Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Pirates of the Caribbean: On stranger tides / Οι πειρατές της Καραϊβικής: Σε άγνωστα νερά (2011) - 2/5


Οι τρεις πρώτοι Πειρατές της Καραϊβικής αποτελούν για μένα ορισμένες από τις πιο αξιόλογες, αλλά και φρέσκες ταινίες φαντασίας της περασμένης δεκαετίας, καθώς προσφέρουν καθαρόαιμη, ξένοιαστη διασκέδαση με γνήσιες δώσεις περιπέτειας, κωμωδίας και φαντασίας που σέβονται τον εαυτό τους. 

Από το καινούριο, τρίτο σίκουελ θα είχε κανείς μεγάλες προσδοκίες, τόσο λόγω  της τετραετούς απουσίας των τρελο-πειρατών, όσο και για τον λόγο ότι η τέταρτη αυτή ταινία της σειράς όχι μόνο διαφέρει από τις προηγούμενες ως προς την πρωταγωνιστική παρέα και τον σκηνοθέτη, αλλά έχει και ως πρώτη ύλη ένα βιβλίο που δεν φέρει τον τίτλο των Πειρατών της Καραϊβικής. Απολύτως δικαιολογημένη λοιπόν είναι η προσδοκία ενός διαφοροποιημένου από τα προηγούμενα μέρους, εναρκτήριο νέας τριλογίας και φάσης της σειράς. Και ο τολμών νικά, ως γνωστόν…

Μόνο έτσι όμως δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τελικά ο νέος σκηνοθέτης Ρομπ Μάρσαλ. Όχι απλώς δεν προσθέτει το δικό του στυλ στη σειρά, αλλά αντιγράφει όσο πιστότερα μπορεί τον προκάτοχό του, Γκορ Βερμπίνσκι. Και; Από τα πρώτα κιόλας λεπτά έχεις την αίσθηση ότι αυτό το ταξίδι το έχεις ξανακάνει…

Έμπνευση δεν υπάρχει και η φαντασία είναι, συγκριτικά με παλιότερα, πολύ περιορισμένη. Αντί για αυτή, το έργο, αγκομαχώντας να μην αποδειχτεί ‘λίγο’ μπροστά στα προηγούμενα, προσθέτει όλο και περισσότερα πρόσωπα. Οι διάλογοι όμως υπηρετούν καθαρά την πλοκή ή άλλοτε αποκλειστικά το χιούμορ (πράγμα που επί δυόμισι ώρες προφανώς κουράζει) και όχι τους χαρακτήρες. Σε αυτούς έχουμε έναν παντελώς αδιάφορο κακό και έναν κατά φαντασία κληρικό να κάνει επίδειξη των κοιλιακών του. Ο έρωτας του τελευταίου με μία γοργόνα (!) ομολογουμένως έχει ενδιαφέρον, αλλά τόσο ο Sam Claflin που δεν πείθει ούτε κατά διάνοια ως θρήσκος, όσο και το γεγονός ότι το μικρό αυτό love story είναι βυθισμένο στα κλισέ σε κάνουν να το ξεχάσεις αμέσως μαζί με όλη την υπόλοιπη ταινία.

Απολαυστικότατοι βέβαια δεν σταματούν να είναι ο Τζόνι Ντεπ και ο Τζέφρι Ρας (των οποίων οι ρόλοι από την αρχή της σειράς είναι ιδιαίτερα πρωτότυποι και εδώ  ξεχωρίζουν σα τη μύγα μες το γάλα από τη γενική κλισέ εικόνα) και ιδανική για το ρόλο της η Πενέλοπε Κρουζ. Γενικότερα παίζει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στη διάθεση που σου δημιουργεί η θέαση του φιλμ το γεγονός ότι η πλειοψηφία των πρωταγωνιστών το καταδιασκεδάζει. Η ατμόσφαιρα είναι πιο σκοτεινή και οι χιουμοριστικές προσπάθειες εξίσου πολλές με παλιότερα (αν και αισθητά λιγότερες πετυχαίνουν) και τουλάχιστον καθιστούν το φιλμ διασκεδαστικό. Το πράσινο τοπίο της ζούγκλας και οι γοργόνες ως το μοναδικό σοβαρό εύρημα φαντασίας αποτελούν τα δύο στοιχεία που ανεβάζουν το ενδιαφέρον και αυτά που προσωπικά μου έμειναν ως βασικά ατού της ταινίας.

Εν κατακλείδι, όντας συνέχεια μιας αληθινά καλής σειράς η ταινία απογοητεύει, αλλά αν έχετε πρόθεση να τη δείτε ως μια χαλαρή, διασκεδαστική περιπέτεια που δεν θα σας αφήσει κάτι μετά το τέλος της, τότε θα ήταν ψέμα να πω ότι δεν είναι καλή επιλογή…

Κατά τ’ άλλα, μπορεί ο σκηνοθέτης Ρομπ Μάρσαλ να πλέει «σε άγνωστα νερά», αλλά δεν φαίνεται και πρόθυμος να οδηγήσει τους ήρωές του σε τέτοια …

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Τhe Majestic / Κινηματογράφος Majestic (2001) - 2.5/5

Ανάλαφρη, συγκινητική κι ευχάριστη ταινία με έναν πολύ ωραίο, διαφορετικό Jim Carrey, όχι όμως όσο δουλεμένο σενάριο όσο θα έπρεπε για να ικανοποιεί. Το σύνολό της, προσωπικά, μου φέρνει στο μυαλό μια μεγάλη πολυτελή βίλλα, η οποία στηρίζεται σε ετοιμόρροπα θεμέλια και η στέγη της δεν είναι καλά σχεδιασμένη. Κι αυτό γιατί η ιστορία της ταινίας στηρίζεται σε μια εντελώς απίθανη σύμπτωση και το φινάλε είναι αναμενόμενο και δεν πρωτοτυπεί ώστε να αποζημιώσει για τη μεγάλη σεναριακή τρύπα. Η σκηνοθετική ματιά του Frank Darabont, πάντως, καταφέρνει να βελτιώσει εν μέρει τα πράγματα, έτσι ώστε η εντύπωση που αφήνει το φιλμ στο τέλος να μην είναι απολύτως απογοητευτική.

Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Megamind / Μεγαλοφυής (2010) - 3.5/5


Περισσότερο «Despicable Me», λιγότερο «Incredibles» και το αποτέλεσμα κάπου ενδιάμεσα. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, ο «Μεγαλοφυής» σου κεντρίζει το ενδιαφέρον, φανερώνει πόσο προσεγμένη είναι η σκηνοθεσία του και εντυπωσιάζει με την παρουσίαση ενός αντιπαθή Σούπερμαν και ενός… κακομοίρη σούπερ κακού, με τον οποίο δένεσαι απόλυτα. Απογοητεύεσαι, συμμερίζεσαι τον πόνο της ήττας και ενθουσιάζεσαι με τον θρίαμβο, ακόμα κι αν αυτός είναι για το κακό της «Μέτρο σίτυ» του φιλμ. Μα το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ερωτεύεσαι όπως και ο πρωταγωνιστής, πράγμα που αποτελούσε σαφή –και ευχάριστα πρωτότυπη- πρόθεση των δημιουργών και σίγουρα είναι ασυνήθιστο για καρτούν, πόσο μάλλον τόσο εμπορικό. Γύρω από αυτό το συναίσθημα μάλιστα, χτίζεται το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής του. Επιπλέον, εκεί είναι που διακόπτονται οι συγκρίσεις με το «Εγώ ο Απαισιότατος», που έχει παρόμοιο θέμα.

Το μήνυμα της ταινίας είναι το γνωστό αλλά ευπρόσδεκτο «εσύ καθορίζεις τη μοίρα σου». Το χιούμορ είναι άφθονο όσο και ευρηματικό και η απαραίτητη συγκίνηση δεν απουσιάζει. Ο χαρακτήρας του υπερήρωα Μέτρο-μαν αποτελεί μια ευστοχότατη διακωμώδηση του Σούπερμαν, αν και το  όνομα της πόλης του παραπέμπει περισσότερο άμεσα απ’ όσο θα έπρεπε σε εκείνον (Metro cityMetropolis). Στα αρνητικά θέλω να αναφέρω τον άνευ λόγου χιλιομασημένο και χωρίς καμία απολύτως ουσία χορό στο τέλος (ίσως και το μοναδικό αρνητικό στον αριστουργηματικό «Απαισιότατο»), αλλά και το κλισέ της κορύφωσης -έχω κουραστεί να μιλάω για κλισέ στα παιδικά… Η –αφελής- χάρη που κάνει το φινάλε στο ηλικιακά μικρό κοινό θα μπορούσε άνετα μεν να αποφευχθεί, εισάγεται όμως με ξεκαρδιστικά ευρηματικό τρόπο, οπότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι συγχωρείται. Και για να μην ακούγομαι κακός, εντάξει, σίγουρα αυτό δεν σου χαλάει και την ταινία…

Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Thor (2011) - 3/5

Ναι, διακρίνεται πολύ κλισέ, ναι, πολλοί διάλογοι είναι απλοϊκοί, ναι, υπάρχουν οι συνήθεις δευτεροκλασάτες ατάκες-εξυπνάδες, ναι, η ταινία χάνεται μερικές φορές μέσα στις είτε ηθελημένες είτε όχι αναφορές και τις πολυάριθμες cameo εμφανίσεις, ναι, παίζει το ρόλο ενός ακόμα διαφημιστικού σποτ για τους «Avengers». ΟΜΩΣ! Είναι μια καθαρή super-hero film που δεν προσπαθεί να αποδειχθεί κάτι παραπάνω από αυτό και ως τέτοια είναι τουλάχιστον ικανοποιητική! Μάλιστα, είναι τόσο ‘καθαρή’, όσο έχουμε καιρό να δούμε, με αποτέλεσμα να μοιάζει έως και νοσταλγική!

Η αφήγηση διαιρείται δια του δύο, πρώτον στο θεϊκό βασίλειο Άσγκαρντ, όπου το φαντασμαγορικό (αν και λιγάκι κιτς) ντεκόρ σε καθηλώνει, και δεύτερον στον πλανήτη μας, όπου η ένταση χαμηλώνει στους παλμούς του χαλαρού fun ύφους, με εξαίρεση τις δυναμικά σκηνοθετημένες σκηνές δράσης και εκείνες όπου το συναίσθημα μεταξύ του πρωταγωνιστή και της Νάταλι Πόρτμαν κάνει την καρδιά σου να χτυπά λίγο πιο γρήγορα απ’ ό,τι συνήθως… Συνηθισμένο (για το είδος); Όχι βέβαια…

Και φυσικά αυτό συμβαίνει χάρη στη σκηνοθεσία του ειδικευμένου στον Σαίξπηρ Κένεθ Μπράνα (μία φιγούρα στην ταινία αποτελεί σαφή αναφορά στον Σαίξπηρ), ο οποίος μου φαίνεται σα να βγάζει, μέσα από την ταινία του, μια αγάπη για αυτό που κάνει, πέρα από τους εντελώς κερδοσκοπικούς στόχους του φιλμ, η οποία καθιστά το φιλμ ένα από τα πιο στιβαρά και ολοκληρωμένα πρότζεκτ της Marvel τα τελευταία χρόνια.

Ευρηματικές βρήκα και τις επιλογές του καστ. Όλοι οι ηθοποιοί ανταποκρίνονται τέλεια και πείθουν απόλυτα στους ρόλους τους, με τον Κρις Χέμσγουορθ στον πρωταγωνιστικό ρόλο να είναι απολαυστικός. Ο πρόσφατος θρίαμβος της Πόρτμαν στα Όσκαρ έχει προσδώσει βαρύτητα στο όνομά της, η οποία γίνεται αισθητή και στην ταινία. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Άντονι Χόπκινς, τον οποίο επιτέλους συμπάθησα μετά από πολύ καιρό, σε ένα ρόλο που ξεφεύγει σε κάποιο βαθμό από τα συνηθισμένα. Την παράσταση βέβαια κλέβει ο Tom Hiddleston στον ρόλο του «κακού», με την χαμηλότονη ερμηνεία του να σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή.

Στην παράδοση που ξεκίνησε ο «Iron Man» το 2007, μετά τους τίτλους τέλους έχουμε κι εδώ άλλη μια σύντομη σκηνή, όχι τόσο ενθουσιαστική όσο στα δύο Iron Man βέβαια, που ξεκάθαρα φωνάζει «σίκουελ»! Το νόημα είναι όμως ότι η Marvel έχει ‘σκαρώσει’ τέτοιου είδους ‘παιχνίδια’ επικοινωνίας με το –φανατικό- κοινό της (όπως και το σύντομο πέρασμα του Σταν Λι σε κάθε ταινία με ήρωα δικής του έμπνευσης), που αν μη τι άλλο είναι απολαυστικά.

Κλείνοντας, η νέα ταινία της Marvel μπορεί συνοπτικά να χαρακτηριστεί από τους όρους απόλαυση, θέαμα, διασκέδαση. Στο φουλ!