Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Rosetta / Ροζέτα (1999)

Το σινεμά των αδελφών Dardennes δεν είναι συναισθηματικά ευπρόσιτο, μα κρύβει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Η αισθητική ωμότητα της «Ροζέτας», ο άμεσος ρεαλισμός με αδιαφορία προς τη σαφή δραματουργία και τους γνώριμους κινηματογραφικούς κανόνες δεν κάνουν τον θεατή να νιώσει ευπρόσδεκτος. Τον κρατούν σε απόσταση από τον συναισθηματικό κόσμο της πρωταγωνίστριας, ακόμα κι αν σωματικά τον φέρνουν συχνά σε απόσταση αναπνοής. Κι όμως, το φιλμ εξακολουθεί να ανήκει καθαρά στο σινεμά χαρακτήρων. Η ευκαιρία συναισθηματικής ταύτισης με την ηρωίδα δε μας δίνεται όχι γιατί δεν μας ενδιαφέρει ως χαρακτήρας, αλλά γιατί η στυλιστικά «γυμνή» σκηνοθεσία των Dardennes την αντιμετωπίζει αυστηρά αντικειμενικά. Δε μας ταυτίζει μαζί της, δεν μας ζητά να συμπάσχουμε, να τη συμπαθήσουμε ή να τη λυπηθούμε. Η οριακά εμμονική προσκόλληση της κάμερας πάνω της την κάνει να φαντάζει περισσότερο σαν ένα πειραματόζωο, ένα αντικείμενο μελέτης, με εμάς να αποτελούμε τους παρατηρητές πίσω από το μικροσκόπιο.

Η Ροζέτα ποτέ δε θα ανοίξει τα κρυμμένα χαρτιά της. Αυτό που στην αρχή δεν καταλαβαίνουμε δεν θα εξηγηθεί. Απλά ο θεατής (που θέλει) θα εξοικειωθεί με αυτό. Αντί να εκλογικεύσει την εκκεντρικότητά της, θα πατήσει πάνω της για να προσπαθήσει να κατανοήσει το χαρακτήρα της. Κι αν αυτός δεν του είναι απόλυτα κατανοητός, δεν είναι ούτε και στην ίδια τη Ροζέτα. Αν υπάρχει ένας βασικός ανταγωνιστής στο στόρι, είναι μάλλον ο εαυτός της. Κάθε πράξη της, κάθε επιλογή της, κάθε έκφραση του δυσανάγνωστου αυθορμητισμού της αποτελούν μια πάλη διαφορετικών πτυχών του χαρακτήρα της. Εκεί είναι που βρίσκονται οι ουσιώδεις δραματικές συγκρούσεις του φιλμ. Κι είναι η εντυπωσιακή πολυπλοκότητα αυτών των αντιφάσεων, το γοητευτικό βάθος του χαρακτήρα τόσο αυτής όσο και δευτερευόντως του συναδέλφου της Fabrizio Rongione (και φυσικά η συγκλονιστική ερμηνεία της Émilie Dequenne) που χάρισαν στην ταινία την κινηματογραφική αξία της -και ένα Χρυσό Φοίνικα το 1999.

Βαθμολογία: 3.5/5

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Umimachi Diary / Our little sister / Η μικρή μας αδελφή (2015)

Η «Μικρή μας Αδελφή» του έμπειρου Hirokazu Koreeda (των «After Life», «Nobody Knows» και «Like Father, Like Son») ανήκει στον κινηματογραφικό κόσμο της απλότητας, του μινιμαλισμού και των χαμηλών τόνων. Συνειδητά, δεν καταβάλλει κάποια προσπάθεια να προσφέρει κάτι το αξέχαστο, προτιμώντας να αφουγκραστεί με σεβασμό τις λεπτές θεματικές της παρά να μεγαλοποιήσει τον αντίκτυπό της σε κάτι ίσως επιτηδευμένα βαρύγδουπο και αναίτια υπερφιλόδοξο.  Έτσι, προκύπτει μια «μικρή» ταινία, οπτικά πανέμορφη και συναισθηματικά ζεστή.

Πρόκειται για μια ευαίσθητη παρατήρηση των ζωών μιας οικογένειας τεσσάρων κοριτσιών. Κάποια ιδιαίτερα συγκεκριμένη πλοκή απουσιάζει, όπως κι οποιαδήποτε στοιχειωδώς πομπώδης κορύφωση στην κύρια ή τις δευτερεύουσες ιστορίες. Ο Γιαπωνέζος δημιουργός τοποθετεί την εστίασή του στην πάντα υπολανθάνουσα θεματική της πατρότητας/μητρότητας, αφήνοντας αυτήν να καθοδηγήσει την ουσιώδη (όχι όμως κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί) ψυχολογική σπουδή. Το αποτέλεσμα γλυκό, αλλά μάλλον λησμονίσιμο.

Βαθμολογία: 2.5/5

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

An American Tail / Αμέρικαν Στόρι (1986)

Πρώην animator της Ντίσνεϊ που έφυγε από το στούντιο μαζί με μια ομάδα συναδέλφων του κατά την πολύπαθη παραγωγή της «Αλεπούς και του Κυνηγόσκυλου», ο Don Bluth χάραξε την δική του πορεία στο παιδικό animation. Διαφωνώντας με την καλλιτεχνική φιλοσοφία της Ντίσνεϊ ο Bluth και η ομάδα του δημιούργησαν το δικό τους στούντιο, παράγοντας μια σειρά επιτυχιών που δημιούργησαν τη μεγαλύτερη ως τότε ανταγωνιστική δύναμη για την κυρίαρχη στο χώρο εταιρία. Tο «An American Tail» αποτελεί τη δεύτερη αυτόνομη ταινία του Bluth, σε συμπαραγωγή του Steven Spielberg.

Σε μια εποχή που η Ντίσνεϊ, με εξαίρεση το καταπληκτικό «Η Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο», παρήγαγε μια σειρά από διασκεδαστικά και όμορφα μεν, μα λησμονίσιμα και μάλλον συνταγογραφημένα φιλμ που λίγα περισσότερα είχαν να προσφέρουν από μια ανάλαφρα ευχάριστη θέαση, ο Bluth απαντά με κάτι σαφώς πιο τολμηρό. Κατηγορούμενο στην εποχή του ως υπερβολικά καταθλιπτικό για παιδιά, το «American Tail» καταπιάνεται με το δύσκολο θέμα της μετανάστευσης και φορτώνει τον εαυτό του με ένα ασυνήθιστο συναισθηματικό βάρος. Το στόρι ακολουθεί μια οικογένεια Εβραίων στα τέλη του 19ου αιώνα, η οποία μεταναστεύει από τη Ρωσία στην Αμερική για σωτηρία από τις βίαιες επιθέσεις των Κοζάκων και αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Βεβαίως, οι ήρωες είναι ποντίκια και περισσότερο από τους έφιππους Κοζάκους θέλουν να ξεφύγουν από τις πεινασμένες ρώσικες γάτες, μα οι ιστορικές αναφορές και οι κοινωνικοπολιτικοί παραλληλισμοί παραμένουν άμεσοι. Η φτώχεια και η σκληρότητα της ξενιτιάς, ο χαμός αγαπημένων προσώπων (πόσο μάλλον ενός παιδιού), η μαφία και η παιδική εκμετάλλευση κάνουν, εν συνεχεία, το πέρασμά τους από την οθόνη.

Πάνω σε αυτό το σκοτεινό υπόβαθρο λοιπόν, ο Bluth διηγείται μια απολαυστικότατη και διασκεδαστική ιστορία με χαριτωμένα ποντίκια και μοχθηρές γάτες, έναν από τους πιο «cute» animated πρωταγωνιστές που έχει δει το κινηματογραφικό πανί και αληθινά υπέροχα τραγούδια που θα έκαναν τον Walt Disney να πρασινίσει από ζήλια. Αν και δεν χειρίζεται την πλοκή και τη δράση με την ίδια δεξιοτεχνία που επιδεικνύει στο χτίσιμο του συναισθηματικού του κορμού, το φιλμ εντυπωσιάζει με το πώς καταφέρνει να συνδυάσει όλα τα στοιχεία μιας επιτυχημένης παιδικής ταινίας με πιο ενήλικα θέματα, χωρίς αυτά να το βαραίνουν υπερβολικά ή να στερούν την παιδική του αθωότητα.

«Ντισνεϊκή» ταινία εκτός Ντίσνεϊ που βάζει τα γυαλιά στις τότε χλιαρές απόπειρες του κυρίαρχου στούντιο, το φιλμ του Don Bluth αξίζει να μνημονεύεται πλάι στα πιο δημοφιλή κλασικά «ξαδερφάκια» του.

Βαθμολογία: 3.5/5