να σταθεί και ως μικρού μήκους. Από τις υπόλοιπες, ξεχωρίζει με διαφορά εκείνη της μαζοχίστριας που επιθυμεί να βιαστεί από τον άντρα της (στο ρόλο ο ίδιος ο Lawson), καθώς αποδεικνύεται εντυπωσιακά ευαίσθητη, αλλά και η μοναδική ολοκληρωμένη.

Βαθμολογία: 2.5/5