Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Return of the Jedi / Η επιστροφή των Τζεντάι (1983) - 3/5

Μόλις αρχίζει η ταινία βλέπουμε τον Λουκ ως έμπειρο Τζεντάι. Ο λόγος που ξαφνικά βρίσκεται σε αυτό το σημείο χωρίς να έχουμε καταλάβει πώς έφτασε εκεί είναι το άλμα στην αφήγηση που κάνει η μετάβαση από το «Empire strikes back» στο «Return of the Jedi». Αλλά και γενικότερα, σε σύγκριση ειδικά με την προηγούμενη ταινία, αυτή εδώ πάσχει από χαρακτήρες. Το σενάριο αφήνει την πριγκίπισσα Λέια και τον Χαν Σόλο (ο Χάρισον Φορντ, μετά από μια πάρα πολύ καλή ερμηνεία στο προηγούμενο μέρος, εδώ μοιάζει να το έχει ρίξει στον χαβαλέ) στην άκρη και καταπιάνεται με τον Λουκ και την σχέση του με τον Νταρθ Βέιντερ. Και ίσως, αν παρέμενε ο ίδιος σκηνοθέτης, να είχαμε αποτέλεσμα αντάξιο του προηγουμένου, μα ο Richard Marquand μάλλον έχει μόνο τη δράση στο μυαλό του. Αλλά και τι δράση! Ας ξεχάσουμε άλλα επιμέρους προβλήματα όπως η κουραστικά υπερβολική χρήση της μουσικής και μερικά πλάσματα σχεδιασμένα χωρίς ιδιαίτερη φαντασία (στο παλάτι του Τζάμπα) και ας δούμε την ουσιαστική δουλειά του σκηνοθέτη. Σε ένα πιο ελαφρύ κλίμα αυτή τη φορά, η δράση (συχνά γεμάτη χιούμορ) παραμένει μπροστά από την εποχή της και είναι, πέρα από ασταμάτητη, αρκούντως εντυπωσιακή. Να, ορίστε κάτι που έχει κληρονομήσει από τον αριστουργηματικό προκάτοχό του.

Το φινάλε, αν και χωρίς τη σκηνοθετική έμφαση στο συναίσθημα που θα χρειαζόταν, είναι ιδανικό για να κλείσει την τριλογία. Τα συγχαρητήρια πηγαίνουν στον Τζορτζ Λούκας, που δημιούργησε το μοναδικό σύμπαν του Star Wars και ήξερε πώς ακριβώς να ικανοποιήσει τους φαν του όσον αφορά το στόρι. Τώρα, αν η πιο παιδική διάθεση αυτού του φιλμ απογοητεύει, είναι γιατί αυτό αναπόφευκτα συγκρίνεται με το προηγούμενο (ώριμο και άρτιο σε κάθε τομέα), το οποίο κερδίζει κατά κράτος. Και προς αποφυγή παρεξηγήσεων (επειδή έχω  την εντύπωση πως με την κριτική μου μοιάζω να θάβω την ταινία) θέλω να πω πως η «Επιστροφή των Τζεντάι», για διασκεδαστική περιπέτεια φαντασίας, προτείνεται ανεπιφύλακτα. Απλώς προσπαθήστε να ξεχάσετε ότι φέρει τον πολλά υποσχόμενο τίτλο «Star Wars»…

The Empire strikes back / Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται (1980) - 4.5/5

Περιέργως, το δεύτερο ή πέμπτο, όπως θέλετε πείτε το, «Star Wars» είναι κλάσεις ανώτερο από το (πολύ καλό) προηγούμενο! Εδώ τα πάντα μοιάζουν ένα σκαλοπάτι ψηλότερα από πριν! Τα εφέ παραμένουν πρωτοποριακά, αλλά και μεγαλώνει κατά πολύ ο αριθμός τους, χωρίς ποτέ το έργο να σε «μπουκώνει» ως εφετζίδικο. Το σενάριο έχει πλοκή -ίσως ακόμα πιο ενδιαφέρουσα απ’ αυτή του προηγούμενου φιλμ-, αλλά είναι και βασικά επικεντρωμένο στους χαρακτήρες του. Αυτοί είναι πολύ πολύπλοκοι για ταινία που εκτυλίσσεται σε φανταστικούς κόσμους και οι σχέσεις μεταξύ τους σκιαγραφούνται σε βάθος. Υπάρχουν άφθονες ατάκες και αρκετό χιούμορ, ενώ γενικότερα οι διάλογοι είναι πιο ψαγμένοι από πριν. Εδώ έχουμε την ευκαιρία να ταξιδέψουμε σε καινούριους πλανήτες, με «ατμοσφαιρικές» ιδιαιτερότητες, αλλά και να γνωρίσουμε για πρώτη φορά τον μοναδικό Γιόντα, που θα έκλεβε άνετα την παράσταση αν δεν υπήρχε ο επιβλητικός Νταρθ Βέιντερ. Όσο για τον τελευταίο, αυτή τη φορά μοιάζει απίστευτα απειλητικός, πολύ περισσότερο από πριν, αλλά και από μετά.

Θυμηθείτε τη σκηνή με τους μετεωρίτες, όπως και όλη την τελική μάχη του Λουκ με τον Βέιντερ. Η πρωτοπορία του φιλμ είναι ότι χρησιμοποιεί τα εφέ με τέτοιο τρόπο, ώστε γίνεται εξαιρετικά εντυπωσιακό και όταν προβλήθηκε προφανώς θα είχε αφήσει το κοινό του με ανοιχτό το στόμα…

Τέλος, ένα μεγάλο επίτευγμα της ταινίας είναι η επική της διάσταση, επίσης μπροστά από την εποχή της, την οποία το προηγούμενο μέρος δεν είχε, και το επόμενο προσπάθησε, όχι με απόλυτη επιτυχία, να μιμηθεί.

Με τεράστια διαφορά το καλύτερο μέρος μιας κλασικής πια τριλογίας το οποίο έχει την ίδια ιστορική σημασία (για το είδος) με το προηγούμενό του. Κρίμα που ο Irvin Kershner δεν σκηνοθέτησε και την «Επιστροφή των Τζεντάι»…

Star Wars / Ο πόλεμος των άστρων (1977) - 3.5/5

Το πρώτο μέρος (τώρα πια τέταρτο) μιας σειράς που έχει περισσότερους φανατικούς οπαδούς από οποιαδήποτε άλλη και όταν προβλήθηκε άλλαξε για πάντα τα δεδομένα του κινηματογράφου επιστημονικής φαντασίας. Ο Τζορτζ Λούκας έβαλε ένα τολμηρότατο στοίχημα και όχι απλώς το κέρδισε, αλλά έμεινε στην ιστορία με αυτό.

Με ελάχιστο, για τα σημερινά τουλάχιστον δεδομένα, budget, ο Λούκας εισάγει τα εφέ (που μοιάζουν να είναι τουλάχιστον μία δεκαετία μπροστά από την εποχή τους) στον κινηματογράφο και θέτει τις βάσεις για κάθε μεταγενέστερο μπλοκμπάστερ. Δημιουργεί ένα εντελώς καινούριο, δικό του σύμπαν, που θα τελειοποιηθεί με τις επόμενες ταινίες (και τα τρία πρίκουελ) και είναι εξαιρετικά πρωτοποριακός για την εποχή του. Διαστημικά σκάφη, τέρατα, γιγάντιες εκρήξεις, ξένοι πλανήτες… Ουάου!

Το μοναδικό σημείο όπου όντως φαίνονται τα… χρονάκια του είναι η αστρομαχία στο τέλος, από την οποία λείπει ο δυναμισμός που θα ενθουσίαζε το θεατή.

Γενικότερα όμως δεν νοείται για οποιονδήποτε φαν ταινιών επιστημονικής και μη φαντασίας να μην έχει δει την ταινία (βασικά την τριλογία) που σήμανε την έναρξη μιας καινούριας εποχής για τον κινηματογράφο…

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Persepolis (2007) - 4/5

Ένα καίριο σχόλιο πάνω στον πόλεμο, τα ανελεύθερα καθεστώτα και την ανθρώπινη σκαιότητα, το αυτοβιογραφικό καρτούν της Μαργιάν Σατραπί (ένα εκ των δύο ονομάτων στη σκηνοθεσία, εκτός από δημιουργός του κόμικ) κοιτά τα φρικτά (πραγματικά) γεγονότα που αφηγείται σε βάθος, όμως με μία πιο έμμεσα σοκαριστική, μα εξίσου τρυφερή και συγκινητική με το κόμικ οπτική. Η Σατραπί εμπλουτίζει το φιλμ της με αναζωογονητικές χιουμοριστικές εξάρσεις, αλλά διατηρεί και την ίδια με το εκπληκτικό graphic novel εικαστική λιτότητα, ενισχύοντας την υποδειγματική αμεσότητα της ταινίας.

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

L' illusionniste / Ο θαυματοποιός (2010) - 3.5/5

Ο Σιλβέν Σομέ του αριστουργηματικού «Τρίο της Μπελβίλ» επιστρέφει με ένα ακόμα πραγματικό κομψοτέχνημα. Οι ομοιότητες με το προηγούμενο καρτούν του ωστόσο είναι μονάχα επιφανειακές. Η βασική είναι τα συγκλονιστικά και πάλι σχέδια, που αντλούν μια μοναδική, αλησμόνητη γοητεία. Αν η ταινία ήταν με ηθοποιούς θα έχανε το μεγαλύτερο μέρος αυτής. Μόνο που εδώ η σχεδίαση των χαρακτήρων είναι λιγότερο υπερβολική απ’ ό,τι στο «Τρίο της Μπελβίλ» (καθώς το ύφος είναι περισσότερο σοβαρό, μελαγχολικό και ρεαλιστικό) και δίνει βάρος όχι τόσο στα φυσικά τους χαρακτηριστικά, όσο στην έκφρασή  τους. Υφολογικά ο «Θαυματοποιός» είναι μακριά από το προηγούμενο καρτούν του σκηνοθέτη, οπότε κανονικά δεν θα έπρεπε να γίνεται σύγκριση, όμως αυτή είναι μάλλον αναπόφευκτη... Έτσι, ενώ το «Τρίο της Μπελβίλ» ήταν μια μελαγχολικής ατμόσφαιρας, αλλά και ξεκαρδιστικών προθέσεων κωμωδία, ο τωρι-νός «Illusionist» μοιάζει στο σύνολό του ένα τόσο τρυφερό και συγκινητικό, όσο συμβολικό και ειλικρινές δράμα. Το γεγονός ότι είναι βουβό μπορεί να μην του παρέχει την αμεσότητα του προφορικού λόγου, του δίνει όμως την ευκαιρία (συνδυαζόμενο και με τα απολαυστικότατα σκίτσα) να «μιλήσει» κατευθείαν εκεί που εξαρχής στόχευε: στην καρδιά…
Αν και η πλοκή είναι σαφώς πιο αργή και λιγότερο ενδιαφέρουσα από εκείνη της «Μπελβίλ», το έργο χάρη στην μαεστρία του δημιουργού του δεν σε κουράζει ποτέ. Το στόρι τοποθετείται χρονικά στα τέλη της δεκαετίας του ’50, αλλά πάντοτε νιώθεις ότι σε αφορά και είναι έντονη η αίσθηση ότι συμβολίζει την σημερινή οικονομική κρίση. Όσον αφορά το χιούμορ, δεν λείπει, όμως λίγα μόνο από τα χαμόγελα  που θα σας δημιουργήσει το φιλμ θα οφείλονται σε αυτό. Τα υπόλοιπα θα είναι χαμόγελα απόλαυσης χάρη στην μοναδική τρυφερότητα και την αυθεντική, επαναπροσδιοριζόμενη εδώ μαγεία του παραδοσιακού animation
Κάτω από ένα πέπλο μελαγχολίας και νοσταλγίας, ο «Θαυματοποιός»… κάνει το θαύμα του και τα λέει όλα με μία απλή, αλλά συγκινητικότατη φράση: «magicians dont exist». Και δυστυχώς έχει δίκιο…

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

The descent / Η κάθοδος (2005) - 2.5/5

Ο Νιλ Μάρσαλ δημιουργεί ένα πολύ ενδιαφέρον και, το κυριότερο, ατμοσφαιρικό φιλμ τρόμου που σε περικυκλώνει αμέσως με την απειλητική του αισθητική. Μέχρι τα μισά αυτή έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, υποστηρίζεται από τα εξαιρετικά σκηνικά και την υποβλητικότατη ατμόσφαιρα, ενώ κορυφώνεται στις πρώτες ανατριχιαστικές εμφανίσεις των τεράτων. Όμως η υπόγεια και αθέατη απειλή που κυριαρχεί μέχρι τη μέση καλύπτεται στη συνέχεια από ένα περιπετειώδες ύφος και πολύ σπλάτερ, το οποίο στον τομέα του είναι πετυχημένο, απλώς υποβαθμίζει γενικά το επίπεδο του φιλμ. Επίσης συχνά γίνεται αισθητή η προσπάθεια του σκηνοθέτη να σε τρομάξει με εύκολα τρικ. Πάντως ο Μάρσαλ συγκρατεί μέχρι τέλους τη σοβαρότητά του και δεν την αντικαθιστά ποτέ με σοβαροφάνεια. Το ομολογουμένως πραγματικά ωραίο τέλος σε αιφνιδιάζει και συμπληρώνει μια συνολικά καλή ταινία τρόμου, η οποία με ένα λιγότερο χαοτικό και αιματοβαμμένο δεύτερο μέρος θα ήταν αριστουργηματική.