Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Lo imposible / The impossible (2012)


Ο Juan Antonio Bayona έκανε αίσθηση με την πρώτη του κιόλας κινηματογραφική απόπειρα, το «Ορφανοτροφείο» -ίσως την καλύτερη ταινία τρόμου της προηγούμενης δεκαετίας. Πέντε χρόνια αργότερα, το όνομά του ξαναεμφανίζεται στη μεγάλη οθόνη, πίσω από μια μεγαλύτερων φιλοδοξιών και βεληνεκούς, αγγλόφωνη αυτή τη φορά ταινία.

Το θέμα δε χρειάζεται συστάσεις. Αναπαράσταση της αληθινής (κατά πόσον άραγε;) ιστορίας μιας οικογένειας που κατάφερε να επιβιώσει από το θανατηφόρο τσουνάμι του 2004 στην Ταϊλάνδη. Κινηματογραφικά, είναι σκληρό, συγκλονιστικό και πραγματικά δυνατό από μόνο του. Δυστυχώς, στο αληθινό, εφιαλτικό αυτό γεγονός, ο Bayona δεν βρίσκει την έμπνευση για να διηγηθεί μια ουσιώδη, βαθιά ανθρώπινη ιστορία, αλλά την αφορμή για να στραγγίξει τους δακρυγόνους αδένες του θεατή. Χωρίς να έχει την υποστήριξη στιβαρού σεναρίου, ο Ισπανός σκηνοθέτης καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας του προσπαθεί απεγνωσμένα να δημιουργήσει έντονα συναισθήματα, είτε αυτά είναι δέος, είτε ενόχληση, είτε συγκίνηση. Ομολογουμένως, όσον αφορά στο πρώτο, τα καταφέρνει παραπάνω από πολύ καλά. Οι σκηνές του τσουνάμι είναι τόσο εύστοχα σκηνοθετημένες και γυρισμένες που πραγματικά σε καρφώνουν στο κάθισμά σου. Απίστευτα επιβλητικές και αληθινά ανατριχιαστικές.

Εν συνεχεία, μετά από τις εικόνες καταστροφής, ακολουθεί ο σωματικός πόνος. Ναι, το έργο θα σας σφίξει το στομάχι. Αυτή η εμμονή του όμως με το σωματικό μέρος του πόνου, τη στιγμή που ελάχιστα ασχολείται με το ψυχικό -την απώλεια- ή τουλάχιστον το κάνει επιδερμικά, καθιστά ακόμα πιο σαφή τον καθαρά εμπορικό προσανατολισμό του. Καθίσταται μάλιστα τόσο εμφανές πως αυτοσκοπός του φιλμ δεν είναι τίποτα περισσότερο από τη συναισθηματική επίδραση στο κοινό του, ώστε, σε σημεία, οι σκηνές φαντάζουν σχεδόν διακριτά οριοθετημένες ανάλογα με το συναίσθημα που έχουν στο στόχαστρό τους. Λες και δήλωνε ο σκηνοθέτης στο συνεργείο: «Σε αυτή τη σκηνή πρέπει να ενοχλήσουμε. Σε αυτή, θα συγκινήσουμε. Σε αυτή, πάλι θα ενοχλήσουμε…»

Στα δυνατά χαρτιά του φιλμ συγκαταλέγονται αν μη τι άλλο οι ερμηνείες, με καλύτερο όλων τον εξαιρετικό Ewan McGregor και, φυσικά, οι συγκλονιστικές σκηνές καταστροφής, που αποτελούν και το μεγαλύτερο επίτευγμα σε αυτήν την παραγωγή. Απαρατήρητη δεν περνάει και η cameo εμφάνιση της Geraldine Chaplin, στην οποία δίνεται μάλιστα ένας από τους λίγους ουσιαστικούς διαλόγους στην ταινία…

Δεδομένου της προηγούμενης δουλειάς του σκηνοθέτη, θα περίμενε κανείς από το «The impossible» να αποτελεί ένα αρκετά πιο στιβαρό και ώριμο δράμα. Τελικά, αυτό μάλλον… πνίγεται στις φιλοδοξίες του. Όντας φοβερά εκβιαστικό συναισθηματικά, χάνει δυστυχώς την ουσία και στο μεγαλύτερο μέρος του ενοχλεί απλώς για να ενοχλήσει και συγκινεί μονάχα για να συγκινήσει. Μήπως να ξαναγυρίσετε στον Ισπανόφωνο τρόμο, κύριε Bayona;

Βαθμολογία: 2.5/5

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Upside down / Ανάμεσα σε δύο κόσμους (2012)



Η ανάμιξη ρομάντζου με φανταστικά στοιχεία θα φάνταζε πριν από κάποια χρόνια μάλλον ριψοκίνδυνη. Βρίσκοντας όμως αρχικά επιτυχία στη λογοτεχνία και τολμώντας στη συνέχεια να διασχίσει τη γέφυρα προς την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, πλέον αποτελεί σίγουρη συνταγή εισπρακτικής επιτυχίας. Τόσο σίγουρη μάλιστα, που τα στούντιο φανερώνουν παντελή αδιαφορία για την καλλιτεχνική, πέρα από την καθαρά τεχνική, πλευρά ταινιών όπως το «Upside down». Οι μόνοι συντελεστές που είναι σημαντικοί για την πορεία του φιλμ στα ταμεία (και άρα απασχολούν την παραγωγή) δεν είναι παρά το πρωταγωνιστικό ζευγάρι και η ταινία διαθέτει δύο γερά ονόματα σε αυτούς τους ρόλους. Από εκεί και πέρα, η σκηνοθεσία φαίνεται πως δε χρειάζεται να είναι κάτι παραπάνω από διεκπεραιωτική, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως δε θα διστάσει να τραβήξει τις –κατά τ’ άλλα πολύ εντυπωσιακές- εικόνες από τα μαλλιά σε σημείο υπερβολής ή πως σε στιγμές θα καταλήξει άθελά της να αγγίζει επίπεδα κωμωδίας –κάτι στο οποίο δυστυχώς συμβάλλει και η ερμηνεία του Sturges. Παρομοίως και για το σενάριο, ας μην έχει τίποτα να προσφέρει από ένα σημείο και μετά, ας είναι απλοϊκότατο, ας μην έχει ολοκληρωθεί σε σύλληψη, αρκεί να υπάρχει μια ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα. Όμως… και τι κεντρική ιδέα!

Η ιστορία δύο συνυπαρχόντων, ανάποδων (ο ένας πάνω από τον άλλον) κόσμων, με ξεχωριστή βαρύτητα, όπου οι σχέσεις των κατοίκων του «Πάνω» μέρους με εκείνους του «Κάτω» είναι απαγορευμένες, είναι αδύνατο να μη σε κερδίσει, αν όχι συνεπάρει. Μέσα σε μια κατάσταση διαρκούς εκμετάλλευσης των εξαθλιωμένων «Κάτω» από τους ευκατάστατους «Πάνω», που χαρίζει στην ιστορία μια αλληγορική υπόσταση με κοινωνική χροιά, θα εξελιχθεί μια ιστορία παράνομου έρωτα (μεταξύ του Sturges από τον «Κάτω» κόσμο και την Dunst από τον «Πάνω»), η οποία ομολογουμένως είναι και γεμάτη από ανέμπνευστα κλισέ και συναισθηματικά επιφανειακή. Όμως η σχεδόν καθηλωτικά ενδιαφέρουσα βασική ιστορία σε συνδυασμό με τις εκθαμβωτικές φαντασμαγορικές εικόνες που την κατακλύζουν είναι αρκετές για να κρατήσουν ειλικρινά όλη την ταινία στις πλάτες τους.

Πάνω απ’ όλα όμως, από το πρώτο λεπτό, στους τίτλους αρχής, μέσω ενός voice over από τον πρωταγωνιστή να αναρωτιέται αν «η αγάπη μπορεί να νικήσει τους νόμους της βαρύτητας», γίνεται απολύτως κατανοητή η αντιμετώπιση την οποία ζητά η ταινία από τον θεατή της. Ποτέ δεν τον υποχρεώνει να την πάρει στα σοβαρά, παρά να την παρακολουθήσει αντιλαμβανόμενος την καθαρά παραμυθένια διάστασή της, υπό το πρίσμα της οποίας δικαιολογείται και η πλειοψηφία των σεναριακών της ατελειών και των εικαστικών της υπερβολών. Ακόμα βέβαια κι αν αυτό το παραμύθι, όπως φαίνεται, πρόκειται να λησμονηθεί πολύ συντομότερα απ’ όσο θα ήλπιζε, δεν αποτυγχάνει στην αλληγορική του διάθεση και στην ευχάριστη παρακολούθησή του. 

Βαθμολογία: 2.5/5

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Sinister (2012)


Ο Oren Peli και ο James Wan είναι δύο άνθρωποι που έχουν αφήσει το στίγμα τους ανεξίτηλα στις πιο πρόσφατες ταινίες τρόμου και ο αναμφίβολα κερδοφόρος συνδυασμός της μόδας του «Paranormal activity»με το ανατρεπτικό στυλ του Wan που γέννησε το 2010 το «Insidious» (αποδεικνυόμενος καλλιτεχνικά ανεπιτυχής) μοιάζει πιστά ακολουθημένος από το «Sinister» του Scott Derrickson, πίσω από το οποίο συναντάμε παραγωγούς και των δύο προαναφερθέντων ταινιών. Ευτυχώς βέβαια δεν επανέρχεται το καταστροφικά άστοχο στοιχείο αυτοπαρωδίας του «Insidious», παρόλα αυτά όμως το φιλμ του Derrickson θα μπορούσε κάλλιστα να είναι δημιουργημένο από τον ίδιο τον Wan.

Πώς μεταφράζονται τα παραπάνω; Αφενός, δεν υπάρχει τίποτα το ουσιαστικά πρωτότυπο στο «Sinister». Αφετέρου όμως, μιας και όλα δουλεύουν μια χαρά, φαντάζει πραγματικά δύσκολο να υπάρξει θεατής που θα απογοητευτεί από αυτό. Με εξαίρεση την προβλέψιμη (και λίγο αμήχανη) κατάληξη και ορισμένες στιγμές που δεν αξιοποιούν πλήρως τις ατμοσφαιρικές δυνατότητές τους (λόγω εξολοκλήρου λάθος σκηνοθετικού χειρισμού για χάρη του εύκολου στιγμιαίου τρομάγματος) το φιλμ τα καταφέρνει περίφημα στο να δημιουργήσει μια αξιοπρεπέστατη ατμόσφαιρα απειλής. Έξυπνο εύρημα αποδεικνύεται αυτό της παρακολούθησης από τον πρωταγωνιστή μυστηριωδών παλιών φιλμ, το οποίο συμβάλλει καθοριστικά στην εν λόγω ατμόσφαιρα, στο ενδιαφέρον της υπόθεσης, αλλά και στην αίσθηση φόβου, θυμίζοντας το ρίγος της βιντεοταινίας του «The Ring». Αν θα χάσετε τον ύπνο σας δεν ξέρω, μία ανήσυχη ματιά γύρω σας πάντως θα θελήσετε να τη ρίξετε…

Βαθμολογία: 3/5

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Dark Shadows (2012)


Αφήνοντας πίσω του τη μετριότητα της «Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων», ο Tim Burton επιστρέφει στο στοιχείο που τον έχει καθιερώσει: αυτό του «ανάλαφρου» τρόμου. Το «Dark Shadows» είναι μια εκατό τοις εκατό «Μπαρτονική» ταινία, αλλά φιλοδοξεί να γίνει κάτι ακόμα περισσότερο: Μια σύνοψη, ενδεχομένως, ολόκληρης της φιλμογραφίας του παραμυθά σκηνοθέτη (τα «Edward Scissorhands», «Sleepy Hollow» και «Corpse bride» είναι συχνά παρόντα) και των χαρακτηριστικότερων εμμονών του. Θάνατος, φαντάσματα, κιτς χρώματα, παραμυθένια ατμόσφαιρα, στοιχεία τρόμου, μια ιδιαίτερα αξιόλογη αναβίωση των 70’s, σάτιρα της τηλεοπτικής σαπουνόπερας και, φυσικά, πολύ χιούμορ, σφιχταγκαλιάζονται και θυμίζουν παλιό καλό Burton. Η διαφορά είναι ότι το τεχνικό κομμάτι έχει εξελιχθεί πλέον όχι απλώς αισθητά, αλλά σε σημείο να είναι οπτικά τόσο εντυπωσιακό, ώστε να προκαλεί μέχρι και αναφωνήματα θαυμασμού. Το μόνο στοιχείο που αυτό το (τουλάχιστον ως ενός σημείου) απολαυστικό μείγμα αφήνει «απ’ έξω» ή, καλύτερα, πνίγει μέσα στα πολλά συστατικά του είναι ο απόκοσμος ερωτισμός του, στον οποίο θα ήταν προτιμότερο να είχε δοθεί μεγαλύτερο βάρος.

Είναι, παρόλα αυτά, πολύ δύσκολο να διατηρηθεί αυτή η επιτυχής ισορροπία για σχεδόν δύο ώρες και ο αρχικός ενθουσιασμός δεν θα παραμείνει εξίσου θερμός και μετά τα μισά της διάρκειας. Δυστυχώς, η πληθώρα των χαρακτήρων (αρκετοί εκ των οποίων είναι μάλλον αχρείαστοι), των υποϊστοριών και των κινηματογραφικών ειδών, απειλούν ολοένα και περισσότερο την συνολική συνοχή του φιλμ. Το αφελώς υπερφορτωμένο φινάλε, δε, αποδεικνύεται απογοητευτικά συμβατικό.

Στις ερμηνείες, ανώτερος όλων δεν είναι παρά ο Johnny Depp, μετρημένος και κεφάτος, ενώ οι υπόλοιποι κυμαίνονται μεταξύ της υπερβολής (Eva Green), του ναρκισσισμού (Chloe Moretz) και της… ρουτίνας (Helena Bohnam Carter).

Σαν αποτέλεσμα, αυτό που θα μπορούσε να αποτελεί την επιτομή της φιλμογραφίας του Tim Burton δεν καταφέρνει να περισώσει μέχρι τέλους την αρχική του στιβαρότητα και δεν χαράζεται στη μνήμη ως ένα αναπόσπαστο κομμάτι της.

Βαθμολογία: 2.5/5