Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Switch (2011)

Έχω την εντύπωση πως οι Γάλλοι έχουν ταλέντο στην περιπέτεια. Μου φαίνεται πως οι γαλλικές περιπέτειες χαρακτηρίζονται από ένα συγκε-κριμένο, σοβαρό και ώριμο ύφος, που ξεπερνά τις αντίστοιχες αμερικάνικες. Και αυτός είναι και ο λόγος που το «Switch» κερδίζει πόντους και δεν επιτρέπει στις αφελείς στιγμές και τις υπερβολές του να πάρουν τον έλεγχο.

Η ταινία στο σύνολό της δεν ξεχωρίζει, είναι όμως αξιόλογη. Για να πω την αλήθεια θα μπορούσε να ξεχωρίσει, αν έδινε περισσότερη σημασία στον τίτλο της. Το ‘Switch’ υποτίθεται πως είναι ένα σάιτ ανταλλαγής σπιτιών και σε αυτό χρωστάει η ταινία το εξαιρετικά ενδιαφέρον σχόλιό της πάνω στην διαδικτυακή απάτη. Ο σκηνοθέτης όμως σιγά σιγά μοιάζει να ξεχνιέται, παραδίδεται στην καθαρόαιμη αστυνομική περιπέτεια και δεν γίνεται άλλη αναφορά στον τίτλο του φιλμ. Μέχρι τη σκηνοθετική σκυτάλη να αναλάβει ο αυτόματος πιλότος, η ταινία είναι καθηλωτική και το ενδιαφέρον του θεατή μέγιστο. Στη συνέχεια μετατρέπεται απλώς σε μία περιπετειούλα που αξίζει για μια βραδιά σε θερινό.

‘Αυτόματος πιλότος’; Περίπου. Σίγουρα δεν προσφέρει κάτι περισσότερο από μία επιτυχημένη επανάληψη όσων έχουμε δει και έχουμε ξαναδεί, ωστόσο ο σκηνοθέτης προσθέτει ένα προσωπικό στίγμα, δίνοντας αξιοσημείωτη προσοχή στα πλάνα του, τις κινήσεις της κάμερας, αλλά και στις τοποθεσίες των γυρισμάτων, που καθιστούν το έργο απολαυστικό.

Το να βλέπεις την γλυκύτατης φυσιογνωμίας ηρωίδα να πηδάει από μπαλκόνι σε μπαλκόνι φυσικά και είναι υπερβολικό, αλλά η μετατροπή της σε action girl δεν έγινε τόσο ξαφνικά όσο πολλοί υποστηρίζουν, αντίθετα η γυμναστική της στην αρχή της ταινίας αποτελεί προοικονομία του τι πρόκειται να ακολουθήσει και σαφή ένδειξη των ικανοτήτων της. Η (αφελής κατά τ' άλλα) σκηνή όπου βλέπουμε τη μητέρα με το όπλο στο χέρι πείθει ότι η Σοφί είχε γνώσεις και εμπερία επί του θέματος...

Τώρα άλλες αφέλειες και υπερβολές δεν μπορώ να πω ότι τις αποφεύγει και το βρήκα απαράδεκτο που μέσα σε γαλλική ταινία παρατήρησα διαφημίσεις αμερικανικών ταινιών…

Βαθμολογία: 2.5/5

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Harry Potter and the Deathly Hallows: part 2 / Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου: μέρος Β (2011) - 3.5/5


Τελείωσε…

Η σειρά ταινιών που (μαζί με το «the Lord of the rings») σημάδεψε την περασμένη δεκαετία, έφτασε στο τέλος της και είναι δύσκολο να το συνειδητοποιήσω… Από την προβολή της ταινίας επέστρεψα γεμάτος ενθουσιασμό και συγκίνηση. Ήμουν αρχικά απαισιόδοξος για τα δύο parts του τελευταίου κινηματογραφικού επεισοδίου, μα τελικά αυτά όχι απλά δικαίωσαν κάθε προσδοκία μου, αλλά αποδείχτηκαν και ακόμα καλύτερα από το βιβλίο της Rowling! Η απαισιοδοξία μου βασιζόταν τόσο στο βιβλίο που είχε αρκετά αδύναμα σημεία, όσο και στην σκηνοθεσία του Γιέιτς, για την οποία φοβόμουν ότι δεν θα καθιστούσε το μεγάλο φινάλε όσο μεγαλόπρεπο όσο του άξιζε.

Για να μη μακρηγορώ, η ταινία εν ολίγοις είναι ακριβώς έτσι όπως έπρεπε να είναι.

Επιτέλους έχουμε έναν ωριμότατο David Yates να δίνει απαντήσεις σε όλα (σχεδόν) τα ερωτήματα χωρίς περιττές φλυαρίες και να παράγει εντυπωσιακές εικόνες και ικανοποιητικότατη δράση. Τηρώντας τις αναλογίες, περιορίζει εξαιρετικά εύστοχα το χιούμορ (από κάποιο σημείο και μετά δεν υπάρχει καθόλου) και διατηρεί τη σκοτεινή και απειλητική ατμόσφαιρα. Δεν παραδίνεται όμως στη δράση και δεν είναι αυτή που  καθιστά το φιλμ ένα από τα κορυφαία της δεκαετούς σειράς.


Ο τελευταίος Χάρι Πότερ αποδεικνύεται όχι μόνο ο θεαματικότερος, αλλά και ο πιο ουσιαστικά ανατρεπτικός και συγκινητικός. Αποκαλύπτονται αλήθειες που σοκάρουν, ο θεατής αναθεωρεί την άποψή του για κάποια σημαντικά πρόσωπα και παρακολουθεί τον Χάρι για πρώτη φορά να φοβάται, να λυγίζει και να ζητά από τους (νεκρούς) γονείς του να βρίσκονται στο  πλάι του. Φοβερά λυπηρή η απώλεια γνωστών αγαπημένων προσώπων και σπαρακτικά συγκινητική η σεκάνς αναμνήσεων…

Ακόμα και ο παντελώς άστοχος επίλογος του βιβλίου είναι εδώ παρουσιασμένος σε συγκινητικούς τόνους…

Πώς να μην σε αγγίξει τέτοια ανατροπή σε ό,τι ήξερες μέχρι τώρα, όχι ως προς την ιστορία, αλλά ως προς τους χαρακτήρες; Εδώ όλοι αποκτούν ρεαλιστικότερη, πιο ανθρώπινη υπόσταση. Τολμηροί φοβούνται, κακοί ξεκλειδώνουν ‘φωτεινές’ πτυχές του εαυτού τους (και το αντίστροφο), όλοι είναι τρωτοί, κανείς δεν είναι τέλειος…

Έτσι λοιπόν, μοιάζει απίστευτο ότι το απολαυστικό δεκαετές ταξίδι μαγείας και περιπέτειας δε θα συνεχιστεί, αλλά σίγουρα η ολοκλήρωσή του ήταν απολύτως ικανοποιητική. Δόθηκε το τέλος που του άξιζε, ένα τέλος σκληρό, αλλά όπως αρμόζει σε κάθε παραμύθι, τελικά αισιόδοξο…
Δε θα μπορούσα να μην φτιάξω μια λίστα με τις ταινίες της σειράς, ξεκινώντας από αυτήν που μου άρεσε περισσότερο και καταλήγοντας σε εκείνη που μου άρεσε λιγότερο...


Τhe Deathly Hallows: Part 2 / Οι Κλήροι του Θανάτου: Μέρος Β (2011) - 3.5/5








Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

The tree of life / Το δέντρο της ζωής (2011) - 2/5

Η ζωή είναι ένα δέντρο. Οι διακλαδώσεις του αποτελούν τις επιλογές που μπορεί κανείς να κάνει στη ζωή, τα κλαδιά του τους δρόμους που μπορεί να ακολουθήσει. Ο Τέρενς Μάλικ θέτει αρχικά δύο δρόμους ως επιλογή, εκείνον της Φύσης και εκείνον της θείας Χάρης. Όσοι ακολουθούν το δρόμο της Φύσης, που αντιπροσωπεύεται από τον πατέρα (Μπραντ Πιτ), είναι εκείνοι που δεν ενδιαφέρονται παρά μόνο για τον εαυτό τους, που θέλουν μονάχα να περνούν οι ίδιοι καλά και χρησιμοποιούν ακόμα και τους άλλους για να το πετύχουν. Εκείνοι που ψάχνουν αφορμές για να είναι θυμωμένοι, που για όλα τους φταίνε οι άλλοι, που θεωρούν την καλοσύνη προϊόν εκμετάλλευσης. Ό,τι χαρακτηρίζει τη Φύση συνοψίζεται εύστοχα σε μία σκηνή καυγά του πατέρα με τα παιδιά του την ώρα του φαγητού. Στο πρόσωπο της μητέρας (Τζέσικα Τσάστεϊν) αντίθετα αντικατοπτρίζεται η Χάρη, που εκπροσωπεί την αγάπη, τη συμπόνια και τη συγχώρεση.

Ο Μάλικ ασκεί κριτική στους Αμερικανούς και σε κάποια κομμάτια της ιδεολογίας τους, όσο και στην κατάχρηση εξουσίας γενικότερα. Στοχάζεται πάνω στο νόημα της ύπαρξης και κυρίως στο πόσο ασύλληπτα μικρός είναι ο άνθρωπος σε σύγκριση με το σύμπαν, αλλά και με το έργο του Θεού(;). Οι πολυάριθμες εικόνες του σύμπαντος, η αναδρομή στη δημιουργία του κόσμου και το πέρασμα των δεινοσαύρων αποσκοπεί, εν μέρει τουλάχιστον, στην ενίσχυση του στοχασμού αυτού.

Οι συμβολισμοί και οι προβληματισμοί του Μάλικ άλλοτε μοιάζουν σύνθετοι και άλλοτε απλοϊκοί, πράγμα όμως αρκετά λογικό σε ένα έργο που είναι από την κορφή ως τα νύχια αφιερωμένο σε αυτούς. Ο σκηνοθέτης θέτει ερωτήματα τα οποία σαφώς δεν μπορεί να απαντήσει, αλλά στο τέλος ξεκαθαρίζει σε κάποιο βαθμό τη θέση του, αναζητώντας απαντήσεις στη θρησκεία.

Ως ταινία, το «Δέντρο της ζωής» είναι ‘δύσκολο’ και δεν θα ικανοποιήσει το θεατή που παρασύρεται από το άκουσμα βραβείων και του ονόματος του Μπραντ Πιτ, που παραπέμπει σε mainstream κινηματογράφο. Ο Μάλικ δεν κάνει mainstream κινηματογράφο, αλλά ισχυρά αντισυμβατικό. Υιοθετεί μια άναρχη, ‘ονειρική’ σεναριακή δομή, γεμάτη αμέτρητες σύντομες σκηνές, με σχεδόν ασταμάτητη (αλλά θαυμάσια) μουσική υπόκρουση, σα να βλέπεις βίντεο κλιπ. Όπως όμως είναι προφανώς αδύνατον να παρακολουθήσεις βίντεο κλιπ που διαρκεί πάνω από δύο ώρες, έτσι και η ταινία κουράζει, ενώ στο τελευταίο δεκάλεπτο μοιάζει αμήχανη και ατελείωτη.

Αυτό που αξίζει πραγματικά στο φιλμ, είναι το εικαστικό του κομμάτι. Αληθινά καταπληκτικό, σε αφήνει διαρκώς άφωνο. Υπάρχουν εικόνες που, αν και καθαρά βιβλικές, είναι πανέμορφες και φαντασμαγορικές. Κάθε, μα κάθε πλάνο μοιάζει εξαιρετικά προσεγμένο, η φωτογραφία του Emmanuel Lubezki θα ‘παίξει’ στα Όσκαρ και το αποτέλεσμα είναι οπτικά μαγευτικό. Ερμηνευτικά το έργο είναι επίσης εξαιρετικό. Όλοι ανεξαιρέτως οι ηθοποιοί, με αποκορύφωμα το βαθύ και ‘ραγισμένο’ βλέμμα του Σον Πεν, είναι εκπληκτικοί, ακόμα και τα παιδιά.

Ωραία όλα αυτά, μα τελικά ο Μάλικ πάνω απ’ όλα κάνει επίδειξη σκηνοθετικών ικανο-τήτων και όχι κάτι περισσότερο. Οι φιλοσοφικοί στοχασμοί του και οι θρησκευτικοί προβληματισμοί του μοιάζουν κομμάτι της επίδειξης και δεν διαθέτουν τόση  ουσία ώστε να δικαιολογείται η φήμη και οι διακρίσεις της ταινίας, πόσο μάλλον ο Χρυσός Φοίνικας με τον οποίο βραβεύτηκε στις Κάνες…

Συνοπτικά:
Ο Τέρενς Μάλικ στοχάζεται γύρω από τη ζωή και την ανθρώπινη ύπαρξη, παίρνοντας θέση απέναντι στα ερωτήματα που θέτει, χωρίς όμως να δίνει, φυσικά, απάντηση. Δεν είναι αυτό το πρόβλημα της ταινίας, είναι όμως ο λόγος για τον οποίο δεν δικαιολογείται τόση διάκριση. Δυνατά χαρτιά αποτελούν οι άψογες ερμηνείες και οι καλλιτεχνικοί και τεχνικοί τομείς που είναι απλά αριστουργηματικοί. Μόνο που όλα αυτά μοιάζουν κομμάτια μιας επίδειξης σκηνοθετικών ικανοτήτων, που επί δυόμισι, σχεδόν, ώρες, δεν μπορούν παρά να κουράσουν.

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Water for elephants / Νερό για ελέφαντες (2011) - 2.5/5

Παλιομοδίτικη ρομαντική ιστορία που, χωρίς να διαθέτει κάτι καινούριο ως θέμα, έχει ενδιαφέρον και επιχειρεί να προβληματίσει γύρω από την ανθρώπινη αδιαφορία για οτιδήποτε πέρα από το χρήμα, αλλά και την αξία της μόρφωσης. Το δεύτερο αρχικά μοιάζει με έναν εξαιρετικά επιτυχημένο στοχασμό, αλλά στη συνέχεια αναιρείται λόγω του μάλλον κοινότυπου και μισοδουλεμένου ρόλου της χλιαρής Γουίδερσπουν.

Τα βαγόνια της ταινίας κινδυνεύουν να εκτροχιαστούν από ευκολίες, αφελείς συμπτώσεις και ένα επίσης μισοδουλεμένο, αδύναμο φινάλε που παραπέμπει σε άλλα κλισεδιάρικα genres ταινιών. Αν θέλετε όμως τη γνώμη μου, το βασικό πρόβλημα της ταινίας είναι απλά ότι δεν θα τη θυμάστε την επόμενη μέρα.

Επειδή όμως είναι ό,τι πρέπει για μια βραδιά που δεν θέλετε να κάνετε κάτι το διαφορετικό, παρά να περάσετε ωραία, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι είναι μια πολύ εύπεπτη ταινία. Διαθέτει καλές ερμηνείες από τις δύο ανδρικές παρουσίες, τον Πάτινσον, που μετά το καλό «Remember me» αποδεικνύεται αξιόλογος ερμηνευτής, και τον βραβευμένο Βαλτζ, και τελειώνει με αρκετά συγκινητικό τρόπο (ικανοποιητικό για τους λάτρεις του είδους), δηλαδή απλώς μία ατάκα από τον Χολ Χόλμπρουκ («Into the wild»), που περιέχει όμως όλο το ζουμί…

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Hot Fuzz / Καυτοί και άσφαιροι (2007)


Οι Έντγκαρ Ράιτ και Σάιμον Πεγκ, δημιουργοί του «Shaun of the dead», επιστρέφουν για να επαναλάβουν, βασικά, τον εαυτό τους, με εξίσου πολύ κέφι και έμπνευση, αλλά περισσότερη ωριμότητα. Τα τηλεοπτικά στοιχεία που διακρίνονταν στη σκηνοθεσία του «Shaun» εδώ δίνουν τη θέση τους σε έναν ξέφρενα διασκεδαστικό, κεφάτο και φρενήρη ρυθμό που δικαιώνει κάθε προσδοκία σχετικά με ένα πράγμα: Ψυχαγωγία στο φουλ! Αυτή τη φορά το σενάριο είναι δυνατότερο, αλλά και αστειότερο, αφήνοντας πίσω τον πειραματικό χαρακτήρα της προηγούμενης κωμωδίας του Ράιτ και κατορθώνοντας χωρίς δυσκολία να γίνει ξεκαρδιστικό. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πήχης της σάτιρας έχει τεθεί πολύ υψηλότερα και ανακατεύονται ένα σωρό κινηματογραφικά είδη. Ερμηνευτικά, ο σοβαρότερος αυτήν τη φορά αλλά πάντα μοναδικός Σάιμον Πεγκ, ο Νικ Φροστ (ο οποίος στην ουσία ερμηνεύει τον ίδιο ακριβώς ρόλο με την προηγούμενη φορά), αλλά και όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί μοιάζουν να το καταδιασκεδάζουν και δίνουν απολαυστικές ερμηνείες.

Το "μυστικό" της επιτυχίας του «Hot fuzz»; Πιο πειστικοί χαρακτήρες απ' ό,τι στο «Ξύσιμο των νεκρών», απρόσμενα δυνατό μυστήριο, ξεσηκωτικά ενθουσιαστικές σκηνές ψευτο-τρόμου, χαβαλεδιάρικα ειρωνικό gore, μαύρο χιούμορ να δεσπόζει και μια εν μέρει αρκετά προβλέψιμη, αλλά πανέξυπνα γελοία ανατροπή στο τέλος, που διαθέτει "κατά τύχη" μια απολύτως επίκαιρη πολιτική αλληγορία!

Μόνο που, όπως και στο «Ξύσιμο των νεκρών» , έτσι κι εδώ σιγά σιγά βλέπει κανείς το πρόβλημα της ταινίας, που δεν είναι άλλο από το ότι παραδίνεται, τελικά, στα κλισέ. Παραμένει διασκεδαστικότατη, αλλά αυτό δεν αρκεί. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ολόκληρο το τελευταίο ημίωρο είναι αισθητά περιττό! Αν η ταινία είχε τελειώσει μισή ώρα νωρίτερα, πραγματικά, όχι απλώς θα φάνταζε περισσότερο ολοκληρωμένη (!), αλλά θα άφηνε την αίσθηση μιας τολμηρής και αληθινά πρωτότυπης κωμωδίας...

Αλλά, ας μην είμαστε πλεονέκτες, το φιλμ προτείνεται ανεπιφύλακτα ως μία έξυπνη, ξεκαρδιστική και πάνω απ' όλα διασκεδαστικότατη κωμική περιπέτεια…

Βαθμολογία: 3/5
The Three Flavours Cornetto trilogy 

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Paranormal activity 2 / Μεταφυσική δραστηριότητα 2 (2010) - 2.5/5

Σιγά μην έμενε ανεκμετάλλευτη η εντυπωσιακή όσο και αδικαιολόγητη επιτυχία του πρώτου Paranormal activity… Στο πρίκουελ “Paranormal activity 2” υπάρχει μεγαλύτερος προϋπολογισμός και η εμπειρία είναι φανερή. Κατά συνέπεια, αυτήν τη φορά δεν έχουμε ένα σχεδόν homemade θριλεράκι, αλλά μια «κανονική» ταινία που προσποιείται ότι είναι homemade θριλεράκι… Ωστόσο αυτό δεν στερεί ρεαλισμό από την ταινία. Το γεγονός ότι παρακολουθούμε τους ήρωες και μέσα από σταθερές κάμερες στους τοίχους είναι σωτήριο και πολύ αποτελεσματικότερο από την κάμερα χειρός, η οποία όχι μόνο σε ζαλίζει, αλλά χρειάζεται σκηνοθετική και σεναριογραφική μαεστρία για να μπορέσει να σε ταυτίσει με τους χαρακτήρες. Επίσης οι σταθερές κάμερες προσφέρουν ένα συγκεκριμένο και αμετάβλητο πλάνο, μέσα από το οποίο βλέπουμε μεγάλο μέρος του σπιτιού και αυτό κάνει την ταινία πολύ υποβλητική. Νιώθεις, με αυτόν τον τρόπο, ότι βρίσκεσαι και συ μέσα στο χώρο πολύ εντονότερα απ’ ό,τι στην πρώτη ταινία. Επομένως ενισχύεται και ο φόβος που σου προκαλεί το έργο. Σε αυτό συμβάλλει και κάτι ακόμα. Εδώ δεν έχουμε απλώς ένα ζευγάρι, αλλά οικογένεια, πράγμα που προσθέτει συναισθηματική ένταση. Όλα τα παραπάνω βοηθούν στο έντονο σασπένς που χτίζεται αργά αλλά μεθοδικά (και όχι στα είκοσι τελευταία λεπτά, όπως έγινε με το προηγούμενο φιλμ) μέχρι να οδηγήσει το θεατή σε σημείο να αισθάνεται πραγματικά τρομοκρατημένος!

Οπότε φτάνουμε στην κορύφωση του φιλμ και εκεί, στο πιο κρίσιμο σημείο, είναι που αρχίζει να βγαίνει στην επιφάνεια η προχειρότητα της σκηνοθεσίας. Ο κύριος Τοντ Γουίλιαμς, γε-μάτος έμπνευση, κάνει copy-paste την αξέχαστα τρομακτική σκηνή της σοφίτας του σοκα-ριστικού ισπανικού «REC», με μόνη διαφορά ότι… αντί για σοφίτα εδώ βρισκόμαστε σε υπόγειο! Ο θεατής που έχει… επιζήσει από την εμπειρία του REC, μυρίζεται γρήγορα την ομοιότητα μεταξύ των δύο ταινιών και πια ο τρόμος έχει εξαφανιστεί. Ο σκηνοθέτης βαρέθηκε φαίνεται και ξεπέταξε βιαστικά και το σεναριακά έξυπνο τέλος.

Πέρα απ’ αυτά, προσωπικά δε θεωρώ τα ερωτήματα που δεν απαντώνται ως πρόβλημα της ταινίας. Το είδος του ψευτο-reality δεν μοιάζει ακόμα ολοκληρωμένο και ποτέ δε δίνονται όλες οι ζητούμενες εξηγήσεις. Ένα ακόμα προτέρημα του δεύτερου Paranormal activity είναι ότι (να κάτι μη αναμενόμενο) κρύβει εκπλήξεις, εν αντιθέσει με το απόλυτα προβλέψιμο πρώτο! Έτσι κι αλλιώς, βέβαια, τα πρίκουελ συχνά ξεφεύγουν από τα στερεότυπα στην προσπάθειά τους να οδηγήσουν το στόρι τους εκεί απ’ όπου ξεκινά η πρωτότυπη ταινία.

Γενικότερα, τέλος πάντων, αξίζει το έργο ή όχι; Αν σας άρεσε το πρώτο φιλμ, τότε δεν έχετε λόγο να μη δείτε το δεύτερο. Ακόμα, βέβαια, κι αν περιμένατε ανώτερο αποτέλεσμα από το Paranormal activity, το “Paranormal activity 2” προτείνεται ως ακριβώς αυτό: Μια βελτιωμένη εκδοχή του κατ’ εμέ μέτριου πρώτου. Μην κάνετε όμως το λάθος και δείτε το 2 χωρίς να έχετε δει το 1…