Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Spring breakers (2012)

Αναποφάσιστο μεταξύ της mainstream ένοχης διασκέδασης (όπως τουλάχιστον, λίγο-πολύ, διαφημίστηκε) και μιας ανεξάρτητης art house παραγωγής, το «Spring breakers» δεν καταφέρνει εντέλει απολύτως τίποτα. Δεν διασκεδάζει, δεν κρύβει κανένα νοηματικό βάθος, δεν σκιαγραφεί τους χαρακτήρες του, δεν ερεθίζει καν σεξουαλικά, αν αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί πλεονέκτημα. Οι αρχικά ενθουσιώδεις διακοπές των πρωταγωνιστριών για τον θεατή κάθε άλλο παρά ενθουσιώδεις είναι, εκτός κι αν ο Harmony Korine πίστευε πως η χρήση ανιαρών, ανούσιων και ψευτο-μελαγχολικών off-screen διαλόγων και μονολόγων μεταφέρει κάποιου είδους απόλαυση. Οι αφόρητα επαναλαμβανόμενες, ανελέητα αργές (εμφανώς με slow-motion) και σχεδόν σαδιστικά νυσταλέες ατάκες («Spring breakSpring breakSpring break forever!»… Βάθος, ε;) καθιστούν το φιλμ τρομακτικά ανιαρό, ενώ η «αλλού γι’ αλλού» στροφή του φινάλε στην περιπέτεια μόνο γέλια μπορεί να προκαλέσει -σε όσους έχουν μείνει ξύπνιοι μέχρι τότε…

Η ταινία υπονομεύει όλες (μα όλες!) τις αρετές που θα μπορούσε να έχει κάτω από μια προσπάθεια επίδειξης στυλ και τίποτα περισσότερο. Ενός στυλ που βρίσκεται όμως εκεί για να ντύσει ένα σενάριο το οποίο από μόνο του αξίζει, ειλικρινά, το απόλυτο μηδενικό! Αλλά και το «στυλ» αυτό δεν ξεπερνά εκείνο ενός κοινού βίντεο κλιπ. Ούτε εντυπωσιάζει, ούτε πρωτοτυπεί, ούτε και γίνεται ποτέ απολαυστικό, με εξαίρεση μόνο μία (ομολογουμένως ενδιαφέρουσα και σχεδόν σουρεαλιστικής υφής) σκηνή, όπου ο –έμπορος ναρκωτικών και ράπερ- James Franco ερμηνεύει το «Everytime» της Britney Spears, με τις τρεις νεαρές συνοδούς του να χορεύουν –φορώντας full-face μάσκες και κρατώντας όπλα στα χέρια- με φόντο το ηλιοβασίλεμα!

Το «Spring Breakers» εν ολίγοις δεν αποτελεί παρά ένα παρατεταμένο, αυτάρεσκο βίντεο κλιπ, το οποίο διαθέτει ανυπόφορα νωχελικούς ρυθμούς, αναπτύσσει τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστριών του όσο και αυτούς των κομπάρσων του και χαραμίζει απόλυτα τον κατά τα άλλα ενδιαφέροντα ρόλο τού πάντα αξιόλογου James Franco σε ένα παντελώς ανούσιο και απερίγραπτα βαρετό σύνολο. Και, όσο και να σπάσεις το κεφάλι σου, είναι αδύνατον να εντοπίσεις έστω έναν λόγο που η ταινία… υπάρχει.

Βαθμολογία: 0/5

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

The conjuring / Το κάλεσμα (2013)

Στο «Insidious», ο James Wan ανέδειξε μια πολλά υποσχόμενη σκηνοθετική ωριμότητα που δεν διαφαινόταν στις προηγούμενες ταινίες του –ασχέτως που δεν κατάφερε να τη διατηρήσει μέχρι τέλους. Κι ενώ θα περίμενε κανείς ένα ακόμη βήμα στη δημιουργική του εξέλιξη με το επόμενο κινηματογραφικό του εγχείρημα, κάτι το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια πραγματικά καλή επιτέλους ταινία τρόμου, ο Wan μένει στάσιμος.

Για την ακρίβεια, βλέποντας το «Conjuring» αισθάνεσαι σαν να παρακολουθείς για δεύτερη φορά το «Insidious». Χωρίς μεν τη γελοία αυτοπαρωδιακή διάθεση εκείνου, ούτε όμως και την ευρηματικότητά του όσον αφορά το αρχικό χτίσιμο ατμόσφαιρας τρόμου. Βασικά, χωρίς καμία ευρηματικότητα γενικώς. Η κάμερα του Wan καταγράφει, πλάι στα διάφορα μεταφυσικά φαινόμενα, κάθε λογής κλισέ του είδους, ανεξαρτήτως της «αληθινής» ιστορίας στην οποία το φιλμ επιμένει πως έχει βασιστεί…

Το σενάριο δεν υπογράφει αυτή τη φορά ο ίδιος ο Wan με τον ως τώρα μόνιμο συνεργάτη του Leigh Whannell, αλλά οι Chad και Carey Hayes. Η συμμετοχή του Wan βέβαια, τουλάχιστον στη διαμόρφωση του γενικού στόρι, είναι μάλλον εμφανής. Μόνο που, ελλείψει της συνήθους ανατροπής στο τέλος (που εδώ θα ήταν απαραίτητη), το γεγονός αυτό έχει καθαρά αρνητική επίδραση στο φιλμ, υπογραμμίζοντας τις ομοιότητές του με το «Insidious»: Η αδικαιολόγητη (αν και ευτυχώς πιο συγκρατημένη) ανάγκη να δοθούν εξηγήσεις από «ειδικούς» στα μεταφυσικά φαινόμενα, αλλά και η τάση συσσώρευσης πολλών διαφορετικών στοιχείων τρόμου -στοιχειωμένα σπίτια, εξορκισμοί, κούκλες (η εμμονή του Wan) και ηθελημένες ή μη παραπομπές στα χιτσκοκικά «Πουλιά» και τον Sam Raimi- δεν οδηγούν σε κάτι περισσότερο από μια déjà-vu συρραφή ιδεών που σπάνια αποδεικνύονται λειτουργικές. Το πολυπληθές για τα μέτρα του φιλμ, δε, καστ, κάνει το υλικό ακόμα πιο δύσχρηστο για τον τριανταεξάχρονο σκηνοθέτη και το φιλμ ακόμα πιο αναποτελεσματικό.

Βαθμολογία: 1.5/5

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Tucker and Dale vs Evil (2010)

Η ελληνική διανομή εξακολουθεί να μην εμπιστεύεται τις κωμωδίες τρόμου, παρότι το κοινό έχει παγκοσμίως αγκαλιάσει ταινίες όπως το «Shaun of the dead» και το «Zombieland». Βέβαια, η κυκλοφορία του μικρού διαμαντιού «Tucker and Dale vs Evil», μην έχοντας το προνόμιο ούτε υψηλού budget, ούτε προώθησης από κάποιο μεγάλο στούντιο, υπήρξε και στην Αμερική περιορισμένη. Είναι γεγονός (και αληθινά κρίμα) πως η ταινία πέρασε ως επί το πλείστον απαρατήρητη, χωρίς αυτό όμως να έχει σταθεί ικανό να εμποδίσει την αναγνώρισή της από το ενημερωμένο (και απαραιτήτως ακομπλεξάριστο) κοινό που αποφάσισε να της δώσει μια ευκαιρία. Και δεν είναι υπερβολή πως το «Tucker and Dale vs Evil» ανήκει στις κορυφαίες στιγμές του είδους του.

Μπορεί η υπόθεση να μην ακούγεται ακριβώς πρωτότυπη, μα η εκδρομή μιας παρέας νέων σε ένα απομονωμένο δάσος, όπου η συνάντησή τους με δύο φαινομενικά επικίνδυνους και τρομακτικούς χωριάτες, κατοίκους ενός μικρού σκονισμένου καλυβιού θα οδηγήσει σε ένα αδιάκοπο μακελειό, είναι εντυπωσιακά ευρηματική. Γιατί το «Evil» του τίτλου αυτής της «ανάποδης» ταινίας τρόμου δεν αναφέρεται στους δύο άξεστους «hillbillies» Tucker και Dale, που αποδεικνύονται εξαιρετικά καλόκαρδοι και συμπαθείς, αλλά στους ίδιους τους ανυποψίαστους νέους! Μέσω ευφυών παρεξηγήσεων, η –μάλλον φαντασιόπληκτη- παρέα θα δει στα πρόσωπα των καλόψυχων Tucker και Dale το απόλυτο κακό και θα προσπαθήσει με ξεκαρδιστικά ανεπιτυχείς (πλην όχι πάντοτε ευρηματικούς) τρόπους να σωθεί από την απειλή, κάνοντας την κατάσταση ολοένα και πιο τραγελαφική.

Η ανατρεπτική διάθεση της πανέξυπνης αυτής τρομοκωμωδίας ισοπεδώνει με τα καυστικότατα σατιρικά της σχόλια τα πολυφορεμένα κλισέ των ταινιών τρόμου, χρησιμοποιώντας συχνά μια άκρως διασκεδαστική και βιτριολικά σαρκαστική σοβαροφάνεια. Πολλές φορές επιφανειακά παραπέμπει και σε καθαρό horror, με το εξαιρετικά ωμό gore να απευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά στους φαν των ταινιών τρόμου, αλλά και παράλληλα να αντισταθμίζεται από ισόποσες δόσεις ξεκαρδιστικού χιούμορ. Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Eli Craig υιοθετεί κι ο ίδιος πολλά από τα κλισέ του είδους με μια αιφνιδιαστικά πρωτότυπη προσέγγιση, έτσι ώστε να τα καταδείξει, στρέφοντάς τα προς όφελός του. Ο αναμενόμενος σχετικός συμβιβασμός προς το τέλος δεν ενοχλεί ιδιαίτερα, οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (όχι όμως και των νέων) είναι διασκεδαστικότατες, υπόνοια χαμηλού προϋπολογισμού δεν υπάρχει καν και, στο σύνολό του, το «Tucker and Dale vs Evil» δεν αφήνει περιθώρια στους φαν των horror comedies να το χάσουν!

Βαθμολογία: 3.5/5

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

We're The Millers / Οικογένεια Μίλερ (2013)

Μετά την επιτυχία των «Αφεντικών για σκότωμα», το όνομα της Jennifer Aniston φαίνεται να έχει συνδεθεί με σεξουαλικά προκλητικούς ρόλους. Εδώ, υποδύεται τη στρίπερ Rose, η οποία μαζί με τον έμπορο ναρκωτικών και «αρχηγό» της ομάδας David (Jason Sudeikis), τον δεκαοχτάχρονο γείτονά τους Kenny (Will Poutler) και τη νεαρή άστεγη Casey (Emma Roberts) θα παριστάνουν τη φαινομενικά φυσιολογική οικογένεια Μίλερ, με σκοπό να περάσουν «μια μικρή ποσότητα» μαριχουάνας από τα σύνορα του Μεξικού χωρίς να κινήσουν υποψίες.

Αν οι Μίλερς δεν αποτελούν ακριβώς μια συνηθισμένη οικογένεια, η ταινία είναι μάλλον μια συνηθισμένη αμερικανική κωμωδία, με τη διαφορά ότι αποδεικνύεται σχετικά ανώτερη του σωρού και, ευτυχώς, των ομολογουμένως χαμηλών προσδοκιών. Το σενάριο του ιδιόρρυθμου αυτού road movie επιφυλάσσει ορισμένες απολαυστικές παρεξηγήσεις (όπως αυτή με το μωρό-μαριχουάνα, που προσφέρει και την πιο ξεκαρδιστική στιγμή του φιλμ) μα και άλλες τόσες εύκολες ή ανέμπνευστες λύσεις, τις οποίες δεν δείχνει ποτέ να κάνει κάποια προσπάθεια να αποφύγει. Πέραν τούτου όμως, η «Οικογένεια Μίλερ», διαθέτοντας ένα «πιασάρικο» και διασκεδαστικότατο στόρι και κυρίως ένα αποτελεσματικότατο καστ με τέλεια αντίληψη της κωμωδίας, δύσκολα θα αφήσει κάποιον παραπονεμένο. Με εξαίρεση όσους παρασυρθούν από τον αδικαιολόγητο ιντερνετικό σάλο γύρω από το στριπτίζ της Aniston, το οποίο ήταν εξαρχής προορισμένο να απογοητεύσει…

Συστήνεται χωρίς δεύτερη σκέψη στους φαν της mainstream αμερικανικής κωμωδίας, αλλά και όλοι όσοι περνούν απλώς καλά με αυτήν θα το διασκεδάσουν. Αξίζει σημείωσης και ένα όμορφο στιγμιότυπο τιμητικής αναφοράς στα «Φιλαράκια», τη μεγάλη επιτυχία της Aniston, το οποίο είναι και η μόνη ενδιαφέρουσα στιγμή των -κατά τα άλλα σαχλών- τελικών bloopers.

Βαθμολογία: 2/5

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Therese Desqueyroux / Το κρυφό πάθος της Τερέζ Ντ. (2013)

Η τελευταία ταινία που έκανε ο Claude Miller πριν πεθάνει στα μέσα της προηγούμενης χρονιάς, αποτελεί τη δεύτερη κινηματογραφική διασκευή του ομότιτλου μυθιστορήματος του Francois Mauriac. Δυστυχώς όμως, μάλλον προβλέπεται να περάσει απαρατήρητη. Η σκηνοθεσία του Miller προσδίδει πράγματι στο φιλμ μια κλασική χροιά, όπως απαιτεί το πρωτότυπο υλικό, γεγονός όμως που δεν ξεπερνά εντέλει τα πλαίσια της ψευδαίσθησης. Ο Γάλλος σκηνοθέτης επιτυγχάνει ένα αισθητικά άψογο αποτέλεσμα, δημιουργώντας εύστοχη ατμόσφαιρα εποχής και χρησιμοποιώντας με προσοχή τα λίγα μουσικά ακούσματα που διαθέτει, όμως ο τρόπος που χειρίζεται το ίδιο το φιλμ και τους χαρακτήρες του είναι υπερβολικά ψυχρός για να καταφέρει κάποιο επίτευγμα επί της ουσίας. Η μόνιμη μελαγχολία καταλήγει μονότονη, «βαραίνει» το φιλμ και καθιστά κουραστικά τα εκατόν δέκα λεπτά του με τους χαρακτήρες να αδυνατούν να τα υποστηρίξουν καθώς κρύβουν έναν πολύ πλουσιότερο εσωτερικό κόσμο από αυτόν που έχουμε τη δυνατότητα να καταλάβουμε.

Όλη αυτή η αίσθηση αντικατοπτρίζεται και στην ερμηνεία της Audrey Tautou, η οποία, αν έβλεπε κανείς μόνο ένα απόσπασμα του φιλμ, θα έδινε την εντύπωση μιας αληθινά καλής στιγμής στην καριέρα της πάλαι ποτέ Amelie. Στο σύνολο της ταινίας όμως η ερμηνεία της φαντάζει καθαρά μονότονη και σχεδόν ρηχή, κατορθώνοντας σπάνια να αποτυπώσει το βάθος που αναλογεί στο χαρακτήρα της, κάτι για το οποίο, βέβαια, ευθύνονται πιθανότατα εξίσου σενάριο και σκηνοθεσία.

Βαθμολογία: 2/5

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Mobius / Ο κύκλος του Mobius (2013)

Ιδιαιτέρως καλοστημένο κατασκοπικό-δραματικό θρίλερ, που δεν εκπλήσσει ως κάτι το απόλυτα καινούριο, αλλά ως ένα αληθινά καλοφτιαγμένο φιλμ. Το σενάριο επικεντρώνεται (εντονότερα απ’ όσο κανείς θα περίμενε) στην παράτολμη όσο και παθιασμένη ερωτική σχέση του χαρακτήρα του Jean Dujardin με αυτόν της Cecile De France, κάτι που σκηνοθετικά υποστηρίζεται με όλο τον ρομαντισμό, αλλά και τη μελαγχολία που του αρμόζει. Η σκηνοθεσία του μάλλον άγνωστου Eric Rochant είναι εξαιρετική, διατηρώντας το σασπένς σχετικά υπόγειο και υιοθετώντας μια αξιοπρόσεκτη, πιο αργή απ’ ό,τι συνηθίζεται στο είδος σκηνοθετική μανιέρα, η οποία δίνει έμφαση στο ρεαλισμό (με προσοχή στους ήχους) και την οποία σιγοντάρει η απολαυστικά ταιριαστή μουσική του Jonathan Morali.

Πλάι στην αξιέπαινη σκηνοθεσία και το καλογραμμένο σενάριο, ίσως το δυνατότερο ατού του φιλμ αποτελούν οι ερμηνείες του. Παρόλο που και η Cecile De France είναι εκπληκτική, ο βραβευμένος με Όσκαρ Jean Dujardin είναι εκείνος που αξίζει κάθε χειροκρότημα. Ο Γάλλος ηθοποιός, αφού το διαπιστώσαμε με την βουβή, οσκαρική του ερμηνεία στο «The Artist», πλέον μας καθιστά απόλυτα βέβαιους για το σπουδαίο ερμηνευτικό (και όχι μονάχα κωμικό) ταλέντο του και την ικανότητά του να εξωτερικεύει μέσω του εντυπωσιακά εκφραστικού βλέμματός του τα πιο βαθιά συναισθήματα...

Βαθμολογία: 3/5

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Η αδελφή μου/L'enfant d'en haut(2012)



  Το δράμα τοποθετείται σε ένα χιονοδρομικό κέντρο στην Ελβετία, με ένα αγόρι να υποστηρίζει οικονομικά την αδερφή του κλέβοντας από εύπορους επισκέπτες.
  Ο 12χρονος Simon(εξαιρετική ερμηνεία από τον μικρό Kacey Mottet Klein) μένει σε ένα ημιτελές διαμέρισμα στους πρόποδες των Άλπειων, μαζί με την αδερφή του Louise(Léa Seydoux) σε συνθήκες άγριας φτώχειας,στο κοινωνικό περιθώριο.  Η Louise, αποστασιοποιημένη συναισθηματικά απο τον (ανεξάρτητο και αυτάρκη) αδερφό της,προσπαθεί να αποκατασταθεί,μεταπηδόντας απο σχέση σε σχέση κι απο δουλεια σε δουλειά.      
 Η ταινία, μέσω ενός συνεχούς εσωτερικού μονολόγου, αγγίζει έντονα κοινωνικά θέματα, όπως η φτώχεια, η περιθωριοποίηση και η μοναξιά.
  Το σενάριο και η σκηνοθεσία της  Ursula Meier συνθέτουν ένα πολύ δυνατό δράμα. Η ταινία κινείται σχετικά αργά, αλλά με σημαντικές τροπές, που τελικά της δίνουν ρυθμό και κλίμα.Η Meier δεν μας καθοδηγεί συναισθηματικά και ξεφεύγει πλήρως απο όλα τα κλισέ του κοινωνικού δράματος.Το L'enfant d'en haut είναι μια δύσκολη, σκληρή, ρεαλιστική και αυθεντική ταινία. Ένα ακόμη βήμα στην συνεχή ανοδική πορεία του Ευρωπαϊκού  κινηματογράφου τα τελευταία χρόνια.

Βαθμολογία : 4/5

Mama (2013)

Βασικά, είναι για άλλη μια φορά ό,τι βλέπουμε τα τελευταία χρόνια στις μεταφυσικές ταινίες τρόμου. Για να κάνει ιδιαίτερη αίσθηση, το «Mama» θα χρειαζόταν κάτι πιο τραβηγμένο στα άκρα, κάτι πιο creepy, γενικώς «κάτι»… Για παράδειγμα, ενώ διαθέτει μια ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα, δεν ασχολείται επαρκώς με την ανάπτυξή της και προτιμά να κινηθεί σε πιο γνωστά και ασφαλή (χολιγουντιανά) μονοπάτια. Κι είναι κρίμα, γιατί υπήρχαν δυνατότητες για κάτι το διαφορετικό, μιας και η ταινία βασίζεται στην αξιοπρόσεκτη ομώνυμη μικρού μήκους του ίδιου σκηνοθέτη.

Βλέποντάς το όμως καθαρά ως αυτό που είναι, δηλαδή μια συνηθισμένη χολιγουντιανή ταινία τρόμου, το «Mama» δεν απογοητεύει παρά μόνο στο φινάλε του, όπου ρέπει προς ένα «μπαρτονικό» ύφος που μάλλον εντυπωσιάζει οπτικά παρά τρομάζει. Στην υπόλοιπη όμως διάρκειά του, το φιλμ εξυπηρετεί αποτελεσματικά το σκοπό του. Είναι ατμοσφαιρικό, διαθέτει αξιέπαινη φωτογραφία και πάντα υπάρχει η υπόνοια ενός στοιχειώδους μυστηρίου. Μεγάλο ατού αποτελούν οι ερμηνείες της Jessica Chastain και του (γνωστού κυρίως από το τηλεοπτικό «Game of Thrones») Nikolaj Coster-Waldau που βελτιώνουν αισθητά τη θέαση. Όσον αφορά όμως στο κυρίως ζητούμενο, τον τρόμο, η ταινία επίσης δεν σε αφήνει με παράπονο, καθώς διαθέτει στιγμές στις οποίες καθίσταται όχι συνταρακτικά, αλλά σίγουρα ικανοποιητικά τρομακτική. Ένσταση υπάρχει μόνο για την υπερβολική –και, από ένα σημείο κι έπειτα, καθόλου υπαινικτική- χρήση των CGI, γεγονός που εξακολουθεί να παρατηρείται στις ταινίες τρόμου παρότι έχει αποδειχτεί πολλάκις πως (σχεδόν) ποτέ δεν προσφέρει θετικό αποτέλεσμα…

Βαθμολογία: 2.5/5

Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

Midnight Son (2009)



Ο χλωμός σεκιούριτι Jacob με την σπάνια δερματική πάθηση, που δεν του επέτρεπε να βγαίνει στον ήλιο(Zac Kilberg) σίγουρα μου τράβηξε το ενδιαφέρον, από την αρχή κιόλας της ταινίας του(αγνώστου μέχρι τότε σκηνοθετικά) Scott Leberecht. Ειδικά όταν άρχισε να βλέπει το αίμα με άλλο μάτι, είχα αρχίσει να ποντάρω σε ένα νέο Let the right one in(Άσε το κακό να μπει του Σουηδού Tomas Alfredson),καθώς φαινόταν να προσεγγίζει με παρόμοιο-μεταμοντέρνο τρόπο τον μύθο του βρικόλακα.
    Εκεί ακριβώς όμως με έχασε. Φορτωμένη με κακοπαιγμένες-χορογραφημένες  σκηνές όποτε μιλάμε για δράση, μερικές gore προσπάθειες και αρκετές ανιαρές ερωτικές σκηνές, στο σύνολο τους ντυμένες με πολυχρησιμοποιημένα μουσικά θέματα, η ταινία δεν αργεί να αναλωθεί στο Χολιγουντιανό εμπορικό πρότυπο.
   Μια ιδέα-ευκαιρία που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε καλοστημένη περιπέτεια τρόμου, καταλήγει να είναι τίποτα παραπάνω από ένα βαμπιρικό ρομάντζο.

Βαθμολογία: 2.5/5

Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

Spoorloos / Η εξαφάνιση (1988)


«I want you to know, for me killing is not the worst thing.»


Ο George Sluizer μετρά τα χαρτιά του, και σκηνοθετεί το 1988 μια κλασική πλέον ταινία τρόμου, που αδιαμφισβήτητα  κατατάσσεται στις καλύτερες των τελευταίων σαράντα ετών.
Το Γαλλόφωνο (αλλά όχι Γαλλικό) Spoorloos  ξετυλίγεται προσεκτικά αλλά αποφασιστικά και καινοτόμα. Η «πηγή του κακού»  μας συστήνεται σχεδόν απευθείας. Έτσι, όλη η ταινία προσδιορίζεται όχι στο πολυχρησιμοποιημένο «ποιος» αλλά στο «πως» και σίγουρα, στο «γιατί» .
Ο ψυχοπαθής μας, καταφέρνει να εκλογικεύει και να δικαιολογεί κάθε του διαστροφή, πείθοντας μας αριστοτεχνικά για το πόσο φυσιολογικές είναι όλες του οι ενέργειες.
Τα συνεχή μπρος-πίσω του σεναρίου και η εμμονή του πρωταγωνιστή με την διαλεύκανση της εξαφάνισης της συντρόφου του κλιμακώνουν την ένταση και δεν σε αφήνουν σε ησυχία. Το Spoorloos
είναι μια βουτιά στο κενό που σε τραβάει κάτω μαζί της μέχρι το κρεσέντο, ένα από τα πιο ανατριχιαστικά φινάλε όλων των εποχών. 

Βαθμολογία: 4.5/5

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Elysium (2013)

Μετά την ευχάριστη έκπληξη του προ τετραετίας «District 9», ήταν φανερό πως το όνομα Neil Blomkamp επρόκειτο να μας απασχολήσει στο μέλλον. Το σαφώς ποιοτικότερο απ’ ό,τι κανείς θα περίμενε μπλοκμπάστερ που συνδύασε την sci-fi περιπέτεια με ένα ρεαλιστικό, ψευδο-ντοκιουμαντερίστικο στυλ και με την κοινωνική αλληγορία έκανε αίσθηση και ανέδειξε το φρέσκο και άκρως ευπρόσδεκτο δημιουργικό όραμα του Blomkamp, το οποίο ανυπομονούσαμε να ξαναδούμε.

Αυτό το καλοκαίρι λοιπόν η αναμονή για τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Καναδο-αφρικανού δημιουργού φτάνει στο τέλος της, με το «Elysium» να μην αποτελεί βεβαίως ένα ακόμη απλό καλοκαιρινό μπλοκμπάστερ του σωρού, αλλά να ανταποκρίνεται πλήρως στις προσδοκίες που ο σκηνοθέτης δημιούργησε με το εντυπωσιακό παρθενικό του εγχείρημα. Αν και μάλλον λιγότερο απολαυστικό από το «District 9», το «Elysium» διατηρεί ένα αντίστοιχο κοινωνικό υπόβαθρο στο στόρι του (η διαχωρισμένη κοινωνία με τους ευκατάστατους και τους ισχυρούς στον πολυτελή τεχνητό πλανήτη Elysium και τον υπόλοιπο κόσμο στη φτωχή και περιθωριοποιημένη Γη), ενώ δε διστάζει να κάνει ανάλογες παρατηρήσεις μέσω επιμέρους στοιχείων (οι αστυνομικοί-ρομπότ) και υπο-πλοκών του. Η φουτουριστική κοινωνία του Blomkamp, επιπλέον, απεικονίζεται με έναν έντονο, βρώμικο ρεαλισμό που σπάνια συναντάται στο είδος.

Βέβαια, το φιλμ διαθέτει αδυναμίες, τις οποίες είναι δύσκολο να παραβλέψει κανείς. Κάποιες φορές, είναι και δύσκολο να τις προσδιορίσει (υπάρχει μια αόριστη αίσθηση πως η ταινία δεν είναι όσο απολαυστική θα μπορούσε), γενικά όμως συνοψίζονται κυρίως στην ύπαρξη των εξ’ ορισμού κλισέ χαρακτήρων των Alice Braga και Emma Tremblay (ως μητέρα και κόρη αντίστοιχα), των εξίσου κλισέ φλας-μπακ των παιδικών χρόνων των πρωταγωνιστών, αλλά και μιας αδικαιολόγητα σοβαροφανούς σκηνοθεσίας, ιδίως στις σκηνές δράσης.

Η έκβαση του στόρι θα είχε ούτως ή άλλως σημαντική επίδραση στην συνολική εικόνα της ταινίας και αν περιοριζόταν σε ένα απόλυτα προβλέψιμο και αναμενόμενο φινάλε, αυτή θα αποδεικνυόταν μάλλον απογοητευτική. Ο Blomkamp, όμως, φροντίζει ευτυχώς να ολοκληρώσει την ιστορία του με το απρόσμενα λυτρωτικό, αλλά και συγκινητικό τέλος που της αξίζει, αποδεικνύοντας πως η κοινωνική υπόστασή της αποτελεί κάτι πολύ ουσιαστικότερο από απλώς μια πρόφαση για να χτιστεί πάνω σε αυτήν μια εμπορική, χιλιοειδωμένη περιπέτεια…

Βαθμολογία: 3/5

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

Before midnight / Πριν τα μεσάνυχτα (2013)

Κανείς δεν θα περίμενε πως το «Before sunrise», ίσως μία από τις πιο ερωτεύσιμες, αλλά και ρεαλιστικές ρομαντικές ταινίες, θα αποκτούσε συνέχεια και η αλήθεια είναι πως δεν τη χρειαζόταν καν. Το «Before sunset» όμως κατόρθωσε όχι απλώς να αγγίξει το εκπληκτικά υψηλό επίπεδο της πρώτης ταινίας, αλλά και, προσαρμοσμένο απόλυτα στην κατά εννέα χρόνια αυξημένη ηλικία των ηρώων του, να ενισχύσει σχεδόν πρωτοφανώς την ψευδαίσθηση ότι ο Jesse και η Celine είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακά ρεαλιστικοί κινηματογραφικοί χαρακτήρες: Ότι ζουν και αναπνέουν…

Έτσι, άλλα εννέα χρόνια μετά την δεύτερη ταινία, το γοητευτικό, μακροχρόνιο ταξίδι της σχέσης των δύο χαρακτήρων, τους οποίους γνώρισε το κινηματογραφικό πανί το 1995, αν όχι ολοκληρώνεται, συνεχίζεται και μοιάζει εξίσου φρέσκο και ερωτεύσιμο με την πρώτη φορά. Είναι εντυπωσιακό το πόσο συνεπείς στην ποιότητα και την ειλικρίνεια του εγχειρήματός τους είναι για τρίτη φορά οι δημιουργοί. Οι ταινίες του Richard Linklater δεν αποτελούν τριλογία για να ικανοποιήσουν τις επιταγές μεγάλων στούντιο, αλλά τη φανερή επιθυμία των ίδιων των δημιουργών να αφηγηθούν τη συνέχεια της ιστορίας τους. Μιας επιθυμίας που φαντάζει τόσο (συγκινητικά) φυσική και πηγαία, όσο και τα συναισθήματα που προκαλεί η ταινία (όπως άλλωστε και οι προηγούμενες) στον θεατή της.

Οι αριστουργηματικές ερμηνείες του Ethan Hawke και της Julie Delpy πλαισιώνονται αφενός από μια σειρά Ελλήνων ηθοποιών που προσφέρουν απρόσμενα καλές έως εξαιρετικές υποστηρικτικές ερμηνείες, με τον Πάνο Κορώνη να ξεχωρίζει, και αφετέρου από ένα ελληνικό τοπίο στο φόντο, το οποίο επ’ ουδενί δεν βρίσκεται εκεί για απλούς τουριστικούς λόγους. Διαδεχόμενη την Βιέννη και το Παρίσι των προηγούμενων ταινιών, η ηλιόλουστη Μεσσηνία φαντάζει εντυπωσιακά συμμέτοχη στο πνεύμα του φιλμ, συνοδεύοντας τους αγαπημένους μας ήρωες μάλλον διαφορετικά απ’ ό,τι οι άλλες δύο πόλεις. Η ηρεμία και η μελαγχολικά υπέροχη αίσθηση γαλήνης που αποπνέει η θέα της θάλασσας στο βάθος αποτελεί σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας των διακοπών ενός ζευγαριού που είναι μαζί για σχεδόν μια δεκαετία, σε αντίθεση με τις προηγούμενες, ολιγόωρες και γεμάτες ερωτικό ενθουσιασμό, συναντήσεις τους.

Με το δημιουργικό ταλέντο, όσο και πάθος των Hawke, Delpy και Linklater να μοιάζει ακόμα πιο ώριμο από πριν, το «Πριν τα μεσάνυχτα» παρότι, προφανώς, συγγενικό με τα άλλα δύο φιλμ - και ιδίως με το αυστηρά διαλογικό «Πριν το ηλιοβασίλεμα»- αποφεύγει υποδειγματικά τον κίνδυνο της κινηματογραφικής επανάληψης, κυρίως χάρη στην εσωτερική αλλαγή των ίδιων των χαρακτήρων. Η τρίτη και πιο «αληθινή» ταινία της τριλογίας μοιάζει διαιρεμένη σε τέσσερις μεγάλες διαλογικές σκηνές κατά τις οποίες παρακολουθούμε συζητήσεις, που θίγουν αναρίθμητα θέματα και σχεδόν συναρπάζουν. Και είναι αξιοθαύμαστη η σεναριακή δεξιοτεχνία με την οποία οι διάλογοι, κάτω από μια άκρως διακριτική σκηνοθεσία, μεταπηδούν από τα παιδιάστικα, ανώδυνα πειράγματα στους άλλοτε μικρότερους και άλλοτε μεγαλύτερους καυγάδες, στη συνέχεια στο χιουμοριστικό φλερτ και από κει στους ουσιώδεις εσωτερικούς προβληματισμούς, παρασέρνοντας πάντα και το θεατή συναισθηματικά μαζί τους.

Η τελευταία από τις τέσσερις εν λόγω εκτενείς σκηνές είναι εκείνη του μεγάλου τσακωμού του ζευγαριού. Προσπερνώντας τον αρχικό (δίχως ίχνος χυδαιότητας) ερωτισμό της, αλλά και το απολαυστικά ευχάριστο κλίμα του υπόλοιπου φιλμ, ο καυγάς φαντάζει κουραστικός, ασφυκτικός, μέχρι και ατελείωτος –όπως και στην πραγματικότητα. Κατά τη διάρκειά του, οι χαρακτήρες ξεδιπλώνουν κάθε πτυχή τους, αποκαλύπτουν τις διαφορές και τις ομοιότητές τους σε σχέση με το παρελθόν, κλείνουν το μάτι στο θεατή που βλέπει τον εαυτό του στην οθόνη. Και η κατάληξη όλου αυτού του τρομακτικού χειμάρρου διαφωνιών, αντιδράσεων και επίρριψης ευθυνών από τον έναν στον άλλον, τελικά είναι κάθε άλλο παρά απαισιόδοξη. Οδηγεί σε ένα αλησμόνητο, αυθεντικά συγκινητικό μέσα στην σταθερή λιτότητά του φινάλε, το οποίο χαρίζει αυτό το υπέροχο χαμόγελο που είναι ίσως το καλύτερο δώρο που μπορεί μια ταινία να προσφέρει στο θεατή της…

Το «Πριν τα μεσάνυχτα» φωτογραφίζει τους γνώριμους ήρωές του σε μία ακόμη, διαφορετική χρονική στιγμή της ζωής τους, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πόσο αυτή σε αφορά και καθιστώντας σε βέβαιο πως, ακόμα κι αν, προφανώς, δεν έχεις κι ούτε πρόκειται ποτέ να δεις τον Jesse και τη Celine από κοντά, τους γνωρίζεις βαθιά. Και, ίσως, τους αγαπάς…

Βαθμολογία: 4.5/5

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

The Mask / Η Μάσκα (1994)

Οι ερμηνευτικές υπερβολές του Jim Carrey συνδυάζονται με την ακόμα μεγαλύτερη, καρτουνίστικη υπερβολή των ειδικών εφέ και το αποτέλεσμα είναι ίσως ο πιο απολαυστικός ρόλος του διάσημου κωμικού! Ένας ρόλος τόσο αξιομνημόνευτα παλαβός, ώστε ο Carrey φαντάζει ιδανικός για την ενσάρκωσή του. Ο Stanley Ipkiss είναι ένας loser τραπεζικός υπάλληλος με χαμηλή αυτοπεποίθηση, του οποίου η ζωή τού προσφέρει πολύ λίγα για να είναι ικανοποιημένος με αυτήν. Ώσπου, τυχαία, θα ανακαλύψει μια μαγική μάσκα που θα του χαρίσει απίστευτες ικανότητες…

Αν ο Ipkiss μπορεί να θεωρηθεί σούπερ-ήρωας, τότε ανήκει στους πιο πρωτότυπους, αλλά και ουσιαστικότερους του είδους, καθώς οι δυνάμεις που του προσφέρει η «σούπερ» μάσκα δεν είναι η ικανότητα να πετάει και να βλέπει μέσα από τοίχους, αλλά να κάνει πραγματικότητα τις καταπιεσμένες του επιθυμίες! Με έναν μάλλον ανορθόδοξο τρόπο βέβαια, ο οποίος παριστάνεται κινηματογραφικά με ευρηματικά εφέ ξέφρενης διάθεσης, που συνάδουν περισσότερο σε παιδικό καρτούν παρά σε live-action κωμική περιπέτεια. Έτσι, ο Chuck Russell κατορθώνει να συνταιριάξει τόσο εύστοχα την πεζή πραγματικότητα που βιώνει ο ήρωας με μία τρέλα που παραπέμπει στα παραδοσιακά κινούμενα σχέδια, ώστε εντέλει αποτίνει έναν απολαυστικό φόρο τιμής στα τελευταία.

Αν και ο σκύλος Μάιλο μοιάζει να βρίσκεται εκεί απλώς για να προσφέρει εύκολες λύσεις στο σενάριο, εντούτοις υπάρχουν ορισμένες διακριτικές, αλλά αξιοσημείωτες ανατροπές-αντιθέσεις στους χαρακτήρες, όπως η αντιστροφή των ρόλων του κακού-καλού κοριτσιού της ιστορίας, αλλά και το γεγονός ότι σαφώς πιο «loser» από τον πρωταγωνιστή αποδεικνύεται τελικά ο «γυναικάς» φίλος του.

Η «Μάσκα» είναι εν ολίγοις μια εξαιρετικά διασκεδαστική και σταθερά αστεία κωμική περιπέτεια που διαθέτει πάνω απ’ όλα έναν εντυπωσιακό Jim Carrey τον οποίο δεν χορταίνεις να βλέπεις. 

Βαθμολογία: 3/5

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Before sunset / Πριν το ηλιοβασίλεμα (2004)


Ο Jesse και η Celine έχουν μεγαλώσει εννέα χρόνια από τότε που τους γνωρίσαμε για πρώτη φορά στο υπέροχο «Before sunrise», τόσο στο κινηματογραφικό τους στόρι όσο και στην πραγματικότητα και το ίδιο κι ο δημιουργός Richard Linklater. Και αυτή η διαφορά ηλικίας είναι αισθητή όχι μόνο στα πρόσωπα των ηθοποιών, αλλά διαφαίνεται ως ωριμότητα σε όλους σχεδόν τους τομείς του φιλμ.

Αρχικά, εκείνος ο απίστευτα έντονος, ακράτητος και αξιοζήλευτος ρομαντισμός της πρώτης ταινίας εκφράζεται αυτή τη φορά με διαφορετική προσέγγιση, που συνάδει απολύτως με την εν λόγω ηλικιακή διαφορά. Είναι εξίσου πηγαίος, αλλά υπόγειος. Η ταινία επενδύει στη διαλογική στιβαρότητα της προηγούμενης και αυτό που (τολμά να) κάνει είναι να αφηγηθεί υπαινικτικά τη συνέχεια του εκπληκτικού της love story αποκλειστικά μέσα από μια συζήτηση πραγματικού, σχεδόν, χρόνου, διαμορφωμένη σεναριακά τόσο από τον Linklater, όσο και από τους πρωταγωνιστές Ethan Hawke και Julie Delpy, ώστε να είναι πιο βαθυστόχαστη και ακόμα πιο ρεαλιστική από όσο στο «Before sunrise»! Οι δύο χαρακτήρες ξανασυναντιούνται μετά από τόσον καιρό με τρόπο πανέμορφο και ο αναμφίβολος έρωτας που αιωρείται σχεδόν διακριτά στον αέρα τούς δίνει το έναυσμα για να αναλύσουν σκέψεις, να ανταλλάξουν απόψεις πάνω σε θέματα γενικού χαρακτήρα που αφορούν και ενδιαφέρουν κάθε θεατή, να προβληματιστούν και μαζί τους να προβληματιστούμε κι εμείς. Μιλούν για τις επιθυμίες και τα συναισθήματά τους άλλοτε με ειλικρίνεια και άλλοτε λέγοντας ακριβώς το αντίθετο από αυτό που εννοούν, το οποίο όμως γίνεται παρόλα αυτά πάντοτε αντιληπτό!

Η σκηνοθετική δεξιοτεχνία του Linklater είναι μεγάλη, αλλά διακριτική. Η λειτουργία της κάμερας περιορίζεται στο να ακολουθεί τους πρωταγωνιστές στη διαδρομή τους στους δρόμους του Παρισιού με μακροσκελή μονοπλάνα, αφήνοντας όλον τον δυνατό χώρο στους δύο ταλαντούχους ηθοποιούς, παρουσία ελάχιστων δεύτερων ρόλων, να σε κερδίσουν και να σε γοητεύσουν όπως και την προηγούμενη φορά. Οι ήδη εξαιρετικές ερμηνείες των Ethan Hawke και Julie Delpy στο «Before sunrise» εδώ έχουν ωριμάσει και αποδεικνύουν την ερμηνευτική δεινότητά τους σε όλο της το μεγαλείο, ικανή να πείσει στο έπακρο πως οι χαρακτήρες τους είναι μέχρι το μεδούλι αληθινοί…

Ελάχιστα υποδεέστερο της πρώτης, χάνοντας μόνο σε μικρές λεπτομέρειες, παρά ταύτα όμως το «Before sunset» αποτελεί μια πανέμορφη συνέχεια της ταινίας που μας σύστησε δύο από τους πιο αγαπημένους σύγχρονους κινηματογραφικούς χαρακτήρες και ένα τολμηρό επίτευγμα που συγκινεί απαλά με τον εσωτερικό ρομαντισμό και τον ανεπιτήδευτο ρεαλισμό του.

Βαθμολογία: 3.5/5