Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Blair Witch / Blair Witch: Η επιστροφή (2016)

Το «Blair Witch Project» ήταν το φιλμ που εν έτει 1999 διέδωσε ευρέως την ιδέα του found-footage,  αυτήν που μιάμιση δεκαετία αργότερα θα κατέληγε σε ένα από τα πιο κορεσμένα σύγχρονα κινηματογραφικά είδη. Η θρυλική επιτυχία του οφειλόταν στον υποδειγματικό ρεαλισμό του, βασισμένο σε ένα πάναπλο, «χειροποίητο» low-budget filmmaking και στον αυτοσχεδιασμό των ηθοποιών του. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του, κατά τ` άλλα, εντοπιζόταν στην αδιαφορία του για σαφείς απαντήσεις και το, συνεπώς, ελεύθερο των ερμηνειών. Τίποτα δεν μας διαβεβαίωνε ότι η μάγισσα του Μπλερ υπήρχε στ` αλήθεια και πάνω σε αυτήν τη λογική πάτησε και το πρώτο σίκουελ του φιλμ ένα χρόνο μετά, αποποιούμενο μάλιστα το κόνσεπτ του found-footage -οι στουντιακές παρεμβάσεις όμως το οδήγησαν τελικώς στην εμπορική και καλλιτεχνική αποτυχία παρά τις ενδιαφέρουσες προθέσεις του σκηνοθέτη Joe Berlinger. Τώρα, οι Adam Wingard και Simon Barrett του «Youre next» δημιουργούν ένα δεύτερο σίκουελ στο ιστορικό πια φιλμ, και η μόνη απορία που αφήνουν άλυτη μετά το πέρας της θέασης είναι «γιατί;».

Τι είναι αυτό που έχει να προσθέσει το νέο «Blair Witch» στη μυθολογία της σειράς, στην πάλαι ποτέ σοκαριστική αίσθηση ωμού ρεαλισμού, τη φιλοσοφία του αθέατου και γι` αυτό διφορούμενου τρόμου και, τέλος, σε ένα είδος που μοιάζει εδώ και καιρό να έχει εξαντλήσει κάθε πιθανή δυνατότητα εξέλιξης; Δυστυχώς, τίποτα. Πρόκειται για μια found-footage ταινία του σωρού για μια μεταφυσική οντότητα που ξεκληρίζει μια παρέα νέων χαμένων στο δάσος. Αυτό και τίποτα -μα τίποτα- παραπάνω. Οι χαρακτήρες κάνουν εκείνους του ορίτζιναλ να φαντάζουν πρότυπα ανάπτυξης χαρακτήρων, σεναριακές ιδέες μένουν ημιτελείς και τα πιο φτηνά κι ανούσια jump-scares οργιάζουν. Ο ρεαλισμός φαντάζει τόσο ατόφιος όσο σε έναν αγώνα σμακ ντάουν, με το υψηλότερο επίπεδο παραγωγής να τον λαβώνει αντί να συμβάλλει θετικά σε κάτι. Το ίδιο το found-footage μάλιστα αυτοαναιρείται καθώς όλοι οι χαρακτήρες έχουν από μία κάμερα (!), προσφέροντας υπερβολικά πολλές γωνίες λήψης για μια ταινία που φιλοδοξεί να σε τοποθετήσει πλάι στους ήρωές της -και που παρόλα αυτά καταφέρνει να διαθέτει σκηνές όπου δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται.

Πάνω απ’ όλα όμως, η όποια υπαινικτικότητα του ορίτζιναλ έχει απορριφθεί πλήρως, με την ίδια τη μάγισσα να κάνει την ανέμπνευστη εμφάνισή της για ένα δευτερόλεπτο που αρκεί για να γκρεμίσει ολόκληρη την κινηματογραφική δυναμική της εμπιστοσύνης στη φαντασία του θεατή. Κι είναι κρίμα, διότι το φιλμ προέρχεται από δύο (συνεργάτες) δημιουργούς που κατά τ` άλλα κάνουν σινεμά με αυτογνωσία. Μοναδικό τους ελαφρυντικό ένα ομολογουμένως γεμάτο ένταση φινάλε που μπορεί να σε κάνει να νιώσεις στ` αλήθεια άβολα. Μέχρι να καταλήξει ξανά, εντέλει, σε ένα ηχηρό τίποτα.

Βαθμολογία: 1/5

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Demolition / Ξανά από την αρχή (2015)

Demolition, κοινώς κατεδάφιση. Η κατεδάφιση ενός κτηρίου, η διάλυση ενός καλοκουρδισμένου μηχανισμού, η αποδόμηση μιας ζωής. Αυτό είναι το θέμα της νέας ταινίας του Jean-Marc ValléeDallas Buyers Club», «Wild»), η ανέγερση μιας ισοπεδωμένης ζωής μέσα από τα συντρίμμια της. Για τον πρωταγωνιστή, όλα ξεκινάνε με τον θάνατο της γυναίκας του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και η αντίδρασή του στον εσωτερικευμένο πόνο εκφράζεται μέσω της ξαφνικής εμμονής του με την αποσυναρμολόγηση οικιακών συσκευών και τη συμμετοχή του σε χειρονακτικές κατεδαφίσεις σπιτιών, έως τελικά την (ηδονική) διάλυση του δικού του σπιτιού.

Ο Jake Gyllenhaal είναι για μία ακόμη φορά αριστουργηματικός σε ένα ρόλο όπου άλλοι ηθοποιοί θα έβλεπαν έναν εξαιρετικά αδιάφορο και χιλιοειδωμένο χαρακτήρα κι όπου εκείνος κάνει κάτι εντελώς δικό του, με εκπληκτικά εύθυμο όσο και ταυτόχρονα εσωτερικό τρόπο. Μετά από μια σειρά συγκλονιστικών ερμηνειών τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα τον στοιχειωτικό οπερατέρ του «Nightcrawler», ο Jake Gyllenhaal συνεχίζει με συνέπεια να μας αποδεικνύει πως αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ηθοποιούς αυτήν τη στιγμή. Χάρη σ` αυτόν είναι σε μεγάλο βαθμό που ο χαρακτήρας του αποφεύγει την καρικατούρα αισιοδοξίας που σε στιγμές τείνει να γίνει, παρόλο που και το σενάριο του Bryan Sipe κάνει μια αισθητή προσπάθεια ικανοποιητικής θεμελίωσής του. Ο χαρακτήρας, από την άλλη, που ο Sipe δυσκολεύεται ξεκάθαρα να διαχειριστεί είναι εκείνος του πρωτοεμφανιζόμενου Judah Lewis, που πέφτει γρήγορα στην παγίδα των κλισέ, αναληθοφανών παιδικών χαρακτήρων.

Αν, πάντως, η επίγευση μετά το τέλος του φιλμ είναι αυτή μιας υπερβολικά γνώριμης, μάλλον τυποποιημένης αισιοδοξίας, το σενάριο κατά τ` άλλα δεν εξαντλεί σχεδόν ποτέ το ενδιαφέρον του και τις ουσιώδεις τροπές της ιστορίας του, ακόμα κι αν αυτές συναντώνται σαφώς πιο αραιά όσο πλησιάζουμε προς το τέλος. Πολύ εύστοχα, η εστίαση βρίσκεται εξολοκλήρου στον χαρακτήρα του Gyllenhaal, στην πορεία αυτογνωσίας και προσωπικής ανόρθωσης όπου τον συναντάμε, αντί να εγκλωβίζεται σε ένα επιφανειακό love-story που θα αποτελούσε σοβαρή απειλή κινηματογραφικής ανουσιότητας αν παρέμενε στο επίκεντρο.

«Η καρδιά είναι σαν ένα αυτοκίνητο» αναφέρει -με καθόλα προφανή τρόπο-  ο χαρακτήρας του Chris Cooper, «για να την επιδιορθώσεις πρέπει πρώτα να την αποσυναρμολογήσεις». Αυτή η ιδέα υποστηρίζεται εύστοχα από το εκκεντρικό «πένθος» του ήρωα, κατά το οποίο μέσω της κυριολεκτικής κατεδάφισης επέρχεται η μεταφορική ανέγερση. Η γέννηση ενός νέου εαυτού μετά τη -συνειδητή- δολοφονία του προηγούμενου. Έμφαση στο «συνειδητή» όμως! Η «κατεδάφιση», στο σενάριο του φιλμ, δεν είναι η απώλεια της συζύγου, αλλά η μετέπειτα, εξ επιλογής απόρριψη του πριν για την ανασύνθεση ενός νέου, εξιλεωτικού τώρα. Η μερική ωραιοποίηση του πένθιμου πόνου για χάρη της κινηματογραφικής ελαφρότητας, λοιπόν, είναι σεναριακά τεκμηριωμένη ακριβώς επειδή το «πριν» δεν είναι ωραιοποιημένο, επειδή παρουσιάζεται ως απορριπτέο. Με τους όρους της ταινίας: Ο Gyllenhaal βλέπει στο ακριβό, γυαλιστερό του σπίτι μια σημειολογική σύνδεση με τη ζωή του. Πλέον, ένα διαλυμένο ψυγείο σκορπισμένο στο πάτωμα της κουζίνας φαντάζει πιο οικείο από την ανυπόφορα καλογυαλισμένη ευταξία του σπιτιού. Γιατί το γυαλιστερό φαίνεσθαι του σπιτιού/ζωής του ήρωα δεν συνέπιπτε ποτέ με την πραγματικότητα. Το ψυγείο έσταζε από πριν, απλώς εκείνος ήταν «υπερβολικά αφηρημένος» για να το προσέξει. Κοινώς, δεν υπήρχε ποτέ στ` αλήθεια κάποια ευτυχία για να χαθεί, εξού και η μη εστίαση στον πόνο για το πριν, αλλά στην προσπάθεια απαγκίστρωσης από αυτό -και συνεπώς εκ νέου επιδίωξης της ευτυχίας. Η απώλεια, λοιπόν, δε συνιστά την ίδια την κατεδάφιση, αλλά απλώς το ταρακούνημα των θεμελίων, το σεισμό που αποκαλύπτει πως αυτά ποτέ δεν ήταν γερά. Τελικά, το ερώτημα στο οποίο αυτός ο συλλογισμός καταλήγει (ίσως έμμεσα σε σχέση με το φιλμ) είναι το κατά πόσον μπορούμε μόνοι μας να αντιληφθούμε τα σαθρά θεμέλια του οικοδομήματος της ζωής μας ή έχουμε ανάγκη το ταρακούνημα ενός «σεισμού». Γιατί αυτός μπορεί και να μην έρθει ποτέ...

Επιμένοντας σε μια κλασική χολιγουντιανή αφήγηση, που με καλές ιδέες και το κατάλληλο πνεύμα μπορεί να αποδειχθεί απολαυστικότατη, το «Demolition» διαθέτει τη διαχρονική αίσθηση ενός κινηματογραφικού παραμυθιού βγαλμένου απ` την πραγματικότητα. Με ένα σενάριο δουλεμένο στις λεπτομέρειές του, τη μοντέρνα σκηνοθετική λογική της αεικίνητης κάμερας και των γρήγορων ρυθμών να εκσυγχρονίζει το κλασικό χολιγουντιανό feel και τον Jake Gyllenhaal να… είναι ο Jake Gyllenhaal, το φιλμ προσφέρει ένα ευπρόσδεκτο παραμύθιασμα κινηματογραφικής αισιοδοξίας. Ευτυχώς, μπορείς να το πάρεις και λίγο πιο σοβαρά απ` ό,τι είθισται χάρη στην ουσιώδη ανάπτυξη του κεντρικού χαρακτήρα του.

Βαθμολογία: 3/5

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Ich und Kaminski / Εγώ και ο Καμίνσκι (2015)

Μετά από μακρά απουσία από το κινηματογραφικό προσκήνιο, ο σκηνοθέτης  του «Good bye Lenin!» ξανασμίγει με τον πρωταγωνιστή Daniel Brühl για μια φιλμική επιστροφή παρόμοιου ύφους. Και παρόμοιας συναισθηματικής δύναμης, θα ήλπιζε, αλλά ο Wolfgang Becker έχει γεράσει πάνω από μια δεκαετία από τότε και το ίδιο μοιάζει να έχει γίνει με την κινηματογραφική του έμπνευση. Στο σενάριο, ο ίδιος από κοινού με τον Thomas Wendrich διασκευάζουν το μυθιστόρημα του Daniel Kehlmann με γνώριμη ελαφρότητα, προσβλέποντας σε μια feelgood διάθεση που η σκηνοθεσία προσπαθεί μανιασμένα να υποστηρίξει. «Animated» πίνακες ζωγραφικής, ένας πρόλογος με παιχνιδιάρικο μοντάζ, διαχωρισμός του στόρι σε κεφάλαια, απόπειρες επίτευξης μιας αφηγηματικής ζωηρότητας με τη δοκιμασμένη σπιρτάδα περασμένων μεγαλείων.

Το «Εγώ και ο Καμίνσκι» βρίσκεται στη σκιά αυτών των μεγαλείων. Το ύφος που θα ήθελε να έχει είναι το ύφος άλλων ταινιών και η τεχνική του η τεχνική άλλων σκηνοθετών -ή μιας παλιότερης ενθύμησης του ίδιου. Ο Becker προσπαθεί τόσο έντονα, που ξεχνάει να αναζητήσει τον δικό του χαρακτήρα μέσα σε ένα κολλάζ συστατικών από τυποποιημένες συνταγές. Το αποτέλεσμα είναι αμείωτα μηχανικό, διαρκώς μουδιασμένο και καθολικά απλοϊκό. Το σενάριο βάζει τους χαρακτήρες να μιλάνε συνέχεια, να εξωτερικεύουν αδικαιολόγητα τα πάντα. ακόμα κι όταν είναι μόνοι τους μιλάνε δυνατά, ακόμα κι όταν σκέφτονται ακούμε τις σκέψεις τους! Η σκηνοθεσία στηρίζεται στη χρήση ευχάριστης μουσικής υπόκρουσης και λησμονά τη σημασία μιας ευρηματικής πλανοθεσίας στην υπηρεσία του επιθυμητού ύφους. Οι χαρακτήρες γίνονται καρικατούρες του εαυτού τους, γεγονός που βλάπτει ιδίως τον εσκεμμένα αντιπαθή Daniel Brühl (πειστικός σε αυτό, ευτυχώς ή δυστυχώς;), που σχεδόν ως τέλους παραμένει είτε απωθητικός είτε αξιολύπητος. Μέχρι τα ψήγματα ευαισθησίας και υπαινικτικότητας του φινάλε, το φιλμ μάς έχει χάσει προ πολλού. Αν δεν υπήρχε η επιτυχημένη προηγούμενη δουλειά του Wolfgang Becker, από εδώ θα τον νομίζαμε για ερασιτέχνη που κάνει τα πρώτα του αμήχανα βήματα στο χώρο του σινεμά.

Βαθμολογία: 1/5

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Jason Bourne (2016)

Εννιά χρόνια μετά την τελευταία ταινία της τριλογίας, ο Jason Bourne, ένας από τους πιο δημοφιλείς και επιδραστικούς ήρωες δράσης της προηγούμενης δεκαετίας, επιστρέφει εκεί που τον άφησε το «Τελεσίγραφο». Σε εκείνο το σημείο, δηλαδή, όπου δεν υπάρχει κανένας λόγος συνέχισης της σειράς, παρά η ακόρεστη μανία των στούντιο να χτίζουν ατελείωτα franchises με κάθε ευκαιρία, αλλά ας μη συνεχίσουμε να επισημαίνουμε τα αυτονόητα. Νέες πληροφορίες για το παρελθόν του Bourne έρχονται στην επιφάνεια, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει ένα ακόμη κυνήγι γάτας και ποντικού μεταξύ του ακούραστου υπερκατασκόπου και των μυστικών υπηρεσιών, ακολουθώντας πιστά τη συνταγή των προηγούμενων ταινιών: Η Alicia Vikander είναι η υπεύθυνη της επιχείρησης εκδίωξης του Bourne, ο Tommy Lee Jones υψηλό στέλεχος της CIA στο οποίο εκείνη λογοδοτεί κι ο Vincent Cassel ο μυστικός εκτελεστής που αναλαμβάνει τις βρώμικες δουλειές, όλοι τους στο κατόπι του Bourne, που ξεφεύγει διαρκώς με αυτοκίνητα, μηχανάκια και παρκούρ.

Είναι σαφές πως το «Jason Bourne» δεν έχει κάτι καινούριο να προσφέρει στο θεατή ή και στο ίδιο το franchise του, καθώς αναμασά κατά γράμμα την επιτυχημένη συνταγή που έχουμε ήδη δει άλλες τρεις φορές. Εντός αυτού του πεδίου ασφαλείας όμως, το φιλμ αναπαράγει στην εντέλεια ό,τι οφείλει. Οι καταδιώξεις και οι σκηνές δράσης είναι εκρηκτικές και ανεξάντλητες, πάντα με το γνωστό στυλ του Paul Greengrass (χειροκίνητη κάμερα και φρενήρες μοντάζ) που διαθέτει ακούραστη ενέργεια, αν και μπορεί εύκολα να φανεί αποπροσανατολιστικό -ίσως εξαρτάται από τον θεατή. Πάντως υπάρχουν εδώ ορισμένες αληθινά εντυπωσιακές σκηνές, ενώ η σεναριακή εξέλιξη είναι όσο καταιγιστική και ιντριγκαδόρικη θα ανέμενε κανείς. Το ρεαλιστικό ύφος ενός φιλμ που πατά και με τα δύο πόδια στην πραγματικότητα ενισχύεται επίσης από συνεχείς αναφορές σε γεγονότα της παγκόσμιας επικαιρότητας, από τον Edward Snowden μέχρι τις αντιμνημονιακές συγκεντρώσεις στο κέντρο της Αθήνας (!), στον… ρόλο της οποίας βλέπουμε την ισπανική Τενερίφη, αφού η ελληνική γραφειοκρατία παραμένει υπερβολικά απωθητική προς τις ξένες κινηματογραφικές παραγωγές. Σε αυτά τα πλαίσια, θέλοντας να υιοθετήσει έναν ουσιώδη κοινωνικό χαρακτήρα, το σενάριο αγγίζει το καίριο θέμα της μαζικής κυβερνητικής παρακολούθησης μέσω των social media, γεγονός που θα ήταν κάτι περισσότερο από ευπρόσδεκτο αν δεν είχε χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ τελευταία ως εύκολη κοινωνική προέκταση των σύγχρονων χολιγουντιανών μπλοκμπάστερ.

Αν όμως υπάρχει εδώ κάτι που κάνει πραγματικά τη σειρά να μοιάζει κουρασμένη -παρά την ποιοτική συνέπεια που εξακολουθεί να αναδεικνύει στα πλαίσια του σινεμά δράσης- είναι το σημείο εκκίνησης της ιστορίας. Κινητήρια δύναμη του Bourne ήταν ανέκαθεν η ανάγκη του να ξεδιπλώσει το νήμα του ξεχασμένου παρελθόντος του. Εδώ πια, που δεν υπάρχουν άλλες ερωτήσεις για να απαντηθούν, το σενάριο του Paul Greengrass και του μοντέρ του Christopher Rouse (για πρώτη φορά χωρίς καμία ανάμειξη του Tony Gilroy) βρίσκει την αφορμή της ύπαρξής του εφευρίσκοντας τις ερωτήσεις. Αυτές πλέον μοιάζουν με διαδικαστική υποχρέωση για την πυροδότηση της πλοκής, με τις απαντήσεις κατά συνέπεια να μας αφορούν ελάχιστα. Όσο καλοστημένη κι αν είναι λοιπόν ετούτη η κατασκοπική περιπέτεια, πώς να ενθουσιαστείς από το επανασερβίρισμα των γνώριμων ξαναζεσταμένων συστατικών, όταν δεν σε ενδιαφέρει καν ο λόγος για τον οποίο αυτό πραγματοποιείται;

 Βαθμολογία: 2.5/5