Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

The Army of darkness / Ο στρατός του σκότους (1992)



Το αξιοσημείωτο με την «Evil dead» τριλογία είναι το γεγονός πως κάθε μία από τις τρεις ταινίες της ανήκει σε διαφορετικό κινηματογραφικό είδος! Ενώ το πρώτο –και καλύτερο- μέρος είναι καθαρά μια ταινία τρόμου, το δεύτερο, ανατρέποντας τα δεδομένα εκείνου, αποτελεί μια horror comedy και το τρίτο απομακρύνεται ακόμα περισσότερο από το ύφος της πρώτης ταινίας και κλείνει την τριλογία με μια στροφή στην κωμική περιπέτεια, με ελάχιστα στοιχεία τρόμου.

Διακόπτοντας σχεδόν κάθε συγγένειά του με το horror genre, αλλά και με την ίδια τη σειρά στην οποία ανήκει, το «Army of darkness» μεταφέρει τους γνωστούς δαίμονες στα χρόνια του Μεσαίωνα, μάλλον απομυθοποιώντας τους και αφαιρώντας -αφελώς- κάθε τρομακτικό στοιχείο από πάνω τους. Ανάμεσα σε αυτούς, σε ιππότες, άλογα και μεσαιωνικά κάστρα, βρίσκεται, φυσικά, ο Bruce Campbell να πετσοκόβει με το αλυσοπρίονό του, να πυροβολεί με την καραμπίνα του και, κυρίως, να το διασκεδάζει αφάνταστα. Πολλή λογική εδώ μην ψάχνετε και σοβαρότητα καθόλου, μιας και ο Raimi, όπως και στο «Evil dead 2», κάνει ξεκάθαρα χαβαλέ, σατιρίζει κινηματογραφικά κλισέ και αυτοσαρκάζεται εμφανώς και ασυστόλως.

Δυστυχώς όμως, το κέφι από μόνο του δεν καθιστά μια ταινία καλή και η παλαβομάρα του Raimi είναι εδώ μονίμως συνδεδεμένη με μια αισθητή αφέλεια, η οποία μάλιστα αγγίζει τα όρια της ανοησίας. Και αυτή η αφέλεια μοιάζει να μην προέρχεται μόνο από την παντελή αδιαφορία του Raimi για την ποιότητα της ταινίας του, αλλά και από έλλειψη έμπνευσης…

Τουλάχιστον, χάρη στην τρέλα του το φιλμ καθίσταται πράγματι διασκεδαστικό και παρά την αφέλειά του. Μέχρι τα μισά της διάρκειάς του. Διότι στη συνέχεια τίθεται κι άλλο ζήτημα: αυτό του budget. Αισθητά μεγαλύτερο μεν από εκείνα των δύο πρώτων φιλμ, πολύ μικρό δε για να στηριχτούν πάνω του οι απαιτητικές σκηνές της «μεγάλης» τελικής μάχης. Το αποτέλεσμα αποδεικνύεται ιδιαιτέρως κουραστικό για τα σημερινά δεδομένα.

 Ίσως, εντέλει, αυτό που χρειαζόταν ο τιτλοφορούμενος «Στρατός του σκότους» να ήταν μια ακόμα πιο απροκάλυπτη (από την ήδη σαφή του) αυτοσαρκαστική διάθεση. Ίσως πάλι, να είχε ανάγκη μονάχα ένα ψηλότερο budget. Ή ίσως να είναι απλώς περιττός…

Βαθμολογία: 1.5/5


Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Before sunrise / Πριν το ηλιοβασίλεμα (1995)


«Στην καλύτερη νύχτα της ζωής σου!» εύχεται ένας από τους ολιγάριθμους δεύτερους χαρακτήρες της ταινίας στον πρωταγωνιστή. Ταυτόχρονα, κλείνει το μάτι στον θεατή θυμίζοντάς του προσωπικά βιώματα που πιθανότατα να έχουν αποδειχτεί πράγματι οι καλύτερες εμπειρίες της ζωής του. Κι έτσι είναι που το «Before sunrise» κατορθώνει όχι απλώς να σε κερδίσει, αλλά να σε αγκαλιάσει σφιχτά: με την συγκλονιστική του ειλικρίνεια, αλλά και την απίστευτα ρομαντική ψυχή του…

Εύκολα θα υπέθετε κανείς πως η ιστορία της ταινίας είναι στ’ αλήθεια βιωμένη από τον Richard Linklater και πως ακριβώς γι’ αυτό είχε ο δημιουργός την ανάγκη να την αφηγηθεί κινηματογραφικά. Πράγματι ο Linklater την εμπνεύστηκε από κάποια παρόμοια εμπειρία του (χωρίς να μπορούμε βέβαια να γνωρίζουμε πόση σχέση έχει αυτή με το φιλμ), η εν λόγω αίσθηση όμως προκαλείται αφ’ ενός από το πάθος με το οποίο μοιάζει να έχει δημιουργηθεί το έργο και αφ’ ετέρου από το εξαιρετικό του σενάριο. Ένα σενάριο γεμάτο διαλόγους, τόσο δεξιοτεχνικά γραμμένους ώστε μέσα από λόγια απλά και απολύτως καθημερινά αναδύεται σε όλο του το μεγαλείο ο έρωτας του νεαρού ζευγαριού. Τόσο αληθινούς ώστε υπάρχουν στιγμές που ο θεατής αντικρίζει τον εαυτό του στη θέση των πρωταγωνιστών. Και, τέλος, τόσο εμπνευσμένους και προσεγμένους ώστε σκιαγραφούνται τέλεια οι χαρακτήρες των δύο ηρώων σε όλες τις διαστάσεις τους. Δεν είναι τυχαία μάλιστα η συμμετοχή της  Kim Krizan ως συν-σεναριογράφου, μιας και όντας γυναίκα συνέβαλε σημαντικά στην εντυπωσιακή σεναριακή κατανόηση και, κατά συνέπεια, την διεισδυτική απόδοση τόσο μιας ανδρικής όσο και μιας γυναικείας προσωπικότητας. Αξιοσημείωτη η σεκάνς του «παιχνιδιού της τηλεφωνικής συνομιλίας», λόγω του πόσο ουσιαστική, πολυεπίπεδη και αφοπλιστικά ευρηματική μέσα στη ρεαλιστική λιτότητά της είναι.

Και φυσικά, είναι δύσκολο να φανταστείς πως ο Ethan Hawke και η Julie Delpy δεν είναι και στην πραγματικότητα ο Jesse και η Celine, παράφορα ερωτευμένοι μεταξύ τους. Όπως είναι εξίσου δύσκολο να φανταστείς πώς θα μπορούσε ο έρωτας αυτός να είναι τόσο έντονος χωρίς τον τρίτο βασικό πρωταγωνιστή της ταινίας, τη σαγηνευτικά ατμοσφαιρική Βιέννη…

Βαθμολογία: 4/5

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Iron Man 2 (2010)


Ο πρώτος «Iron Man» ήταν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα super-hero movie, καθώς διακρινόταν από μια ασυνήθιστη για τα δεδομένα του είδους φρεσκάδα. Ακριβώς δηλαδή ό,τι λείπει από εδώ. Το «Iron Man 2» προσπαθεί να κινηθεί στα ίδια μονοπάτια με την προηγούμενη ταινία, αφιερώνοντας αρκετό χρόνο σε διαλογικές σκηνές και λιγότερο σε δράση και επιχειρώντας να προσδώσει σε αυτές τη σκηνοθετική ζωηράδα που απαιτούν. Τα πράγματα όμως δε λειτουργούν με την επιτυχία του πρώτου φιλμ.

Ίσως το βασικό πρόβλημα της ταινίας είναι πως μοιάζει απόλυτα συμβιβασμένη με τη λογική ενός απλού επεισοδίου, που διαδέχεται το προηγούμενο και πρόκειται να ακολουθηθεί από το επόμενο. Δεν καταφέρνει, λοιπόν, (ή και δεν προσπαθεί) να δημιουργήσει κάτι το αξιομνημόνευτο και -χωρίς βέβαια ποτέ να κουράζει ή να διαθέτει κάποια στιγμή που σε ξενίζει, αντιθέτως με τη θέασή του να είναι ευχάριστη- διακατέχεται από μια συνολική μετριότητα.

Η φλυαρία του σεναρίου δεν βοηθάει σε τίποτα την μηδενική εμβάθυνση στους χαρακτήρες και η σφιχτοδεμένη σκηνοθεσία λειτουργεί μάλλον αρνητικά, εμποδίζοντας ακόμα περισσότερο τον θεατή να διαπιστώσει με σιγουριά αν παρακολουθεί συνεχείς σεναριακές εξελίξεις ή… αν δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα! Σχετικά με τη δράση, είναι λίγη και πατάει σε τετριμμένες βάσεις, ενώ η σκηνοθετική της προσέγγιση κρίνεται μάλλον άγαρμπη, πρόβλημα που εντοπιζόταν και στην πρώτη ταινία.

Το καστ είναι το μόνο στοιχείο που διασώζεται άθικτο από την γενική χλιαρότητα, γι’ αυτό και αποτελεί τον βασικό παράγοντα που καθιστά την παρακολούθηση ενδιαφέρουσα. Δυστυχώς όμως όλα τα παραπάνω δρουν περιοριστικά και για τους ηθοποιούς, αφήνοντάς τους σεναριακά και σκηνοθετικά παντελώς αναξιοποίητους, ιδίως τον Mickey Rourke του οποίου η ερμηνεία είναι εντυπωσιακά επιβλητική. Η παρουσία βέβαια των Scarlett Johansson και Samuel Jackson, όπως και οι αναφορές σε άλλους ήρωες της Marvel (μία εκ των οποίων μετά τους τίτλους τέλους), αποσκοπεί καθαρά στην προώθηση των «Avengers» και μάλλον επιβαρύνει το σενάριο με περισσότερους, περιττούς χαρακτήρες.

Με λίγα λόγια, είναι, ως οφείλει, μια ευχάριστη super-hero movie, από την οποία όμως δυστυχώς δεν θα χαραχτεί κάτι στη μνήμη σας.

Βαθμολογία: 2/5

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Monsters Inc. / Μπαμπούλας Α.Ε. (2001)

Κύριο γνώρισμα της τέταρτης κατά σειρά ταινίας της συνεργασίας Pixar-Disney, όπως άλλωστε και των περισσότερων δημιουργιών τους, δεν είναι παρά η εμπνευσμένη βασική της ιδέα. Αυτή επιχειρεί να εξηγήσει τον παιδικό φόβο για την ύπαρξη ενός «μπαμπούλα» μέσα στη ντουλάπα, με την παρουσίαση ενός παράλληλου κόσμου τεράτων, όπου η ηλεκτρική ενέργεια αντλείται από τις κραυγές των μικρών παιδιών! Έτσι, το τρόμαγμα των παιδιών αποτελεί επάγγελμα για τους «top scarers», (τα πιο τρομακτικά, δηλαδή, τέρατα) που δουλεύουν για τη μεγαλοβιομηχανία του τίτλου, και η μετάβαση από τον έναν κόσμο στον άλλον γίνεται μέσα από τις πόρτες των παιδικών ντουλαπών…

Στα πλαίσια της πρωτότυπης αυτής ιστορίας, μας συστήνονται αμέτρητοι ξεκαρδιστικοί χαρακτήρες, από τους οποίους περιέργως την παράσταση κλέβει ο μοναδικός άνθρωπος: η μικρή Μπου, το απόλυτα αξιολάτρευτο κοριτσάκι που αντί να φοβάται τον τερατόμορφο πρωταγωνιστή, τον βρίσκει άκρως χαριτωμένο! Ο κόσμος των τεράτων είναι φαντασμαγορικός και πολύχρωμος, αξιοσημείωτο είναι όμως το γεγονός πως και σε αυτόν, όπως και στην πραγματικότητα, μεγαλύτερη επιδίωξη όσων διαθέτουν κάποιου είδους εξουσία αποδεικνύεται το χρήμα αντί του κοινού καλού και κυρίαρχη στάση τους αυτή της ανήθικης λογικής «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»…

Σε ένα τέτοιο σενάριο ίσως είναι ανόητο να μιλά κανείς για αφέλειες και ευκολίες, εντούτοις αυτές υπάρχουν. Όχι σε μεγάλο βαθμό βέβαια, αλλά ως επί το πλείστον εξαιτίας τους, η ταινία μοιάζει να μην αρπάζει την ευκαιρία να γίνει αξέχαστη. Παρόλα αυτά, κάθε φορά που καθίσταται σχετικά απογοητευτική, μια απρόσμενη ανατροπή, μια τρυφερή σκηνή ή ένα εμπνευσμένο κωμικό εύρημα αποτελούν τα άμεσα αντισταθμίσματα και την διατηρούν σταθερά διασκεδαστική.

Αξίζει να σημειωθεί το απολαυστικότερο σημείο του φιλμ, εκείνο όπου οι δύο μπαμπούλες κρατούν την μικρή Μπου κρυμμένη στο διαμέρισμά τους, αλλά και η σκηνή όπου το κορίτσι επιστρέφει στο δωμάτιό του, η οποία είναι σχεδόν αφοπλιστικά συγκινητική. Παρεμπιπτόντως, προσέξτε επίσης στην εν λόγω σκηνή τα παιχνίδια της Μπου, στα οποία διακρίνεται πρώτον η καουμπόισσα Τζέσι του «Toy Story» και δεύτερον ένα ψάρι κλόουν –δύο χρόνια πριν την κυκλοφορία του «Ψάχνοντας τον Νέμο»…

Μπορεί να μην ανήκει στις κορυφαίες στιγμές της Pixar, το «Μπαμπούλας Α.Ε.» όμως είναι, όπως οφείλει, μια αστεία, τρυφερή, ευρηματική και απόλυτα αξιόλογη ταινία κινουμένων σχεδίων.

Βαθμολογία: 3/5

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Stoker (2012)


Αρκετά υποβλητικό θρίλερ, το οποίο θα ικανοποιήσει τους φαν τους είδους και όσους θα αρκεστούν στην στυλιζαρισμένη πλευρά του. Δεν θα χαραχτεί, όμως, στη μνήμη αυτών που περίμεναν από το πρώτο αγγλόφωνο πόνημα του Chan-wook Park να ξεφύγει από τις συνήθεις, χλιαρές και αμέτρητες φορές αναμασημένες θριλερικές απόπειρες του Χόλιγουντ.

Βασικά, το «Stoker» είναι καθαρά ταινία σκηνοθεσίας. Κύριος πρωταγωνιστής της, με άλλα λόγια, δεν είναι παρά η σκηνοθεσία του γνωστού Κορεάτη. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο το φιλμ κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή από την αρχή μέχρι το τέλος του είναι η προσεγμένη κινηματογράφηση, τα αστείρευτα σκηνοθετικά ευρήματα, ο έξυπνος συνδυασμός ήχου και εικόνας και η σφιχτοδεμένη αφηγηματική τεχνική του, στοιχεία τα οποία αποσκοπούν επιτυχώς σε μια παρακολούθηση που δεν θα κουράσει και θα διατηρήσει αμείωτη την ένταση για εκατό λεπτά. Επιπλέον, η -ως επί το πλείστον υπαινικτική- αίσθηση νοσηρότητας, αλλά και ερωτισμού είναι ευστοχότατη και λειτουργεί καθηλωτικά.

Όσο όμως ο Chan-wook Park διαθέτει έμπνευση και ζωντάνια, άλλο τόσο αυτές λείπουν δυστυχώς από το σενάριο. Οι Wentworth Miller και Erin Cressida Wilson προσπαθούν με νύχια και με δόντια να υφάνουν ένα πέπλο μυστηρίου, είναι όμως τόσο χιλιοειπωμένα όσα αφηγούνται, που αυτό εξατμίζεται άχαρα καθώς το φιλμ πλησιάζει στο τέλος του. Το φινάλε του, δε, είναι παντελώς αδιάφορο, μιας και το στόρι φαντάζει ανολοκλήρωτο.

Εν ολίγοις, η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Chan-wook Park αποτελεί ένα θρίλερ πιο mainstream απ’ ό,τι αναμενόταν και πολύ αδύναμο σεναριακά, το οποίο όμως ποντάρει κατ’ εξοχήν στις (σχεδόν επιδεικτικά) εμφανείς ικανότητες του Κορεάτη δημιουργού.

Βαθμολογία: 2.5/5