Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Fish Tank (2009)

Με το φαινομενικό σκηνοθετικό αυθορμητισμό μιας χειροκίνητης κάμερας που καταγράφει ωμά την καθημερινότητα και με ένα στενό κάδρο (4:3) που με χειρότερη ποιότητα εικόνας θα παρέπεμπε άνετα σε homemade video, η Βρετανίδα σκηνοθέτις Andrea Arnold δημιουργεί ένα φιλμ (το δεύτερο μεγάλου μήκους της) εξαιρετικού ρεαλισμού, μα και πάντα αφηγηματικά συνεπές.

Καρδιά και στήριγμα της ταινίας η 18χρονη Katie Jarvis, ερμηνευτικά άπειρη ντόπια που εντοπίστηκε τυχαία από την παραγωγή και αποδείχθηκε ιδανική ενσάρκωση της 15χρονης Μία. Στο πρόσωπο και την κινησιολογία της αποτυπώνονται τέλεια μια άγρια, λούμπεν παρορμητικότητα ταυτόχρονα με τη γλυκιά εσωτερική ευθραυστότητα της νεαρής ηρωίδας. Πρόκειται για έναν υπέροχο, απόλυτα ζωντανό και συναρπαστικό χαρακτήρα. Καθημερινά γνώριμο και καθηλωτικά απρόβλεπτο. Δομημένο και ανεπτυγμένο με προσοχή και αγάπη, από ένα έντονα ανθρωποκεντρικό σενάριο. Το κοινωνικό υπόβαθρο είναι εκεί, μα στο προσκήνιο είναι πάντα ο άνθρωπος, η μελέτη χαρακτήρα, το προσωπικό δράμα. Και το δράμα της Μία είναι ένα υπαρξιακοκοινωνικό αδιέξοδο, μια ζωή που δε βγάζει πουθενά, που αντί για όνειρα προσφέρει αγγελίες παρακμιακών μαγαζιών ασαφών υπηρεσιών, πρόθυμων να προσλάβουν χορεύτριες με φανερή έλλειψη ταλέντου -ίσως μόνο λόγω του νεαρού της ηλικίας. Μια ζωή - «ενυδρίο» («Fish tank») ή αυτή ενός αλόγου που περνάει τη ζωή του αλυσοδεμένο σε ένα στύλο, λίγο πριν «έρθει η ώρα του» στην ηλικία των 16. Τέτοιοι συμβολισμοί, χωρίς να χαίρουν κάποιας διεξοδικής τεκμηρίωσης από το σενάριο, δίνουν άκρα κινηματογραφικότητα στο φαινομενικά ακατέργαστο προϊόν, χωρίς παράλληλα να του στερούν ίχνος από την ειλικρίνειά του.

Η ιστορία της Arnold, που τόσο γερά πατά στην πραγματικότητα όσο δυνατά μάς μιλά στην ψυχή, κορυφώνεται σε ένα υποδειγματικό φινάλε εσωτερικής αφήγησης. Μια τέλεια ολοκλήρωση της ανάπτυξης του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα και της αξιαγάπητης παρορμητικότητάς της: η τελευταία γίνεται η έκφραση μιας κινηματογραφικά χαμηλόφωνης, μα συναισθηματικά εκκωφαντικής ανάγκης για προσωπική απελευθέρωση και αναζήτηση νοήματος, ενώ ο χορός μετατρέπεται από εκφραστής του υπαρξιακού αδιεξόδου σε μοναδικό μέσο επικοινωνίας. Ένα σιωπηλά σπαρακτικό κρεσέντο αυτοαναζήτησης μάς αφήνει με μια νότα αισιοδοξίας, συγκινητικής μα και πικρά ανοιχτής σε υποκειμενική ερμηνεία.

Το «Fish Tank» αποδεικνύει πως η βαθιά κατανόηση ενός ρεαλιστικά γοητευτικού χαρακτήρα μπορεί να αποτελέσει την ικανοποιητικότερη προσφορά μιας κινηματογραφικής εμπειρίας. Ευαίσθητο, καθημερινό και αξέχαστα ειλικρινές, το φιλμ της Arnold διέπεται από μια υποδειγματική εσωτερική αφήγηση που το ανυψώνει σε μία από τις κατά την προσωπική μου γνώμη σπουδαιότερες ταινίες της προηγούμενης δεκαετίας.

Βαθμολογία: 4.5/5