Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Les rivières pourpres / Πορφυρά ποτάμια (2000)

Εξαιρετικά ατμοσφαιρικό γαλλικό θρίλερ, με πολύ καλή σκηνοθεσία από τον Ματιέ Κασοβίτς. Αρχικά, η πλοκή είναι κατα- πληκτικά στημένη, το φιλμ ξεχειλίζει από μυστήριο, διαθέτει ανατριχιαστική ατμό- σφαιρα και είναι απερίγραπτα καθηλωτικό. Με λίγα λόγια, είχε κάθε προοπτική να αποτελέσει ένα νέο «Seven»!...

Δυστυχώς σιγά-σιγά αρχίζουν να δια- κρίνονται κάποια κλισέ, που δεν θα ενοχλούσαν, αν δεν ενισχύονταν όσο το στόρι εξελίσσεται. Εξ’ αιτίας τους, όχι μόνο μειώνεται το ενδιαφέρον του έργου, αλλά και οι ανατροπές του δεν εκπλήσσουν, παρόλο που δεν είναι ουτε κατά διάνοια προβλέψιμες... 

Η ταινία έχει έναν δυνατό άσσο στο μανίκι της: Το πρωταγωνιστικό της δίδυμο. Ο Ζαν Ρενό και ο Βενσάν Κασέλ, δύο, θα μπορούσαμε να πούμε, γίγαντες του σύγχρονου γαλλικού κινηματογράφου, αλληλοσυμπληρώνονται και μοιάζουν με τις ιδανικότερες επιλογές για τους ρόλους τους, τους οποίους ενσαρκώνουν αληθινά εξαιρετικά.

Η ταινία ρίχνει μια αρκετά ξεχωριστή και πολύ εύστοχη ματιά στη διαστροφή του ανθρώπινου νου, που αξίζει να σημειωθεί. Γιατί δεν στέκεται μονάχα στο μυαλό ενός νοσηρού δολοφόνου, αλλά προβληματίζει σχετικά με την ίδια την κοινωνία που το γέννησε...

Αν και τα «Πορφυρά ποτάμια» θα μπορούσαν να αποτελούν ταινία σταθμό στο είδος του αστυ- νομικού θρίλερ, χάρη την κα- θηλωτική τους ατμόσφαιρα, την στιβαρή λογοτεχνική πρώτη ύλη και το εξαιρετικό πρωταγωνιστικό τους δίδυμο, δεν καταφέρνουν να δικαιώσουν απολύτως τις προ- σδοκίες που δημιουργούν στον θεατή. Ωστόσο, παραμένουν ένα πραγματικά ενδιαφέρον θρίλερ, που μάλιστα τροφοδοτεί τη σκέψη, μια και οι αληθινά ουσιαστικές, αν και μάλλον λάθος τοποθετημένες, ανατροπές του δεν αφήνουν ιδιαίτερα μεγάλα περιθώρια κατανόησης του φιλμ. Έτσι πρέπει κανείς να βάλει κάτω τα στοιχεία που του δόθηκαν ώστε να καταλάβει απολύτως τις μάλλον εσκεμμένα ανεπαρκής εξηγήσεις που προσφέρει το έργο…

Βαθμολογία: 3/5

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Crazy, stupid, love (2011)

Από τις καλύτερες αμερικάνικες κωμωδίες των τελευταίων χρόνων! Γιατί; Διότι διαθέτει φρεσκάδα, διαθέτει χιούμορ, είναι ώριμη και, το κυριότερο, αντί για διασκεδαστικούς βλάκες, έχει χαρακτήρες. Και μάλιστα αυτοί όχι μόνο ενσαρκώνονται καταπληκτικά από ένα φανταστικό καστ, αλλά έχουν και εντυπωσιακό βάθος. Σε κάνουν να τους καταλάβεις και, κυρίως, να τους συμπαθήσεις και μάλιστα ιδιαίτερα τον Γκόσλινγκ, που αρχικά μοιάζει ο πιο αντιπαθής …

Η πλοκή της ταινίας είναι γεμάτη απρόβλεπτα μπερδέματα και απολαυστικές παρεξηγήσεις και σίγουρα έχει πλάκα, δεν έχει γραφτεί όμως μόνο γι’ αυτό. Στο εσωτερικό της κωμικής της υπερβολής είναι ανθρώπινη και τρυφερή. Οι σκηνοθέτες του «I love you Philip Morris» δεν κρύβουν αυτές τους τις προθέσεις και δεν διστάζουν να κάνουν μικρά διαλλείματα από την κωμωδία για να δώσουν λίγο χρόνο στο πιο σοβαρό συναίσθημα να μιλήσει στον θεατή. Και εμένα προσωπικά κατάφεραν να με συγκινήσουν…

Η ταινία κορυφώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο: Με μία απίστευτα απρόσμενη κι αιφνιδιαστική έκπληξη, ένα τεράστιο μπέρδεμα και πολύ, πραγματικά πολύ γέλιο! Αλλά την ίδια στιγμή μια γλυκόπικρη αίσθηση και καθόλου χαρούμενο αποτέλεσμα! Και μακάρι η ταινία να σταματούσε εκεί, γιατί θα σου άφηνε την εντύπωση μιας αληθινά ξεχωριστής κωμωδίας.

Δυστυχώς στη συνέχεια κάνει μια κοιλιά πέφτοντας στην παγίδα του κλισέ, εκβιαστικού και άνευ λόγου happy end. Ο Γκόσλινγκ είναι αυτός που εξακολουθεί ακόμα και τότε να διατηρεί ακμαία τη γοητεία του (ως χαρακτήρας, όχι ως ‘γκόμενος’…) και γι’ αυτό και θα λέγαμε πως μάλλον κλέβει την παράσταση. Ευτυχώς πάντως, το πρόβλημα ελάχιστα ενοχλεί και δεν είναι τίποτα σε σχέση με το σύνολο της ταινίας, που αποτελεί μία κωμωδία που αληθινά αξίζει να δείτε και δεν θα το μετανιώσετε. Προσωπικά την προτείνω ‘με τα χίλια’…

Αλήθεια, τελικά η ωριμότητα φέρνει τον έρωτα ή ο έρωτας την ωριμότητα;

Βαθμολογία: 3.5/5

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Melancholia / Μελαγχολία (2011)

Ο Λαρς Φον Τρίερ καταφέρνει να τραβάει τα βλέμματα με κάθε καινούρια ταινία του (και όχι μόνο).

Έτσι  και η τελευταία του, «Μελαγχολία», είναι γεγονός. Παράλληλα, είναι και μία από τις πιο προσωπικές του δημιουργίες, μιας και αποτυπώνει στο φακό την δικιά του κατάθλιψη.

Η «Μελαγχολία» αρχικά ξεκινά με έναν πρόλογο στον οποίο πρέπει κανείς να δώσει ιδιαίτερη προσοχή, μιας και σε πολλά σημεία στην ταινία γίνονται αναφορές σε αυτόν, αλλά παίζει και σημαντικότερο ρόλο από απλή περίληψη και εισαγωγή στο έργο.

Στη συνέχεια, αυτό χωρίζεται σε δύο μέρη. Οι αναφορές του πρώτου στο δεύτερο είναι βασικά έμμεσες.

Το πρώτο μέρος είναι καταπληκτικό.  Ο Τρίερ κοιτά στα μάτια την ψυχική νόσο που τον βασανίζει και την παρουσιάζει απίστευτα αποτελεσματικά. Σε βυθίζει βαθιά μέσα στην ψυχολογία της ηρωίδας του, ακόμα κι αν τα αίτια της κατάθλιψής της είναι εν μέρει και μεταφυσικά. Υπάρχει τόσο βαθύ ψυχολογικό υπόβαθρο, ώστε μπορεί να κάνει και το θεατή να καταλάβει πώς νιώθει η πρωταγωνίστρια, να αισθανθεί λες και είναι μέχρι και ο ίδιος σε κατάθλιψη! Η ζεστή ατμόσφαιρα του γαμήλιου πάρτι της ταινίας μοιάζει ψυχρή και, όπως και η Τζαστίν, αντίθετα από όλους τους ανθρώπους που χορεύουν, γελάνε και διασκεδάζουν, εσύ αισθάνεσαι να ασφυκτιάς…

Εδώ πρέπει να σημειωθούν και τα εξαιρετικά μουσικά κομμάτια του Βάγκνερ, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί σοφά και δένουν θριλερικά με το φιλμ.

Το δεύτερο κομμάτι της ταινίας δεν είναι κακό, απλώς συγκριτικά με το πρώτο φαντάζει αδύναμο. Ορισμένες φορές η φωτογραφία πραγματικά σε μαγεύει, αλλά ο Τρίερ δεν σε αγγίζει όσο στο πρώτο μέρος, είναι λιγότερο διεισδυτικός, σχετικά επίπεδος και μονοδιάστατος.

Από πλευράς ερμηνειών, η Κρίστεν Ντανστ είναι εκπληκτική, κάτι το οποίο χρωστάει στον Λαρς Φον Τρίερ που θα μπορούσαμε να πούμε πως άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο για την καριέρα της. Πάρα πολύ καλός και ο γιος του Ντόναλντ Σάδερλαντ, Κίφερ, αλλά και η Σαρλότ Γκαινσμπούρ του «Αντίχριστου».

Συνοπτικά:
Συνοπτικά λοιπόν, έχουμε μια εικαστικά εντυπωσιακή, αλλά ως σύνολο μάλλον άνιση ταινία ως προς τα δύο μέρη στα οποία είναι χωρισμένη. Χωρίς αυτό να πειράζει ιδιαίτερα, απλά δεν καθιστά την «Μελαγχολία» όσο καλή όσο θα μπορούσε  να είναι. Το πρώτο της κομμάτι διαθέτει αριστουργηματικό ψυχολογικό υπόβαθρο, το δεύτερο είναι από την μία μαγευτικό, από την άλλη εφιαλτικό, αλλά σε σχέση με το πρώτο θα το χαρακτήριζα σχετικά αδύναμο. Αξιοπρόσεκτο είναι πάντως το γεγονός ότι ο Λαρς Φον Τρίερ κατορθώνει να βρει τη δύναμη και, μέσα από την κατάθλιψή του, να βγάζει ταινίες. Στην συγκεκριμένη μάλιστα μοιάζει να κλείνει ειρωνικά το μάτι στον θεατή σχετικά με την πάθησή του, σαν να λέει με τον πεσιμισμό του ότι έχει δίκιο…

Βαθμολογία: 3.5/5

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

His girl Friday / Ξαναπαντρεύομαι τη γυναίκα μου / A.K.A. Η πρώτη σελίδα (1940)

Πολύ αστεία screwball κωμωδία, της οποίας η υπερκινητικότητα και η… λογοδιάρροια δημιουργούν ένα διασκεδαστικότατο κλίμα και συχνά αποτελούν  πηγή γέλιου, αν και ενίοτε ψιλοεμποδίζουν τον θεατή να ακολουθήσει. Αν βέβαια δεν υπήρχαν αυτά τα χαρακτηριστικά θα μιλούσαμε για μία τελείως διαφορετική ταινία, οπότε δεν νομίζω πως τίθεται θέμα πάνω σε αυτό. Ο απόλυτος συγχρονισμός των ηθοποιών που το καταδιασκεδάζουν, ο βομβαρδισμός από ατάκες, οι… τρελαμένοι διάλογοι και το φαρσικό αλλά απολαυστικά πανέξυπνο χιούμορ είναι που έκαναν αυτήν την ταινία να θεωρείται κλασσική. Και αφού εξακολουθεί, εβδομήντα χρόνια μετά, να προκαλεί γέλιο, πιστεύω  πως δεν χρειάζεται να ειπωθεί κάτι παραπάνω…

Βαθμολογία: 4/5

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Captain America: The first Avenger / Ο πρώτος Εκδικητής: Captain America (2011)


Ο πρώτος σούπερ ήρωας που δημιουργήθηκε από τη Marvel comics μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη και τα studio της εταιρίας καλούνται να φέρουν εις πέρας το πιο δύσκολο, μέχρι στιγμής, project τους. Η δυσκολία του φυσικά οφείλεται -πού αλλού- στην αναπόφευκτη προπαγάνδα (και, ίσως, φιλομιλιταρισμό;) που, πέρα από την ασπίδα του, κουβαλάει επάνω του ο ήρωας. Ευτυχώς η προσπάθεια περιορισμού των στοιχείων αυτών είναι εμφανής κι έτσι ο μεγαλύτερος φόβος του εγχειρήματος προσπερνιέται...

Κάτι άλλο που προσωπικά με φόβιζε είναι το όνομα του Τζο Τζόνστον στην σκηνοθετική καρέκλα, ένα όνομα που βρισκόταν πίσω από το περσινό «Wolfman», μια ταινία πολλά υποσχόμενη, που κατέληξε σχεδόν γελοία. Κι όμως, το μόνο που προσωπικά έχω να παρατηρήσω για τον κύριο Τζόνστον στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι οι ερμηνείες των ηθοποιών μοιάζουν αφημένες αποκλειστικά στις δικές τους ικανότητες και να μην βοηθιούνται από σκηνοθετικές οδηγίες. Μικρό το κακό, αν και υπάρχουν ορισμένες φορές που ο πρωταγωνιστής  Κρις Έβανς (Human Torch στα δύο «Fantastic 4») τις έχει ανάγκη πραγματικά. Αυτός που είναι αληθινά καλός και πολύ άνετος με το ρόλο του δεν είναι άλλος από τον Τόμι Λι Τζόουνς, από τον οποίο προέρχεται και η πιο αστεία ατάκα του φιλμ.

Το καλό με τον Κάπτεν Αμέρικα είναι ότι το πέρασμά του από το χαρτί στο πανί γίνεται ίσως με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο που έχουμε δει μέχρι στιγμής από την Marvel. Παράλληλα όμως διατηρείται και μία παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, που καθιστά το έργο απολαυστικό και αρκετές μικρο-«παραφωνίες» συγχωρούνται ή και συμβάλλουν σε αυτήν -παράδειγμα ο Red Scull, ο οποίος θα μπορούσε να είχε σχεδιαστεί με περισσότερη φαντασία. Για τον τελευταίο έχεις την εντύπωση ότι παίζει μάλλον λίγο στην ταινία, αλλά και αυτό δεν πειράζει τόσο, μιας και είναι σαφώς θετικό το ότι δίνεται σχεδόν μεγαλύτερη σημασία στον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα παρά στην εξέλιξη της πλοκής.

Αυτό που δεν συγχωρείται είναι το βιαστικό τέλος. Ο Χιούγκο Γουίβινκγ «ξεπετάγεται» (εντυπωσιακότατα, πρέπει να σημειωθεί) και η ταινία κλείνει με μία απλή προετοιμασία για το επόμενο πολυαναμενόμενο πρότζεκτ της Marvel, τους «Avengers», ένα τέλος που ούτε δυναμικό ή εντυπωσιακό είναι, ούτε σου αφήνει καμιά ιδιαίτερη αίσθηση ενθουσιασμού μόλις πέσουν οι τίτλοι τέλους, αφού μοιάζει μάλλον αρπακολλατζίδικα φτιαγμένο. Η post-credits σκηνή είναι επίσης η πιο απογοητευτική που έχουμε δει ως τώρα, αφού δεν είναι παρά ένα trailer των «Avengers». Κάποιοι σίγουρα θα ενθουσιαστούν με αυτό, μα η ταινία μοιάζει έτσι να δέχεται ακόμα πιο φανερά ρόλο της απλής διαφήμισης.

Το κακό όμως δεν είναι μεγάλο και αυτός ο ήρωας της Marvel είναι από τους απολαυστικότερους, αλλά και θεαματικότερους που έχουμε δει. Σιγά-σιγά παρατηρείται μάλιστα μια βελτίωση ή και ωρίμαση, θα μπορούσαμε να πούμε, στις super-hero ταινίες κι έτσι θα παρατηρήσετε ότι και η συγκεκριμένη διαθέτει ορισμένα δυνατά χαρτιά να ρίξει.

Βαθμολογία: 3/5

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

The 39 steps / Τα 39 σκαλοπάτια (1935)

Στην ταινία που θεωρείται η κορυ- φαία της βρετανικής περιόδου του Άλφρεντ Χίτσκοκ μπορούν να εντοπιστούν ορισμένα προ- βλήματα, όπως κοιλιές στην αφή- γηση, αυτά όμως (όπως είναι λογικό άλλωστε) παρατηρούνται λόγω  της ηλικίας του φιλμ –για μένα τέτοιες αδυναμίες είχε και το «Μ» του Φριτζ Λανγκ, που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα σε επανέκδοση. Επίσης ο πρωτα- γωνιστικός χαρακτήρας μου φάνηκε λίγο μονοδιάστατος, αν και η ερμηνεία του Ρόμπερτ Ντόνατ ήταν πολύ καλή.

Όμως σε γενικές γραμμές η ταινία είναι εξαιρετική! Ο μετρ συνδυάζει αριστο- τεχνικά την κατασκοπική περιπέτεια, το μυστήριο και το σασπένς με χιουμο- ριστικές πινελιές, ρομαντισμό και σεξουαλικές αναφορές. Το φινάλε και ο απολαυστικός διάλογος του ζευγαριού αποτελούν ίσως τις πιο κλασσικές στιγμές της ταινίας. Στο μεγαλύτερο, κυρίως, μέρος τους, τα «39 σκαλοπάτια» είναι ικανά να σας καθηλώσουν, ενώ συνολικά, όσα μειονεκτήματα κι αν μπορείτε να τους προσάψετε, δεν παύουν να αποτελούν ένα καλοστημένο κατασκοπικό θρίλερ, ειδωμένο με μία πιο χαλαρή και ειρωνική ματιά απ’ ό,τι συνήθως, που το καθιέρωσε ως μία από τις σημαντικότερες βρετανικές ταινίες όλων των εποχών…

Βαθμολογία: 4/5

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

The guard / Εκτός νόμου και χρόνου (2011)

Αδελφός του σκηνοθέτη του κατα- πληκτικού «In Bruges», ο Τζον Μάικλ ΜακΝτόνα δημιουργεί μια ταινία που θυμίζει αρκετά εκείνη του αδελφού του, Μάρτιν. Πρώτα απ’ όλα, έχει παρόμοιο χιούμορ. Δεν γίνεται ποτέ ξεκαρδιστική (ούτε κατά διάνοια), στηρίζεται όμως εύστοχα στους προσεγμένους διαλόγους και τις ατάκες της. Το σημα- ντικότερο όμως στοιχείο και στις δύο ταινίες είναι η ατμόσφαιρά τους, η οποία πηγάζει από την μουσική επένδυση, την φωτογραφία και τις τοποθεσίες των γυρισμάτων. Εκεί όμως που στην«Αποστολή στην Μπριζ» δεν μπορούσες να μην παρασυρθείς από την ακαταμάχητη γοητεία της και να μην ερωτευτείς την ίδια την Μπριζ (την οποία τόσο όμορφη δεν θα την δείτε από κοντά), ο σκηνοθέτης του «The guard» επιλέγει έναν πιο δύσκολο δρόμο για να γοητέψει το κοινό του: Αυτόν του εξαιρετικά ήρεμου, έως και ψυχρού ύφους.


Αυτό μου έμοιαζε αρχικά ως το πρόβλημα της ταινίας. Εξαιτίας του δεν με άγγιζε, ένιωθα πως την εμπόδιζε να ‘πάρει μπροστά’. Δυστυχώς άργησα να το συνειδητοποιήσω, μα τελικά η υφολογική ψυχρότητα δεν είναι απλώς ένα σκηνοθετικό στυλ, αλλά σε αυτήν κρύβεται το ζουμί της ταινίας! Γιατί μπορεί το ύφος να μου φάνηκε ψυχρό και υπερβολικά ήρεμο, έτσι ακριβώς είναι όμως και ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή! Εκεί είναι που ποντάρει ο σκηνοθέτης για να πετύχει μια ψυχολογική διείσδυση στον χαρακτήρα που τόσο εξαιρετικά ερμηνεύει οΜπρένταν Γκλίσον. Ο τελευταίος βοηθάει σε μεγάλο βαθμό τόσο το σκηνοθέτη, όσο και τον θεατή να ταυτιστεί –όσο γίνεται- μαζί του, χωρίς βέβαια ποτέ να μπορεί να τον κατανοήσει απόλυτα.


Ο Γκλίσον υποδύεται τον Τζέρι Μπόιλ, (από τους πιο ενδια- φέροντες κωμικούς χαρακτήρες εδώ και αρκετό καιρό) έναν εκκεντρικό, αντισυμβατικό αστυ- νομικό που δεν έχει φίλους και η μητέρα του είναι ετοιμοθάνατη. Ο Μπόιλ είναι έτοιμος να ξεσπάσει και ο θάνατος της μητέρας του είναι η σαφέστερη προοικονομία ότι το ξέσπασμα πλησιάζει. Και αυτό θα είναι εκρηκτικό, αποφα- σιστικό και ηρωικό…

Βαθμολογία: 2.5/5

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Planet of the apes / Ο άνθρωπος που ήρθε από το μέλλον (1968)

Πάνω σε αυτό το φιλμ 'πάτησε' ο Τιμ Μπάρτον για να φτιάξει το 2001 ένα σαφώς κατώτερο, αλλά πολύ διαφορετικό ριμέικ. Η θέαση του πρωτότυπου Πλανήτη των πιθήκων διαφέρει από οποιουδήποτε άλλου σημερινού μπλοκμπάστερ. Εκείνη την εποχή τα μπάτζετ δεν μπορούσαν να είναι μεγάλα, ενώ εφέ, στην ουσία, δεν υπήρχαν. Έτσι το θέαμα είχε μια πολύ διαφορετική σημασία από αυτή που του δίνουμε σήμερα, πράγμα όμως που ενίοτε αποδεικνυόταν πλεονέκτημα, μιας και οι ιδέες δεν επηρεάζονταν από την ανάγκη του οπτικού εντυπωσιασμού. Ο Πλανήτης των πιθήκων λοιπόν, η κινηματογραφική διασκευή ενός μυθιστορήματος του γάλλου Pierre Boulle, αποτελεί μια εξαιρετική προσπάθεια απεικόνισης ενός κόσμου που κυβερνάται από πιθήκους, ενώ οι άνθρωποι συναντώνται σε πρωτόγονη μορφή και θεωρούνται ζώα.

Οι πίθηκοι σήμερα μοιάζουν κακοφτιαγμένοι και όχι απλώς δεν πείθουν αλλά υπάρχουν στιγμές που προκαλούν μέχρι και γέλια! Πρέπει ωστόσο να αναγνωριστεί η εξαιρετική δουλειά που έχει γίνει στον τομέα του μακιγιάζ στο οποίο μάλιστα δόθηκε τιμητικό βραβείο Όσκαρ (τότε δεν βραβευόταν ακόμη το make-up).Κι όμως, αν η ατέλεια που προαναφέρθηκε ξενίσει μερικούς θεατές, θα κάνει άλλους τόσους να εκτιμήσουν το φιλμ ακόμα περισσότερο! Η απουσία εντυπωσιακών εφέ είναι ενδεικτική της ηλικίας του έργου και η τελευταία είναι αυτή που εντυπωσιάζει πραγματικά, αφού η σκέψη ότι σχεδόν 45 χρόνια πριν γυρίστηκε μια (παρά την φαινομενική προχειρότητά της) τόσο καθηλωτική ταινία και με τόσο ευφυές σενάριο φαντάζει απίστευτη....

Η σκηνοθεσία σε προσηλώνει ακόμα κι αν η δράση είναι απούσα, το στόρι ως σύλληψη είναι σκέτο αριστούργημα και η ταινία είναι βαθιά συμβολική, πράγμα που την καθιστά σίγουρα μία από τις καλύτερες ταινίες επιστημονικής φαντασίας όλων των εποχών... Η σοκαριστική τελική σκηνή έχει μείνει στην ιστορία και πλέον είναι πασίγνωστη, σε αφήνει όμως με ανοιχτό το στόμα ακόμα και αν ξέρεις τι θα γίνει....

Βαθμολογία: 4/5