Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

The hangover part III (2013)

Μπορεί το στόρι του τρίτου «Hangover» να μην περιέχει κάποιο… hangover, ευτυχώς όμως δεν αποτελεί ένα ακόμη copy-paste εκείνου της πρώτης ταινίας. Η θέαση του κλεισίματος της τριλογίας λοιπόν έχει κάποιο ενδιαφέρον, μιας και τουλάχιστον δεν βλέπεις την ίδια ταινία για τρίτη φορά. Διακρίνονται μάλιστα και ορισμένες απρόσμενες σεναριακές ιδέες που αποτρέπουν την (πολλή) προβλεψιμότητα, πράγμα σίγουρα ευχάριστο. Έλα όμως που τα όποια ευρήματα αφορούν αποκλειστικά την πλοκή και καθόλου την κωμωδία…

Το πρόβλημα της ταινίας βασικά είναι ένα και έγκειται σε μια σοβαρή έλλειψη: του χιούμορ! Μπορεί η σεναριακή δομή να διαφοροποιείται, μα το γενικότερο θέμα ήταν ήδη εξαντλημένο από το «part 2», με αποτέλεσμα η κωμική έμπνευση εδώ να είναι ακόμα πιο περιορισμένη έως ανύπαρκτη και η αμηχανία ακατάπαυστα αισθητή. Θα γελάσετε μόνο από εύκολα και δοκιμασμένα αστεία, ενώ κάποιο ευρηματικό γκαγκ φαντάζει μονίμως «φυλαγμένο» για αργότερα…

Ρέποντας μάλλον προς την κωμική περιπέτεια παρά την καθαρή κωμωδία, το τρίτο «Hangover» ισορροπεί άγαρμπα ανάμεσα στους κωμικούς και τους περιπετειώδεις ρυθμούς του, με τους τελευταίους να λειτουργούν εις βάρος των πρώτων. Ο Γαλιφιανάκης είναι πρωταγωνιστής και η υπόλοιπη παρέα διακοσμητική (ασχέτως που προσωπικά βρίσκω τον Ed Helms απολαυστικότατο) και η αίσθηση που σου αφήνει το τέλος αυτού του «επικού φινάλε» της τριλογίας αποδεικνύεται χλιαρότατη.

Βαθμολογία: 1.5/5

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

The hangover part II / The hangover II (2011)

Το πρώτο «Hangover» δεν ήταν δα και καμιά αξέχαστη ή φοβερά ξεκαρδιστική κωμωδία, ανέπτυσσε παρόλα αυτά μία ενδιαφέρουσα ιδέα με τρόπο διασκεδαστικότατο και απολαυστικό.

Το «Μέρος 2», τώρα, της επιτυχημένης ταινίας, δεν μοιάζει να έχει, ειλικρινά, κανέναν απολύτως λόγο ύπαρξης. Είναι αισθητό ότι δεν πρόκειται παρά για μία «αρπαχτή» που μοναδικό στόχο έχει την σίγουρη εισπρακτική επιτυχία, τη βεβαιότητα της οποίας βασίζει στην απλή επανάληψη της συνταγής του originalΜια επανάληψη τόσο πιστή, ώστε τελικά το δεύτερο «Hangover» μοιάζει περισσότερο με ριμέικ παρά με σίκουελ του πρώτου, με την μεγαλύτερη και, βασικά, μοναδική ουσιαστική διαφορά τους να έγκειται στην έλλειψη έμπνευσης των δημιουργών αυτήν τη φορά!

Δεν είναι ότι δεν γελάς, γελάς. Μηχανικά. Γιατί ελάχιστα αστεία αποδεικνύονται ικανά να βγάλουν αβίαστα γέλιο, μιας και είτε αποτελούν στερεότυπα και εύκολα καλαμπούρια, είτε παίρνουν τα κωμικά στοιχεία του πρώτου φιλμ και τα «στύβουν» μέχρι να στραγγίξει κάθε κωμικότητα από μέσα τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Άλαν του Ζακ Γαλιφιανάκη, που αποδεικνύεται απόλυτος πρωταγωνιστής των κωμικών γκαγκ και ταυτόχρονα βασικός εκπρόσωπος της έλλειψης έμπνευσης και της προβλεψιμότητας.

Βαθμολογία: 1.5/5

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

A liar's autobiography: The untrue story of Monty Python's Graham Chapman / Η αυτοβιογραφία ενός ψεύτη (2012)

Η «Αυτοβιογραφία ενός ψεύτη» είναι ένα παράδοξο animated ντοκιμαντέρ για τη ζωή του Graham Chapman των Monty Python, όπως τη διηγήθηκε ο ίδιος στο ομώνυμο βιβλίο του και εν συνεχεία την μαγνητοφώνησε, προτού πεθάνει από καρκίνο το 1989. Ωστόσο, παρά την ενδιαφέρουσα ιδέα της αναπαράστασης όσων ο ίδιος ο Chapman αφηγείται με μια σειρά από διαφορετικού στυλ κάθε φορά κινούμενα σχέδια (ακατάλληλα για παιδιά), η ταινία δεν δικαιώνει τις προσδοκίες ούτε καν των φαν του σπουδαίου κωμικού γκρουπ. Μάλλον αποκλειστικά σε αυτούς απευθύνεται ούτως ή άλλως, μιας και δεν πρόκειται να προκαλέσει το ενδιαφέρον οποιουδήποτε άλλου…

Παρόλο που τα σχέδια διακρίνονται αισθητά από μια τρέλα, εντούτοις λείπει αυτό το πνεύμα που θα έδινε στο φιλμ την απαραίτητη «μοντιπαϊθονική» αύρα και μια αναζωογονητική κωμική πινελιά, την οποία συνεχώς περιμένεις αλλά ποτέ δεν έρχεται. Το μοναδικό, ειλικρινά, αστείο σημείο της ταινίας είναι ο… επικήδειος λόγος του John Cleese! Έτσι, ευελπιστείς διαρκώς να σου κινήσει με κάποιο τρόπο το ενδιαφέρον, μα, με εξαίρεση ορισμένους εύστοχους συμβολισμούς (η –κυριολεκτική- πάλη του Chapman με τον εαυτό του), το φιλμ δεν σταματά ποτέ να σε κουράζει, με το animation τελικά περισσότερο να σε ζαλίζει με την αδιάκοπη ψυχεδέλειά του παρά να βελτιώνει τα πράγματα. Το 3D, δε, όχι απλώς είναι ως συνήθως αχρείαστο, αλλά καθιστά την εμπειρία ιδιαιτέρως επίπονη για το μάτι…

Βαθμολογία: 1/5

Dead shadows (2012)


Μια low-budget ταινία εξ’ ορισμού απαιτεί ένα θεατή πρόθυμο να προσπεράσει πολλές από τις αναπόφευκτες (κυρίως τεχνικές) αδυναμίες της. Είναι λογικό να παρατηρείται αισθητός ερασιτεχνισμός σε πολλά επίπεδα και κατά συνέπεια εύλογα ο θεατής με τη σειρά του απαιτεί άλλες, μάλλον ουσιαστικότερες αρετές, όπως κάποια ευρηματικότητα στο σενάριο ή πρωτοτυπία στη σκηνοθεσία.

Με όσο καλές προθέσεις όμως κι αν δει κανείς το «Dead shadows», πέρα από το  πειστικό μακιγιάζ και τις ομολογουμένως ικανοποιητικότατες πρωταγωνιστικές ερμηνείες, τα μοναδικά «συν» που θα εντοπίσει είναι σκόρπια θετικά στοιχεία τα οποία δεν αξιοποιούνται καθόλου από το υπόλοιπο φιλμ και φαντάζουν χαμένα σε ένα άσκοπο, δίχως προσανατολισμό και συνοχή σύνολο. Για παράδειγμα, η σχέση που ξεκινά να εξελίσσεται μέσα στο πρώτο εικοσάλεπτο μεταξύ των χαρακτήρων των Blandine Marmigère και Fabian Wolfrom έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και θα μπορούσε να λειτουργεί ως ένας άξονας για το κατά τ’ άλλα ασυνάρτητο σενάριο, αν το τελευταίο είχε επενδύσει περισσότερο χρόνο σε αυτήν. Αντ’ αυτού, από τη στιγμή που περνά στη δράση, διακόπτει ακόμα και το στοιχειώδες ενδιαφέρον που μέχρι τότε έδειχνε για τους χαρακτήρες του, αφήνοντάς τους παντελώς ανολοκλήρωτους, και αναλώνεται σε ένα ανούσιο, κλισέ και ακατάπαυστα αφελές κρυφτοκυνηγητό μεταξύ ανθρώπων και εξωγήινων-ζόμπι.

Κι ενώ αρχικά διαθέτει σε αρκετά μεγάλο βαθμό την αισθητική μιας ατμοσφαιρικής, big budget παραγωγής, με την (απόλυτα αδιάφορη) εξέλιξή του το «Dead shadows» μετατρέπεται σε ένα άτσαλο κακέκτυπο των χολιγουντιανών ταινιών του είδους. Φυσικά, ούτε συζήτηση για τρόμο, αγωνία ή έστω ένταση, καθώς η σκηνοθεσία, παρά τα αποδεκτά εφέ, είναι απίστευτα άνευρη, με αποκορύφωμα ένα εξαιρετικά κακοφτιαγμένο (τα λάθη στο μοντάζ είναι τραγελαφικά), εκτός τόπου και χρόνου φινάλε.

Όχι, δυστυχώς το «Dead shadows» δεν ικανοποιεί ούτε τις ήδη χαμηλές προσδοκίες μιας low-budget ταινίας…

Βαθμολογία: 0.5/5

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Trance (2013)


Αφήνοντας στην άκρη τους οσκαρικούς προσανατολισμούς, ο Danny Boyle καταπιάνεται με ένα περιπετειώδες θρίλερ και μοιάζει να βρίσκεται σε ξέφρενα σκηνοθετικά κέφια. Πάντα στο στυλιζαρισμένο ύφος που μας έχει συνηθίσει, προσηλώνει με αξιοπρόσεκτη άνεση το θεατή, επιστρατεύοντας περίτεχνα πλάνα, εκπληκτικά ταιριαστή ηλεκτρονική μουσική επένδυση, ένα εξαιρετικό πρωταγωνιστικό τρίο και σφιχτοδεμένο σκηνοθετικό ρυθμό. Παράλληλα, μέσα στην κεφάτα φρενήρη σκηνοθεσία του, το φιλμ χτίζει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία μυστηρίου, η οποία, παρόλο που ενίοτε αποδεικνύεται κάπως προβλέψιμη, ως επί το πλείστον είναι αρκούντως αγωνιώδης και απολαυστική.

Πράγμα σύνηθες στις σύγχρονες ταινίες του είδους, αυτό που από ένα σημείο κι έπειτα «ξεκουρδίζει» τον καλοκουρδισμένο ρυθμό του «Trance» είναι η προσπάθειά του να σε μπερδέψει. Αποδεικνύεται δυστυχώς μεγαλύτερη απ’ ό,τι το φιλμ μπορεί να διαχειριστεί κι έτσι, αντί να τις καλύπτει, τελικά μάλλον δημιουργεί υπόνοιες σεναριακών κενών. Παρομοίως, η ταινία σε σημεία διακρίνεται και από ορισμένες απανωτές ανατροπές, οι οποίες δρουν αποπροσανατολιστικά ακόμα και για την (κατά τ’ άλλα απολαυστική) ερμηνεία του James McAvoy.

Η βασική αρνητική επίδραση των παραπάνω στην ταινία έγκειται στο ότι τελικά την καθιστούν περισσότερο κοινότυπη παρά ανατρεπτική. Αν, μάλιστα, βρισκόταν άλλος σκηνοθέτης πίσω από την κάμερα, το πιθανότερο είναι να μην ασχολούταν κανείς μαζί της. Έτσι είναι όμως που αποδεικνύεται η σπουδαιότητα του κατορθώματος του Boyle. Χωρίς την μερική αμηχανία που διακρινόταν στις «127 ώρες», ο σκηνοθέτης μετατρέπει αυτό που δίχως το ζωηρό του άγγιγμα θα ήταν μια ενδιαφέρουσα, μα άνιση περιπέτεια σε ένα φιλμ άκρως ψυχαγωγικό και σχεδόν αδιάκοπα απολαυστικό. Αποτελεί, παρά τις αδυναμίες του, μια σαφώς ανώτερη της μέσης ταινίας του είδους θριλερική περιπέτεια που πιθανότατα θα σας κάνει να τη σκεφτείτε ιδιαίτερα μετά το τέλος της…

Βαθμολογία: 3/5

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Un monstre a Paris / Το τέρας του Παρισιού (2011)


Συν-σκηνοθέτης των «Ο δρόμος για το Ελ Ντοράντο» και «Καρχαριο-μάχος», ο Bibo Bergeron είναι αυτή τη φορά υπεύθυνος για μια γαλλική ταινία κινουμένων σχεδίων, η οποία βαδίζει στα χνάρια αντίστοιχων, μεγαλύτερων αμερικάνικων παραγωγών -όπως οι παραπάνω. Εξαιτίας αυτού βέβαια, δεν διαθέτει τη γαλλική φινέτσα που κανείς θα περίμενε, ούτε και οποιαδήποτε υφολογική συγγένεια με αγαπημένα γαλλικά καρτούν όπως αυτά του Sylvain Chomet (αν και ο χαρακτήρας του σερβιτόρου είναι σχεδιασμένος με μια υπερβολή που ενδεχομένως παραπέμπει στο «Τρίο της Μπελβίλ»). Να σημειωθεί άλλωστε πως στην παραγωγή συμμετέχει και ο Luc Besson, γεγονός που από μόνο του καθιστά σαφή τον εμπορικό προσανατολισμό του φιλμ.

Ως μια εμπορική λοιπόν ταινία κινουμένων σχεδίων, το «Τέρας του Παρισιού», βασικά, τα πάει περίφημα. Διαθέτει σε γενικές γραμμές ό,τι θα απαιτούσε κανείς από αυτό. Είναι αστείο, περιπετειώδες και ρομαντικό και έχει ζωηρούς χαρακτήρες κι ένα στόρι το οποίο μπορεί να μη βλέπουμε για πρώτη φορά, παραμένει όμως έξυπνο και τρυφερό, ενώ, όντας σχετικά παλιομοδίτικο, προκαλεί μια ευχάριστη νοσταλγία. Σε αυτή συμβάλουν επίσης και οι μουσικές στιγμές του, με τα τραγούδια που ερμηνεύουν απολαυστικά η Vanessa Paradis και ο MathieuMChedid να φαντάζουν βγαλμένα από καρτούν άλλης εποχής.

Μόνο που, έχοντας η ταινία καταφέρει να γίνει ικανοποιητικότατη και απόλυτα ευχάριστη, μοιάζει να μην τολμάει ποτέ να προχωρήσει ένα βήμα παρακάτω. Δεν υπάρχει κάποια έκπληξη στην ιστορία, ούτε καθίσταται ποτέ ξεκαρδιστική, ούτε και συγκινητική, παρόλο που θέτει τις βάσεις για να το καταφέρει. Πέρα από λίγες μικρο-αφέλειες και κάποιες σχετικά βεβιασμένες σκηνές χιούμορ ή δράσης που παρατηρούνται -κυρίως στην αρχή, πριν βρει το ρυθμό του- αλλά και εύκολα αγνοούνται, δεν υπάρχει κάτι το οποίο ξενίζει στη θέαση του φιλμ. Είναι όμως κρίμα να παγιδεύεται σε μια ανάγκη να πατάει στη σίγουρη ασφάλεια και εξαιτίας αυτής να μην κατορθώνει να μιλήσει απευθείας στην καρδιά του θεατή.

Η αλήθεια είναι πως αυτή η έλλειψη τόλμης οφείλεται μάλλον στην προσπάθεια της ταινίας να μοιάσει στα μεγαλύτερου βεληνεκούς καρτούν της απέναντι όχθης του Ατλαντικού, κάτι που όπως προαναφέρθηκε πραγματοποιείται, πλην όχι πάντα με επιτυχία. Από το να υιοθετεί όμως παρόμοια με των Αμερικάνων κλισέ και να προσπαθεί εκβιαστικά να συγκινήσει, η ταινία είναι αναμφίβολα προτιμότερη στην παρούσα μορφή της…

Πάνω απ’ όλα, άλλωστε, είναι οι καλές προθέσεις και η αγνή καρδιά του που κάνουν το «Τέρας του Παρισιού» να σε κερδίσει…

Βαθμολογία: 2.5/5

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Evil dead / Το πρόσωπο του κακού (2013)


Η εδώ και χρόνια πολυαναμενόμενη στιγμή της επιστροφής του κλασικού «Evil Dead» στη μεγάλη οθόνη επιτέλους έφτασε και, μαζί της, οι μεγαλύτεροι φόβοι μας γίνονται πραγματικότητα. Όχι επειδή το νέο «Evil Dead» είναι τρομακτικό. Επειδή είναι απαράδεκτο…

Αρχικά, από την τελική μορφή της ταινίας έχουν αφαιρεθεί σχεδόν όλες οι σκηνές του σεναρίου που αφορούσαν τους χαρακτήρες και αποσκοπούσαν στη γνωριμία του θεατή με αυτούς πριν από το επακόλουθο ξέσπασμα βίας. Χωρίς αυτές, ο θεατής παρακολουθεί απλώς πέντε αδιάφορους τύπους να κυριεύονται από δαίμονες, να διαμελίζονται και να αλληλοσφάζονται και δεν τον ενδιαφέρει καθόλου! Ειδικά οι δύο εκ των τριών γυναικών, Jessica Lucas και (κυρίως η) Elizabeth Blackmore, μοιάζουν να βρίσκονται διαρκώς σε μια θέση απαξίωσης μέσα στην ταινία, τόσο από τους ανδρικούς χαρακτήρες που δεν δείχνουν να νοιάζονται ιδιαίτερα για αυτές, όσο και από το ίδιο το σενάριο γενικότερα, μιας και οι ατάκες τους σχεδόν μετριούνται στα δάχτυλα. Με την αφαίρεση των εν λόγω σκηνών, επιπλέον, μένει κάπως στον αέρα και δεν αξιοποιείται πλήρως το κατά τ’ άλλα έξυπνο εύρημα της προσπάθειας του χαρακτήρα της Jane Levy να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά.

Οι επιλογές των ηθοποιών επίσης αποδεικνύονται άστοχες, με τον Lou Taylor Pucci να είναι ο μοναδικός από αυτούς που φαντάζει αρκούντως ταιριαστός στο ρόλο του και μάλλον θα έπρεπε αυτός να αποτελεί τον βασικότερο πρωταγωνιστή. Όχι, ικανοποιητικός διάδοχος του Bruce Campbell δεν υπάρχει…

Έπειτα, είναι απορίας άξιο πώς ανατέθηκε ένα τόσο πολυαναμενόμενο project σε έναν άγνωστο δημιουργό από την Ουρουγουάη με μοναδικό δημοφιλές δείγμα προηγούμενης δουλειάς μια καλοσκηνοθετημένη, πλην άνευ σεναρίου ταινία μικρού μήκους καταστροφής («Ataque de panico»). Και είναι επίσης απορίας άξιο πώς είναι δυνατόν η σκηνοθεσία του να είναι τόσο, μα τόσο κλισέ. Διαρκής ένταση που καθοδηγείται μονίμως από τον εύκολο τρόπο της ασταμάτητης μουσικής υπόκρουσης, συνεχή απότομα τρομάγματα που πλέον είναι τόσο συνηθισμένα ώστε δεν τρομάζουν κανέναν και καμία απόπειρα πρόκλησης ψυχολογικού τρόμου και δημιουργίας κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας.

Το χειρότερο όμως είναι ότι αυτό το πανηγύρι ακούραστης (αλλά κουραστικής) αιματοχυσίας θα μπορούσε τουλάχιστον να είναι διασκεδαστικό, αν δεν έπαιρνε τον εαυτό του τόσο στα σοβαρά! Δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε υπόνοια μαύρου χιούμορ, με εξαίρεση τις εσκεμμένα ή μη τραγελαφικές βωμολοχίες των δαιμονισμένων ηρώων. Είναι πραγματικά αδικαιολόγητο το γεγονός πως το κωμικό στοιχείο, που αποτελεί μακράν το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της «Evil Dead» τριλογίας, φαίνεται να έχει ξεχαστεί εντελώς από τους δημιουργούς του remake.

Αναζητώντας κάποιον καλλιτεχνικό στόχο πίσω από το φιλμ, φαίνεται πως το μοναδικό από τα επιτεύγματα της πρώτης ταινίας του Raimi που οι συντελεστές έχουν προσπαθήσει να επαναλάβουν εδώ είναι το σοκ μέσω πρωτοφανούς βίας. Όντως, η ταινία περιέχει ορισμένες από τις πιο ωμές, άγριες και τραβηγμένες σκηνές βίας που έχετε δει ποτέ, σαν να βάζει στοίχημα με τον εαυτό της για το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει. Μόνο που ο εξοικειωμένος με το gore θεατής του 2013 θα αισθανόταν αληθινά σοκαρισμένος μόνο αν νοιαζόταν έστω και στο ελάχιστο για τους χαρακτήρες που υποτίθεται πως βιώνουν όσα παρακολουθεί. Αφήστε που οι πιο σκληρές σκηνές είχαν ήδη εξαντληθεί στα red-band trailers

Καθώς η ταινία εξελίσσεται, ειλικρινά μοιάζει να κάνει ό,τι μπορεί για να απογοητεύσει. Παρόλα αυτά, το φινάλε αντί να αποτελεί το κάκιστο αποκορύφωμά της, περιέργως αποδεικνύεται το καλύτερο σημείο της! Επαναπροσδιορίζοντας τον χαρακτηρισμό αιματοβαμμένο, είναι η μόνη στιγμή του φιλμ της οποίας η υπερβολή είναι τόση ώστε να το καθιστά πράγματι διασκεδαστικό και να του προσδίδει μια cult επίγευση. Ακόμα όμως και τα λίγα αυτά λεπτά που σώζουν το φιλμ από την παντελή αποτυχία βρίσκονται στα πλαίσια ενός σεναρίου που όσο πλησιάζει προς το τέλος του τόσο λιγότερο νόημα βγάζει και κλείνει σαν μια φούσκα που σκάει.

Το remake (ή ίσως sequel;) του cult-classic «The Evil Dead» από τον Fede Alvarez δεν αποτελεί μια ατμοσφαιρική ταινία τρόμου με έμφαση στο μαύρο χιούμορ, αλλά έναν σαδομαζοχιστικό αυνανισμό με αυτοσκοπό το επιφανειακό σοκ, που ουσιαστικά σοκάρει μόνο με την έλλειψη σεβασμού του προς το original και με τη διαπίστωση πως τόσα χρόνια αναμονής οδήγησαν σε μια ταινία που έχουμε ξαναδεί αμέτρητες φορές. Σε βιαιότερη εκδοχή.

Βαθμολογία: 1/5