Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Fat kid rules the world / Χοντρομπαλάς κατακτά τον κόσμο (2012)


Ποιος θα περίμενε μία τόσο ώριμη σκηνοθετική απόπειρα από τον Matthew Lillard, έναν άνθρωπο που προσωπικά έχω καταχωρήσει στη μνήμη μου πρώτον ως τον Shaggy από τα «Scooby Doo» και δεύτερον ως τον πιο χαζοχαρούμενο δολοφόνο που έχω δει επί της οθόνης (βλέπε «Scream»); Κι όμως, ο Lillard κάνει την έκπληξη. Όχι ότι το «Fat kid rules the world» αποτελεί καμιά άρτια κινηματογραφικά ταινία, αν όμως άρχιζα να απαριθμώ όσα ελαττώματά του έχω στο μυαλό μου (με κυριότερο τα κλισέ που προς το τέλος γίνονται όλο και πιο αντιληπτά), νομίζω πως θα έδινα μία εντελώς παραπλανητική εικόνα για την αξιόλογη και ευαίσθητη αυτή κομεντί.

Το πραγματικά εντυπωσιακό με το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Lillard είναι πως ο αμερικανός κωμικός, παρότι πλησιάζει τα σαράντα-τρία του χρόνια, προσφέρει ένα απολύτως εύστοχο νεανικό άγγιγμα σε ένα σενάριο που βρίσκεται εκπληκτικά κοντά στην εφηβική ψυχοσύνθεση. Το φιλμ, κατά κάποιον τρόπο, θα μπορούσε να αποτελεί το όνειρο κάθε εφήβου που επιθυμεί να ανεβάσει το κοινωνικό στάτους του, να τον προσέξει το κορίτσι που του αρέσει και να απελευθερωθεί από τα δεσμά της ανήλικης ζωής και της εξάρτησης από τους γονείς του. Δεν είναι τυχαίο που στόχος των πρωταγωνιστών είναι να καταφέρουν, με την ερασιτεχνική και επιπόλαια δημιουργημένη μπάντα τους, να πάρουν μέρος σε μια συναυλία και να παίξουν επιτέλους μπροστά σε κοινό –ποιος έφηβος δεν έχει ένα τέτοιο όνειρο; Με κερασάκι στην τούρτα τις έξυπνες και απολαυστικές απεικονίσεις των σκέψεων και των φαντασιώσεων του πρωταγωνιστή του, αυτός ο… «Χοντρομπαλάς» είναι εξαιρετικά ειλικρινής και, πίσω από τα κλισέ και τα ψεγάδια του, κρύβει πραγματικά πολλές νεανικές αλήθειες. Αναμφίβολα θα «μιλήσει» στη μειοψηφία εκείνη των έφηβων σινεφίλ, όπως και σε όλους εσάς που διατηρείτε έντονες μνήμες από εκείνες τις ηλικίες...

Βαθμολογία: 3/5

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Closer / Εξ επαφής (2004)


Στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο ήταν που ο Mike Nichols ασχολήθηκε για πρώτη φορά με την μεταφορά θεάτρου στην οθόνη, με το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» και το 1968 ήταν η χρονιά που καταξιώθηκε σαν σκηνοθέτης με τον επιτυχημένο, πλην εν μέρει ξεπερασμένο σήμερα «Πρωτάρη». Είναι φανερή η μαεστρία του Nichols στο πώς καταφέρνει να δημιουργεί μακρόσυρτες διαλογικές σκηνές και να τις καθιστά πραγματικά καθηλωτικές, υποθάλποντας αριστουργηματική συναισθηματική ένταση. Ακριβώς αυτό είναι το ατού του «Closer», μίας ακόμη θεατρικής μεταφοράς, η οποία ξεδιπλώνει την ιστορία της και, εν ολίγοις, σε κερδίζει, εν μέσω των διαλόγων της. Σαν δομή, υιοθετεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μοτίβο κατά το οποίο η κάθε (μακροσκελής) σκηνή έχει σχεδόν πάντα χρονική διαφορά ετών με την προηγούμενή της κι έτσι διατηρεί την ένταση αμείωτη, αφηγούμενη τις σχέσεις –και εστιάζοντας βασικά στη διάλυσή τους- ενός ερωτικού τετραγώνου.
Με τέσσερις εξαιρετικούς πρωταγωνιστές να μην φοβούνται να τσαλακώσουν την εικόνα τους (αντιπαθέστατος φαντάζει ο ερμηνευτικά δυνατότερος της τετράδας Clive Owen), ο Nichols υφαίνει έναν αριστοτεχνικό προβληματισμό πάνω στα προσωπεία των ανθρώπινων σχέσεων. Πάνω στο κατά πόσον επιζητούμε την ειλικρίνεια, αλλά πόσο έχουμε ανάγκη, τελικά, το ψέμα και πόσο εύκολα παραδινόμαστε σε αυτό. Με μοναδικό –πλην μεγάλο- μειονέκτημα την κατ’ εμέ επιτηδευμένη κατάληξη της σχέσης των Natalie Portman και Jude Law, αλλά και με ένα κλείσιμο που εύκολα χαράζεται στη μνήμη του θεατή, το «Closer» συστήνεται ανεπιφύλακτα για τον σκληρό ρεαλισμό του, τους στιβαρούς προβληματισμούς του και τον τρόπο που αδιάκριτα κοιτά τον θεατή στα μάτια… 

Βαθμολογία: 3.5/5

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Brave (2012)


Η μεγαλύτερη, κατ’ εμέ, αδυναμία των ταινιών κινουμένων σχεδίων αντικατοπτρίζεται στο γεγονός πως όλες είναι, λίγο ή πολύ, συνταγογραφημένες. Για χάρη του παιδικού κοινού, επιβάλλονται, ως απαραίτητες, η κλισέ δράση και η (πολλές φορές ενοχλητικά ηθικοπλαστική) συγκίνηση, συχνά μάλιστα εις βάρος του χιούμορ. Όσο πιο φανερή βέβαια είναι η πρόθεση των στούντιο να σεβαστούν τους ενήλικους θεατές, τόσο λιγότερο φανερά μοιάζουν τα κλισέ των ταινιών τους -πόσο μάλλον όταν μιλάμε για εταιρίες σαν τις Disney και Pixar, που μας έχουν χαρίσει εξαιρετικά πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες στιγμές στο είδος.

Μαθαίνοντας πως το επόμενο πρότζεκτ των δύο εταιριών θα αποτελούσε μία επιστροφή σε κάτι πολύ πιο γνωστό και παραδοσιακό απ’ ό,τι μας έχουν συνηθίσει τα τελευταία χρόνια (το στόρι αφορά τον υποχρεωτικό γάμο της νεαρής πριγκίπισσας μίας εν είδη Βίκινγκς φυλής), ομολογώ πως απογοητεύτηκα, αναμένοντας το αποτέλεσμα να βρίθει από κλισέ. Πράγματι, δεν θα χαρακτήριζε κανείς το «Brave» ως το πιο πρωτότυπο πόνημα της συνεργασίας Disney-Pixar. Το target group του είναι σαφώς πιο παιδικό από άλλες φορές και στο στόρι δε θα εντοπίσετε παρά ελάχιστες, ίσως, εκπλήξεις, ενώ η εξέλιξη με τα τρία μικρά αρκουδάκια, παρότι αρχικά ενδιαφέρουσα, αποδεικνύεται τελικά άστοχη και αχρείαστη.

Εντούτοις, μπορεί να μην είναι κάποια ευρηματική ιστορία ή οι συμβολισμοί άλλων καρτούν που σε κερδίζουν εδώ, δεν μπορείς όμως σε καμία περίπτωση να αντισταθείς στο εμφανές μεράκι του σκηνοθέτη Mark Andrews και των υπόλοιπων συντελεστών, που καταφέρνουν να εμφυσήσουν ψυχή στην ταινία. Κατά συνέπεια, φαντάζει αδύνατο να μην γελάσεις με τις ξεκαρδιστικές εκφράσεις και τις χαζομάρες των χαρακτήρων, να μην αισθανθείς δεμένος με την πριγκίπισσα Merida και εντέλει συγκινημένος από τον πλούσιο συναισθηματικό της κόσμο, να μην το κατευχαριστιέσαι κάθε φορά που την ακούς να μιλά με την ιδιαίτερη προφορά της (στην αγγλόφωνη βερζιόν), να μην αγωνιάς για την εξέλιξη της ιστορίας και, εν ολίγοις, να μην απολαύσεις κάθε λεπτό της εξαιρετικά καλοφτιαγμένης αυτής, γεμάτης πανέμορφα μηνύματα περιπέτειας…

Βαθμολογία: 3/5

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Like crazy / Ιστορία αγάπης (2011)


Φεύγοντας με διακρίσεις από το Φεστιβάλ του Sundance αλλά περνώντας, εν συνεχεία, μάλλον απαρατήρητο, το ρομαντικό «Like crazy» φτάνει τελικά στην Ελλάδα με χρονοκαθυστέρηση και κατευθείαν σε DVD. Κρίμα να μην δοθεί στην αξιόλογη αυτή ταινία η ευκαιρία να εκτιμηθεί, έστω κι αν αυτό θα γινόταν από ένα μάλλον περιορισμένο κοινό. Ομολογουμένως, το «Like crazy» αποτελεί μια ταινία εύκολα απορριπτέα. Ταυτόχρονα όμως, είναι και στ’ αλήθεια ερωτεύσιμη…

Κατανοητή είναι η επικριτική στάση απέναντι στο φιλμ, την οποία προσωπικά θα απέδιδα στο γεγονός πως αυτό επιχειρεί μέσα στα ενενήντα λεπτά που διαρκεί να καλύψει μία χρονική έκταση αρκετών ετών. Ως αποτέλεσμα, διακρίνεται η ανάγκη να «τρέξει» μπροστά, μην έχοντας προλάβει να εμβαθύνει ιδιαίτερα και να επιτύχει την επαρκή συναισθηματική ταύτιση του θεατή. Λογικό επίσης χλιαρές αντιδράσεις να προκαλέσει ο τρόπος με τον οποίο ο Drake Doremus κλείνει την ταινία του, ο οποίος μοιάζει απότομος, ασαφής και σίγουρα όχι ικανοποιητικός.

Προσωπικά, παρόλα αυτά, ομολογουμένως ανήκω στην δεύτερη κατηγορία, αυτή δηλαδή των θεατών που αισθάνθηκαν το φιλμ να τους αγγίζει βαθιά. Και σε αυτό οφείλεται τόσο ο εξαιρετικά δυνατός του ρεαλισμός και οι τρυφερές, γεμάτες μεταξύ τους χημεία ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές (στην σύντομη εμφάνισή της, η Jennifer Lawrence πραγματικά γεμίζει την οθόνη, διατηρώντας ακέραιο εκείνον τον δυναμισμό που την ανέδειξε στο «Winters bone»), όσο και κάτι άλλο, κατ’ εμέ σημαντικότερο από τα παραπάνω. Ο λόγος για την αίσθηση πως ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Drake Doremus είναι στ’ αλήθεια ερωτευμένος με την δημιουργία του, πως διηγείται αυτήν την ιστορία με αμέριστη αγάπη, σαν να πρόκειται για την δική του ζωή ή σαν η ταινία να αποτελούσε ανέκαθεν όνειρο ζωής για αυτόν. Πράγματι, αυτή, από την αρχή μέχρι το τέλος της, μοιάζει αφοπλιστικά ειλικρινής. Αρκετά, θα έλεγα, ώστε να σε καθιστά πρόθυμο να την αγαπήσεις αληθινά, ακόμα κι αν μοιάζει να μην σου δίνει την απόλυτη δυνατότητα να το κάνεις…

Βαθμολογία: 3.5/5

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

The Lorax / Λόραξ (2012)


Το «Despicable me» αποτελεί για εμένα, αν όχι το καλύτερο, σίγουρα ένα από τα καλύτερα δείγματα ταινίας ψηφιακού animation των τελευταίων χρόνων. Δύο χρόνια μετά, οι δημιουργοί του διασκευάζουν ένα μυθιστόρημα του Δρα Seuss και, παρότι έχοντας σηκώσει τον πήχη πολύ ψηλά, κάθε άλλο παρά απογοητεύουν.

Αν το «The Lorax» χάνει από κάπου, είναι στο αισθητικό του κομμάτι –φαντάζει σχεδιασμένο με υπερβολική απλοϊκότητα και παιδικότητα. Τα υπέροχα μηνύματά του από την άλλη, το καθιστούν, για το παιδικό κοινό, αυτομάτως must, αλλά και ένα άκρως απολαυστικό παραμύθι για τους ενήλικους συνοδούς –με εξαίρεση (κάποια από) τα υπερβολικά παιδικά μουσικοχορευτικά του. Συνολικά αποτελεί μία ταινία ηχηρά οικολογική, αλλά και βαθιά ανθρώπινη, γεμάτη με κοινωνικά σχόλια.

Το στόρι μιλά για μία -εφιαλτική- πόλη εγκλωβισμένη σε τείχη, όπου τα πάντα, ακόμα και τα δέντρα, είναι ηλεκτρονικά και οι κάτοικοι έχουν υποστεί αρκετή πλύση εγκεφάλου ώστε να νομίζουν πως το μέρος στο οποίο ζουν είναι ιδανικό, τη στιγμή που ακόμα και το πιο αυτονόητο πράγμα, ο αέρας, αποτελεί εμπορεύσιμο προϊόν!

Σε μία αληθινά ευρηματική σεκάνς, παρακολουθούμε πώς στο παρελθόν καταστράφηκε το περιβάλλον, βλέποντας έναν από τους βασικούς ήρωες να ηγείται της υλοτομίας κάθε υπάρχοντος δέντρου, υπό τους ήχους των απενοχοποιημένων στίχων «Κακό δεν ξέρω τι θα πει»! Πανέξυπνο εύρημα ώστε να αποφευχθεί τυχόν επιβάρυνση της ατμόσφαιρας, αλλά και να μιλήσει ξεκάθαρα και με εύστοχα ειρωνικό τρόπο για την ανελέητη ανθρώπινη απληστία που θολώνει μυαλό και συνείδηση…

Βαθμολογία: 4/5

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

ParaNorman / ParaNorman: Μια μεταφυσική ιστορία (2012)


Φαντάζει κάτι σαν άγραφος κανόνας, για κάθε σχεδόν κινούμενα σχέδια δημιουργημένα με την τεχνική του stop-motion, πως πρέπει να ακολουθεί το σκοτεινό, «Μπαρτονικό» στοιχείο του φανταστικού τρόμου. Καθώς, παράλληλα, οι ταινίες του είδους πλέον τείνουν να αναφέρονται τόσο στο παιδικό, όσο και στο ενήλικο κοινό, είναι λογικό να υπάρχουν ορισμένες στιγμές όπου παρατηρείται μία σύγχυση γύρω από τα target group τους. Το «ParaNorman», λοιπόν, φαντάζει ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα…

Επιχειρώντας κάτι αντίστοιχο με την σαγηνευτικά ατμοσφαιρική προ τριετίας «Coraline» του Henri Selick, αλλά εύστοχα με σαφέστερη έμφαση στην κωμωδία, το σκηνοθετικό δίδυμο των Chris Butler και Sam Fell τελικώς εν μέρει αποτυγχάνει, γιατί δεν χειρίζεται με συνέπεια τις αναλογίες. Εξηγούμαι: Το φιλμ στο ξεκίνημά του εκπλήσσει ευχάριστα με το καθαρά ενήλικο χιούμορ του και τις άκρως απολαυστικές του αναφορές σε διάσημες ταινίες τρόμου, δίνοντας, με λίγα λόγια, την αίσθηση μιας διαφορετικής, τολμηρής και διασκεδαστικότατα ενήλικης «παιδικής» ταινίας. Η αίσθηση, αντιθέτως, που αυτή αφήνει μετά το τέλος της δεν ταυτίζεται με την αρχική.

Τελικά το «ParaNorman» πέφτει στην γνωστή παγίδα της οπτικά εντυπωσιακής, αλλά κλισέ, εφετζίδικης και φοβερά ηθικοπλαστικής ή, για χάριν συντομίας, απλώς «too much» κατάληξης. Το αποτέλεσμα θα το ευχαριστηθεί σίγουρα ένα αγόρι στην προεφηβεία, αλλά, από τη μια, τα πολύ μικρά παιδιά δεν θα έχουν κερδίσει παρά μερικούς προσωρινούς εφιάλτες και, από την άλλη, οι ενήλικοι θεατές θα αισθανθούν μάλλον προδομένοι από την υπερβολικά παιδική τροπή μιας ιστορίας που αρχικά έμοιαζε να αναφέρεται πιο πολύ σε αυτούς παρά στις μικρές ηλικίες.

Βαθμολογία: 2.5/5

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

The Watch / Γείτονες σε περιπολία (2012)


Από μία αμερικάνικη κωμωδία όπου πρωταγωνιστούν οι Ben Stiller, Vince Vaughn και Jonah Hill, ξέρει κανείς τι να περιμένει, σε γενικές γραμμές τουλάχιστον. Ολοκληρώνοντας την πρωταγωνιστική της τετράδα με τον Richard Ayoade, ταλαντούχο κωμικό που έγινε γνωστός μέσω της επιτυχημένης βρετανικής σειράς «The IT crowd» (και το 2010 έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το αξιοπρόσεκτο «Submarine»), η ταινία αφήνει υποσχέσεις για μεγάλο κέφι στο ερμηνευτικό της κομμάτι… και κάθε προσδοκία περιορίζεται σε αυτό.

Εν ολίγοις, το κωμικό ταλέντο των τεσσάρων πρωταγωνιστών είναι πράγματι το (σχεδόν μοναδικό) δυνατό σημείο του «The Watch» και οι τέσσερεις ηθοποιοί είναι απολαυστικοί στους τετριμμένους, αλλά και περιέργως με μία δόση αλήθειας, ρόλους τους: Ο Stiller είναι ο αφελώς καλοπροαίρετος και υπερφιλόδοξος loser που απεγνωσμένα ζητά κοινωνική αποδοχή και οι υπόλοιποι τρεις οι ανώριμοι (εξίσου) losers που, χωρίς κατ’ ουσία να παίρνουν τον Stiller στα σοβαρά (και καταντώντας πολύ εκνευριστικοί ώρες-ώρες…), θα πάρουν μέρος στην προσπάθειά του να συνεισφέρει στην κοινωνία ώστε να τονώσουν την αυτοπεποίθησή τους και να αντιμετωπίσουν τα δικά τους προσωπικά θέματα (κατά κανόνα προερχόμενα από την ανωριμότητά τους). Όχι ότι δεν είναι σχετικά πολυφορεμένο κωμικό μοτίβο, πατάει όμως εύστοχα στην πραγματικότητα.

Κατά τ’ άλλα, το «The Watch» φαντάζει κάτι σαν ένα άτολμο, απολύτως συμβατικό και ευθέως αμερικανικό «Shaun of the dead» (σε εκδοχή εξωγήινης εισβολής). Και ο λόγος για τον οποίο δεν κρίνεται καταδικασμένο ως καθαρή «σαβούρα» είναι ότι φλερτάρει με την παρωδία και διαθέτει μία παλαβομάρα στο sci-fi / horror στοιχείο του, ενώ σε στιγμές αποδεικνύεται απρόσμενα (και απολαυστικά) βίαιο! Αυτές είναι, μάλιστα, που κάνουν την θέασή του διασκεδαστική (ή, ίσως, υποφερτή…) και αποτελούν το αντιστάθμισμα στις αμέτρητες σεξιστικές του χοντράδες.

Βαθμολογία: 2/5

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Polisse (2011)


Αντλώντας έμπνευση από ντοκιμαντέρ πάνω στο θέμα και βασιζόμενη σε αληθινές υποθέσεις της μονάδας προστασίας ανηλίκων, η Maiwenn le Besco αφηγείται αξιοσημείωτες ιστορίες από την πραγματικότητα των αστυνομικών της συγκεκριμένης μονάδας, είτε εντός είτε εκτός υπηρεσίας, πιάνοντάς την άλλοτε από την πιο δυσάρεστη και άλλοτε από την πιο ευχάριστη πλευρά της. Οι ιστορίες διαθέτουν ανθρωπιά, σφύζουν από στιβαρή ρεαλιστική υπόσταση (ακολουθώντας πάντα μια ντοκιουμαντερίστικη αισθητική) και, πάνω απ’ όλα, είναι γεμάτες από κοινωνικό προβληματισμό.

Τι λείπει όμως από αυτό το ψηφιδωτό πολλών και σύντομων ιστοριών; Πρώτα απ’ όλα, η συνοχή και η αίσθηση του ρυθμού, πράγμα που σε μία ταινία διάρκειας δύο γεμάτων ωρών δεν θα μπορούσε να μην γίνεται αισθητό. Η επιλογή της σκηνοθέτιδας να επεκταθεί ταυτοχρόνως σε έναν τόσο μεγάλο αριθμό από (εσκεμμένα ανολοκλήρωτα) subplots και σε έναν επίσης μεγάλο αριθμό από χαρακτήρες, σε συνδυασμό με την έλλειψη συνοχής, δίνει, εντέλει, στην ταινία την αίσθηση μιας φοβερής… ακαταστασίας. Συν τοις άλλοις, από ένα έργο, υποτίθεται, κοινωνικά συνειδητοποιημένο, θα περίμενε κανείς περισσότερες αναφορές στη σημερινή εποχή της ηχηρής κοινωνικής αστάθειας.

Τι θα έπρεπε, από την άλλη, να λείπει από το φιλμ; Οι –εξίσου σύντομες, ανολοκλήρωτες και ασύνδετες με τις υπόλοιπες- σκηνές όπου η σκηνοθέτιδα εστιάζει στη ζωή ενός από τους χαρακτήρες κάθε φορά, οι οποίες, αν και αποσκοπούν προφανώς στο να παρουσιάσουν τους αστυνομικούς στα μάτια του θεατή ως απλούς ανθρώπους όπως ο καθένας μας, μοιάζουν εντούτοις να αποπροσανατολίζουν το φιλμ και να θολώνουν την ουσία του. Αντίστοιχα και ο χαρακτήρας που υποδύεται η ίδια η σκηνοθέτιδα, αν και θεωρητικά σημαντικός, θα μπορούσε κάλλιστα να μην υπάρχει καν στην ταινία!

Καθώς όμως, όπως προαναφέρθηκε, η δύναμη του «Polisse» έγκειται ως επί το πλείστον στον ρεαλισμό του, πρέπει εδώ να γίνει αναφορά στο εκπληκτικό ερμηνευτικό του κομμάτι. Ειλικρινά, ο βασικότερος λόγος για τον οποίο η ταινία διατηρεί το ενδιαφέρον της για πάνω από 120 λεπτά, πείθει ιδιαιτέρως ως προς το ντοκιουμαντερίστικο στυλ της και σε κάνει να ενδιαφερθείς για τους χαρακτήρες της, είναι η αξιοθαύμαστη αληθοφάνεια των ερμηνειών της. Με δυσκολία, αν μου είχε ζητηθεί, θα ξεχώριζα την Marina Fois σαν αυτή που μου έκανε, ίσως, την μεγαλύτερη εντύπωση.

Συνοψίζοντας, το «Polisse» είναι μία σίγουρα ενδιαφέρουσα ταινία καθαρά κοινωνικού χαρακτήρα, η οποία ποντάρει στον –λειτουργικότατο- ρεαλισμό της, χάνει όμως από μία αμείωτη αίσθηση αποσπασματικότητας. Έχοντας υιοθετήσει σε μεγάλο βαθμό τη λογική ενός ντοκιμαντέρ, γίνεται κατανοητή η ανάγκη της να μην σταθεί σε μία μόνο ιστορία και να μην παρουσιάσει τις  αλληλεπιδράσεις μεταξύ των χαρακτήρων ως (επιτηδευμένα) σταθερά εξελισσόμενες. Παρόλα αυτά, προσωπικά θα έβρισκα μακράν ευστοχότερο να είχε επικεντρωθεί κυρίως σε έναν πολύ μικρό αριθμό υποθέσεων και στις σχέσεις των χαρακτήρων όπως θα προέκυπταν στα πλαίσια των υποθέσεων αυτών. Θεωρώ πως έτσι θα διατηρούσε ευκολότερα το ενδιαφέρον της, αλλά και θα φάνταζε σαφέστερη στον προσανατολισμό της.

Βαθμολογία: 2.5/5

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Unknown / Ο άγνωστος (2011)


Ο «Άγνωστος», σαν μία βελτιωμένη εκδοχή της ‘‘κοντινής’’ «Αρπαγής», αποδεικνύει πόσο ταιριάζουν στον Liam Neeson ρόλοι action heroes, καθώς είναι ικανός να διαθέτει το πιο επιβλητικό, bad-ass παρουσιαστικό και να κάνει ταυτοχρόνως αισθητή και την ανθρώπινη υπόστασή του. Το συγκεκριμένο φιλμ, χωρίς να διαθέτει οποιαδήποτε σκηνοθετική ιδιαιτερότητα, σε καθηλώνει με το αμείωτο σασπένς, το μυστήριο και τις ασταμάτητες, μέχρι και το τέλος ανατροπές του, που όχι μόνο είναι απρόβλεπτες και ικανοποιητικές, αλλά «μπαλώνουν» και ορισμένες σεναριακές τρύπες που διακρίνονταν νωρίτερα. Από τις πολύ καλές περιπέτειες που έχει παράγει το Χόλιγουντ αυτά τα χρόνια.

Βαθμολογία: 3/5

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Easy A / Εύκολη κατΑ λάθος (2010)


Ευθέως κοριτσίστικη και απόλυτα νεανική, η ταινία του Will Gluck, χωρίς να κυκλοφορήσει στους ελληνικούς κινηματογράφους, έγινε περιζήτητη στα video club –κυρίως από έφηβες κοπέλες. Καθόλου αξιοπερίεργο, μιας και, στην πρώτη πρωταγωνιστική ερμηνεία της (και αυτήν που την έκανε να τραβήξει την προσοχή), η ανερχόμενη Emma Stone είναι τόσο άνετη και φρέσκια που εύκολα κερδίζει το εφηβικό γυναικείο κοινό.

Μη γελοιόμαστε, με τις διασκεδαστικά αλλά και αφελώς υπερβολικές καταστάσεις της, η ταινία ελάχιστη επαφή με την πραγματικότητα έχει. Κάτι οι ηλικιακά μεγαλύτεροι από τους ρόλους τους ηθοποιοί, κάτι οι… τρελαμένοι, για χάρη της κωμωδίας, χαρακτήρες (απόλαυση ο Stanley Tucci παρεμπιπτόντως), η αληθοφάνεια εδώ είναι μάλλον απούσα.

Παρόλο όμως, που από την πραγματικότητα μπορεί να απέχει, η ταινία είναι σχετικά κοντά στην εφηβική ψυχοσύνθεση, ρίχνοντας, μέσα από την εύπεπτη χαριτομενιά της, μια αρκετά ευαίσθητη ματιά στις εφηβικές ανησυχίες -παρότι αποστασιοποιημένη από οποιαδήποτε σοβαρότητα και από θέματα εκτός των σεξουαλικών. Διαθέτοντας μία τόσο απολαυστική και εμφανώς ταλαντούχα Emma Stone και μία σκηνοθεσία από τον Will Gluck γεμάτη κέφι, το φιλμ δεν θα μπορούσε να περάσει εντελώς απαρατήρητο. Αν αξίζει, τώρα, είναι άλλο θέμα και προσωπικά απαντώ καταφατικά, απευθυνόμενος όμως αποκλειστικά στο προαναφερθέν target group του –θα έλεγα και στους θαυμαστής της Stone, αλλά αν ανήκετε σε αυτούς, τότε μάλλον θα το έχετε ήδη τιμήσει…

Βαθμολογία: 2.5/5

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

The cold light of day / Μην εμπιστεύεσαι κανέναν (2012)


Ο Henry Cavill διαθέτει, πέρα από το καλογυμνασμένο σώμα του, μια ιδιαίτερα συμπαθή φυσιογνωμία που θα μπορούσε να τον καθιερώσει σαν έναν αξιοπρόσεκτο action-hero έως και σαν επόμενο James Bond, τολμώ να πω. Αυτό που δεν είμαι σίγουρος αν έχει όμως είναι το ταλέντο. Εν προκειμένω τουλάχιστον, στο ρόλο του απλού χρεωκοπημένου μικροεπιχειρηματία Will Shaw, ποτέ δεν φάνηκε ιδιαίτερα ταραγμένος που η οικογένειά του έπεσε θύμα απαγωγής και ο πατέρας του, αφού αποδείχθηκε μυστικός πράκτορας της CIA, δολοφονήθηκε, αφήνοντας τον ίδιο κυνηγημένο από τους δολοφόνους του…

Για πρωτοτυπία, φυσικά, ούτε συζήτηση… Δεν φτάνει που δεν υπάρχει ούτε υπόνοια ενδιαφέροντος σεναριακού ευρήματος, το δίδυμο των Scott Wiper John Petro μοιάζει να μην προσπαθεί καν να μπαλώσει τις τρύπες του σεναρίου και να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που προκύπτουν από τις μισοδουλεμένες (και διόλου απρόσμενες) ανατροπές του.

Υπάρχει κάτι παρόλα αυτά που με εξέπληξε ευχάριστα σε αυτήν τη χολιγουντιανή περιπέτεια η οποία θα περάσει χωρίς να αγγίξει. Ο λόγος για τη σκηνοθεσία του Γάλλου Mabrouk El Mechri, ο οποίος ουδέποτε επιχειρεί να δημιουργήσει κάτι περισσότερο από ό,τι το «The cold light of day» είναι καταδικασμένο να αποτελεί: Μία κλασική (με την κακή έννοια πάντα), χιλιοειδωμένη «αμερικανιά». Ο El Mechri έχει, εντούτοις, φροντίσει για την ύπαρξη αρκετής έντασης και ρυθμού, ώστε η ταινία του να ανήκει στις «αμερικανιές» εκείνες οι οποίες βλέπονται, αν μη τι άλλο, ευχάριστα. Δίχως λοιπόν να τρέφει αυταπάτες πως πρόκειται να κάνει την διαφορά, ο Γάλλος σκηνοθέτης δημιουργεί ένα συνονθύλευμα από déjà-vu που παραπέμπουν σε ό,τι χολυγουντιανή ταινία δράσης έχετε δει την τελευταία δεκαετία και, παραδόξως, δεν το κάνει καθόλου άσχημα! Η σύντομη παρουσία του Bruce Willis, η αρκούντως επιβλητική Sigourney Weaver και ο (φυσιογνωμικά) ταιριαστός στο ρόλο Henri Cavill να προσπαθεί να προβληθεί ως καινούριος μεγάλος action-hero σε αποτρέπουν από το να πάρεις την ανώδυνη αυτή περιπέτεια εντελώς στο ψιλό και οι φαν του είδους δεν θα απογοητευτούν, ακόμα κι αν δεν χαραχτούν πολλά πράγματα στην μνήμη τους…

Ειδική μνεία στην ευρωπαϊκή μυρωδιά της τοποθεσίας γυρισμάτων και σε ορισμένες ασυνήθιστα σκοτεινές βραδινές σκηνές δράσης, οι οποίες, αν είχαν γυριστεί με λιγότερο κουνημένη την κάμερα, θα είχαν μεγάλο ενδιαφέρον λόγω προσεγμένου φωτισμού.

Βαθμολογία: 2/5

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

Madagascar 3: Europe's most wanted / Μαδαγασκάρη 3: Οι φυγάδες της Ευρώπης (2012)


Ποτέ δεν είχα τη σειρά της «Μαδαγασκάρης» σε μεγάλη εκτίμηση και συνεπώς οι προσδοκίες μου από το τρίτο αυτό μέρος δεν ήταν ακριβώς υψηλές. Εξού και ο λόγος που, ειλικρινά, εξεπλάγην. Μάλιστα, συγκρίνοντάς το, σχεδόν αναπόφευκτα λόγω κοινής εταιρίας παραγωγής, με το πρόσφατο τέταρτο Ice Age, η νέα «Μαδαγασκάρη» δεν μπορεί παρά να προηγείται για χιλιόμετρα... 

Οι -σχεδιασμένοι με μία καρτουνίστικη αναληθοφάνεια που αρμόζει πιο πολύ σε κινούμενα σχέδια δύο διαστάσεων- ήρωες της Dreamworks στην τελευταία τους περιπέτεια γνωρίζουν μια σειρά από ολοκαίνουριους (θεωρητικά τουλάχιστον, γιατί στην πραγματικότητα τους έχουμε ξαναδεί αμέτρητες φορές...) χαρακτήρες, για χάρη των οποίων αφαιρείται κινηματογραφικός χρόνος από την πρωταγωνιστική παρέα. Παρότι μέχρι το μεδούλι κλισέ, ωστόσο οι εν λόγω χαρακτήρες παίζουν ουσιαστικό ρόλο στην ιστορία της ταινίας και έχουν, αν μη τι άλλο, πλάκα όσο κι ενδιαφέρον. Το ατού της τρίτης «Μαδαγασκάρης» γενικότερα είναι ότι χωρίς, σε καμία των περιπτώσεων, να αποποιείται τα κλισέ που της επιβάλλει το είδος, φαντάζει στο κάθε λεπτό της δημιουργημένη με πραγματικό κέφι. Είναι, συν τοις άλλοις, αρκετά καλογραμμένη ώστε ακόμα και οι εξαρχής αναμενόμενες έως απαραίτητες (ασχέτως αν προσωπικά τις βρίσκω περιττές) «συγκινητικές» στιγμές κατορθώνουν να γίνουν πράγματι αρκούντως συγκινητικές. Το χιούμορ της είναι συχνά ενήλικο και ξεκαρδιστικό, η ποικιλία των μουσικών της επιλογών (από Edith Piaf μέχρι Katy Perry!) απολαυστικά προσεγμένη και η ταινία, εντέλει, αποδεικνύεται αληθινά διασκεδαστική!

Βαθμολογία: 3/5