Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Il futuro / Το μέλλον (2013)

Έχοντας μόλις χάσει τους γονείς της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, η νεαρή Μπιάνκα οφείλει να κρατήσει εντός ελέγχου τη ζωή τόσο της ίδιας όσο και του μικρότερου αδερφού της, τον οποίο βλέπει σταδιακά να αποστασιοποιείται. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για μια ιστορία ενηλικίωσης, η γραμμή τερματισμού της οποίας σηματοδοτείται από την επαναφορά στις ράγες μιας ζωής που τείνει να εκτροχιαστεί. Από την άλλη, ο εκτροχιασμός αυτός εκπροσωπείται -σχεδόν στερεοτυπικά- από τις νέες, κακές παρέες του μικρού αδερφού, οι οποίες τον απομακρύνουν από το σχολείο και παρασέρνουν και την ίδια τη Μπιάνκα σε ένα εγκληματικό σχέδιο.

Έτσι, το φιλμ φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα ατμοσφαιρικό δραματικό θρίλερ (στα χνάρια, ίσως, του κατά πολύ ανώτερου «The best offer» του σαφώς πιο έμπειρου Tornatore), όπου εν μέσω μιας υπόγειας αίσθησης κινδύνου σκιαγραφείται η εσωτερική πορεία των ηρώων προς την αποδοχή του χαμού των γονιών τους. Τι κρίμα όμως που, μέχρι και το τέλος, όλα αυτά παραμένουν απλές -έως και αφελείς- φιλοδοξίες μιας ξεκάθαρα πιο απλοϊκής και ρηχής απ` όσο νομίζει ταινίας…

Η θριλερίζουσα σκηνοθεσία μοιάζει να βρίσκεται εκεί απλώς για να προσδώσει βαρύτητα σε μια πλοκή που ελάχιστο δραματικό βάθος έχει, χωρίς ποτέ να υπάρχει αληθινός λόγος να αισθανθούμε κάποιου είδους αγωνία ή απειλή. Το ίδιο και η απόπειρα μιας φαινομενικά «καλλιτεχνικής» αισθητικής, αντλημένης εύκολα μέσω πλάνων φανταχτερού γυναικείου (και μόνο) γυμνού και φτηνών κουλτουρο-διαλόγων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών, οι επανειλημμένες αναφορές σε παλιά b-movies, που μοιάζουν να διαμορφώνουν κάποιο αυτοαναφορικό σινεφίλ σχόλιο, χωρίς ποτέ αυτό να διασαφηνίζεται ή να αιτιολογείται. Αντιθέτως, η αυτοπεποίθηση με την οποία το φιλμ κατηγορεί τις ταινίες εκείνες (ως επιφανειακές κ.α.), σαν το ίδιο να αποτελεί κάποιο κινηματογραφικό αριστούργημα, υπερτονίζει την ναρκισσιστική του αυταρέσκεια. Οι χαρακτήρες υπολείπονται ρεαλιστικού υποβάθρου, ενώ, στο τέλος, το στόρι ολοκληρώνεται απλοϊκά κι αυθαίρετα, με τη συνολική δραματουργία να αποδεικνύεται εξαιρετικά αδύναμη. 

Βαθμολογία: 1/5

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Solace / Το χάρισμα (2015)

Σίκουελ του «Seven» που ποτέ δεν εγκρίθηκε, το «Solace» διηγείται την προσπάθεια του FBI να πιάσει έναν μυστηριώδη κατά συρροή δολοφόνο με τη βοήθεια των παραφυσικών ικανοτήτων του μέντιουμ Anthony Hopkins. Γνωρίζοντας πως το φιλμ προέρχεται από σχέδιο για σίκουελ του «Seven», δεν εκπλήσσει η δομή, το φινάλε και γενικώς η σύλληψή του που δείχνουν να διαθέτουν μια αντίστοιχης κατεύθυνσης φιλοδοξία και που κάποιες φορές παραπέμπουν στο κλασικό θρίλερ του Fincher. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει πως υπάρχει κανένας λόγος υψηλών προσδοκιών ή έστω σύγκρισης μεταξύ των δύο ταινιών, ήδη με τα πρώτα λεπτά του φιλμ να μας επιβεβαιώνουν πως πρέπει να κρατάμε μικρό καλάθι, φανερώνοντας εξ αρχής μια από τις βασικότερες ελλείψεις του: την ατμόσφαιρα.

Πέρα από μια αρκετά ενδιαφέρουσα έναρξη και μια εν γένει ιντριγκαδόρικη υπόθεση, στην οποία διαφαίνεται έμπνευση και ένα εν δυνάμει βάθος προβληματικής, το «Solace» δεν γίνεται ποτέ όσο στιβαρό και αξιομνημόνευτο θα μπορούσε, πάσχοντας σε πολλά επίπεδα. Το κυριότερο φταίξιμο αναγκαστικά κουβαλά ο βραζιλιάνος σκηνοθέτης Afonso Poyart, που μοιάζει να αντιμετωπίζει το φιλμ σα μια κλισέ αστυνομική περιπέτεια αντί ενός σκεπτόμενου θρίλερ μυστηρίου. Δίχως οποιαδήποτε ατμόσφαιρα, ένταση επιδιώκεται ανεπιτυχώς μέσω φρενήρων λήψεων και κοφτού περιπετειώδους μοντάζ, δίνοντας κατά βάση την αίσθηση του κακοφτιαγμένου. Ο αρκετά γρήγορος ρυθμός (μια τολμηρότερη ταινία μυστηρίου θα επέτρεπε πιο αργό και εσωτερικό τέμπο) και η τυπική μουσική επένδυση εμποδίζουν τον θεατή από το να βαρεθεί, μα ίσως τελικά κι από το να ενδιαφερθεί στ` αλήθεια. Στο επίκεντρο όλων, άλλωστε, βρίσκονται δύο παντελώς αδιάφοροι χαρακτήρες αστυνομικών, με καθαρά κλισέ ερμηνείες από τον (ελαφρώς ναρκισσιστικό) Jeffrey Dean Morgan και την Abbie Cornish. Ο Anthony Hopkins διασώζεται ως ο μόνος πράγματι βαθύς χαρακτήρας, αλλά κι ως ο μοναδικός ερμηνευτής που δεν δείχνει να έχει ανάγκη από ευστοχότερη σκηνοθετική καθοδήγηση για να προσφέρει μια αξιοπρεπή και εντός ρόλου ερμηνεία.

Κρυμμένος άσσος στο μανίκι του φιλμ φαίνεται να είναι ο Colin Farrell στον ρόλο-κλειδί της υπόθεσης, που φέρνει στο προσκήνιο τον ηθικό προβληματισμό ενός εγκλήματος-καλής πράξης. Κι έχει τόσο ενδιαφέρον το πραγματευόμενο θέμα, που είναι στ` αλήθεια εντυπωσιακό το πόσο αποτυγχάνει το φιλμ να επικοινωνήσει την προσδοκώμενη κινηματογραφική δύναμη στον θεατή. Το σενάριο ποντάρει σε μια «αλά Kevin Spacey» τροπή της πλοκής με την εισαγωγή του Farrell, μα εκείνος δεν προσδίδει καμία βαρύτητα στον σημαντικό χαρακτήρα του και ό,τι έπεται φαντάζει αντ` αυτού με μια μεγάλη κινηματογραφική κοιλιά. Το ανιαρά βιντεοκλιπίστικης αισθητικής φινάλε δεν βελτιώνει σε τίποτα τα πράγματα και το μάλλον λησμονήσιμο «Solace» αδυνατεί να πλησιάσει διεισδυτικότερες σπουδές που έχουμε δει στο παρελθόν πάνω στο θέμα του «ηθικού» εγκλήματος.

Βαθμολογία: 1.5/5