Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

So undercover / Τακούνια... σε μυστική αποστολή (2012)

Το κοινό που θα επιλέξει Miley Cyrus για τη βραδινή έξοδό του είναι μάλλον περιορισμένο (το πολύ) στα έφηβα κορίτσια και επομένως αυτά δύσκολα θα απογοητευτούν, ξέροντας ακριβώς τι ταινία πρόκειται παρακολουθήσουν. Αν, λοιπόν, δεν έχετε ξανακούσει ποτέ το όνομα Miley Cyrus, να μην είστε περίεργοι. Απλώς δεν σας αφορά…

Όπως ήταν απολύτως αναμενόμενο, η ταινία βρίθει από ένα σωρό χαζοχαρούμενες κρυάδες αντί χιούμορ, που ίσως θα βγάλουν γέλιο στις προεφηβικές ηλικίες. Κάπου ενδιάμεσα στους προσβλητικά ηλίθιους χαρακτήρες και την Barbie-ζουσα κιτς αισθητική, υπάρχει ένα μυστήριο ως η βασική, υποτίθεται, πλοκή, στο οποίο όμως πάλι οι ίδιες ηλικίες μονάχα θα εντοπίσουν κάποια υπόνοια σασπένς. Καθώς φαντάζει εξίσου αγωνιώδες με εκείνο ενός παιδικού τηλεοπτικού κινουμένου σχεδίου, δεν σου προκαλεί καν το στοιχειώδες ενδιαφέρον να μάθεις πού πρόκειται να καταλήξει. Και μολονότι η κατάληξη αυτή είναι ομολογουμένως απρόβλεπτη, εντούτοις δεν εντυπωσιάζει περισσότερο απ’ όσο θα εντυπωσίαζε αν δεν υπήρχε καν ως ανατροπή, αφού ποτέ το φιλμ δεν σε είχε κάνει να ενδιαφερθείς έστω και λίγο για αυτό… Μην περιμένετε λοιπόν κάτι παραπάνω από μια ξέφρενη γιορτή ενός… ντυμένου στα ροζ παλιμπαιδισμού. Προσπεράστε.

Βαθμολογία: 0.5/5

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Man of steel / Άνθρωπος από ατσάλι (2013)

Υπήρχαν πολλοί λόγοι για να τρέφει κανείς υψηλές προσδοκίες για το reboot του κλασικότερου σούπερ-ήρωα όλων των εποχών. Το απογοητευτικό (αλλά και αρκετά παρεξηγημένο) «Superman returns» θα έπρεπε να έχει κάνει τους δημιουργούς να επιδιώκουν ένα σαφώς ανώτερο αποτέλεσμα, η επιτυχία της τριλογίας του «Σκοτεινού Ιππότη» έχει αποδείξει στη Warner Bros. πως η ιδανική συνταγή της σύγχρονης σουπερηρωικής περιπέτειας χαρακτηρίζεται από ωριμότητα και ρεαλισμό, ενώ η ανάμειξη του Christopher Nolan στην παραγωγή και το σενάριο μόνο θετικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να φέρει. Τα εξαιρετικά trailer, τέλος, της ταινίας, υπόσχονταν ένα blockbuster με λιγάκι πιο ανθρωποκεντρική ματιά και έμφαση στις ανθρώπινες διαστάσεις των ηρώων του.

Αν λοιπόν εύλογα περιμένατε το πιο πολυαναμενόμενο blockbuster της χρονιάς να αποδειχθεί μία από τις καλύτερες super-hero movies (τουλάχιστον) των τελευταίων χρόνων, δυστυχώς θα απογοητευτείτε οικτρά. Ας αναιρέσουμε μία-μία τις άνωθεν προσδοκίες…

Ο «Άνθρωπος από ατσάλι» δεν αγγίζει όχι μόνο τις δύο πρώτες ταινίες με τον Christpher Reeve, αλλά ούτε καν το ήδη κατώτερο των προσδοκιών «Returns». Η μόνη του επιρροή από το σύμπαν του «Σκοτεινού Ιππότη» και κατ’ επέκταση από τον Christopher Nolan έγκειται αποκλειστικά στον ανάλογο χειρισμό του πάντα ποιοτικά συνεπούς score του Hans Zimmer, του οποίου όμως ο συνδυασμός με το θορυβώδες υπερθέαμα, όπως και στο «The Dark Knight rises», το αναγάγει τελικά μάλλον σε σκέτη «βαβούρα». Τέλος, η ελπίδα για την ανάπτυξη των χαρακτήρων βουλιάζει κάτω από την πραγματικά εντυπωσιακή έλλειψή της…

Αν παραξενεύεστε που ο σεναριογράφος του «Batman begins» David S. Goyer βρίσκεται πίσω από μια τόσο επιδερμική προσέγγιση του μύθου, θυμηθείτε ότι μιλάμε για τον ίδιο άνθρωπο που έγραψε και την τριλογία «Blade». Και αν ο Zack Snyder φαντάζει αρχικά μια ιδανική επιλογή, χάρη στο αδιαμφισβήτητο ταλέντο του στη δημιουργία εκθαμβωτικών εικόνων και σκηνών δράσης (χωρίς κανένα slow motion αυτή τη φορά), τελικά αποδεικνύεται πως αυτή η εμμονή στον οπτικό εντυπωσιασμό και την τεχνική αρτιότητα έρχεται μάλλον σε βάρος της αφήγησης, η οποία είναι ούτως ή άλλως κατακερματισμένη από την «αντισυμβατική», μη γραμμική εξιστόρηση της παιδικής ηλικίας του ήρωα μέσω flash-backs.

Ομολογουμένως βέβαια, μέχρι τα μισά της διάρκειάς του, το φιλμ δεν σε κάνει να αγανακτείς, παρά τα εμφανή ελαττώματά του. Υπάρχουν άφθονοι λόγοι για να θαυμάσεις το οπτικό του κομμάτι (η πρώτη πτήση του Σούπερμαν είναι ενθουσιαστική) και οι επιλογές των ηθοποιών είναι ιδιαίτερα εύστοχες, αν και αυτό αφορά περισσότερο τις φυσιογνωμίες παρά τις ερμηνείες τους, μιας και δεν παρέχονται αρκετές ευκαιρίες ώστε να αποδείξουν κάτι σε αυτόν τον τομέα. Ο Henry Cavil πάντως ταιριάζει τέλεια στην σουπερηρωική στολή του.

Ο «Άνθρωπος από ατσάλι» γίνεται όμως σχεδόν ανυπόφορος στο δεύτερο μισό του, όπου τα πάντα (ακόμα και η ίδια η super-hero ταινία) θυσιάζονται ανηλεώς στο βωμό της εκκωφαντικής, υπερβολικά εφετζίδικης και τελικά απόλυτα βαρετής ταινίας καταστροφής, η οποία διαθέτει ως δεύτερο πρωταγωνιστή τον… αμερικανικό στρατό.

Προσθέτοντας ως κερασάκι στην τούρτα ένα από τα χειρότερα love story που έχει δει ποτέ το είδος (!), ο νέος Σούπερμαν, παρά τις προσπάθειές του να μετριάσει την αφέλεια που αναπόφευκτα τον ακολουθεί, αποδεικνύεται πολύ πιο προσβλητικός από τις αθώα αφελείς πρωτότυπες ταινίες. Το ομολογεί, εντέλει, και ο ίδιος ο ήρωας λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους: «Είμαι μέχρι το κόκκαλο Αμερικάνος»…

Βαθμολογία: 1.5/5

Superman IV: The quest for peace (1987)

Μετά την εισπρακτική και, κυρίως, καλλιτεχνική αποτυχία του «Superman III», γίνεται εδώ μια προσπάθεια επιστροφής του ήρωα με την κόκκινη μπέρτα στο επιτυχημένο ύφος των δύο πρώτων ταινιών του, η σειρά όμως πλέον φαντάζει κουρασμένη και η απόπειρα αυτή αναβίωσης των επιτυχημένων ημερών της ως επί το πλείστον άψυχη.

Η συμμετοχή του Christopher Reeve στο σενάριο δεν βελτιώνει τα πράγματα, ο Gene Hackman (που δέχτηκε να επιστρέψει, καθώς οι παραγωγοί Salkind δεν είχαν καμία ανάμειξη με το φιλμ) μάλλον βαριέται και οι μόνες στιγμές που το φιλμ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απολαυστικό είναι οι συνεχείς μεταμορφώσεις του ήρωα από Clark Kent σε Σούπερμαν και αντιστρόφως, ιδίως κατά τη διάρκεια ενός δείπνου στο οποίο οφείλει να παραστεί ταυτόχρονα και με τις δύο του ταυτότητες! Κατά τ’ άλλα δεν βλέπουμε τίποτα το καινούριο, με τον «Nuclear man» να προσδίδει έναν ενοχλητικά κιτς τόνο στις σκηνές δράσης και το μειωμένο budget να μην μπορεί παρά να συμβάλλει σε αυτόν. Κάπως έτσι, η «θητεία» του απολαυστικού Christopher Reeve στο ρόλο του Σούπερμαν τελειώνει με άδοξο τρόπο και, ευτυχώς, με… μισής ώρας μικρότερη διάρκεια από τις προηγούμενες ταινίες!

Βαθμολογία: 1/5

Superman III (1983)

Δίχως την παραμικρή ανάμειξη του Richard Donner, ο Σούπερμαν πλέον αφήνεται εξ’ ολοκλήρου στο έλεος των παραγωγών Alexander και Ilya Salkind, του σκηνοθέτη Richard Lester και των σεναριογράφων David και Leslie Newman, οι οποίοι θα ήταν οι υπεύθυνοι και για το σενάριο των δύο πρώτων ταινιών αν ο Donner δεν είχε προσλάβει τον Tom Mankiewicz για να το ξαναγράψει –παρόλο που οι παραγωγοί αρνήθηκαν να τον συμπεριλάβουν στα credits παρά μόνο ως creative consultant.

Αν αυτό ήταν εξαρχής το όραμα των Salkind για τις ταινίες του Σούπερμαν, τότε είμαστε βαθιά ευγνώμονες προς τους Donner και Mankiewicz, οι οποίοι μας σύστησαν έναν απόλυτα αξιόλογο σούπερ-ήρωα, στην καλύτερη μέχρι και σήμερα μορφή του. Γιατί χωρίς αυτούς, η τρίτη ταινία της σειράς παραδίνεται άνευ όρων στην κωμωδία (γίνεται φανερό μόνο και μόνο από τους απίστευτα γελοίους τίτλους αρχής), μη δείχνοντας σχεδόν καθόλου ενδιαφέρον ούτε για τις επικές σκηνές δράσης των δύο πρώτων, αλλά ούτε και για τον ίδιο τον Σούπερμαν, αφαιρώντας του κινηματογραφικό χρόνο για τον επενδύσει στον κωμικό Richard Prior. Και αν, τουλάχιστον, το φιλμ θα όφειλε να βγάζει γέλιο, περιέργως αποδεικνύεται ασύγκριτα λιγότερο αστείο από τους προκατόχους του, αλλά και πολύ πιο βαρετό…

Λίγες έξυπνες ιδέες εντοπίζονται μόνο σε ασήμαντες λεπτομέρειες, όπως το κρεμασμένο στην πλάτη του Clark κόκκινο πουλόβερ με το αρχικό «S» (για το «Smallville») που παραπέμπει ξεκάθαρα στην μπέρτα της σουπερηρωικής του περσόνας. Το subplot του διχασμού της προσωπικότητας του ήρωα (και δη η μάχη του καλού Cark με τον κακό Σούπερμαν) έχει ενδιαφέρον, σεναριακά όμως προσεγγίζεται τρομακτικά απλοϊκά, ενώ, αν και ο Christopher Reeve παραμένει εξαιρετικός στο ρόλο του, αποτελώντας το πιο θετικό στοιχείο της ταινίας, οι εντελώς αδιάφοροι κακοί της ιστορίας συνιστούν απλά κακέκτυπα του Gene Hackman και των ακολούθων του.

Βαθμολογία: 1/5

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Superman II (1980)

Η διαδικασία παραγωγής της συνέχειας του κλασικού πρώτου «Superman» ήταν ιδιαιτέρως επεισοδιακή, με τις διαφωνίες του Richard Donner με τους παραγωγούς να οδηγούν στην αντικατάστασή του από τον Richard Lester (σκηνοθέτη των «Three Musketeers»), αλλά και στην αποχώρηση του Gene Hackman, την διακοπή των γυρισμάτων που ήδη πραγματοποιούσε ο Donner και την τρίχρονη καθυστέρηση της συνέχισής τους.

Έχοντας κατορθώσει εντέλει να μην δείχνει εμφανώς στιγματισμένο από τις δυσκολίες της παραγωγής του, το «Superman 2» στέκεται αξιοπρεπώς ως ένα (σχεδόν) ισάξιο του πρώτου φιλμ σίκουελ. Ο Christopher Reeve εξακολουθεί να φαντάζει ιδανικός για τον ρόλο του Σούπερμαν, συμβάλλοντας καθοριστικά στο ευχάριστα ανάλαφρο ρομαντικό ύφος που συχνά υιοθετείται από την ταινία. Ο Gene Hackman διατηρεί τον ξεκάθαρα χιουμοριστικό ρόλο του, καθώς όμως συμμετέχει μόνο σε σκηνές που σκηνοθέτησε ο Donner (αρνήθηκε να συμμετάσχει μετά την απόλυσή του), ο κινηματογραφικός του χρόνος είναι περιορισμένος. Παρόλα αυτά, κάθε φορά που εμφανίζεται είναι, πραγματικά, ολοένα και πιο απολαυστικός. Σε γενικές γραμμές, ο δεύτερος «Superman» κινείται στο ίδιο ύφος της ταινίας του 1978, με τις τοποθεσίες των γυρισμάτων του να είναι εντυπωσιακές και το χιούμορ, ιδίως σχετικά με το love-story του, πολύ διασκεδαστικό.

Η κυριότερη διαφωνία του Donner με τους παραγωγούς βρισκόταν στην επιθυμία των τελευταίων να προσδώσουν στην ταινία μια έκδηλη camp αίσθηση –δηλαδή χιούμορ μέσω καταστάσεων που δεν παίρνουν τον εαυτό τους καθόλου σοβαρά, σε σημείο να αγγίζουν τη σκόπιμη γελοιότητα. Η ηθελημένη camp διάθεση όμως είναι ευπρόσδεκτη και διασκεδαστική μέχρι να περάσει τα όρια που μπορεί να γίνει αποδεκτή σε μια σουπερηρωική περιπέτεια. Δυστυχώς λοιπόν, συχνά καθιστά το έργο σαφώς πιο γελοίο απ’ όσο θα ήθελε να μοιάζει και οι διόλου διακριτικές διαφημίσεις τσιγάρων και αναψυκτικών δεν μπορούν παρά να συμβάλλουν σε αυτό. Ταυτόχρονα, το camp «αλληλοσυμπληρώνεται» και με μια έκδηλη αφέλεια, αρκετά μεγαλύτερη από αυτή του original, η οποία μάλιστα ανοίγει περισσότερα κενά από εκείνα του πρώτου φιλμ που το σενάριο προσπαθεί να καλύψει. Ο βασικός λόγος όμως που η ταινία είναι υποδεέστερη από εκείνο, είναι πως της λείπει η ιδανική ισορροπία περιπέτειας και κωμωδίας που διακρινόταν στο πρώτο «Superman»…

Βαθμολογία: 2.5/5

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

12 anry men / Οι 12 ένορκοι (1957)

Καθηλωτικό δικαστικό και αστυνομικό δράμα δωματίου, που μπορεί να ειδωθεί και ως μια κοινωνική αλληγορία για την εφαρμογή της δημοκρατίας στην κοινωνία. Αποτελεί την πρώτη κινηματογραφική δουλειά του Sidney Lumet, ο οποίος (έχοντας προϋπηρεσία στο θέατρο και την τηλεόραση) παραδίδει μαθήματα σκηνοθεσίας, επιτυγχάνοντας να σε κρατήσει προσηλωμένο για ενενήντα λεπτά, χωρίς να πλατειάσει ούτε στιγμή. Το υποδειγματικό θεατρικό σενάριο του Reginald Rose, ταυτίζοντας τον κινηματογραφικό με τον πραγματικό χρόνο, ξεδιπλώνει αποκλειστικά μέσα από ένα διαλογικό «πινκ-πονκ» μια δικαστική υπόθεση που είναι λιγότερο απλή απ’ όσο φαίνεται και εξελίσσεται ως μια εκπληκτικά ενδιαφέρουσα ιστορία μυστηρίου.

Παράλληλα, σκιαγραφούνται οι δώδεκα χαρακτήρες του τίτλου, καθένας από τους οποίους διαθέτει τη δική του προσωπικότητα και βασίζει τις απόψεις του σε διαφορετικά κριτήρια, με αποτέλεσμα να δίνεται η δυνατότητα στο θεατή να διαμορφώσει μια ξεχωριστή εικόνα για τον καθένα, να συμπαθήσει κάποιους και να μισήσει άλλους. Με αυτήν την πολυμορφία των τοποθετήσεων των ενόρκων απέναντι στην υπόθεση να ενισχύει την έντονα κοινωνική διάσταση του έργου, αυτό εμπλέκει και τον θεατή στην ιστορία του, κάνοντάς τον να συμμετέχει διαρκώς νοητικά σε αυτήν, παίρνοντας κι ο ίδιος θέση, δίνοντας απαντήσεις, επιχειρηματολογώντας, συμφωνώντας ή διαφωνώντας.

Παρότι μπορεί να θεωρηθεί πως υπάρχουν ορισμένες ευκολίες στο σενάριο, εντούτοις αυτό παραμένει στο σύνολό του εξαιρετικά καλογραμμένο και ευφυές, ενώ από το καστ ξεχωρίζει ο Lee J. Cobb, με μια ερμηνεία αληθινά καταπληκτική.

Βαθμολογία: 4/5

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Superman (1978)

O Σούπερμαν υπήρξε ο πρώτος σουπερ-ήρωας που φιλοξένησαν ποτέ τα κόμικς, οδηγώντας, σαν αποτέλεσμα, την αμερικανική ένατη τέχνη στη λεγόμενη Χρυσή Εποχή της. Ανάλογη είναι και η κινηματογραφική του εμφάνιση. Αποτελώντας ουσιαστικά την πρώτη μεταφορά χάρτινου σούπερ-ήρωα στην μεγάλη οθόνη (είχαν προηγηθεί λίγες ακόμη, με τις οποίες όμως κανείς ποτέ δεν ασχολήθηκε), όλες οι super-hero ταινίες που βλέπουμε σήμερα έχουν τις ρίζες τους σε αυτήν.
 
Το «Superman» αποτελεί αναμφισβήτητα την απόλυτη super-hero movie. Κι αυτό γιατί εισήγαγε στον κινηματογράφο την ιδανική συνταγή μιας σουπερηρωικής περιπέτειας, στην καθαρότερη μορφή της. Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας, άλλωστε, αποτελεί εκ φύσεως τον απόλυτο, όντας και ο πρώτος, ιδανικό σούπερ-ήρωα.
 
Τα εντυπωσιακά για την εποχή εφέ, υπεύθυνα για ένα οπτικό επίπεδο πολύ υψηλότερο απ’ ό,τι είχε δει μέχρι τότε (κυρίως τηλεοπτικά) το είδος, συμβάλλουν στη δημιουργία μεγαλοπρεπών σκηνών δράσης, ενώ το κωμικό στοιχείο είναι τόσο τονισμένο ώστε υπάρχουν χαρακτήρες, όπως κι η ίδια η ανθρώπινη περσόνα του Σούπερμαν, που φαντάζουν βγαλμένοι απευθείας από κωμωδία -με αποκορύφωμα τον γκαφατζή Ότις. Γεγονός που θα μπορούσε να αποπροσανατολίσει τον σκηνοθέτη της «Προφητείας» Richard Donner, αντ’ αυτού όμως προκύπτει μία υποδειγματική συνύπαρξη δράσης, χιούμορ, και έντονου ρομαντισμού, χάρη στην οποία καθίσταται το φιλμ άκρως απολαυστικό.
 
Ο Christopher Reeve κάνει εδώ την πρώτη κινηματογραφική του εμφάνιση και έκτοτε το όνομά του ταυτίζεται με το ρόλο του Σούπερμαν. Ενσαρκώνει τον ήρωα με μια ηθελημένη υπερβολή χάρη στην οποία τόσο ο ίδιος όσο και εμείς το καταδιασκεδάζουμε, ενώ εξίσου εύστοχη επιλογή αποτελεί και ο δύο φορές βραβευμένος με Όσκαρ Gene Hackman στο ρόλο του Lex Luthor.
 
Μέσα σε όλα αυτά βέβαια, δεν υπάρχει αμφιβολία πως το «Superman» διακρίνεται από μια συχνά υπερβολικά αισθητή αφέλεια. Αλήθεια όμως, θα μπορούσε αυτή να λείπει από μια ταινία όπου ο κεντρικός ήρωας διατηρεί την ταυτότητά του μυστική απλώς φορώντας ένα ζευγάρι γυαλιά;

Βαθμολογία: 3/5