Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Chappie (2015)

Ο Neill Blomkamp των «District 9» και «Elysium» πρόσφατα δήλωσε απογοητευμένος από το τελευταίο, ομολογώντας πως ο ίδιος στηρίχτηκε υπερβολικά στην ενδιαφέρουσα βασική ιδέα του και αμέλησε να δώσει την ίδια προσοχή σε ένα ικανοποιητικό σενάριο. Δήλωση η οποία ακούγεται μεν ειλικρινής, αλλά θα την εκτιμούσαμε πολύ περισσότερο αν σήμαινε ότι ο Blomkamp έχει μάθει από τα λάθη του. Δυστυχώς, ό,τι προσάπτει στο προπέρσινο εγχείρημά του μπορεί να χρησιμοποιηθεί επ’ ακριβώς για την περιγραφή της νέας του ταινίας…

Το «Chappie», λοιπόν, είναι ακριβώς μια υποσχόμενη ιδέα που θα είχε ανάγκη από ένα πολύ δυνατότερο σενάριο για να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Αυτή η ιδέα είναι η δημιουργία μιας μορφής τεχνητής νοημοσύνης (o Chappie) η οποία θα πρέπει να ανακαλύψει τον κόσμο από την αρχή, σε μια διαδικασία επιταχυμένης παιδικής ανατροφής. Σαν κόνσεπτ, εμπεριέχει ένα εγγενές στοιχείο ανθρωπιάς και τη δυνατότητα ουσιαστικών παραλληλισμών με τον ίδιο τον άνθρωπο και τη διαμόρφωση της αντίληψής του για τον κόσμο. Κυρίως όμως, δείχνει πως ο Blomkamp διαθέτει ακόμα μια δημιουργική φρεσκάδα: επιχειρεί απολύτως συνειδητά να ακολουθήσει αντίθετες κινηματογραφικές διαδρομές ταυτοχρόνως, δημιουργώντας μια βίαιη, R-rated… «οικογενειακή» ταινία, χωρίς διάθεση να συμβιβαστεί αμβλύνοντας κάποια από τις «γωνίες» της.

Αναμενόμενα, δυστυχώς, εκεί ακριβώς είναι που παραπατάει ο Νοτιο-αφρικανός δημιουργός. Δίνει ένα προϊόν που απλώς δεν ξέρει τι ταινία θέλει να είναι. Από τη βίαιη περιπέτεια μεταπηδά σε μια επιτηδευμένη τρυφερότητα και από εκεί στο ανάλαφρο χιούμορ, με το σύνολο να είναι, φυσικά, αποπροσανατολισμένο και σχεδόν ποτέ πραγματικά λειτουργικό. Η μουσική του Hans Zimmer, δε, παρότι κατά τ` άλλα ενδιαφέρουσα, μοιάζει συχνά να επιβάλλει τη μετάβαση από το ένα ύφος στο άλλο, καθιστώντας τη μονάχα πιο άτσαλη. Από κει και πέρα, το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στην αδυναμία του σεναρίου να πείσει σχεδόν για οτιδήποτε συμβαίνει στη διάρκεια του φιλμ. Από τις αυθαίρετες μεταστροφές των εγκληματιών σε γεμάτες τρυφερότητα γονικές ή μετανοημένες ηρωικές φιγούρες μέχρι τον αφελώς ανθρωποποιημένο Chappie, η σεναριακή σύλληψη μοιάζει ενοχλητικά μισοδουλεμένη. Επιπλέον, μικρά επιμέρους στοιχεία, όπως η αφελής ένδειξη μπαταρίας στο στήθος του Chappie και οι εξόφθαλμες τοποθετήσεις προϊόντων, κάθε άλλο παρά βελτιώνουν τα πράγματα. Το αποτέλεσμα είναι τα συναισθηματικά στοιχεία να φαντάζουν γελοιωδώς μελοδραματικά και η δράση να μην καταφέρνει ποτέ να απογειωθεί (αν μη τι άλλο, τη φρενάρουν και τα συνεχή slow-motion), με το χιούμορ να είναι το μόνο που πετυχαίνει όντως το στόχο του. Τουλάχιστον, αυτό κάνει πράγματι τη θέαση διασκεδαστική, κι ας μπερδεύει ακόμα περισσότερο το φιλμ τονικά.

Αξίζει να σημειωθεί ότι εδώ, πέρα από κάποιες μικρές θρησκευτικές νύξεις, δεν υπάρχει το έντονο κοινωνικό υπόβαθρο των προηγούμενων ταινιών του Blomkamp. Στην ταινία, τέλος, συμμετέχουν οι Yo-landi Visser και Ninja, μέλη του Νοτιο-αφρικανικού συγκροτήματος Die Antwoord, οι οποίοι για κάποιο λόγο ερμηνεύουν «περίπου» τους εαυτούς τους -και τραγούδια τους συμπεριλαμβάνονται στο soundtrack. Ο Ninja διαθέτει απολαυστικές κωμικές στιγμές, η Yo-landi Visser όμως δεν κατορθώνει να ανταπεξέλθει στις ερμηνευτικές απαιτήσεις ενός ρόλου που ελάχιστα υποστηρίζεται από το σενάριο.

Ο «Chappie» έχει αναμφίβολα καλές προθέσεις, αλλά το απροσανατόλιστο σενάριό του θα είχε ανάγκη μια σαφώς πιο ολοκληρωμένη σύλληψη για να αποδειχθεί αρκούντως μεστό και πειστικό. Ο Blomkamp χάνει μια δεύτερη ευκαιρία (μετά το αξιοπρεπέστατο, μα όχι αξέχαστο «Elysium») να φτάσει στο ενθουσιώδες ύψος του «District 9», μόνο που, επιπλέον, αυτήν τη φορά το sci-fi όραμά του μοιάζει ανησυχητικά θολωμένο…

Βαθμολογία: 2/5

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Cinderella / Σταχτοπούτα (1950)

Μετά από την εμπορικά άκαρπη για την Disney δεκαετία του 1940, η χρεωμένη και στα όρια πτώχευσης εταιρία, σε μια ευτυχή κίνηση, διασκευάζει το κλασικό παραμύθι της Σταχτοπούτας και πετυχαίνει φλέβα χρυσού. Η «Σταχτοπούτα» του 1950 γίνεται η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της από την εποχή της πρωτοπόρας «Χιονάτης» (1937) και το στούντιο του Walt Disney ανακάμπτει δυναμικά, μπαίνοντας με το δεξί στη δεκαετία των ‘50s.

Είναι εύκολα αντιληπτό πως η «Σταχτοπούτα» ακολουθεί, τόσο στους χαρακτήρες όσο και στη δομή, τα βήματα της «Χιονάτης». Σχεδόν κάθε φιγούρα της πρώτης μπορεί να βρει την αντιστοιχία της στην τελευταία, από την έκπτωτη πριγκίπισσα στην κακιά μητριά κι από τον σωτήριο πρίγκιπα στους διασκεδαστικούς συμπαραστάτες της ηρωίδας (ποντίκια της μεν, νάνοι της δε). Έχουν ωστόσο μεσολαβήσει δεκατρία χρόνια και πάνω από δέκα κινηματογραφικά εγχειρήματα ανάμεσα στα δύο φιλμ και η ωρίμανση τόσο στο σχέδιο, όσο και στην αφήγηση είναι εδώ πιο αισθητή από ποτέ ως τότε. Η εν λόγω παραπομπή, δε, στο παρθενικό ντισνεϊκό εγχείρημα δεν μπορεί παρά να υπογραμμίσει το γεγονός αυτό. Εμφανή στοιχεία εξέλιξης αποτελούν η φυσικότητα στις κινήσεις και οι στιβαρότερα σχεδιασμένες φυσιογνωμίες (με αποκορύφωμα την κακιά μητριά), με τις τελευταίες να προσδίδουν ενδιαφέρον στους χαρακτήρες ακόμα κι αν τους λείπει κάποιο σεναριακό βάθος. Μετά από χρόνια εμπειρίας και αρκετές εμπορικές απογοητεύσεις, το στούντιο ρίχνει ένα νοσταλγικό βλέμμα στα πρώτα του βήματα και κάνει ένα ακόμη μπροστά. Γεφυρώνοντας το πέρασμα από την απόλυτη αθωότητα της ντισνεϊκής «Χρυσής εποχής» των ‘30s – ‘40s στην «Αργυρή» των ‘50s, η «Σταχτοπούτα» κινείται με πιο σίγουρο βήμα από τους προκατόχους της και διαμορφώνει σημαντικά το σχετικά πιο εμπορικό -λόγω κινηματογραφικής ωρίμανσης- δείγμα γραφής που πρόκειται να υιοθετήσουν οι επερχόμενες επιτυχίες.

Υπό μία έννοια, η ιστορία ίσως να φαντάζει ως απλή πραγμάτωση της μέγιστης κοριτσίστικης ονείρωξης (η πρωταγωνίστρια «ως δια μαγείας» προκαλεί τον κεραυνοβόλο έρωτα του πολυπόθητου από κάθε γυναίκα πρίγκιπα, ο οποίος τη ζητά σε γάμο και απομακρύνονται με τη λαμπερή πριγκιπική του άμαξα), ωστόσο αυτή βρίσκεται εδώ στην αγνότερη, αρχετυπική της μορφή. Πρόκειται για μια από τις πιο κοριτσίστικες ταινίες της Disney, καθιερώνοντας στο πανί την παιδική λατρεία για τις πριγκίπισσες, χωρίς αυτό να σημαίνει ούτε στο ελάχιστο ότι δεν αφορά κάθε θεατή. Μάλιστα, τα πολύ παιδικά στοιχεία των προγενέστερων φιλμ μοιάζουν να έχουν εξασθενήσει. Και, φυσικά, υπάρχουν κι εδώ οι απολαυστικότατοι δεύτεροι χαρακτήρες που αποτελούν το μικρό ερωτεύσιμο ατού της εκάστοτε ντισνεϊκής ταινίας μέχρι και σήμερα. Στην προκειμένη, δεν είναι παρά η παρέα των ομιλούντων ποντικιών, που μάλιστα αποκτούν και τον δικό τους αντίπαλο, την απολαυστικά αντιπαθή γάτα Lucifer.

Στην τελική, αυτό που κατάφερε το στούντιο του Walt Disney στην «Σταχτοπούτα» είναι να δημιουργήσει ίσως την πιο διασκεδαστική έως τότε ταινία του και να κερδίσει μικρούς και μεγάλους με την υπέροχη κινηματογραφική δύναμή της. Γιατί, όπως και να το κάνεις, θες κι εσύ με όλη σου την καρδιά να σώσει ο πρίγκιπας την ηρωίδα από τα δεινά της. Όπως, επίσης, ελπίζεις να εμφανιστεί και σε σένα κάποτε μια νεράιδα και να σου τραγουδήσει "Bibbidi-Bobbidi-Boo" κουνώντας το μαγικό της ραβδί...

Βαθμολογία: 3.5/5