Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Modern times / Μοντέρνοι καιροί (1936)



Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς μία ταινία, ογδόντα σχεδόν χρόνια μετά τη δημιουργία της, μπορεί να είναι στ’ αλήθεια ξεκαρδιστική, αλλά και απολύτως επίκαιρη στα μηνύματα της! Κι όμως ο Τσάρλι Τσάπλιν το κατάφερε, με μία, χωρίς αμφιβολία, από τις καλύτερες κωμωδίες όλων των εποχών. Ευρηματική, πανέξυπνη σάτιρα ενός συστήματος εκμετάλλευσης, απληστίας και καταπάτησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ένα διαχρονικό σχόλιο πάνω στην ανωριμότητα του ανθρώπου και στην ανικανότητά του να διαχειριστεί (σωστά) τις ανεξάντλητες δυνατότητες που του προσφέρει η ευφυΐα του, στο πώς κάνει την τεχνολογία και τον κόσμο να προχωρά μπροστά και ο ίδιος αδυνατεί να ακολουθήσει…

Διαχρονική, πραγματικά αστεία αλλά και πικρή, πλούσια σε σκηνές ανθολογίας, ξεκαρδιστικά… εφιαλτική! Αν αυτή η κωμωδία δεν είναι καθαρό αριστούργημα, τότε ποια είναι;

Βαθμολογία: 5/5

Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Network / To Δίκτυο (1976)


Η ταινία αυτή του Sidney Lumet είναι ιδιαιτέρως γνωστή για την καταπληκτική σκηνή ενός απίστευτα επίκαιρου, ανατρι- χιαστικού μονόλογου του Peter Finch, που προτρέπει τους τηλεθεατές να σηκωθούν από το κάθισμά τους και να εκφράσουν την οργή τους.

Το σίγουρο είναι πως η ταινία έχει πράγματα να πει στο θεατή. Για το πώς θυσιάζονται τα πάντα στο βωμό του κέρδους. Το πώς, πάντα με το χρήμα ως μοναδικό στόχο, τα πάντα (και οι πάντες) μπορούν να αποτελέσουν προϊόντα εκμετάλλευσης και πώς κάθε αξία, αλλά ακόμα και τα ανθρώπινα δικαιώματα καταπατούνται χωρίς έλεος.

Η Faye Dunaway (βραβευμένη με Όσκαρ για την ερμηνεία της) υποδύεται έναν χαρακτήρα του οποίου η ζωή περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από το πώς θα ανέβουν τα νούμερα τηλεθέασης. Ο Peter Finch (που επίσης βραβεύτηκε με Όσκαρ), με τη σειρά του, δεν αποτελεί παρά ένα προϊόν. Ένα προϊόν που οι «ιδιοκτήτες» του μπορούν να το διαχειριστούν όπως θέλουν και όπως τους συμφέρει. Μέσα σε μία πολύπλοκη κρίση, ακροβατώντας στο σχοινί μεταξύ λογικής και παράνοιας, εκφράζει, σαν ένας άλλος προφήτης, όσα κανείς άλλος δεν θα τολμούσε να πει στον αέρα. Μέχρι που τελικά θα αποδειχθεί πως όσα λέει να έχουν καμία απολύτως σημασία, ούτε για τους μεγάλους τηλεοπτικούς παραγωγούς, που, όπως προαναφέρθηκε, ενδιαφέρονται μόνο για τα νούμερα τηλεθέασης, αλλά ούτε καν για τους τηλεθεατές (!) που, με την παθητική τους στάση, περισσότερο χειραγωγούνται, παρά επηρεάζονται θετικά από τα «κηρύγματα» του «προφήτη» Finch. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι ακόμα και ο ίδιος θα καταλήξει εμπορευματοποιημένος.

Σαφώς το φιλμ δεν είναι από εκείνα που θα έβλεπε κανείς για να ψυ- χαγωγηθεί ή να του προκληθούν έντονα συναισθήματα. Δεν αποσκο- πεί στο να τέρψει, αλλά αποκλειστικά στο να περάσει τα μηνύματά του που, αν μη τι άλλο, είναι ανατριχιαστικά επίκαιρα. Πρέπει βεβαίως να ομολογήσω ότι η έλλειψη (σχεδόν) οποιασδήποτε συναισθηματικής έξαρσης και οι ατελείωτοι διάλογοι που δεν αφορούν παρά μόνο σε επαγ- γελματικές διαπραγματεύσεις μου φάνηκαν ιδιαιτέρως κουραστικοί.

Όμως από την άλλη, αναγνωρίζω ότι αν το φιλμ εστίαζε και σε άλλους τομείς (πέρα από την παρουσίαση των τηλεοπτικών «παρασκήνιων» και του πώς το χρήμα αφαιρεί από τον άνθρωπο.. την ανθρωπιά του) θα έχανε πιθανότατα την διαχρονικότητά του. Διότι είναι το καυστικό σχόλιο της ταινίας πάνω στην απληστία του ανθρώπου και την ανεξέλεγκτη δύναμη των ΜΜΕ που την καθιστά τόσο δυνατή ακόμα και σήμερα.

Βαθμολογία: 3/5

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Panic room / Δωμάτιο πανικού (2002)


Μία έξυπνη σε σύλληψη ιδέα και μια ευρηματική πλοκή είναι τα δυνατά σημεία του σεναρίου του David Koepp («Spider-man»). Ενός σεναρίου που αποτελεί όμως την αχίλλειο πτέρνα της ταινίας του David Fincher! Ο Koepp προσεγγίζει τους χαρακτήρες του με σχηματικούς διαλόγους και τους αντιμετωπίζει εντελώς επιδερμικά και συχνά αμήχανα --καλά, η Kristen Stewart φοβάται να κοιμηθεί το βράδυ χωρίς ένα φωτάκι αναμμένο, αλλά απέναντι στους διαρρήκτες κρατά μία στάση σχεδόν πιο γενναία και από της μητέρας της; Αφήστε που άλλοτε μοιάζει με κοριτσάκι προεφηβικής ηλικίας και άλλοτε με έφηβο punk αγοροκόριτσο…


Και, μετά, ερμηνευτικά μόνο ο Forest Whitaker είναι ικανοποιητικός. Ο Jared Leto (που δεν μου άρεσε ούτε στο «Requiem for a dream») υπερβάλλει ασυστόλως και μάλλον είχε μπερδευτεί και νόμιζε πως παίζει σε κωμωδία, ενώ οι δύο κυρίες Jodie Foster και Kristen Stewart είναι λιγότερο πανικόβλητες απ’ όσο θα έπρεπε.

Όλα αυτά καθιστούν το «Panic room»… την καλύτερη απόδειξη του πώς μία δεξιοτεχνική σκηνοθεσία μπορεί να κάνει από μόνη της μία ταινία στ’ αλήθεια καλή! Ο Fincher δίνει πνοή στο άψυχο σενάριο του Koepp και καθηλώνει πραγματικά το θεατή στο κάθισμά του για τα εκατόν δέκα περίπου λεπτά που διαρκεί το φιλμ. Δημιουργώντας μία φοβερή ατμόσφαιρα και προκαλώντας υποδειγματικά έντονο σασπένς, ο Fincher καταφέρνει κάτι το ιδιαίτερα πρωτότυπο: Σε ταυτίζει με τους χαρακτήρες και των δύο πλευρών (θύτες και θύματα –εδώ είναι που συμβάλλει εμφανώς η πολύ καλή ερμηνεία του Whitaker), με αποτέλεσμα να πιάνεις τον εαυτό σου συχνά να αγωνιά τόσο για τους μεν όσο και για τους δε!...

Βαθμολογία: 3.5/5

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Notre jour viendra / Θα έρθει η μέρα και για μας (2010)


Ο γιος του Κώστα Γαβρά Ρομάν Γαβράς μέχρι προσφάτως γυρνούσε μουσικά βίντεο κλιπ και η πρώτη του αυτή ταινία μάλιστα αποτελεί κάτι σαν συνέχεια του σκεπτικού του βίντεο κλιπ - ταινία μικρού μήκους «Born Free». 

Βλέποντας το «Notre jour viendra» λοιπόν θα έλεγα ότι οι προθέσεις του Γαβρά ήταν πάρα πολύ καλές, μα το αποτέλεσμα δυστυχώς δεν τις δικαίωσε. Ήθελε να μιλήσει για τον ρα- τσισμό, τις κοινωνικές διακρίσεις, την περιθω- ριοποίηση, το χάσμα –ίσως- των γενεών, το πώς η κοινωνία από μόνη της τροφοδοτεί την αντιδραστικότητα και τις βίαιες (σωματικά ή ψυχολογικά) εξάρσεις. Και μπορεί η ταινία να έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στους προβλη- ματισμούς και τους συμβολισμούς της και να διαθέτει ένα εξαιρετικό πρωταγωνιστικό δίδυμο, τελικά όμως ελάχιστα από τα στοιχεία της «δένουν» μεταξύ τους λειτουργικά, με αποτέλεσμα συχνά να μοιάζει ασύνδετη, ακατανόητη, σχεδόν σχηματική. Και η αίσθηση που αφήνει μετά το τέλος της είναι εκείνη μίας… εσωστρεφούς ασυναρτησίας!

Βαθμολογία: 2/5

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Carnage / Ο Θεός της Σφαγής (2011)


Ο Ρομάν Πολάνσκι σατιρίζει εύστοχα τους επιτηδευμένα καλούς τρόπους που η αστική μπουρζουαζία παριστάνει πως έχει, όντας αποτελούμενη από ανθρώπους «πολιτισμέ- νους».

Πάνω κάτω παρόμοιου σκεπτικού ήταν και το δικό μας «Σπιρτόκουτο», που κρατούσε βέβαια μία πολύ λιγότερο ‘cool’ στάση απέναντι στο θέμα. Για να πω όμως την αλήθεια, προσωπικά προτιμώ την οργισμένη χλεύη του Γιάννη Οικονομίδη… Αντιθέτως από εκείνη, η χαλαρή χιουμοριστική αντιμετώπιση από τον Πολάνσκι μοιάζει να φοβάται να αγγίξει «υψηλές συχνότητες». Δεσμευμένη από την θεατρική της προέλευση, αδυνατεί να φτάσει σε μία ικανοποιητική κορύφωση και καταλήγει να στέκεται αμήχανα μπροστά σε όσα πραγματεύεται. Από τη στιγμή που η έχθρα μεταξύ των δύο πρωταγωνιστικών ζευγαριών θα αγγίξει το απόγειό της, το φιλμ θα αρχίσει να μοιάζει στατικό και να ψάχνει να ξαναβρεί τον ρυθμό του (πράγμα που ευτυχώς αρκετές φορές πετυχαίνει).

Παρόλα αυτά, ο Πολάνσκι περίπου μέχρι τα μισά, χτίζει αριστουργηματικά μία κωμικών τόνων και υπογείως θριλερικού ρυθμού ένταση που καθηλώνει και κερδίζει τον θεατή. Μπορεί τελικά να αποδειχθεί φειδωλός στις απαραίτητες κατ’ εμέ εξάρσεις, μα παραμένει πάντοτε το απολαυστικό τετραμελές καστ να έχει την τελευταία λέξη, με τις δύο ανδρικές παρουσίες να είναι σαφώς πιο άνετες απέναντι στην κωμικότητα των ρόλων τους και ιδίως τον Κριστοφ Βαλτς που κλέβει και την παράσταση.


Βαθμολογία: 3/5

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

The cabin in the woods / Το μικρό σπίτι στο δάσος (2011)


Με έναν ευφυώς παραπλανητικό τίτλο, το «Μικρό σπίτι στο δάσος» προσπερνά και φτάνει πολύ παραπέρα από ό,τι δηλώνει αυτός.

Επιτέλους, το Χόλιγουντ βγάζει μία ταινία τρόμου που δεν παίρνει τον εαυτό της στα σο- βαρά, συνειδητοποιημένη, ευρηματική, μακριά από τις συνήθεις συμβάσεις και γεμάτη φρε- σκάδα. Και πράγματι η ταινία του Drew Goddard -με συν-σεναριογράφο τον Joss Whedon The Avengers»)- δεν έχει καμία σχέση με ό,τι μας έχει συνηθίσει το είδος.

Ήδη από τους τίτλους αρχής (που παραπέμπουν έντονα στα «Funny Games»του Michael Haneke, όπως και αρκετά σημεία της υπό- θεσης), το φιλμ ξεκαθαρίζει τις διαθέσεις του –χαβαλές, ειρωνεία και πολλές κινηματογραφικές αναφορές. Μάλιστα, διαθέτοντας μία σεναριακή ιδέα που θα μπορούσε να είναι υπεύθυνη για μία άκρως εφιαλτική εμπειρία, ο σκηνοθέτης φροντίζει να φυλά έναν χιουμοριστικό άσσο στο μανίκι του για κάθε φορά που η ατμόσφαιρα τείνει να βαραίνει, διατηρώντας έτσι πάντα το χαβαλεδιάρικο cool ύφος του.

Μα οι εκπλήξεις δεν έχουν ακόμα ξεκινήσει. Όταν η ταινία ανοίγει όλα της τα χαρτιά είναι που διαπιστώνει κανείς πόσο πρωτότυπες και ευρηματικές είναι οι αστείρευτες ιδέες των δημιουργών. Με τον χαβαλέ να παίρνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο δίπλα σε μία σειρά αναφορών σε πολλές άλλες ταινίες (πχ «The Shining», «The Evil Dead», «The Strangers», «Hellraiser» αλλά και στο… «Truman Show»!) και γυρνώντας αποφασιστικά την πλάτη στα καθιερωμένα κλισέ, η ταινία καταφέρνει να πετύχει τρεις στόχους ταυτοχρόνως: Αφ’ ενός κάνει κανονικότατα την πλάκα της και ο θεατής καταδιασκεδάζει, αφ’ ετέρου αποτίει φόρο τιμής στον κινηματογράφο τρόμου και τελικά, χωρίς να αναιρεί τα παραπάνω, εκφράζει και την κριτική της για αυτόν! Πιο συγκεκριμένα, διαμορφώνει ένα ιδιαίτερα εύστοχο σχόλιο πάνω στον σαδισμό και την ηδονοβλεψία που προωθούνται μέσα από πολλές ταινίες τρόμου, αλλά και ηλεκτρονικά παιχνίδια.

Ως μειονεκτήματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν το κακοφω- τισμένο πρώτο μέρος της ταινίας, όπου πολλές φορές δυσκολεύ- εσαι να διακρίνεις ακριβώς τι συμβαίνει επί της οθόνης και το εφετζίδικο δεύτερο μέρος όπου, αντιθέτως… βλέπεις τα πάντα. Μα τότε είναι που συνειδητοποιείς πως αυτή η αντίθεση είναι απολύ- τως επιθυμητή!

Με λίγα λόγια, το «Μικρό σπίτι στο δάσος» αποτελεί μία άκρως διασκεδαστική ταινία τρόμου, σίγουρα από τις καλύτερες, πιο σκεπτόμενες, έξυπνες και πρωτότυπες των τελευταίων ετών, αλλά και μία από τις ανατρεπτικότερες εκπλήξεις της χρονιάς που διανύουμε! Ιδίως για όσους έχουν ιδιαίτερη γνώση γύρω από ταινίες του είδους, είναι must, ενώ αποτελεί σχεδόν σίγουρο μελλοντικό cult classic

Προσπαθήστε λοιπόν να μάθετε όσο το δυνατόν λιγότερα για την υπόθεση του έργου (μην αφήσετε να σας κάνουν κανένα απολύτως spoiler), αφεθείτε στην (λιγάκι ένοχη) απόλαυση του «Μικρού σπιτιού» και εκπλαγείτε!...

Βαθμολογία: 3.5/5

Υ.Γ.: Ήταν λογικό το φιλμ να διχάσει, καθώς εννοείται πως δεν είναι ούτε μία σοβαρή ταινία τρόμου, αλλά ούτε και παρωδία! Κάπου στο ενδιάμεσο –ένα φαρσικό θρίλερ ίσως.

Υ.Γ.2: Πιθανότατα κάτι κοντινό υφολογικά να επιχείρησε και ο Τζέιμς Γουάν με το περσινό «Insidious», παρόλο που το αποτέλεσμα ήταν πλήρως άνισο και απογοητευτικό.

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Insidious / Παγιδευμένη ψυχή (2011)



Ο δημιουργός του «Paranormal activity» συνεργάζεται με τους δημιουργούς του «Saw» και το αποτέλεσμα είναι μια ταινία τουλάχιστον άξια συζητήσεως. Ο James Wan, στο έξυπνο πρώτο «Saw» και το «Dead silence», μπορεί να κατόρθωνε να προκαλέσει τον τρόμο συχνά με «εύκολο» τρόπο και ένα στυλ λιγάκι παλιομοδίτικο, εντούτοις το έκανε αποτελεσματικότατα… Για μένα, ήταν βέβαια φανερό πως η σκηνοθεσία του ήταν ακόμα αρκετά ερασιτεχνική και δεν με είχε πείσει στ’ αλήθεια για τις ικανότητές του –πράγμα που στο «Insidious» επιτεύχθηκε.

Εδώ, ο Wan, εκμοντερνίζοντας αρκετά το σκηνοθετικό του στυλ, δημιουργεί ένα κλίμα φόβου που σε περικυκλώνει αργά, μεθοδικά και πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι στο μέτριο «Paranormal activity» του παραγωγού εδώ Oren Peli. Παρόλα αυτά, οι επιρροές από εκείνο είναι ενοχλητικά προφανείς και μοιάζουν να περιορίζουν τις ικανότητες του Wan. Όπως και να ‘χει, πάντως, το «Insidious» αποτελεί την πιο ώριμη σκηνοθετικά ταινία τρόμου του μέχρι στιγμής και ο ίδιος μοιάζει πλέον να έχει εγκαταλείψει πλήρως τον ερασιτεχνισμό που διαφαινόταν στις δύο προηγούμενές του.

Κι έτσι, ενώ μέχρι τα μισά περίπου της διάρκειάς του, το «Insidious» έχει θέσει τις προϋποθέσεις για ένα horror masterpiece, ξαφνικά οι συντελεστές μοιάζουν να «βαρούν διάλυση»! Η ταινία εντέλει χωρίζεται σε δύο μέρη: Το πρώτο είναι αυτό της καθηλωτικής ταινίας τρόμου. Το δεύτερο είναι το… «συνδυάζω-χωρίς-να-ξέρω-πώς-και-γιατί-παρωδία-τρόμου-και-μεταφυσικό-αλαλούμ-που-προσπαθεί-να-γίνει-τρομακτικό»!

Ο σεναριογράφος Leigh Whannel ως ηθοποιός ήταν ένα από τα κυριότερα μειονεκτήματα του πρώτου «Saw». Δυστυχώς προσπαθεί και εδώ να «παριστάνει» τον ηθοποιό, τουλάχιστον όμως ο ρόλος του είναι τόσο γελοίος που η ερμηνεία του δεν θα μπορούσε να τον γελοιοποιήσει περισσότερο. Συγκεκριμένα, υποδύεται τον έναν από δύο τύπους που την έχουν δει Ghostbusters και προσπαθούν να εντοπίσουν τα φαντάσματα μέσα στο σπίτι με υπερόπλα που ανιχνεύουν ηλεκτρομαγνητικά πεδία. Xμμ…

Όπως είναι φυσικό, κάθε σοβαρότητα έχει πλέον εξαφανιστεί εντελώς και τρόμος δεν είναι δυνατόν να ξαναϋπάρξει. Από αυτό το σημείο κι έπειτα, η ταινία χάνεται μέσα σε έναν αυτοπαρωδιακό λαβύρινθο γελοιότητας και μηδενικού, προφανώς, τρόμου. Άθλια εφέ (ελλείψει υψηλού budget) σου απαγορεύουν να εκτιμήσεις ακόμα και την όποια υποβλητική ατμόσφαιρα και το σενάριο σε βομβαρδίζει με αδιανόητες αρλούμπες περί αστρικών προβολών και παράλληλων συμπάντων ως εξηγήσεις, υποτίθεται, για τα μεταφυσικά φαινόμενα –τα οποία, εδώ που τα λέμε, δεν χρειάζονται καν εξήγηση.

Το δίδυμο WanWhannel αυτή τη φορά έχασε τελείως την μπάλα. Έχω την εντύπωση όμως ότι μπορούμε να περιμένουμε πολλά από αυτούς στο μέλλον…

Βαθμολογία: 1/5

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Fa Meg Pa, for Faen / Άναψέ με (2011)

Μικρή ταινία –κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η σκηνοθέτιδα μιλάει με ήρεμο, χαλαρό, αλλά κυρίως απολύτως ειλικρινή τρόπο για την εφηβική σεξουαλική απελευθέρωση. Φαντασίω- ση και πραγματικότητα εναλλάσσονται, όπως και η ταινία αμφιταλαντεύεται μεταξύ του εμπο- ρικού από τη μία και του σινεφιλικού από την άλλη χαρακτήρα της και του εφηβικού και ενήλικου προσανατολισμού της. Η σκηνοθεσία παρόλο που διαπνέεται από μία ευχάριστη φρε- σκάδα, δίνει συχνά μια αίσθηση αποσπασμα- τικότητας και έλλειψης ρυθμού –δεν θα ενο- χλούσαν ιδιαίτερα, αν μερικές φορές δεν στέκονταν εμπόδια στην ταύτιση του θεατή με τους χαρακτήρες.

Βαθμολογία: 2.5/5

Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

The Avengers / Οι Εκδικητές (2012)


Επιτέλους, η πιο πολυαναμενόμενη, φιλόδοξη, αλλά και δυσκολότερη παραγωγή της Marvel, μετά από προετοιμασία μέσα από πέντε άλλες ταινίες (Iron man, Incredible Hulk, Iron man 2, Thor και Captain America: The first Avenger) έρχεται στη ζωή. Το αποτέλεσμα οπτικά είναι άκρως εντυπωσιακό και θα ικανοποιήσει απόλυτα κάθε φαν της καθαρόαιμης δράσης και των εφέ. Ως ταινία που αναφέρεται αποκλειστικά στους παραπάνω, οι «Avengers» τα καταφέρνουν τέλεια.

Υπάρχουν όμως και θεατές πέρα από εκείνους, και θα δώσω ως παράδειγμα τον εαυτό μου, που ενώ πάντα ήμουν μεγάλος λάτρης τόσο των κόμιξ της Marvel (και της DC) όσο και των super-hero films γενικότερα, πλέον (δυστυχώς) ικανοποιούμαι πιο δύσκολα απ’ ό,τι παλιότερα από τέτοιου είδους ταινίες και δεν μου αρκούν μόνο εντυπωσιακές σκηνές μάχης για να ενθουσιαστώ.

Μέσα στην ένταση και τους γρήγορους ρυθμούς του, το φιλμ διαθέτει διαλόγους, μοιάζουν όμως σχεδόν αδιόρατοι, μιας και το μόνο που σου μένει τελικά από αυτούς είναι κάποιες έξυπνες χιουμοριστικές ατάκες από τον απίστευτα cool Robert Downey Jr. Οι περισσότεροι διάλογοι αφορούν την πλοκή και αφήνουν ελάχιστο χώρο για να γνωρίσει ο θεατής τους χαρακτήρες λίγο καλύτερα. Προσωπικά θα ήθελα πολύ να παρακολουθήσω τον Captain America να προσπαθεί να ενταχθεί στους ρυθμούς του 21ου αιώνα και όλους τους ήρωες να γνωρίζονται λίγο καλύτερα μεταξύ τους, πράγματα  που το σενάριο παρέκαμψε εντελώς. Θεωρώ λοιπόν ότι θα έπρεπε να είχε δοθεί λίγο περισσότερος χρόνος στην εξοικείωση του θεατή με τους πρωταγωνιστές, ο οποίος θα μπορούσε να είχε αφαιρεθεί από κάποιες σκηνές δράσης που (χωρίς βέβαια να κουράζουν) είναι σχεδόν αδικαιολόγητα μεγάλες σε διάρκεια.

Σημαίνουν όμως τα παραπάνω πως η ταινία δεν έχει ψυχή;
Σε αυτό δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά. Γιατί πώς μπορεί κανείς να την κατηγορήσει για απουσία ψυχής, όταν, πίσω από τις εκκωφαντικές εκρήξεις, ακούς ξεκάθαρα τον χτύπο μίας απολύτως (και ακαταμάχητα) παιδικής καρδιάς;

Για μένα, αυτός τον οποίο ειλικρινά κατευχαριστήθηκα και δεν χόρταινα να βλέπω, δεν ήταν άλλος από τον Bruce Banner / Hulk, για πρώτη φορά στο πρόσωπο του εξαιρετικού και αληθινά ιδανικού για το ρόλο Mark Ruffalo, ο οποίος πρώτον διαθέτει μακράν τις πιο αστείες στιγμές του φιλμ και δεύτερον αποδεικνύει πόσο αποτυχημένος από πλευράς CGI ήταν ο Hulk του 2008

Πρέπει βεβαίως να ομολογήσω πως τα 140 λεπτά της ταινίας όχι απλά πέρασαν χωρίς να το καταλάβω, αλλά στο τέλος πραγματικά δεν ήθελα να πέσουν τα credits

Βαθμολογία: 2.5/5