Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

La jaula de oro / Κελί από χρυσάφι (2013)


Δύο αγόρια και ένα κορίτσι -μεταμεφιεσμένο σε αγόρι για την ασφάλειά του- επιχειρούν να μεταναστεύσουν από τη Γουατεμάλα στις ΗΠΑ προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής. Ένας τέταρτος, μοναχικός έφηβος που δεν μιλάει λέξη Ισπανικά τους ακολουθεί στην πορεία τους, διεκδικώντας, με τον τρόπο του, μια θέση στην παρέα τους.

Κάπως έτσι, ξεκινά όχι μόνο μία οδύσσεια επιβίωσης και αναζήτησης κάποιας θολά λυτρωτικής Ιθάκης (σηματοδοτούμενης από τις λυρικές εικόνες χιονιού), αλλά και ένα ταξίδι στην παγκόσμια γλώσσα των ανθρώπινων σχέσεων. Γι’ αυτό και το φιλμ δεν αντλεί την αξία του μονάχα από τη ρεαλιστική αποτύπωση μιας σκληρής, μακρινής για εμάς (;) πραγματικότητας, αλλά, κυρίως, από τη βαθιά ανθρωπιά του και την καθολικότητα με την οποία αντιμετωπίζει την ανθρώπινη επικοινωνία. Δεν καταλαβαίνουμε ποτέ τα ακριβή λόγια του νεαρού Chauk (Rodolfo Dominguez), μα πάντα αντιλαμβανόμαστε πώς αισθάνεται. Και η σχέση του με τα άλλα παιδιά, καλή ή κακή, αναπτύσσεται ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διαλογικής επικοινωνίας, εστώ κι αν αυτή επιχειρείται. Γιατί καμία πολιτική συγκυρία και κοινωνική (ή γεωγραφική) θέση δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τους ανθρώπους από αυτό που καθένας –ανεξαιρέτως- είναι πάνω απ' όλα: άνθρωπος.

Με αντίστοιχο τρόπο μοιάζει να λειτουργεί, υπό μια έννοια, και η ταινία. Λιγοστός διάλογος και εκτεταμένες σιωπές, ελάχιστη μουσική, ήρεμη, χαμηλόφωνη σκηνοθεσία. Και μια ασυγκράτητη εσωτερική δύναμη που είναι αδύνατον να μη σε παρασύρει. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Diego Quemada-Diez, μας πιάνει από το χέρι και μας παίρνει μαζί με τους εκπληκτικούς, παρότι άπειρους πρωταγωνιστές του και τους (πάνω από 600) αληθινούς πρόσφυγες που συμμετείχαν στα γυρίσματα, σε μια απρόβλεπτη διαδορμή σοκαριστικής ειλικρίνειας, μέσα από την απολαυστική ομορφιά των φυσικών τοπίων και την τρομακτική ανθρώπινη "ασχήμια". Παραδίδει ένα ευρηματικό, φρέσκο και αντισυμβατικό δείγμα γραφής που κερδίζει όχι απλώς την προσοχή, αλλά τον θαυμασμό μας. Και μας αφήνει μουδιασμένους και άφωνους, ίσως και δακρυσμένους, ανίκανους να σηκωθούμε από τη θέση μας μέχρι να ολοκληρωθούν οι τίτλοι τέλους. Χτυπημένους από ένα κύμα απροσδόκητης συναισθηματικής ορμής και ωμής αλήθειας.

Βαθμολογία: 4/5 

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Coherence / Η νύχτα του κομήτη (2013)

Έχοντας δουλέψει πάνω στο κόνσεπτ του φιλμ για ένα χρόνο, ο James Ward Byrkit (συνεργάτης του Gore Verbinski) συγκεντρώνει ένα 8μελές καστ και γυρίζει, σχεδόν αποκλειστικά μέσα σε ένα σπίτι, ένα ανεξάρτητο, πειραματικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας με ισχνό budget και… χωρίς σενάριο! Στην έναρξή του, ο Byrkit δίνει την εντύπωση του απλού παρατηρητή ενός τυχαίου δείπνου οχτώ καθημερινών ατόμων και η φυσικότητα των διαλόγων και των ερμηνειών μαρτυρά αναμφίβολο αυτοσχεδιασμό. Ηθοποιοί μιλούν ο ένας πάνω στον άλλον και σε στιγμές μπερδεύουν απροσποίητα τα λόγια τους, συμβάλλοντας καθοριστικά στον εντυπωσιακό ρεαλισμό ενός φιλμ, στα πρώτα 15 λεπτά  του οποίου μόνο σε σκόρπιους υπαινιγμούς εντοπίζεται η σχέση του με το είδος του. Η συνέχειά του μας βυθίζει σε καθηλωτικά sci-fi μονοπάτια, απολαυστικά απρόβλεπτα εν πολλοίς ακόμα και για τους ίδιους τους ηθοποιούς (με εξαίρεση τον συν-σεναριογράφο Alex Manugian), οι οποίοι αγνοούσαν τη λεπτομερή εξέλιξη του στόρι!

Κι αν όλα τα παραπάνω κάνουν να φαντάζει αδύνατο το να προκύψει τελικά ένα αξιοπρεπές (πέρα από το πλαίσιο του ενδιαφέροντος πειράματος) φιλμ, στην πραγματικότητα αποτελούν ακριβώς το λόγο που το «Coherence» αποδεικνύονται μια τόσο αξιοπρόσεκτη ταινία επιστημονικής φαντασίας. Γιατί η επιτυχία της δεν βασίζεται στα εφέ -τα οποία αποφεύγει υποδειγματικά, όχι απλώς ελλείψει budget, μα επειδή δεν τα χρειάζεται- αλλά στην ευρηματική ανάπτυξη μιας καθηλωτικά ενδιαφέρουσας ιδέας. Με την εξαιρετικά δύσκολη, αριστουργηματική δουλειά του Lance Pereira στο μοντάζ να δίνει ζωτικό παλμό στις αυτοσχεδιαστικές σκηνές και τον αλά found-footage ρεαλισμό να ενισχύει τον αιφνιδιασμό μας από τις απρόσμενες εξελίξεις, το φιλμ μάς βυθίζει ολοένα και βαθύτερα σε έναν υπαρξιακό εφιάλτη, που ποτέ δεν στερεύει από εκπλήξεις.

Αναμφίβολα, υπάρχουν στιγμές όπου αποδυναμώνεται, καθώς ο Byrkit καταφεύγει στη συνήθη στον αμερικανικό ανεξάρτητο κινηματογράφο εστίαση σε περιττές δραματικές υποπλοκές επικεντρωμένες σε επί μέρους χαρακτήρες, ενώ το φινάλε, όσο κι αν κορυφώνει την υπαρξιακή διάθεση του στόρι, φαντάζει απογοητευτικά αμήχανο. Παρόλα αυτά, έχει ενδιαφέρον να ειδωθούν αυτές οι αδυναμίες υπό την οπτική που υποδεικνύει ο αρχικός τίτλος της ταινίας, «The understudy», που θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «Η αναπληρωματική», αναφερόμενος στο χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας Emily Baldoni. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το εντυπωσιακό κατόρθωμα του James Ward Byrkit αποδεικνύει περήφανα πως η καλή επιστημονική φαντασία δεν στηρίζεται απαραιτήτως στα εκθαμβωτικά εφέ, κάνοντάς μας, με τον πιο λιτό κινηματογραφικά τρόπο, να δαγκώνουμε τα χείλη μας από αγωνία και ταυτοχρόνως να μένουμε με ανοιχτό το στόμα. 

Βαθμολογία: 3.5/5

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

The one I love (2014)

Σίγουρα, δεν πρόκειται για τη συνηθισμένη ρομαντική κομεντί. Για την ακρίβεια, είναι κάτι που μάλλον δεν έχουμε ξαναδεί καν και αποδεικνύει πως ο ανεξάρτητος αμερικανικός κινηματογράφος δεν φοβάται τέτοιους πειραματισμούς. Παράλληλα, βέβαια, δεν επιδεικνύει πάντα την απαραίτητη ωριμότητα για να ανταποκριθεί πλήρως στις υποσχέσεις αυτής του της τόλμης. Για να μην αερολογούμε όμως, το φιλμ προσφέρει την πρωτότυπη εμπειρία ενός υβριδίου ρομαντικής κομεντί και μεταφυσικού θρίλερ μυστηρίου (!), παρουσιάζοντας στην ουσία μια ευφυή οπτική πάνω στις σχέσεις και την αγάπη. Γρήγορα, η ιδέα αποδεικνύεται λειτουργικότατη και, αν μη τι άλλο, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Δομείται σταδιακά ένας αλληγορικός στοχασμός για τις πραγματικές και τις επιθυμητές σχέσεις μας με τους άλλους αλλά και με τον εαυτό μας, ο οποίος δεν μένει στην επιφάνεια, μόνο που ούτε και καταφέρνει, τελικά, να εισχωρήσει αληθινά βαθιά.

Το κόνσεπτ προσφέρει τη δυνατότητα για βαθιά ψυχαναλυτική προσέγγιση, την οποία το σενάριο αγγίζει, αλλά δεν αγκαλιάζει. Κι αυτό γίνεται ολοφάνερο στην τρίτη πράξη του, όπου το φιλμ, ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις ένωσης διαφορετικών κινηματογραφικών ειδών, αδυνατεί να πετύχει την κατάλληλη ισορροπία και αποπροσανατολίζεται στην προσπάθεια κορύφωσης. Εκεί που βασικά μπερδεύει το βήμα του είναι όταν αποπειράται να προσφέρει εξηγήσεις. Γιατί, πέρα από το ότι αυτές είναι περιττές από τη στιγμή που το νόημα είναι ούτως ή άλλως αντιληπτό και δυνατό, στην πραγματικότητα δεν έχει καν κάτι να εξηγήσει! Απλώς καταφεύγει σε δήθεν διευκρινίσεις, που τελικά περισσότερο σε μπερδεύουν παρά ξεκαθαρίζουν κάτι περισσότερο απ’ ό,τι είναι ήδη λίγο-πολύ σαφές! Και, στην τελική, εστιάζουν περισσότερο στο προφανές θρίλερ παρά στην υποστήριξη της βαθύτερης ουσίας τους, οδηγώντας το ενδιαφέρον αυτό εγχείρημα τελικά στην αστοχία. Κι είναι κρίμα, γιατί η κατάληξη του στόρι καθόλου κακή δεν είναι, αν εξαιρέσεις τον αδέξιο σεναριακό και σκηνοθετικό χειρισμό της.

Βαθμολογία: 2.5/5

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

White bird in a blizzard (2014)

Η Shailene Woodley δεν πρόκειται απλώς για ένα ανερχόμενο ταλέντο, αλλά για μια ηθοποιό που, στα 23 της χρόνια, έχει ήδη προσφέρει μια σειρά από καταπληκτικές, έως και βιωματικές ερμηνείες. Μοιάζει να κάνει τους ρόλους της δικούς της βάζοντας μέσα τους μεγάλα κομμάτια από τον εαυτό της, όσο διαφορετικοί και να είναι κάθε φορά. Και η παρουσία της στο «White bird in a blizzard» δεν αποτελεί εξαίρεση. Για την ακρίβεια, είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της ταινίας του Gregg Araki, ακόμα κι αν ο χαρακτήρας της δεν είναι εξίσου αξιομνημόνευτος με προηγούμενους ρόλους της, κάτι που οφείλεται μάλλον στην αντιμετώπισή του από τον Araki και στην αδυναμία του να μας κάνει να νοιαστούμε για αυτόν όσο θα ήθελε.

Φταίει που γενικά το φιλμ μοιάζει να πάσχει από μια έλλειψη προσανατολισμού. Μπορεί να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθείς μια ταινία για την οποία ποτέ δεν ξέρεις προς ποια κατεύθυνση πρόκειται να κινηθεί, αρκεί να ξέρει τουλάχιστον η ίδια! Το «White bird in a blizzard» δεν είναι το ατμοσφαιρικό θρίλερ που συχνά δίνει την εντύπωση ότι είναι, παρά αξιοποιεί το στοιχείο του μυστηρίου απλώς ως αφορμή για μια δραματική ιστορία ενηλικίωσης, που όμως δεν αποδεικνύεται ούτε κι αυτή απολύτως λειτουργική. Αφενός, όπως προείπαμε, ο χαρακτήρας της Woodley δεν γίνεται πραγματικά συμπαθής ώστε να ενδιαφερθούμε στ’ αλήθεια, μα κι αφετέρου, το φινάλε, αντιθέτως με ό,τι προηγείται, επικεντρώνεται στην ολοκλήρωση του φιλμ περισσότερο ως θρίλερ παρά τελικά ως δράμα. Μα το μεγάλο, αδικαιολόγητο στραβοπάτημα του Araki είναι ότι επιλέγει να μας «χαρίσει» έναν επίλογο, όπου εξηγείται με πρωτοφανώς περιττή σαφήνεια οτιδήποτε θα μπορούσε να είχε παραμείνει εύστοχα υπαινικτικό. Έτσι, φανερώνεται η προσχηματικότητα των χιονισμένων ονείρων της πρωταγωνίστριας, προδίδεται, μέσω μιας μικρής ανατροπής, ένα επιτηδευμένο κινηματογραφικό «τρικ» και, κυρίως, αναιρείται η μέχρι τότε υπαινικτική διάθεση που κρατούσε ζωντανό το ενδιαφέρον μας όλη αυτήν την ώρα.

Ξεχωρίζουν πάντως τόσο η Woodley όσο και ο 29χρονος Shiloh Fernandez, με την πρώτη να παραδίδει ένα χαμηλόφωνο ερμηνευτικό highlight στο σπίτι του ιδιωτικού ντετέκτιβ και τον δεύτερο («Red riding hood», «Evil dead») να μας πείθει ότι αξίζει τελικά να τον προσέξουμε. Την Eva Green, αντιθέτως, τη συναντάμε σε μία από τις πιο over-the-top στιγμές της.

Βαθμολογία: 2/5

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

10.000km / Η απόσταση μεταξύ μας (2014)

Το πρώτο πράγμα που βλέπουμε στην ταινία του Carlos Marques-Marcet είναι ένα ζευγάρι να κάνει έρωτα. Δύο ανθρώπους να βρίσκονται όσο πιο “κοντά” μπορούν δύο άνθρωποι να βρεθούν. Εν συνεχεία, ένα περίπου 20λεπτο μονοπλάνο μας εντάσσει σε μια σκηνή από την καθημερινότητα των δύο αυτών ανθρώπων της διπλανής μας πόρτας. Και έπειτα ο τίτλος, που σηματοδοτεί την έναρξη της απαρίθμησης των ημερών όπου ανάμεσα στα σώματα των δύο ηρώων, τους οποίους γνωρίσαμε σε απόσταση αναπνοής, μεσολαβούν 10.000χμ. Αυτό που ακολουθεί είναι μια σειρά από στιγμιότυπα δύο ζωών παράλληλων που αναζητούν σημεία τομής, που προσπαθούν να έρθουν κοντά κι ας τις χωρίζει ένας ολόκληρος ωκεανός.

Ηλεκτρονικές βιντεοκλήσεις, μοναχικές νύχτες με συντροφιά το αλκοόλ, αμήχανα e-mail και περιηγήσεις στους δρόμους του Los Angeles μέσω του Google maps γεμίζουν τις ημέρες της Alex και του Sergi. Αριστουργηματικά ερμηνευμένοι από τους Natalia Tena και David Verdaguer αντίστοιχα, οι δύο χαρακτήρες είναι οι μοναδικοί που εμφανίζονται στο φιλμ και διαθέτουν τη δυνατή ρεαλιστική υπόσταση που μπορεί να κρατήσει μια ολόκληρη ταινία πάνω της. Είναι ελάχιστες οι φορές (αν και υπάρχουν) που σε αφήνουν κάπως έξω από τον εσωτερικό τους κόσμο και δεν σου επιτρέπουν να τον κατανοήσεις πλήρως. Για αυτές οφείλεται εν πολλοίς η αποσπασματική αφήγηση, η οποία, αν και δεν γίνεται ποτέ κουραστική, εμποδίζει σχετικά την επί μέρους εμβάθυνση. Μια τέτοια αίσθηση αφήνει και το φινάλε, όπου η περίπλοκη συναισθηματική κατάσταση των χαρακτήρων παραμένει απαισιόδοξα “ανοιχτή”, γεγονός ωστόσο ηθελημένο και μάλλον πιο δουλεμένο από την αντίστοιχη περίπτωση του αμερικανικού, προ τριετίας “Like crazy”.

Ο Carlos Marques-Marcet δημιουργεί ωμό ρεαλισμό, με τους εξαιρετικούς διαλόγους του ωστόσο να αντλούν από αυτόν όλο το χιούμορ που μπορεί να εμπεριέχει. Σκηνοθετικά, “παίζει” εύστοχα με την έννοια της απόστασης, όταν αυτή παίρνει είτε τη μορφή μόλις μερικών μέτρων που όμως χωρίζονται από έναν τοίχο, είτε 10.000 χιλιομέτρων που εκμηδενίζονται από την ηλεκτρονική επικοινωνία, με ένα αδιαπέραστο γυαλί όμως πάντα να μεσολαβεί. Κι αν αυτό το υπέροχο κινηματογραφικό εγχείρημα, που θυμίζει ένα πιο πικρά ρεαλιστικό “Medianeras”, σαν σύνολο δεν σε συγκλονίζει, είναι γιατί ποτέ δεν μοιάζει φτιαγμένο για να το κάνει. Ο στόχος και, βασικά, η επιτυχία του είναι ότι αφηγείται μια σειρά από άλλοτε απολαυστικά κι άλλοτε επώδυνα ειλικρινείς στιγμές από την προσπάθεια δύο ανθρώπων να διατηρήσουν ζωντανή τη σχέση τους. Και, επίσης, ότι προσφέρει ορισμένες αριστουργηματικές, αξέχαστες “ημέρες”-σεκάνς, όπως το απλό, μα αληθινά καθηλωτικό γράψιμο ενός e-mail και ο συγκινητικότατος χορός με “παρτενέρ” το λάπτοπ.

Βαθμολογία: 3.5/5

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

The Babadook / Ο Μπαμπούλας (2014)

Δίχως αμφιβολία, δεν πρόκειται για άλλη μια ταινία τρόμου του σωρού. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουμε κάποια αξέχαστη horror εμπειρία, αλλά οφείλεται περισσότερο στις προθέσεις της δημιουργού, Jennifer Kent. Γρήγορα γίνεται αισθητό ότι η κινηματογραφική εστίαση βρίσκεται στη δύσκολη σχέση της μητέρας Essie Davis και του γιου Noah Wiseman κι όχι τόσο στο χτίσιμο ατμόσφαιρας τρόμου, η οποία προκύπτει σταδιακά μέσα από αυτή. Επτά χρόνια μετά το θάνατο του συζύγου της, η Amelia (Davis) αρνείται να αποδεχτεί την απουσία του και η εμμονική προσκόλληση της στο παρελθόν έχει σαφή αντίκτυπο στην περίεργη, σχεδόν ανυπόφορη για αυτήν συμπεριφορά του γιου της Samuel (Wiseman). Τα στοιχεία τρόμου αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους όταν ο μικρός Samuel θα ζητήσει από τη μητέρα του να του διαβάζει ένα αθώο παιδικό βιβλίο, τιτλοφορούμενο «Mister Babadook»…

Πέρα από το ότι το μυστηριώδες αυτό βιβλίο είναι τόσο καταπληκτικά σχεδιασμένο -και creepy- που προσωπικά θα το ήθελα ανεξαρτήτως ηλικίας στη βιβλιοθήκη μου, μας εισάγει με σαγηνευτικά ανατριχιαστικό τρόπο στην ενδιαφέρουσα αυτή horror προσέγγιση της Kent. Ο τρόμος εδώ έχει τη μορφή ενός σκοτεινού, διαστρεβλωμένου παραμυθιού που συγχέεται απειλητικά με την πραγματικότητα, πάνω απ’ όλα ως τροχοπέδη στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν υπάρχουν φαντάσματα, στοιχειωμένα σπίτα ή μπαμπούλες κάτω από τα κρεβάτια και στις ντουλάπες. Και η πρωτοτυπία του φιλμ είναι πως, κατ’ ουσίαν, δεν υπάρχει ούτε καν ο (ή το) «Babadook», παρά μόνο προσωπικοί δαίμονες που πρέπει να ξεπεραστούν. Δεν επιδιώκεται μεν ούτε ένα jump scare σε όλη την ταινία (επιτέλους!), αλλά επίσης δεν είναι ούτε η υποβλητικότατη ατμόσφαιρα ούτε οι λίγες, αν και μάλλον αδέξιες «mainstream» τρομακτικές σκηνές που καταφέρνουν πραγματικά να σε φοβίσουν. Είναι ότι παρακολουθείς αυτό το ετοιμόρροπο πρότυπο μιας μητρικής φιγούρας και την εγγενή αθωότητα της σχέσης μάνας και γιου να οδεύουν μεθοδικά προς την ακραία διάλυσή τους. Και, αν δε σε τρομάζει, σε κάνει να αισθάνεσαι αληθινά άβολα…

Η Kent κατορθώνει να παραμείνει πιστή στο νοηματικό της βάθος μέχρι και στην τελευταία σκηνή. Κι ενώ αυτό από μόνο πρόκειται για ένα αληθινά αξιέπαινο επίτευγμα, εκείνο που η σκηνοθέτιδα δεν καταφέρνει είναι να διατηρήσει εξίσου αποτελεσματικά την ισορροπία με το είδος που υπηρετεί. Όλα οδηγούν σε ένα φινάλε που, προσπαθώντας να κορυφώσει ταυτόχρονα τον τρόμο, την αλληγορία, αλλά και το μαύρο χιούμορ του, βροντοφωνάζει από αμηχανία. Κι έτσι, χωρίς να είσαι σίγουρος αν αυτό που μένει μετά το τελικό πλάνο είναι ακριβώς αυτή η αμηχανία ή μια ηθελημένη υπαινικτικότητα, δεν μπορείς παρά να υποκλιθείς μεν στις εξαιρετικές προθέσεις αλλά και να παραμείνεις με ανάμεικτες εντυπώσεις.

Εξαιρετική πάντως αποδεικνύεται η πρωταγωνίστρια Essie Davis, που θυμίζει (κυρίως φυσιογνωμικά, αλλά κατά έναν τρόπο και σαν χαρακτήρας) τη συγκλονιστική Jessica Lange από το τηλεοπτικό «American Horror Story: Asylum», με ένα ραγισμένο, μισότρελο βλέμμα βγαλμένο από τη «Δασκάλα του πιάνου» Isabelle Huppert.

Βαθμολογία: 2.5/5

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

The wisdom of crocodiles / Η σοφία των κροκοδείλων (1998)

Μυστηριώδης, εσωστρεφής και εκπληκτικά γοητευτικός άντρας με πολυάριθμα ταλέντα ασκεί ασυγκράτητη έλξη στις γυναίκες και με το που αποκτά δεσμό με κάποια από αυτές… τη δολοφονεί βάναυσα. Ο άντρας αυτός τυχαίνει να είναι ο Jude Law και η αινιγματική του προσωπικότητα ασκεί την ίδια σκοτεινή γοητεία και σε εμάς τους θεατές. Προσηλωμένος στο κάθισμά σου, τυλίγεσαι από την πρώτη στιγμή μέσα στην απόκοσμη ατμόσφαιρα που τον περιβάλλει, μην ξέροντας ποτέ τι ακριβώς τρέχει μαζί του, ούτε καν αν πρόκειται πράγματι για κάτι το μεταφυσικό ή απλά έτσι φαίνεται. Είναι βρικόλακας; Είναι απλώς διεστραμμένος; Ή κάτι άλλο; Τα ερωτήματα σε «τρώνε» από την αρχή μέχρι το ομολογουμένως λιγάκι αδύναμο φινάλε, όπου οι απαντήσεις απογοητεύουν μόνο αν ειδωθούν λογικά…

Ο άγνωστος Po-Chih Leong στη σκηνοθεσία και το σενάριο του Paul Hoffman (το οποίο έπειτα διασκεύασε στο πρώτο του μυθιστόρημα) στήνουν ένα θρίλερ μυστηρίου που αδίκως αγνοήθηκε πλήρως στην εποχή του. Αργή, μα υπογείως καθηλωτική, βαθύτατα σαγηνευτική και με τον τρόπο της ρομαντική, η «Σοφία των κροκοδείλων» παραλληλίζει τον θάνατο με την αγάπη κι ο «εναλλακτικός» βρικόλακας του Jude Law αρνείται πεισματικά να ξε-γραπωθεί από το μυαλό σου. Ο «βαμπιρισμός» ως η απόλυτη μοναξιά και η αναζήτηση της αγάπης ως απέλπιδα προσπάθεια να κρατηθείς από ένα κλαδί, προσδίδουν μια μεθυστική μελαγχολία στο μυστηριώδες κέλυφος ενός ανθρώπου, τον οποίον πληγώνουν διαρκώς τα συναισθηματικά πυρά της απόγνωσης και της απογοήτευσης.

Μια όμορφη αλληγορία ντυμένη με μια σπάνια αίσθηση κινηματογραφικής γοητείας.

Βαθμολογία: 3.5/5

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

The maze runner / Ο λαβύρινθος (2014)

Τρεις άπειροι σεναριογράφοι και ένας σκηνοθέτης μόνο με λίγες μικρού μήκους στο ενεργητικό του διασκευάζουν το πρώτο μυθιστόρημα μιας τριλογίας του James Dashner και επιχειρούν ξεκάθαρα να δημιουργήσουν έναν άμεσο απόγονο των «Hunger Games». Και ο λαβύρινθος του «The maze runner» παραπέμπει σαφέστατα στην αρένα που έκανε τη Jennifer Lawrence σταρ, κρύβοντας κι αυτός στο εσωτερικό του μια παγιδευμένη ομάδα νέων που αγωνίζεται για την επιβίωσή της, μα όχι και τον αντίστοιχο πολιτικό προσανατολισμό. Φυσικά, όλο αυτό μοιάζει περισσότερο με τυποποιημένη επανάληψη με εμφανή στόχο τις παχουλές εισπράξεις, παρά με οποιαδήποτε υγιή καλλιτεχνική επιρροή, ωστόσο δεν μας ενοχλεί ιδιαίτερα μέχρι το φιλμ να πλησιάσει στο τέλος του.

Έως τότε, η απρόσμενα στιβαρή σκηνοθεσία του Wess Ball σε κερδίζει γρήγορα και σε καθιστά πρόθυμο να προσπεράσεις τις ευκολίες και τη ρηχότητα του σεναρίου. Ο Ball κατορθώνει να περιβάλει την ιστορία του με μία αρχικώς καθηλωτική αίσθηση μυστηρίου αλά «Cube» (χωρίς την υπαρξιακή διάσταση), να δημιουργήσει σκηνές πραγματικής έντασης και να μας προκαλέσει δέος στη θέαση του επιβλητικού λαβυρίνθου και στο άκουσμα των περίεργων ήχων που αναδύονται από μέσα του. Δυστυχώς, κάθε φορά που κάνουν την εμφάνισή τους οι τερατόμορφοι «Κυνηγοί», δημιουργημένοι με ανέμπνευστα ψηφιακά εφέ (σαν να πήραν το Κράκεν του «Clash of the Titans», να του πρόσθεσαν πόδια και ένα από τα πλοκάμια του Doctor Octopus!) το φιλμ αποδυναμώνεται πλήρως και φαντάζει απευθυνόμενο αυστηρά σε εφηβικό κοινό. Και, όσο το στόρι εξελίσσεται και γίνεται ολοένα και πιο αισθητή η σεναριακή του προχειρότητα, ο Ball δυσκολεύεται να σώσει την κατάσταση. Πάντως, προσωπικά θα ήθελα να τον δω σε κάποιο θρίλερ μικρότερης παραγωγής, αφού η ικανότητά του στην πρόκληση αγωνίας φαίνεται υποσχόμενη.

Για μία ακόμη φορά, ένα φιλμ με αληθινά πολλές δυνατότητες, καταδικάζεται στη μετριότητα από ένα τεμπέλικα γραμμένο σενάριο. Δεν γίνεται καμία προσπάθεια για εμβάθυνση στους χαρακτήρες και στην αλληλεπίδρασή τους, σημείο που θα μπορούσε να προσδώσει έντονο ενδιαφέρον στο φιλμ, αλλά και να βοηθήσει τον Dylan O’Brien να παραδώσει μια λιγότερο ξύλινη ερμηνεία. Οι ευκολίες (στις απορίες μας -και του πρωταγωνιστή- σχετικά με λύσεις που θα μπορούσαν να είχαν δοκιμάσει οι παγιδευμένοι, η ταινία απαντά «ό,τι και να σκεφτείς το έχουμε προσπαθήσει»!) και οι αφέλειες (μα για τρία χρόνια κανείς δεν σκέφτηκε απλώς να… κρυφτεί από τους Κυνηγούς;) κάνουν πάρτι, ενώ δεν αποφεύγονται στερεότυπα (ο μαύρος Alby του Aml Ameen είναι ο πρώτος από τους βασικούς χαρακτήρες που πεθαίνει). Και καθώς οι εξελίξεις του στόρι φαντάζουν απλώς βολικές για το σενάριο παρά υποστηριζόμενες από τους ίδιους τους χαρακτήρες και την όποια δραματουργία, προσπαθείς ματαίως να μη χάσεις την πίστη σου στο κινηματογραφικό εγχείρημα, ώσπου καταλήγει σε ένα εξοργιστικά ξεπεταγμένο φινάλε που υποτίθεται ότι δίνει απαντήσεις, αλλά στην πραγματικότητα υπαινίσσεται ότι θα τις πάρεις στο σίκουελ. Κάπως σαν το «Cube» να τελείωνε με ένα "to be continued"…

Εν ολίγοις, μια απόλυτα χαμένη ευκαιρία. Κι είναι κρίμα, γιατί οι δυνατότητες για μια αληθινά ενδιαφέρουσα κι απολαυστική μπλοκμπαστερική εμπειρία υπήρχαν, μα καθόλου δεν αξιοποιήθηκαν από ένα ισοπεδωτικά διεκπεραιωτικό σενάριο. Ο «Λαβύρινθος» στηρίζει την επιτυχία του σε εκείνη των «Hunger games» και κινείται στη σκιά τους, μόνο για να προσπαθήσει τελικά να μας πείσει να δούμε το νούμερο 2 και να μας κάνει να αισθανθούμε προδομένοι που ενδιαφερθήκαμε.

Βαθμολογία: 2/5

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Before I go to sleep / Αμνησία (2014)

Μετά από κάποιο «ατύχημα», η Nicole Kidman παθαίνει μια περίεργη μορφή αμνησίας, κατά την οποία η μνήμη της μπορεί να αντέξει μόνο για τη διάρκεια μίας ημέρας, σβήνοντας κάθε πρωί οποιαδήποτε πληροφορία έχει συγκεντρώσει τo προηγούμενο εικοσιτετράωρο και γυρίζοντάς την διαρκώς δεκαπέντε χρόνια πίσω. Αναμφίβολα ενδιαφέρουσα ιδέα, φέρνει λίγο σε «Memento» χωρίς να έχει όμως την εγκεφαλικότητα και την περιπλοκότητα εκείνου, αλλά επιθυμώντας να επενδύσει με το κόνσεπτ της αμνησίας στην αίσθηση ανασφάλειας του ότι ποτέ δεν μπορείς να είσαι βέβαιος για την εγκυρότητα οποιουδήποτε δεδομένου. Ωστόσο ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Rowan Joffe («Ανήλικος δολοφόνος») δεν κερδίζει το κινηματογραφικό στοίχημα, γιατί πολύ απλά δεν μας κάνει να αισθανθούμε και πολύ ανασφαλείς…

Αντίστοιχα κι η ίδια η ταινία φαντάζει υπερβολικά «ασφαλής» κινηματογραφικά, επαναπαυμένη στα ονόματα των πρωταγωνιστών της και κινούμενη αυστηρά στα πλαίσια της χολιγουντιανής συμβατικότητας. Υπάρχει ένα εγγενές ενδιαφέρον τόσο στη βασική πλοκή όσο και στον χαρακτήρα του Colin Firth, χάρη στο διφορούμενο των πράξεών του, μα ο Joffe δεν εκμεταλλεύεται περεταίρω τα δυνατά αυτά χαρτιά της ιστορίας του και δεν δημιουργεί ένα πραγματικά έξυπνο θρίλερ που «παίζει» με το θεατή, όπως θα μπορούσε. Στις αδυναμίες του θα τοποθετούσαμε και τον χαρακτήρα του Mark Strong, που ούτε αναπτύσσεται ιδιαίτερα ούτε συμβάλλει στο χτίσιμο του μυστηρίου όσο θα ήθελε, ενώ το φινάλε μπορεί να μην είναι όσο προβλέψιμο θα περιμέναμε, αποδεικνύεται εντούτοις μάλλον αυθαίρετο κι ελάχιστα πείθει. Από την αρχή μέχρι το εκνευριστικά μελοδραματικό της κλείσιμο, η «Αμνησία» δεν σε κερδίζει ποτέ στ’ αλήθεια και φαντάζει καταδικασμένη να ξεχαστεί τόσο γρήγορα που θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργεί ως ένα (πολύ πετυχημένο) λογοπαίγνιο με τον τίτλο της…

Βαθμολογία: 2/5

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

The Spirit (2008)

 Τρία χρόνια μετά την επιτυχημένη συνεργασία του με τον Robert Rodriguez («Sin City»), ο Frank Miler αναλαμβάνει σόλο καθήκοντα και μεταφέρει στο σινεμά τον διάσημο κόμικ χαρακτήρα «Spirit» του Will Eisner. Ο Miller χρησιμοποιεί κι εδώ την κομικ-ίζουσα λογική του «Sin City», προσαρμόζοντας την υπέροχη αισθητική του σε ένα υποτίθεται πιο προσιτό, PG-13 εγχείρημα, που φαινομενικά θυμίζει, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκεται έτη φωτός μακριά από το πνεύμα της εντυπωσιακής ταινίας του 2005. Τα πάντα βυθίζονται σε ένα σκοτεινό, αποχρωματισμένο (αλλά όχι ασπρόμαυρο) φίλτρο, από το οποίο ξεφεύγουν πάντα η βαθυκόκκινη γραβάτα και τα κάτασπρα all-star (!) του σούπερ-ήρωα πρωταγωνιστή, και το στιβαρό, αλλά έτσι κι αλλιώς ξαναϊδωμένο οπτικό αποτέλεσμα αποδεικνύεται το μεγάλο –και μοναδικό– πλεονέκτημα του φιλμ…

Βλέποντας μόλις το πρώτο –πραγματικά τραγικό– τέταρτο του «The Spirit», αναρωτιέσαι εύλογα τι σχέση έχει αυτός ο άνθρωπος, ο Frank Miller (ένα από τα πιο περίφημα ονόματα στον χώρο των κόμικς) με το σινεμά! Γιατί ο Miller μοιάζει απλώς να πειραματίζεται αμήχανα με μια τέχνη που δεν κατέχει, συνδυάζοντας άτσαλα τις δοκιμασμένες αρετές του «Sin City» με ένα σενάριο που φαντάζει προορισμένο μόνο για κόμικς κι «επί τη ευκαιρία» αξιοποιημένο σε μια γρήγορη κινηματογραφική αρπαχτή. Παρεμπιπτόντως, το φιλμ πάτωσε στα ταμεία (δεν κατάφερε να συμπληρώσει καν το budget του), αποδεικνύοντας πως ό,τι ίσως λειτουργεί στο χαρτί δεν είναι αυτομάτως εξίσου αποτελεσματικό και στο πανί.

Το «The Spirit», από την αρχή μέχρι το τέλος του, δεν ξέρει ποτέ τι θέλει να είναι. Αμφιταλαντεύεται άγαρμπα ανάμεσα σε μια σκοτεινή κι οπτικά εντυπωσιακή super-hero movie, μια ανάλαφρη περιπετειώδη κωμωδία, μια αυτοσαρκαστική, non-sense παρωδία και ένα ατμοσφαιρικό νέο-νουάρ, χωρίς φυσικά να είναι τίποτα απ’ όλα αυτά. Το ένα στοιχείο αναιρεί το άλλο και το φιλμ μοιάζει αντιθέτως με έναν αποπροσανατολισμένο αχταρμά παιδαριώδους χιούμορ, ανύπαρκτων χαρακτήρων, ηλίθιων διαλόγων και δράσης που διακρίνεται από πρωτοφανή έλλειψη έντασης! Πέρα από την αισθητική του, ο λόγος που, τουλάχιστον, βλέπεται είναι ότι σε σημεία κατορθώνει πράγματι να καταστήσει την camp ανοησία του και τις άλλα αντ’ άλλων σεναριακές κι εικαστικές «εμπνεύσεις» του –ο (από πού κι ως πού;) Ναζί Samuel Jackson– πράγματι αυτοσαρκαστικές και σχεδόν διασκεδαστικές. Όμως αυτό δε σημαίνει πολλά σε μια ταινία δίχως υπόνοια δραματουργίας, σασπένς ή αφηγηματικού ρυθμού, της οποίας η συνολική παρακολούθηση είναι τόσο ενδιαφέρουσα όσο το να χαζεύεις τα σκίτσα του χαρακτήρα της στους τίτλους τέλους. Μετά από αυτούς άλλωστε, δυσκολεύεσαι ήδη να θυμηθείς τι έβλεπες τόση ώρα…

Το μόνο πράγμα που κάνει το «Spirit» μια «κινηματογραφική» δημιουργία είναι ότι κυκλοφόρησε στις αίθουσες –κατά τ’ άλλα καμία επαφή δεν έχει με την Έβδομη Τέχνη…

Βαθμολογία: 0.5/5

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Boyhood / Μεγαλώνοντας (2014)

2002. Ξεκινούν τα γυρίσματα ενός άτιτλου, «12χρονου» πρότζεκτ, με πρωταγωνιστές τον 8χρονο Ellar Coltrane και τη συνομήλική του Lorelei Linklater (κόρη του σκηνοθέτη, Richard Linklater), χωρίς υπογεγραμμένα συμβόλαια, καθώς ο αμερικανικός νόμος απαγορεύει την ισχύ τους για πάνω από επτά χρόνια. Ο Linklater γυρίζει κάθε χρόνο από μερικές σκηνές, διάρκειας 10-15 λεπτών, της ταινίας, η οποία στο μεταξύ αποκτά τον τίτλο «12 χρόνια». Το 2013, τα γυρίσματα ολοκληρώνονται, οι δύο νεαροί πρωταγωνιστές είναι ενήλικες, το φιλμ τιτλοφορείται πλέον «Boyhood» και ο Linklater είναι έτοιμος να μας επιβεβαιώσει πως αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς σκηνοθέτες αυτή τη στιγμή και πως το στίγμα του πρόκειται να μείνει ανεξίτηλο στην κινηματογραφική ιστορία.

Αν μη τι άλλο, το «Boyhood» αποτελεί ένα τολμηρό και εξαιρετικά ενδιαφέρον πείραμα, το οποίο εντέλει έχει στεφθεί από θριαμβευτική επιτυχία. Απλώς και μόνο για το λόγο αυτό, από την ίδια του τη φύση κατ’ ουσίαν, δεδομένης και της προσωπικής σφραγίδας ενός τόσο ευαίσθητου δημιουργού, πρόκειται για μια αληθινά σημαντική κινηματογραφικά δημιουργία. Κι όμως η ταινία του Linklater δεν μένει μόνο σε αυτό.

Παρακολουθούμε δώδεκα χρόνια από τη ζωή ενός ανθρώπου. Ξεπερνάμε όμως το γεγονός ότι βλέπουμε τους ανήλικους –αλλά και τους ενήλικους– ηθοποιούς να μεγαλώνουν μπροστά στα μάτια μας στο πέρασμα των χρόνων και στεκόμαστε στους χαρακτήρες μυθοπλασίας, που μας αφορούν πρωτίστως. Μέσα σε δύο ώρες και τρία τέταρτα λοιπόν, γνωρίζουμε τον μικρό Mason περίπου έξι χρονών και τελικά τον εγκαταλείπουμε ενήλικα. Από την αφελή διαπίστωση ενός παιδιού ότι «οι σφήκες δημιουργούνται όταν πετάμε μια πέτρα στον αέρα» καταλήγουμε στους υπαρξιακούς προβληματισμούς ενός σκεπτόμενου νέου που περνά από το σχολείο στο πανεπιστήμιο κι από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Από το ξεφύλλισμα στα μουλωχτά φωτογραφιών μοντέλων με εσώρουχα, στην πρώτη σοβαρή του σχέση. Από τα σπαστικά πειράγματα της μεγαλύτερής του αδερφής, στο αμήχανο και συναισθηματικά φορτισμένο «Καλή τύχη» για τα χρόνια που θα ακολουθήσουν, μετά τη σχολική αποφοίτησή του.

Ο μικρός Mason μάς πιάνει από το χέρι και μαζί του διασχίζουμε όλη αυτήν τη μακρά διαδρομή, που φαντάζει τόσο κοινή και γνώριμη, όσο και απολύτως συναρπαστική. Θαρρείς σαν να ξεφυλλίζουμε ένα παλιό φωτογραφικό άλμπουμ και κάθε αποτυπωμένη πάνω στις σελίδες του στιγμή να μας γεννά μια ολοζώντανη ανάμνηση. Κι ο Linklater παραδίδει, με όλη την αγάπη και τη φροντίδα που μοιάζουν να γεννούν τις δημιουργίες του, ένα σχεδόν τρίωρο ψηφιδωτό αναμνήσεων. Μια βαθιά βουτιά στη νοσταλγία και την αθωότητα της ξεχασμένης αίσθησης του να μεγαλώνεις, αλλά και μια απολαυστική επίσκεψη στην… απτή πραγματικότητα. Έναν θρίαμβο των μικρών καθημερινών «τίποτα» και του déjà-vu από στιγμές που κάπου έχεις… ξαναζήσει. 

Κάθε μικρή, συνηθισμένη κι ασήμαντη στιγμή του περίτεχνου αυτού κινηματογραφικού οικοδομήματος λειτουργεί σαν ένα λιθαράκι στο χτίσιμο μιας μεγάλης, σπάνιας και σπουδαίας ταινίας. Κάθε χαρακτήρας της διαθέτει τη δική του υπόσταση κι ακόμα κι αν για κάποιο λόγο αδυνατείς να βρεις ισχυρά σημεία ταύτισης με τον πρωταγωνιστή, τα βρίσκεις στη μητέρα και τον πατέρα του. Ο Linklater ανακαλύπτει κι αναδεικνύει όλο το χιούμορ που μπορεί να κρύβεται μέσα στην καθημερινότητά μας χωρίς να το διακρίνουμε και μας χαρίζει ένα συνεχές χαμόγελο, για να καταλήξει τελικά ταυτοχρόνως στην απόλυτη αισιοδοξία της νεανικής ευτυχίας και στην πικρή διαπίστωση της ματαιότητας όλου αυτού του υπέροχου, κινηματογραφικού και μη ταξιδιού. Μια βαθιά υπαρξιακή ανησυχία, η οποία κάνει συχνά την εμφάνισή της στη φιλμογραφία του, συνοδεύει τις εσωτερικευμένες σκέψεις του Mason και την τρυφερή καρδιά του φιλμ, ενώ το χρονικό «άπλωμα» των γυρισμάτων υπογραμμίζει ακόμα εντονότερα τον δεξιοτεχνικό ρεαλισμό του. Κι έτσι, θυμίζοντας κάτι σαν ένα αμάλγαμα μιας συμπτυγμένης εκδοχής της τριλογίας «Before» και της κινηματογραφικά επικών διαστάσεων ενηλικίωσης της γαλλικής «Ζωής της Αντέλ», το «Boyhood» μπορεί να θεωρηθεί ίσως η επιτομή της κινηματογραφικής δουλειάς του -αυτοδίδακτου- δημιουργού.

Το εντυπωσιακό πείραμα αυτής της 12χρονης δημιουργίας προσφέρει τη μοναδική εμπειρία ενός κινηματογραφικού ταξιδιού μέσα στο χρόνο, μιας υπαρξιακής και απόλυτα ανθρώπινης καταγραφής στιγμών, αναμνήσεων και συναισθημάτων, μιας ταινίας ζωής… για τη ζωή. Του Mason, των γονιών του, του Ellar Coltrane, του Richard Linklater, της δικής μου, της δικής σου.

Βαθμολογία: 4.5/5 


Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Sin City: A dame to kill for / Sin City: Η κυρία θέλει φόνο (2014)

Χωρίς να είμαι σίγουρος αν η πρώτη ταινία είχε πράγματι κάτι να προσφέρει πέρα από την εντυπωσιακή, κόμικ εικαστική πρωτοτυπία της και τη σαγηνευτική νουάρ ατμόσφαιρά της, δεν υπάρχει αμφιβολία πως, πίσω στο 2005, το «Sin City» έκανε εκπληκτική αίσθηση και γοήτεψε δίκαια το κοινό. Οι φήμες υπήρχαν χρόνια τώρα, αλλά φέτος, σχεδόν μία δεκαετία μετά το πρώτο φιλμ, η δεύτερη ταινία γίνεται όντως πραγματικότητα και… αποτυγχάνει παταγωδώς στο αμερικανικό box-office! Ίσως απλά να καθυστέρησε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, μα ούτως ή άλλως θα ήταν πολύ δύσκολο να προσθέσει κάτι καινούριο σε ό,τι έχουμε ήδη δει και πραγματικά αδύνατον να εντυπωσιάσει αισθητικά όπως πρώτα. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως στο μεταξύ προηγήθηκε και το παρόμοιας τεχνοτροπίας, μα απολύτως αποτυχημένο από κάθε άλλη πλευρά «The Spirit». Το «A dame to kill for», λοιπόν, καταφτάνει εν έτει 2014 εξ’ ορισμού ξεπερασμένο…

Είναι αισθητό πως εδώ δεν υπάρχει η αίγλη του πρωτότυπου. Η ταινία θα μπορούσε να διαθέτει μια γοητευτικότερη νουάρ ατμόσφαιρα, αν οι Rodriguez και Miller μείωναν λίγο τους ρυθμούς και δεν εστίαζαν τόσο έντονα στη δράση και στη χάρτινη βία, από την οποία μάλιστα λείπει ένα ανατριχιαστικό περίβλημα διαστροφής που μπορούσε κανείς να διακρίνει στο πρώτο φιλμ. Η απουσία ενός απόκοσμα απειλητικού Elijah Wood ή κάποιου αποκρουστικά γλοιώδους κίτρινου τύπου με μεγάλα αυτιά είναι επίσης φανερή…

Αυτό που δε χάνεται μέσα στην κινηματογραφική επανάληψη είναι η ένοχη απόλαυση και η άρτια αισθητική προσέγγιση που την επιτείνει. Και με αυτήν τη σχετικά περίεργη αίσθηση διασκέδασης να υποβόσκει παντού, η αναπόφευκτη ανισότητα των ιστοριών του φιλμ στρέφεται, υπό μία έννοια, προς όφελός του. Γιατί, ενώ ως φινάλε έχουμε μια απερίγραπτα αδιάφορη ιστορία εκδίκησης με πρωταγωνίστρια την Jessica Alba, που κλείνει το φιλμ με τον πλέον άψυχο κι ανέμπνευστο τρόπο, το κεφάλαιο του Josh Brolin ανεβάζει σημαντικά το συνολικό επίπεδο και κερδίζει επάξια το ενδιαφέρον μας. Κάθε έπαινος για το επίτευγμα αυτό -που σώζει ολόκληρο το φιλμ - πηγαίνει στην τολμηρή στις κινηματογραφικές της εμφανίσεις Eva Green. Με μια φλογερά ερωτική ερμηνεία, η Green σε καθηλώνει, ερμηνεύοντας απολύτως πειστικά την «Κυρία που για χάρη της αξίζει να σκοτώσεις», τη θανατηφόρα femme fatale που ελκύει σαν μαγνήτης τους άντρες, για να αποδειχθεί μια από κάθε άποψη γοητευτική κι αληθινά αξιομνημόνευτη κινηματογραφική «κακιά». Η ιστορία του  Joseph Gordon-Levitt, από την άλλη, παρακολουθείται με ενδιαφέρον, χωρίς όμως να προσφέρει κάτι το αξέχαστο.

Βαθμολογία: 2.5/5

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Deliver us from evil / Ξόρκισε το κακό (2014)

Ο κινηματογραφικός τρόμος είναι ίσως το πιο πάσχον καλλιτεχνικά είδος, με τα αξιοπρεπή παραδείγματά του να σπανίζουν στ’ αλήθεια. Φταίει που τα περισσότερα εγχειρήματα δεν είναι παρά παραλλαγές της ίδιας ταινίας, φταίει που το Χόλιγουντ βλέπει στο είδος σχεδόν αποκλειστικά την ευκαιρία για «αρπαχτές», φταίει που ο τρόμος καθαυτός, ελλείψει έμπνευσης, προσεγγίζεται εντελώς επιφανειακά, χωρίς να υπάρχει διάθεση από κανέναν να προσπαθήσει να δημιουργήσει κάτι σε βάθος τρομακτικό. Και το «Deliver us from evil» του κατά τ’ άλλα έμπειρου στο είδος Scott Derrickson αποτελεί ένα αρκετά καλό παράδειγμα τού πώς δεν πρέπει να προσεγγίζεται μια ταινία τρόμου…

Στα επιμέρους, υπάρχουν ορισμένα μάλλον εύκολα, αλλά πράγματι αποτελεσματικά «τρομάγματα», όπως και κάποιες σκηνές που δημιουργούν μια αίσθηση ανατριχίλας. Αν όμως μπορεί να σου μείνουν δυο-τρεις (όχι παραπάνω) τρομακτικές στιγμές, στο σύνολό της η ταινία αποτυγχάνει πλήρως στη δημιουργία οποιασδήποτε ατμόσφαιρας (με την αστυνομική ιδιότητα του ήρωα και το γρήγορο μοντάζ να κάνουν απλώς τα πράγματα χειρότερα) και δεν καταφέρνει να δομήσει το απαραίτητο κλιμακούμενο σασπένς. Το σενάριο αφήνει λεπτομέρειες αδιευκρίνιστες και μετέωρες, ενώ δε μας κάνει να νοιαστούμε αρκετά για τον πρωταγωνιστή, του οποίου το οικογενειακό δράμα φαντάζει απερίγραπτα κλισέ. Πόσο μάλλον, δε, για τον «ανορθόδοξο» ιερέα του Edgar Ramirez, που ούτε αναπτύσσεται ως χαρακτήρας ούτε πείθει κανέναν και βρίσκεται εκεί απλώς για να πετάει στομφώδεις ατάκες περί της φύσης του κακού και της σχέσης των ηρώων με τον Θεό, αγγίζοντας όρια παρωδίας. Τα όρια αυτά μάλιστα η ταινία τα πλησιάζει επικίνδυνα συχνά, άλλοτε ακούσια (η τραγελαφική «δαιμονισμένη» Olivia Horton και οι λατινικοί ψαλμοί-τραγουδάκια του εξορκιστή Ramirez) και άλλοτε (μάλλον) εκούσια, δημιουργώντας για κάποιον λόγο που κανείς δεν κατάλαβε μια παντελώς αυθαίρετη σύνδεση μεταξύ των μεταφυσικών δαιμόνων και… των Doors!

Ομολογουμένως πάντως, για ταινία τρόμου που θέλει τους δαιμονισμένους της να αναπαράγουν στίχους των Doors και χρησιμοποιεί για soundtrack των εξορκισμών της το «Break on through to the other side», το «Deliver us from evil» είναι όσο πιο τρομακτικό θα μπορούσε να είναι.

Βαθμολογία: 1.5/5

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Super (2010)

Δεν ήταν μόνο χρονιά του «Kick-Ass» το 2010! Υπήρξε ένας ακόμη κοινός «κανένας» που θέλησε να γίνει σούπερ-ήρωας, σε μια μικρότερου βεληνεκούς και budget, αλλά και σαφώς λιγότερο αναγνωρισμένη (ανεξάρτητη) παραγωγή, εν ονόματι «Super». Δυστυχώς (αν και χωρίς να προκαλεί καμία έκπληξη), η σουπερηρωική κωμωδία του James GunnSlither», «Guardians of the Galaxy») πήρε περιορισμένη διανομή στις ΗΠΑ και σε εμάς ήρθε κατευθείαν σε DVD, ενώ ενθαρρυντικές δεν υπήρξαν ούτε οι κριτικές που έλαβε. Αν τα παραπάνω δείχνουν κάτι πέρα από το πόσο υποτιμήθηκε το «Super» όταν κυκλοφόρησε, είναι ότι αποτελεί ένα φιλμ πολύ πιο αμφιλεγόμενο και αντισυμβατικό από το ασύγκριτα εμπορικότερο «αδελφάκι» του, «Kick-Ass»…

Πράγματι, μπορεί οι δύο ταινίες να έχουν αρκετά σημεία τομής (από τους χαρακτήρες της sidekick Ellen Page και του μαφιόζου Kevin Bacon μέχρι το λιγάκι déjà-vu φινάλε), ο James Gunn όμως ξεχωρίζει στην ουσία, γιατί, απλώς, δε σέβεται τίποτα! Τσαλακώνει σχεδόν ανεπανόρθωτα την εικόνα των σούπερ-ηρώων όπως τους έχουμε στο μυαλό μας, το ίδιο και τη νεανική αθωότητα της Ellen Page (σε μια αντιστοιχία με τη Hit-Girl), σατιρίζοντας ταυτόχρονα τους απανταχού κόμικ geeks, ενώ ρίχνει και μερικές σαρκαστικά σουρεαλιστικές ματιές προς το χώρο της θρησκείας. Συνολικά, μιλάμε καθαρά για κωμωδία, κι όχι χιουμοριστική περιπέτεια, κάτι που της δίνει αναμφίβολα πόντους, κι όμως ο Gunn δεν φοβάται στο τέλος να ανατρέψει ακόμα κι αυτήν: πέρα από τη σύντομη θυσία που κάνει στη συνήθη περιπετειώδη κορύφωση, εξακολουθεί να διατηρεί παρόλα αυτά την αντισυμβατικότητά του και ολοκληρώνει την ταινία του σε αιφνιδιαστικά γλυκόπικρους τόνους, αφήνοντας την κωμικότητα πίσω του και καταλήγοντας σχεδόν να συγκινεί!

Οι βίαιες, αφελείς, έως και εγκληματικές (!) απόπειρες του ήρωα να πολεμήσει το έγκλημα γέννησαν ενστάσεις στην τότε κριτική, μα επιπλέον, σε συνδυασμό με τα εν μέρη ιδιοτελή κίνητρά του, προσδίδουν στο φιλμ μια διακριτική ηθική διάσταση και συνεπώς ένα έξτρα ενδιαφέρον. Η επιλογή του Rainn Wilson για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του σούπερ-ήρωα Crimson Bolt αποδεικνύεται εξαιρετικά εύστοχη και η Ellen Page -αν και μάλλον λίγο πιο υπερβολική από το ηθελημένο- δημιουργεί έναν χαρακτήρα ιδιαίτερο κι απολαυστικότατο. Λίγα αφηγηματικά μικρο-ελαττώματα παρατηρούνται, αλλά ελάχιστα ενοχλούν, καθώς αυτό που κυριαρχεί είναι μια πηγαία τρέλα και ένα μαύρο χιούμορ που οργιάζουν…

Το «Super» είναι μια εξίσου καλή, αλλά στ’ αλήθεια αντισυμβατική εκδοχή του «Kick-Ass», μια βίαιη κωμωδία για τους σούπερ-ήρωες της πραγματικότητας και η καλύτερη μέχρι σήμερα ταινία του James Gunn, έστω κι αν οι βαθμολογίες του ξένου τύπου λένε το αντίθετο.

Βαθμολογία: 3.5/5