Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Los ojos de Julia / Τα μάτια της Τζούλια (2010) - 3/5

Μετά το καταπληκτικό «Ορφανοτροφείο», ο αναμφίβολα ταλαντούχος Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο παρουσιάζει, ως παραγωγός, μια ακόμα ταινία τρόμου, που θυμίζει όμως, αυτή τη φορά, περισσότερο θρίλερ αγωνίας. Προσωπικά δεν τρόμαξα καθόλου ή ίσως ελάχιστα σε μία, άντε δύο μονάχα στιγμές. Σε αντίθεση με το ψυχολογικό-μεταφυσικό και πολύ πιο τρομακτικό θρίλερ του Μπαγιόνα, τα «Μάτια της Τζούλια» (βασικά προφέρεται Χούλια) δεν αποφεύγουν τις ευκολίες, περιέχουν μερικές συμπτώσεις που δεν πείθουν και στο τέλος αποδεικνύονται προβλέψιμα και αμήχανα. Για τους εκπαιδευμένους και προσεκτικούς θεατές δεν θα είναι δύσκολο να μαντέψουν την ταυτότητα του δολοφόνου.
Ωστόσο η σκοτεινή ατμόσφαιρα και το κλίμα μυστηρίου που δημιουργεί το φιλμ το καθιστά καθηλωτικό. Το ενδιαφέρον του σκηνοθέτη Γκιγιέμ Μοράλες μοιάζει στραμμένο σε άλλους τομείς απ’ ό,τι του Μπαγιόνα του «Ορφανοτροφείου», πράγμα καλό γιατί έτσι καταφέρνει να αποτρέψει συγκρίσεις που θα γυρνούσαν σαν μπούμερανκ εναντίων του. Ο Μοράλες δεν προκαλεί εσωτερική ένταση, αλλά προσπαθεί να κάνει την ταινία του όσο πιο φανερά δυνατή και αγωνιώδη μπορεί. Αυτός είναι πιο ασφαλής δρόμος και σίγουρα πετυχαίνει. Με την αγωνία, την διαρκή απορία και την αμφισβήτηση του θεατή για το ποιος είναι ποιος, ποιος λέει την αλήθεια και ποιος όχι κλπ να αυξάνονται συνεχώς, ο Μοράλες αξιοποιεί όλες τις έξυπνες ιδέες του σεναρίου και, με αποτελεσματικά σκηνοθετικά ευρήματα, σκαρώνει ένα πανέξυπνο παιχνίδι πάνω στο σκοτάδι και το φως, σε αυτό που βλέπεις και εκείνο που δεν μπορείς να δεις, την άγνοια και την γνώση ή, καλύτερα, αυτό που ξέρεις, αυτό που δεν ξέρεις και αυτό που νομίζεις ότι ξέρεις…

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Girl with a pearl earring / Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι (2003) - 3/5

Το «Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι» είναι μια χαμηλών τόνων, καλλιτεχνικά πανέμορφη ταινία που επιχειρεί να αφηγηθεί τη δημιουργία του γνωστού ομώνυμου πίνακα. Η ιστορία ακολουθεί μια νεαρή όμορφη υπηρέτρια (από τους καλύτερους ρόλους της Γιόχανσον, μια γλυκιά και «εύθραυστη» ερμηνεία) που δουλεύει στο σπίτι του ζωγράφου Γιόχανς Βερμέερ (ένας πάρα πολύ καλός Κόλιν Φερθ) και θα καταλήξει να είναι το κορίτσι που απεικονίζεται στον πίνακα, ενώ η οικειότητα μεταξύ αυτής και του ζωγράφου διαρκώς ενισχύεται…

Έχοντας ως κύριο θέμα τους πίνακες του Vermeer, η ταινία έχει εξαιρετικά προσεγμένη φωτογραφία, έτσι ώστε οι εικόνες, άλλοτε να φτάνουν στα όρια της ψυχεδέλειας και άλλοτε να μοιάζουν, πραγματικά, σαν κινούμενοι πίνακες! Η εξαιρετική της φωτογραφία, υποψήφια για Όσκαρ, συνοδεύεται αριστουργηματικά από μία όχι ιδιαίτερα αξιομνημόνευτη, αλλά αληθινά γοητευτική και μαγευτική μουσική επένδυση από τον Αλεξάντρ Ντεσπλά, που δεν σου επιτρέπει να σηκωθείς από τη θέση σου ούτε καν όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους, ώστε να κάτσεις να την απολαύσεις…

Ωστόσο κάτι λείπει από την ταινία. Είναι δύσκολο να προσδιορίσεις τι ακριβώς, αλλά κάτι λείπει. Αδυνατεί σε κάποιο βαθμό να σε ταυτίσει με τους χαρακτήρες, σε κρατά σε σχετική απόσταση, δεν σε αγγίζει απολύτως.

Παραμένει όμως μια αισθητικά  έξοχη, συνολικά σαγηνευτική και αρκετά ιδιαίτερη ταινία, που με κάποιο πιο «βαρύγδουπο» όνομα στη σκηνοθεσία, θα μπορούσε ίσως να φτάνει συνήθως άπιαστα ποιοτικά επίπεδα…

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

The party / Το πάρτυ (1968) - 3.5/5

Αφού ο Μπλέικ Έντουαρτς δημιούργησε με τον «Ροζ Πάνθηρα» (1963) τον αγαπημένο επιθεωρητή Κλουζό, το 1968 ήρθε η σειρά ενός ακόμη χαρακτήρα να μείνει στην ιστορία. Ο Hrundi Bakshi όμως όχι μόνο είναι πιο ξεχωριστός από τον Κλουζό (εξίσου βλάκας, άγαρμπος και αστείος, αλλά πιο ανθρώπινος, "κακομοίρης" και συμπαθής), αλλά και αναδεικνύει το κωμικό ταλέντο του μοναδικού Σέλερς πολύ εντονότερα.

Το «Πάρτυ» έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό που αποτελεί την κινητήρια δύναμή του και ακούει στο όνομα Peter Sellers. Η ταινία είναι σχεδόν one-man show και περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από τον αμίμητο πρωταγωνιστή της. Με κάποιο τρόπο, ακόμα και στις "αδρανείς" της στιγμές παραμένει διασκεδαστική, αφενός γιατί χρησιμοποιεί ως όπλο τις απίστευτες εκφράσεις του Σέλερς, αφετέρου γιατί θυμίζει βουβή κωμωδία, με αποτέλεσμα να μην περιμένεις για διαλόγους αλλά να παρατηρείς με ενδιαφέρον κάθε κίνηση που πραγματοποιείται. Υποστηρίζω ότι ως κωμωδία είναι σχεδόν βουβή όχι γιατί δεν έχει διαλόγους, αλλά γιατί σε αυτούς οφείλεται ελάχιστο από το συνολικό γέλιο και είναι, θα λέγαμε, "διακοσμητικοί". Αυτό προσδίδει στο φιλμ κάτι το τόσο, μα τόσο διαφορετικό και, παρότι συχνά του μειώνει τις ταχύτητες, το καθιστά έναν αληθινά ξεχωριστό, εμπνευσμένο και ασυγκράτητα ξεκαρδιστικό φόρο τιμής στην βουβή κωμωδία.

Και πέρα απ’ αυτά, στ’ αλήθεια αναρωτιέσαι αν οι σεναριογράφοι (μεταξύ τους και ο Έντουαρτς) είχαν πάρει τίποτα όταν έγραφαν το σενάριο, γιατί μοιάζει εξωφρενικός ο κατακλυσμός ατελείωτων ιδεών και η ακατάπαυστη έμπνευση που χαρακτηρίζουν το ανεπανάληπτο «Πάρτυ»…

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Monty Python's The meaning of life / Το νόημα της ζωής (1983) - 3.5/5

Οι θρυλικοί και αμίμητοι Monty Python διακωμωδούν την ίδια τη ζωή, αναζητώντας το νόημά της. Κατά τη διάρκεια της αναζήτησης θα υπάρξουν έξυπνα τραγούδια, «κουλοί» χαρακτήρες κάθε ηλικίας αλλά και ο ίδιος ο θάνατος αυτοπροσώπως (!), ξεκαρδιστικοί υποτιθέμενοι φιλοσοφικοί στοχασμοί, θεοπάλαβες (προφανώς) καταστάσεις, σάτιρα που εκτοξεύεται με φόρα προς όλες τις κατευθύνσεις (πιο ευδιάκριτες εκείνες της θρησκείας και της τηλεόρασης), ευφυείς ιδέες και μία πανέξυπνη ταινία μικρού μήκους να… εισβάλλει -κυριολεκτικά!- στην κανονική ταινία! Μέσα σ’ όλα αυτά βέβαια, έχουμε μερικές εκτός τόπου και χρόνου στιγμές (σε όλες τις ταινίες του γκρουπ υπήρχαν τέτοιες) και λείπει η υφολογική ενότητα του αριστουργήματος «Life of Brian», η ταινία ωστόσο παραμένει ευρηματικότατη και πιο… «σοβαρή» (ναι, καλό είναι αυτό) από το μάλλον υπερβολικά παλαβό για τα γούστα μου «Holy grail» -που όμως παραμένει αξέχαστο… Στην τελευταία κινηματογραφική τους εμφάνιση, οι Monty Python δίνουν ρεσιτάλ μαύρου χιούμορ, φυσικά θεότρελου και καυστικού...

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

X-men: First class / X-men: Η πρώτη γενιά (2011) - 3.5/5

Ο Μάθιου Βον ανέδειξε το ταλέντο του με μία από τις πιο cool αλλά και φρέσκιες super hero movies Kick-Ass») που έχουμε δει και έχει δηλώσει πως θα είναι εκείνος που θα αναστήσει το είδος. Πράγμα σίγουρα ευπρόσδεκτο, αν και μάλλον πολύ φιλόδοξο, μια και το «Kick-Ass», αν δεν ήταν σκηνοθετημένο με τέτοια ζωντάνια, θα έμοιαζε κι αυτό παραδομένο στα κλισέ. Έτσι χρειαζόταν να δούμε και κάποια ακόμη προσπάθεια του σκηνοθέτη για να πειστούμε. Το «X-men: First class» ήταν τόσο πολύ αναμενόμενο κυρίως λόγω του ονόματος του ανθρώπου που κρατά τα σκηνοθετικά ηνία. Και μετά τη θέασή του, μπορώ να πω ότι ο Βον με έπεισε απολύτως σχετικά με τη δήλωσή του…

Τι είναι αυτό που κάνει το «X-men: First class» τόσο πετυχημένο; Πρώτον, η ταινία ξεκινά την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ξεδιπλώνει την ιστορία της εντός της δεκαετίας του 1960. Η αίσθηση του ιστορικού αυτού πλαισίου την καθιστά πιο αληθινή, πειστική και ενδιαφέρουσα. Δίνει, με άλλα λόγια, έμφαση τόσο στο φανταστικό στοιχείο όσο και στην πραγματικότητα.
Αντίστοιχα, δεν είναι καθαρά μια περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας, αλλά περιέχει και δραματικά στοιχεία. Και με αυτόν τον τρόπο, έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε μια ομάδα ολοκαίνουριων, διαφορετικών X-men. Να σε τι μοιάζει να επενδύει το ενδιαφέρον του λοιπόν ο Βον: στους χαρακτήρες. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να τονιστεί η επιλογή των ηθοποιών, που είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακή. Ο Μάικλ Φασμπέντερ («Fish Tank») στο ρόλο του Έρικ Λένσερ / Magneto και η ανερχόμενη Τζένιφερ Λόρενς («Winters Bone») ως Μιστίκ είναι εκπληκτικοί και κλέβουν την παράσταση, κάνοντας το θεατή να αναθεωρήσει τη ματιά του απέναντι στους (γνώριμους από τις προηγούμενες ταινίες) ρόλους τους. Πάρα πολύ καλός επίσης είναι και ο Τζέιμς ΜακΆβοϊ στο ρόλο του καθηγητή Εξέιβερ να διαμορφώνει σταδιακά την προσωπικότητά του και τη μετέπειτα σοφία του, αλλά και ο αντιπαθέστατος και απίστευτα κακός… «κακός» Κέβιν Μπέικον… Στους χαρακτήρες διακρίνεται ένας πλούσιος σε σκέψεις και συναισθήματα εσωτερικός κόσμος που συνεπαίρνει (άλλοτε χαρακτηρίζεται από πόνο και οργή, άλλοτε από ντροπή, άλλοτε από αγάπη ή έρωτα και άλλα). Σωστά ο σκηνοθέτης διατηρεί τους χαρακτήρες στο επίκεντρο του φιλμ και υπάρχουν στιγμές που δημιουργεί μοναδική συναισθηματική ένταση.

Αξιοσημείωτα είναι ορισμένα κομμάτια της ταινίας, όπως η αναζήτηση νέων μεταλλαγμένων και η εκπαίδευσή τους, που αποδεικνύονται απολαυστικότατα, αλλά και το τέλος που προκαλεί συγκίνηση (!), ενώ υπάρχει και μία ξεκαρδιστική cameo εμφάνιση.
Το φινάλε είναι εξαιρετικό. Δε μιλάω για την «τελική αναμέτρηση» (πολύ καλή κι αυτή by the way…), αλλά για ό,τι ακολουθεί. Οι πρωταγωνιστές δείχνουν τον αληθινό τους εαυτό. Ό,τι νιώθει ο ένας για τον άλλον κλιμακώνεται, λίγο πριν παραταχθούν σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Το δίλλημα της Μιστίκ κορυφώνεται και καθηλώνει με, τελικά, συγκινητικά αποτελέσματα… Και φυσικά όλο αυτό θα φάνταζε τελείως αδιάφορο, αν δεν ήταν ο Βον πίσω από την κάμερα να ξέρει ότι αυτό που πρέπει να προβάλλει δεν είναι η θεωρία (να προσπαθεί να σε πείσει με λόγους και επιχειρήματα για τις επιλογές των ηρώων), αλλά η ουσία (τα συναισθήματά τους, το ψυχολογικό τους υπόβαθρο, που σε ταυτίζει μαζί τους και σε κάνει να τους καταλάβεις).

Και βέβαια μην ξεχνάμε ότι πάντα μέσα σ’ όλα αυτά έχουμε ουκ ολίγες άκρως εντυπωσιακές σκηνές δράσης, που σε αφήνουν μέχρι και με ανοιχτό το στόμα…

Τέλος, η πέμπτη μέχρι στιγμής ταινία της σειράς αποτελεί και μία από τις ωριμότερες κινηματογραφικές μεταφορές κόμικ της Marvel και συνεπώς εδώ κορυφώνεται και ο στοχασμός των X-men πάνω στο ρατσισμό και τη διαφορετικότητα…

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Let me in / Άσε το κακό να μπει (2010) - 3.5/5


Πιστό ριμέικ της πολύ καλής σουηδικής ταινίας του Τόμας Άλφρεντσον, που θα μπορούσε ακόμα και να ξεπερνάει το πρωτότυπο αν δεν έχανε, βασικά, σε ουσία. Γιατί; Πολύ απλά γιατί είναι ριμέικ...

Ο Ματ Ριβς, που έκανε να μοιάζει ενδιαφέρον και εμπνευσμένο το σεναριακά κοινότυπο και ανέμπνευστο Cloverfield, δείχνει για άλλη μια φορά τις σκηνοθετικές του ικανότητες, διασκευάζοντας (ένα βιβλίο και) ένα σενάριο ταινίας που αν είχε δημιουργηθεί παλιότερα, τότε το ριμέικ της θα ήταν εξαιρετικό. Ο Ριβς διατηρεί την ατμόσφαιρα και το ύφος της ομώνυμης σουηδικής ταινίας και ξετυλίγει την ίδια, με μικρές έως αδιόρατες αλλαγές, ιστορία στο απαράλλαχτο ντεκόρ. Όσες αλλαγές κάνει, βέβαια, δεν είναι καθόλου άστοχες: Δεν δίνει τόση έμφαση στους ήχους, αλλά στο φωτισμό και στις σκιές, υποβάλλοντας το θεατή με την αίσθηση του υπόγειου σασπένς. Το συγκεκριμένο φιλμ κλίνει περισσότερο προς ταινία τρόμου, παρά προς δραματικό θρίλερ και αυτό ως διαφοροποίηση είναι αξιόλογη. Δεν ξεπέφτει σε πρόχειρο τρόμο αμερικανικών δεδομένων, αλλά προκαλεί μια γενικότερη αίσθηση αυτού. Και εδώ νομίζω ότι κερδίζει σε σχέση με το παλιό, γιατί είναι κι η ένταση μεγαλύτερη, αλλά και η ταινία ποτέ δεν γίνεται καθαρά τρόμου, πάντα υπάρχει ένα ψυχολογικό υπόβαθρο που την κάνει να ξεχωρίζει από άλλες συγγενικές. Και προς έκπληξή μου, ο Ριβς δε φοβάται να γίνει ρομαντικός. Πολύ!

Και, καθώς προσωπικά έκρινα την ταινία του Άλφρεντσον ελαφρώς πιο συγκρατημένη απ' όσο θα έπρεπε, αυτή του Ριβς κερδίζει πόντους...

Εκεί όμως που η αμερικάνικη εκδοχή του "Άσε το κακό να μπει" υστερεί συγκριτικά με τη σουηδική είναι ειδικότερα η ανάλυση χαρακτήρων (επίσης αφήνεται να ξεχαστεί γρήγορα το θέμα σχετικά με το φύλο της Άμπυ) και γενικότερα κάτι πολύ σημαντικότερο: Δεν δίνεται ποτέ η απάντηση στο ερώτημα γιατί έπρεπε να γίνει remake. Δεν προσφέρει κάτι καινούριο και ουσιαστικό στο φιλμ του Άλφρεντσον, πράγμα που αποδεικνύεται στο φινάλε. Αυτό του Ριβς έπρεπε να είναι όσο το δυνατόν πιο αποστασιοποιημένο από το αξέχαστο εκείνο του ορίτζιναλ, που αποτελεί προσωπικό εύρημα και θρίαμβο του σκηνοθέτη του. Δυστυχώς δεν διαφοροποιείται παρά ελάχιστα (το αμερικάνικο είναι πιο σκοτεινό, κρύβει περισσότερη ένταση, αλλά βασικά παραμένει copy-paste) και αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος της ταινίας. Μετά το τέλος της, η αίσθηση που αφήνει είναι η ίδια με το αδελφάκι της, φανερώνει όμως έτσι την εξάρτησή της από αυτό.

Στον τομέα των ερμηνειών έχουμε μια εντυπωσιακή, μελαγχολική και πανέμορφη Κλοέ Μορέτζ να κλέβει την παράσταση και να αρχίζει να αναδεικνύεται όντως σε ταλέντο (δεν μου έκανε τέτοια αίσθηση στο «Kick-Ass»), ενώ κατά κάποιον περίεργο τρόπο, ο νεαρός πρωταγωνιστής μοιάζει και συχνά παραπέμπει άμεσα στην ιδιαίτερη φυσιογνωμία του μικρού Σουηδού του 2008.

Συνοπτικά:
Απόκοσμο, τρυφερό, σκληρό, μελαγχολικό και ρομαντικό, το «Let me in» είναι ένα ικανοποιητικό remake του σουηδικού «Let the right one in» και θα μπορούσε να χαρακτηρίζεται ως μία εκ των σπανίων περιπτώσεων όπου ο μαθητής (Ματ Ριβς) ξεπερνά ακόμα και το δάσκαλο (Τόμας Άλφρεντσον). Το μοναδικό πρόβλημα είναι ότι ο Ριβς παραμένει εξαρτημένος από την πρωτότυπη ταινία και συνεπώς δε διακρίνονται παρά ελάχιστες διαφορές. Το ότι δε διαφοροποιείται, ωστόσο, καθιστά την ταινία εξίσου καλή με το original

Άρα ποια από τις δύο ταινίες να επιλέξω;

Η σουηδική version αξίζει περισσότερο από την άποψη ότι είναι η πρωτότυπη ταινία και αποτελεί μια ευρωπαϊκή ματιά πάνω στον βαμπιρικό μύθο, κάτι που δε βλέπουμε κάθε μέρα…

Αν είστε βέβαια φαν είτε αποκλειστικά του αγγλόφωνου σινεμά είτε της ανερχόμενης Κλοέ Μορέτζ τότε δεν θα χάσετε κάτι βλέποντας την αμερικάνικη…

Η επιλογή δική σας...

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Οnce / Μία φορά (2006) - 4/5

Βυθισμένη στα απολαυστικά τραγούδια της ευαίσθητη ταινία, που στο σύνολό της θυμίζει παρατεταμένο βίντεο κλιπ ή καλύτερα μια συρραφή πολλών τέτοιων. Ξέρω πως αυτό δεν ακούγεται καλό, γι’ αυτό σπεύδω να τονίσω ότι κινηματογραφικά η αξία του φιλμ είναι μεγάλη. Η σκηνοθεσία είναι υποδειγματική, φανερώνει μεγάλη αγάπη για τη μουσική και εξυμνεί την έκφραση μέσω αυτής. Ο φυσικός φωτισμός, επίσης, καθιστά το φιλμ εντυπωσιακά ρεαλιστικό. Οι δύο πρωταγωνιστές (και συνθέτες) δεν είναι επαγγελματίες ηθοποιοί αλλά μουσικοί, εντούτοις μοιάζουν να έχουν ταυτιστεί απόλυτα με τους ρόλους τους, δίνοντας πολύ καλές ερμηνείες και τραγουδώντας με πάθος. Τα τραγούδια είναι ασταμάτητα και αν κάτι τέτοιο σας αποθαρρύνει από το να δείτε το φιλμ, μην ανησυχείτε, εύστοχα η διάρκειά του είναι περιορισμένη στη μία ώρα και είκοσι λεπτά περίπου. Δίκαια τιμήθηκε με Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού για το πολύ καλό –και γνωστό- Falling Slowly. Με λίγα λόγια, το «Once» αποτελεί έναν μοναδικό, εκπληκτικό και ίσως ανεπανάληπτο συνδυασμό κινηματογράφου και μουσικής, που αποδεικνύει ότι οι δύο τέχνες μπορούν να αποτελέσουν και συγκοινωνούντα δοχεία…

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Due date / Μην σπρώχνεις, έρχομαι (2010) - 2/5

Πιο συγκρατημένο από το «Hangover», το «Due Date» του ίδιου σκηνοθέτη δε θα απογοητεύσει όσους επιζητούν κάτι κοντινό υφολογικά σε εκείνο ή όσους επιθυμούν να περάσουν απλώς ένα χαλαρό και διασκεδαστικό δίωρο. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο είναι το άλφα και το ωμέγα της ενδιαφέρουσας αυτής κωμωδίας και η θέασή της από ευχάριστη έως απολαυστική. Χιούμορ υπάρχει, ιδέες (όχι πάντα σωστά ανεπτυγμένες) δε λείπουν, ατάκες κλέβουν την παράσταση. Το σκηνοθετικό ύφος μοιάζει να αμφιταλαντεύεται μεταξύ της (σχετικής) ωριμότητας και της (σχετικής) παλαβομάρας –η μεν αντιπροσωπεύεται από τον Νταούνι, η δε από τον Γαλιφιανάκη. Αυτό είναι όμως και το θέμα, ότι όλα παραμένουν σχετικά και το έργο  δεν παίρνει ποτέ στ’ αλήθεια μπροστά ώστε να γίνει ξεκαρδιστικό. Όλα σχετικά και όλα ως ενός σημείου. Από τη στιγμή που οι καταστάσεις αρχίζουν να γίνονται πιο υπερβολικές, αρχίζει και το φιλμ να πλατειάζει…

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Into the wild / Ταξίδι στην άγρια φύση (2007) - 5/5

Όταν βλέπω μια αληθινά καλή ταινία, μια ταινία που αποτελεί μια ξεχωριστή και πραγματικά αξέχαστη εμπειρία, μια ταινία από αυτές που με σιγουριά μπορώ να χαρακτηρίσω αγαπημένες μου, τότε αυτή με στοιχειώνει μετά το τέλος της, δεν μου επιτρέπει να σκεφτώ τίποτα άλλο πέρα από αυτήν και με επηρεάζει ψυχολογικά πάρα πολύ έντονα. Καμία όμως μέχρι τώρα δε με έχει επηρεάσει τόσο πολύ όσο το Into the wild!

Αυτό οφείλεται στο ότι, ειλικρινά, ποτέ ξανά δεν έχω ταυτιστεί τόσο πολύ με κάποιον ήρωα όσο με τον μοναδικό Alexander Supertramp! Ο Σον Πεν με έκανε να νιώθω ό,τι νιώθει ο πρωταγωνιστής του, να θέλω ό,τι θέλει, να είμαι αυτός! Κάθε συναίσθημά του πίστευα κατά τη θέαση του έργου πως ήταν και δικό μου. Χάρηκα, θύμωσα, λυπήθηκα, ενθουσιάστηκα, απόλαυσα, φοβήθηκα, απογοητεύτηκα, αγάπησα και ερωτεύτηκα! Αυτόν το σκοπό εξυπηρετεί και η μεγάλη διάρκεια (δυόμισι ώρες!), να σε φέρει δηλαδή όσο το δυνατόν πιο κοντά με τον ήρωα και τα συναισθήματά του.

Θα περίμενε πιθανά κανείς τη σκηνοθεσία να μοιάζει σχετικά ερασιτεχνική, αφού ο Σον Πεν δεν έχει και ιδιαίτερα μεγάλη σκη-νοθετική εμπειρία. Προσωπικά, τη βρήκα αριστουργηματική! Πέρα από το ότι ο Πεν σε κάνει να ζεις αυτό που βλέπεις, δίνει έμφαση στην ακαταμάχητη ομορφιά της φύσης, που δεν μπορεί να συγκριθεί με κανένα -όμως κανένα!- άλλο μέσο οπτικού εντυπωσιασμού. Η μαγεία (γιατί περί μαγείας πρόκειται) της φύσης είναι απερίγραπτα δυνατή από μόνη της και στον κινηματογράφο μπορεί να κάνει απολαυστική μέχρι και την πιο άθλια ταινία. Αρκεί ο σκηνοθέτης να ξέρει πώς να την παρουσιάσει. Εκεί βρίσκεται και η συγκεκριμένη μεγάλη μαγκιά του Σον Πεν. Στο γεγονός ότι προβάλλει τη συναρπαστική δύναμη της φυσικής ομορφιάς σε όλο της το μεγαλείο!

Μόνο που η φύση ενίοτε γίνεται επικίνδυνη και τρομακτική. Ούτε αυτή η πλευρά της λείπει από την ταινία και μάλιστα παριστάνεται εξίσου αποτελεσματικά. Η μαγεία μετατρέπεται σε απειλή και η απόλαυση σε παραλυτικό φόβο. Η αίσθηση του –θανάσιμου- φυσικού κινδύνου έρχεται ως σοκ στα μάτια του εκατό τοις εκατό ταυτισμένου με τον πρωταγωνιστή θεατή, του οποίου ο συνήθως αναπαυτικός καναπές μοιάζει πια άβολος και ο κόμπος που νιώθει στο στομάχι του τον πανικοβάλει.

Αξίζει να σημειωθούν τα δύο κατά τη γνώμη μου δυνατότερα σημεία του φιλμ. Πρώτον, οι σκηνές της  Κρίστεν Στιούαρτ. Ό,τι δεν κατάφεραν οι τρεις μέχρι στιγμής ταινίες της σειράς Twilight, το καταφέρνει ο Σον Πεν μέσα σε δέκα μόνο λεπτά! Αισθάνεσαι κεραυνοβόλα ερωτευμένος με τη νεαρή ηθοποιό, για τον πολύ απλό λόγο ότι το συναίσθημα του έρωτα κυριαρχεί δυναμικά στις εν λόγω σκηνές, και φυσικά όχι επιφανειακά, όπως συμβαίνει όταν ένας δημιουργός παρασύρεται στον επίπεδο ψευτορομαντισμό των εμπορικών όρων, αλλά σε βάθος ικανό να “ξεθάψει” την πιο ευαίσθητη πλευρά του εαυτού σου! Η περιορισμένης διάρκειας ερμηνεία της πανέμορφης Στιούαρτ είναι συνταρακτική και η χημεία της με τον Έμιλ Χιρς τόσο ζωντανή που μιλάει απευθείας στην καρδιά!

Δεύτερον, το τέλος της ταινίας. Άριστα σκηνοθετημένο, σοκάρει, δεν κάνει χάρες και σίγουρα δεν μπορεί να σβηστεί εύκολα από τη μνήμη…

Τέλος, θα ήταν άδικο να μη γίνει λόγος για το εξαίρετο soundtrack της ταινίας από τον Eddie Vedder με το εκπληκτικό Guaranteed να ακούγεται τακτικά μέσα στο έργο, για τους υπόλοιπους ηθοποιούς όπως τους Χαλ Χόλμπρουκ, Γουίλιαμ Χαρτ και Κάθριν Κίνερ να δίνουν συγκινητικές ερμηνείες και φυσικά για το γεγονός ότι το αριστούργημα του Σον Πεν αποτελεί αληθινή ιστορία!

Συνοπτικά:
Η συγκλονιστική μαγεία της φύσης σε κάνει να χάνεις την αίσθηση του χρόνου και να χάνεσαι και ο ίδιος στην ομορφιά των εικόνων που πλαισιώνουν το εκπληκτικό καστ, η απειλή του κινδύνου, παράλληλα, σε τρομάζει, τα απολαυστικά τραγούδια του Έντι Βέντερ συνοδεύουν γοητευτικά μεγάλο μέρος του φιλμ, το τέλος σε στοιχειώνει και η άριστη σκηνοθεσία του Σον Πεν σε παραλύει καθώς έχεις την εντύπωση πως όσα βλέπεις τα ζεις! Όλα τα παραπάνω συνθέτουν μια αλησμόνητη, συναρπαστική ταινία-εμπειρία, την οποία μάλλον θα εκτιμήσει ιδίως το ανδρικό κοινό και προσωπικά αισθάνομαι συναισθηματικά δεμένος μαζί της, γιατί με άγγιξε βαθιά, πολύ βαθιά…

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Shaun of the dead / Το ξύσιμο των νεκρών (2004)

Ηθελημένη προχειρότητα, σκέτος χαβαλές και ανάμεικτη χιουμοριστική με gore διάθεση είναι στοιχεία που, αν ο Edgar Wright έδινε την εντύπωση πως θέλει να κάνει μια καλή ταινία, θα τη μείωναν σε σχετικά μεγάλο βαθμό, μα ο σκηνοθέτης φανερά σπάει απλώς πλάκα. Προσθέτει μερικές τιμητικές αναφορές στον Ρομέρο και δεν τον ενδιαφέρει ούτε η ποιότητα, ούτε προσπαθεί να αποφύγει κλισέ ή να ψάξει να βρει ξεκαρδιστικό χιούμορ. Η κοινότυπη «ενηλικίωση» του ήρωα θα ήταν απογοητευτική υπό άλλες συνθήκες, μα η ταινία έχει τέτοιον αέρα που δε σε πειράζει ούτε και σένα τίποτα. Και έτσι, δε χρειάζεται καν ιδιαίτερα εμπνευσμένο χιούμορ (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι της λείπουν πανέξυπνα και αξιομνημόνευτα ευρήματα, έμπνευσης της τελευταίας στιγμής όμως) γιατί μοιάζει από τη φύση της διασκεδαστική. Απολαυστικότατος είναι και ο πρωταγωνιστής, Simon Pegg, ο οποίος, νομίζω, είναι και η μεγαλύτερη δύναμη του έργου, γιατί πρώτος αυτός είναι που το καταδιασκεδάζει και περνά αυτήν την αίσθηση στο κοινό τέλεια.

Βαθμολογία: 2.5/5
The Three Flavours Cornetto trilogy