Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σινεφίλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σινεφίλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

Mother! / Μητέρα! (2017)

Ο Darren Aronofsky επιστρέφει, μετά από την ακριβή μπλοκμπαστερική παραγωγή του «Νόε» σε ένα φιλμ πιο μικρό, προσωπικό κι εσωστρεφές, όχι όμως χωρίς ψηλές φιλοδοξίες. Το «Mother!» λαμβάνει χώρα σχεδόν εξολοκλήρου εντός των τεσσάρων τοίχων ενός απομονωμένου σπιτιού, μα αυτό δεν το περιορίζει στην απλότητα μιας ταινίας δωματίου, αφού οι νοηματικές του εξερευνήσεις επεκτείνονται (πολύ) πέρα από το κατώφλι του σπιτιού, για να φτάσουν μέχρι και στην ίδια τη… δημιουργία του σύμπαντος! Το θαυμαστικό στον τίτλο του άλλωστε υπονοεί αυτήν ακριβώς την υπέρβαση, τη βαριά νοηματοδότηση κάθε μικρότερου ή μεγαλύτερου στοιχείου της ιστορίας.

Επίσης, ανακοινώνει εξαρχής τον κωμικό χαρακτήρα της ταινίας. Παρόλο που λόγω της ψυχολογικής πίεσης που του ασκείται, ο μέσος θεατής δεν διευκολύνεται να διακρίνει αυτήν την ειρωνικά χιουμοριστική πλευρά του φιλμ, ο Aronofsky μοιάζει μάλλον να σπάει πλάκα με τη δημιουργία του, εις βάρος του απροστάτευτου θεατή που θα βρεθεί θύμα της φάρσας. Το κυρίαρχο στοιχείο στο «Mother!» είναι ο σουρεαλισμός του, είναι πως όλα φαντάζουν τόσο τραβηγμένα που παραπέμπουν ταυτόχρονα σε καθαρόαιμο εφιάλτη και σε ξέφρενη κωμωδία -φανταστείτε το «Πάρτι» αμπαλαρισμένο ως μια ψυχολογικά βάναυση φιλοσοφική αλληγορία! Κάθε λεπτό είναι ασφυκτικά και -για τους ίδιους λόγους- σχεδόν ξεκαρδιστικά σουρεάλ, ένας ανελέητος όσο και διασκεδαστικότατος ψυχολογικός πόλεμος.

Αποπνικτικά προσκολλημένη στο πρόσωπο της Jennifer Lawrence, η κάμερα μάς παρασέρνει σε μια παρέλαση συμβόλων και ιδεών, ξεκινώντας από κοινές αλήθειες για τις ανθρώπινες σχέσεις και τον υλισμό της σημερινής κοινωνίας και καταλήγοντας σε θρησκευτικά και κοσμογονικά αρχέτυπα. Αν και το φιλμ είναι χτισμένο πάνω σε μια συγκεκριμένη βιβλική -κυρίως- σημειολογία, παραμένει τόσο ανοιχτό σε υποκειμενικές ερμηνείες ώστε η απλή παρατήρηση όλης της έκτασης των πιθανών εξηγήσεων είναι εξίσου απολαυστική με την αναζήτηση των προσωπικά ικανοποιητικών ερμηνειών. Έτσι, το φιλμ μπορεί να μην είναι διόλου εύπεπτο, αλλά βελτιώνεται αναμφίβολα κατά τη χώνεψη, αποτελώντας ένα αξιοπρόσεκτο σινεφιλικό παζλ, όσο και μια ιδιαίτερη, ενοχλητική και ταυτοχρόνως διασκεδαστική εμπειρία. Σίγουρα πάντως δεν είναι για μαμάδες. 

Βαθμολογία: 3.5/5

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Holy motors (2012)


Για πολλούς αριστούργημα, για άλλους τόσους ανούσια «ψευτο-καλλιτεχνιά», σίγουρα όμως το «Holy motors» είναι η πιο αμφιλεγόμενη και μία από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες της χρονιάς που μόλις έφτασε στο τέλος της. Κι όχι άδικα. Ο Leos Carax, σε ένα προκλητικά χαρακτηριστικό δείγμα της δημιουργικής του εσωστρέφειας, διηγείται μία ημέρα από τη ζωή του πρωταγωνιστή του, του κυρίου Όσκαρ, κατά την οποία αυτός μεταφέρεται με τη λιμουζίνα του για να παραστεί σε μία σειρά από επαγγελματικά ραντεβού. Μιλώντας βέβαια για «επαγγελματικά ραντεβού» έχει στο μυαλό του κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι μπορείτε να φανταστείτε… Η δουλειά του, εν ολίγοις, είναι να υποδύεται ρόλους. Κάθε φορά που βγαίνει από τη λιμουζίνα-καμαρίνι του, έχει και διαφορετική ταυτότητα και οι εν λόγω ρόλοι του θα είναι από μια γριά ζητιάνα μέχρι ένας δολοφόνος σε αποστολή να σκοτώσει… τον εαυτό του!
Θα κοιτάτε απορημένα, θα εκνευριστείτε, θα αναφωνήσετε «επιτέλους» ή θα σκάσετε στα γέλια, μετά το τέλος της ταινίας. Όλες οι αντιδράσεις είναι απολύτως λογικές. Παράλογη, ίσως ασυνάρτητη, αλλά αν μη τι άλλο φοβερά ευφάνταστη, χωρίς, πολλές φορές, να σου ξεκαθαρίζει αν πρέπει να την πάρεις στα σοβαρά, η ταινία μέχρι κάποιο σημείο δε βγάζει κανένα απολύτως νόημα! Σταδιακά όμως, αρχίζουν όλο και συχνότερα να εμφανίζονται στοιχεία που μοιάζουν να κρύβουν μέσα τους ουσία, κομμάτια ενός χαώδους παζλ που φαινομενικά ταιριάζουν μεταξύ τους…
Αφού το φιλμ τελειώσει, καρφώνεται με ευκολία στο μυαλό σου. Για μέρες. Και κατά την ομολογουμένως δύσκολη επεξεργασία του, ανακαλύπτεις πως τα κομμάτια που ταιριάζουν ολοένα και πολλαπλασιάζονται. Το φιλμ πλέον μοιάζει με γρίφο που σιγά-σιγά αποκωδικοποιείται, αν και είναι μάλλον αδύνατο να λυθεί εξολοκλήρου.
Όπως μαρτυρούν ο αυτοαναφορικός χαρακτήρας της και η σύντομη εμφάνιση του ίδιου του Carax στην εναρκτήρια σεκάνς, η οποία λειτουργεί κάπως σαν ένα εισαγωγικό σημείωμα, η ταινία είναι καθαρά προσωπική για τον δημιουργό της. Λαμβάνοντας αυτό υπ’ όψιν, μπορεί κανείς να διακρίνει την ανάγκη του τελευταίου να εκφραστεί μέσα από το σινεμά. Συνεπώς, αν και είναι πολύ πιθανόν ο καθένας να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, το «Holy motors» μοιάζει τελικά με μια έκφραση προσωπικών ανησυχιών (κυρίως απέναντι στην νέα εποχή της τεχνολογίας) και βαθιά υπαρξιακών προβληματισμών. Για την ακρίβεια, αποτελεί έναν κυκεώνα τέτοιων φόβων και αναζητήσεων, εκφρασμένο με τόσο πάθος και έξαρση ώστε φαντάζει χαοτικός, ακόμα και στο μυαλό του ίδιου του σκηνοθέτη. Σε παρασύρει, όμως, στο δρόμο του, ακόμη κι αν δύσκολα θα δοθεί ξεκάθαρη απάντηση στο αναπόφευκτο «τι ήθελε να πει ο ποιητής;»…
Τι είναι λοιπόν το «Holy motors»; Καλή ερώτηση… Είναι ένας υπαρξιακής χροιάς, εσωτερικός διάλογος του δημιουργού του, εκφρασμένος σε μία απολαυστικά μυστηριώδη ταινία, την οποία όσο περισσότερο σκέφτεσαι, τόσο περισσότερο σου αρέσει…

Βαθμολογία: 3.5/5

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Μαχαιροβγάλτης (2010)

Προσωπικά ελπίζω πως οι τρεις πρώτες ταινίες του Οικονομίδη θα αποδειχτούν μία άτυπη τριλογία, η οποία έκλεισε με τον «Μαχαι- ροβγάλτη», μιας και μου φαίνεται πως ο σκηνοθέτης έχει καταπιαστεί με ένα συγκε- κριμένο θέμα το οποίο θίγει κάθε φορά από ελάχιστα διαφορετικές οπτικές γωνίες, πράγμα που καταντά κουραστικό. Η εντελώς προ- σωπικού ύφους κοινωνική κριτική που ασκεί ο Οικονομίδης είναι αδιαμφισβήτητα επιτυχής, μα πλέον έχει δώσει ότι μπορούσε να προσφέρει και έχει αρχίσει να ξεχειλώνει.

Όπως η «Ψυχή στο στόμα» έχανε από το γεγονός ότι ο θεατής ήταν υποψιασμένος σχετικά με αυτό που επρόκειτο να παρακο- λουθήσει, έτσι και ο «Μαχαιροβγάλτης» διατηρεί δυστυχώς την αίσθηση της επανάληψης ως αχίλλειο πτέρνα. Μοιάζει να παραείναι κοντά υφολογικά και ιδίως θεματικά με την «Ψυχή στο στόμα», πράγμα που ενδεχομένως να μην ενοχλούσε τόσο αν δεν υπήρχαν πολλά κοινά ονόματα στο καστ των δύο ταινιών να ενισχύουν την αίσθηση αυτή. Ειδικά ο (κατά τ’ άλλα πάρα πολύ καλός) Βαγγέλης Μουρίκης μοιάζει να υποδύεται τον ίδιο ακριβώς ρόλο.

Αυτήν τη φορά πάντως, οι ασταμάτητες βωμολοχίες και οι ψυχοφθόροι διάλογοι δεν αποτελούν το κέντρο βάρους της ταινίας και μάλιστα σχεδόν εξαφανίζονται μέσα στην σιωπηλή εξέλιξη της ιστορίας. Ο «Μαχαιροβγάλτης» είναι μία δύσκολη ταινία, με τον δικό της τρόπο. Δεν φτύνει το θεατή κατάμουτρα όπως η «Ψυχή στο στόμα», αλλά είναι εξίσου δύσκολο για εκείνον να «μπει μέσα της», χωρίς να παύει βεβαίως να τον αφορά άμεσα ή, καλύτερα, να αναφέρεται σε αυτόν -να τον έχει και για πρωταγωνιστή και για δεύτερο ρόλο και για κομπάρσο…

Η ταινία διαθέτει μεγάλο ενδιαφέρον στον τρόπο που διατυπώνει το σαρκαστικό της κοινωνικό σχόλιο, μιλώντας μέσω των εικόνων αντί των ομιλιών και χρη- σιμοποιώντας εύστοχους και αληθινά αξιοσημείωτους συμβολισμούς που στρο- βιλίζουν στο μυαλό του θεατή μετά την προβολή. Πολλούς πόντους κερδίζει από το φινάλε, το οποίο προσωπικά βρήκα εξαιρετικό και -εννοείται- απολύτως σαρκαστικό. Δεν λείπουν και ορισμένες άκρως διακριτικές πινελιές μαύρου χιούμορ, ενώ η σύντομη σκηνή με την ματωμένη ελληνική σημαία είναι στ’ αλήθεια μοναδική.

Για να συνοψίσω, στον «Μαχαιροβγάλτη», ο σκηνοθέτης αφήνει λίγο πιο πίσω τους ατελείωτους υβριστικούς διαλόγους των προηγούμενων ταινιών του και μιλάει «σιωπηλά» και πιο καλλιτεχνικά μέσω εικόνων και συμβολισμών. Εκεί όμως που χάνει το στοίχημα είναι στο γεγονός ότι ο θεατής που έχει ξαναδεί (ή ξαναζήσει..;) την κοινωνική κριτική του Οικονομίδη άλλες δύο φορές νομίζω πως θα θεωρήσει την τρίτη του κινηματογραφική προσπάθεια σε μεγάλο μέρος κουραστικά επαναλαμβανόμενη.

Θέλω να κλείσω ομολογώντας πόσο εμφανώς ταλαντούχο θεωρώ τον Γιάννη Οικονομίδη και πόσο με κέρδισε ήδη από την πρώτη του ταινία. Νομίζω όμως πως είναι καιρός να αλλάξει κεφάλαιο και να ρίξει το αιχμηρό κινηματογραφικό του βλέμμα αλλού…

Βαθμολογία: 3/5

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Η ψυχή στο στόμα (2006)

Ο Γιάννης Οικονομίδης επιστρέφει, μετά το αριστουργηματικό «Σπιρτόκουτο», με μία ταινία που σε γενικές γραμμές κινείται στα ίδια μονοπάτια, αλλά μοιάζει να διχάζει το κοινό της ακόμα περισσότερο από εκείνο.

Οι διαφορές της «Ψυχής στο στόμα» με το «Σπιρτόκουτο» εντοπίζονται στα εξής:

Ενώ στην πρώτη του ταινία, ο σκηνοθέτης είχε στο στόχαστρο την μεσοαστική (και σχετικά ‘βολεμένη’) κοινωνία, εδώ ρίχνει το βλέμμα πιο ‘κάτω’, στο λούμπεν προλεταριάτο. Σε μία ομάδα από άξεστους, ημιμαθείς, «βρόμικους» ανθρώπους, που χρησιμοποιούν λεκτική, ψυχολογική, αλλά και σωματική βία, διότι δεν ξέρουν πώς αλλιώς να εκφράσουν το κενό που βρίσκεται μέσα τους, για να ξεσπάσουν, χωρίς βασικά να ξέρουν καν το γιατί.

Η μία κύρια διαφορά είναι αυτή. Η άλλη  διακρίνεται στη στάση του πρωταγωνιστή –του για άλλη μία φορά εξαιρετικού Ερρίκου Λίτση. Ενώ στο «Σπιρτόκουτο» έπαιζε κι ο ίδιος πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράνοια του υστερικού ξεσπάσματος από όλους προς όλους, εδώ, αντίθετα, διατηρεί μία στάση εντελώς παθητική. Είναι ο δύσμοιρος ανθρωπάκος που εύκολα γίνεται στόχος αυτού του ξεσπάσματος, απλά επειδή δεν έχει τη δύναμη να ανταπαντήσει. Συνεπώς, κλεισμένος πάντα στον εαυτό του, είναι υποχρεωμένος να υπομένει όλα όσα του επιφυλάσσει η άτυχη μοίρα του, που του έχει στερήσει την αγάπη.

«Χρωστάει λεφτά. Του χρωστάνε αγάπη» σχολιάζει ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης και πράγματι ακριβώς αυτό είναι που συμβαίνει. Ο Τάκης του Ερρίκου Λίτση δεν έχει καμία διαφυγή, κανένα σημείο από το οποίο μπορεί να στηριχτεί, βρίσκεται σε ένα φρικαλέο αδιέξοδο. Δέχεται αδιαμαρτύρητα να τον εξευτελίζουν, να τον βρίζουν, να τον χτυπάνε και να τον φτύνουν. Και το ίδιο κάνει και ο Οικονομίδης στον θεατή.

Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να… σου κάνει τα νεύρα σμπαράλια! Οι τσακωμοί και οι υστερικοί διάλογοι του «Σπιρτόκουτου» μετουσιώνονται σε ατελείωτους, γεμάτους ανεξέλεγκτες και αδιανόητες βωμολοχίες, κάκιστης (ηθελημένα) ποιότητας μονολόγους, με μοναδική «μουσική επένδυση» βογκητά ή κλάματα. Ο Οικονομίδης είναι πιο ύπουλος” αυτή τη φορά. Περικυκλώνει το θεατή με πιο αργούς ρυθμούς και χαμηλότερους, φαινομενικά, τόνους, που στενεύουν ολοένα και περισσότερο τα περιθώρια οποιασδήποτε συναισθηματικής διαφυγής. Ασφυξία…

Παρά τους χαμηλότερους τόνους λοιπόν, η εσωτερική δύναμη της ταινίας αποδεικνύεται ψυχοφθόρα και το κινηματογραφικό αυτό μαρτύριο που διαρκεί 110 λεπτά φαντάζει ανυπόφορο…

Ποιος ο λόγος όμως που η «Ψυχή στο στόμα» δεν καταφέρνει, κατά τη γνώμη μου, να σταθεί ως αντάξιος απόγονος του «Σπιρτόκουτου»; Αρχικά, πολύ απλά το γεγονός ότι η ιδέα είναι ξαναϊδωμένη. Αυτό στερεί σε μεγάλο βαθμό την έκπληξη της πρωτοτυπίας.

Κυρίως όμως, θεωρώ ότι εδώ το κακό παράγινε. Η μεγάλη επιτυχία του «Σπιρτόκουτου» βρισκόταν στο πόσο εύστοχη ήταν η επαφή του φιλμ με την πραγματικότητα. Η «Ψυχή στο στόμα» μπορεί να μην γίνεται ποτέ άστοχη, εντούτοις δεν κατορθώνει να σε πείσει εξίσου πολύ. Υπάρχει η αίσθηση της υπερβολής, η αίσθηση πως η προσπάθεια των συντελεστών να ενοχλήσουν κατέληξε μεγαλύτερη απ’ όσο θα έπρεπε και ο έλεγχος κάπως τους ξέφυγε… Η εσκεμμένη λεκτική κακογουστιά και η υπερβολική ψυχολογική πίεση οδηγούν σε ένα (κατά κάποιον περίεργο τρόπο) αξιόλογο, όσο και εξαιρετικά κουραστικό αποτέλεσμα, το οποίο, πάντως, θα σβηστεί πολύ δύσκολα από τη μνήμη σας…

Η ταινία προτείνεται αυστηρά για θεατές με γερά νεύρα…

Βαθμολογία: 3/5

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Σπιρτόκουτο (2002)

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Οικονομίδη αποτελεί και μία από τις κορυφαίες στιγμές του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Ο Οικονομίδης παίρνει μερικούς ανθρώπους, τους κλείνει μέσα σε ένα σπίτι και τους βάζει να τσακώνονται. Όλοι με όλους, για οποιονδήποτε λόγο και αφορμή –ή και χωρίς λόγο-, δίχως όρια. Μία βαρετή μέρα του Αυγούστου με αποπνικτική ζέστη στον Κορυδαλλό είναι η αφορμή για να ξεσπάσει ένας πραγματικός λεκτικός πόλεμος, όπου ασταμάτητες προσβολές και απερίγραπτες βωμολοχίες εκσφενδονίζονται ανεξέλεγκτα, με απρόοπτα αποτελέσματα. Μέσα από αυτό το πανηγύρι ακούραστης υστερίας, ο Οικονομίδης κατορθώνει να κάνει μια καταπληκτική σάτιρα της σύγχρονης, άχρωμης μεσοαστικής κοινωνίας.

Η ταινία σου δίνει την αίσθηση ότι ο σκηνοθέτης τοποθέτησε μια κάμερα μέσα σε ένα σπίτι και τράβηξε αληθινούς τσακωμούς. Κι αυτό γιατί το φιλμ είναι απίστευτα ρεαλιστικό σε όλους τους τομείς του. Συχνά μπορεί να δει κανείς στην ταινία να αντικατοπτρίζεται και η δική του πραγματικότητα…

Εξαιρετικά προσεγμένοι οι διάλογοι (πάνω σε αυτούς στηρίζεται ολόκληρη η ταινία άλλωστε) και απολύτως καθημερινοί, συνηθισμένοι οι χαρακτήρες. Γι’ αυτό και μπορεί κανείς να ταυτιστεί με αυτούς, παρόλο που στην πλειοψηφία τους είναι και (ρεαλιστικά) αντιπαθητικοί…

Και φυσικά ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στους ηθοποιούς της ταινίας. Είναι αληθινά εντυπωσιακό να παρακολουθείς τόσο καλές ερμηνείες σε ελληνική ταινία. Όλοι οι ηθοποιοί παίζουν από αξιόλογα έως εξαιρετικά, με αποκορύφωμα τον συγκλονιστικό Ερρίκο Λίτση, στην πρώτη του μάλιστα κινηματογραφική εμφάνιση!

Βαθμολογία: 5/5

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Melancholia / Μελαγχολία (2011)

Ο Λαρς Φον Τρίερ καταφέρνει να τραβάει τα βλέμματα με κάθε καινούρια ταινία του (και όχι μόνο).

Έτσι  και η τελευταία του, «Μελαγχολία», είναι γεγονός. Παράλληλα, είναι και μία από τις πιο προσωπικές του δημιουργίες, μιας και αποτυπώνει στο φακό την δικιά του κατάθλιψη.

Η «Μελαγχολία» αρχικά ξεκινά με έναν πρόλογο στον οποίο πρέπει κανείς να δώσει ιδιαίτερη προσοχή, μιας και σε πολλά σημεία στην ταινία γίνονται αναφορές σε αυτόν, αλλά παίζει και σημαντικότερο ρόλο από απλή περίληψη και εισαγωγή στο έργο.

Στη συνέχεια, αυτό χωρίζεται σε δύο μέρη. Οι αναφορές του πρώτου στο δεύτερο είναι βασικά έμμεσες.

Το πρώτο μέρος είναι καταπληκτικό.  Ο Τρίερ κοιτά στα μάτια την ψυχική νόσο που τον βασανίζει και την παρουσιάζει απίστευτα αποτελεσματικά. Σε βυθίζει βαθιά μέσα στην ψυχολογία της ηρωίδας του, ακόμα κι αν τα αίτια της κατάθλιψής της είναι εν μέρει και μεταφυσικά. Υπάρχει τόσο βαθύ ψυχολογικό υπόβαθρο, ώστε μπορεί να κάνει και το θεατή να καταλάβει πώς νιώθει η πρωταγωνίστρια, να αισθανθεί λες και είναι μέχρι και ο ίδιος σε κατάθλιψη! Η ζεστή ατμόσφαιρα του γαμήλιου πάρτι της ταινίας μοιάζει ψυχρή και, όπως και η Τζαστίν, αντίθετα από όλους τους ανθρώπους που χορεύουν, γελάνε και διασκεδάζουν, εσύ αισθάνεσαι να ασφυκτιάς…

Εδώ πρέπει να σημειωθούν και τα εξαιρετικά μουσικά κομμάτια του Βάγκνερ, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί σοφά και δένουν θριλερικά με το φιλμ.

Το δεύτερο κομμάτι της ταινίας δεν είναι κακό, απλώς συγκριτικά με το πρώτο φαντάζει αδύναμο. Ορισμένες φορές η φωτογραφία πραγματικά σε μαγεύει, αλλά ο Τρίερ δεν σε αγγίζει όσο στο πρώτο μέρος, είναι λιγότερο διεισδυτικός, σχετικά επίπεδος και μονοδιάστατος.

Από πλευράς ερμηνειών, η Κρίστεν Ντανστ είναι εκπληκτική, κάτι το οποίο χρωστάει στον Λαρς Φον Τρίερ που θα μπορούσαμε να πούμε πως άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο για την καριέρα της. Πάρα πολύ καλός και ο γιος του Ντόναλντ Σάδερλαντ, Κίφερ, αλλά και η Σαρλότ Γκαινσμπούρ του «Αντίχριστου».

Συνοπτικά:
Συνοπτικά λοιπόν, έχουμε μια εικαστικά εντυπωσιακή, αλλά ως σύνολο μάλλον άνιση ταινία ως προς τα δύο μέρη στα οποία είναι χωρισμένη. Χωρίς αυτό να πειράζει ιδιαίτερα, απλά δεν καθιστά την «Μελαγχολία» όσο καλή όσο θα μπορούσε  να είναι. Το πρώτο της κομμάτι διαθέτει αριστουργηματικό ψυχολογικό υπόβαθρο, το δεύτερο είναι από την μία μαγευτικό, από την άλλη εφιαλτικό, αλλά σε σχέση με το πρώτο θα το χαρακτήριζα σχετικά αδύναμο. Αξιοπρόσεκτο είναι πάντως το γεγονός ότι ο Λαρς Φον Τρίερ κατορθώνει να βρει τη δύναμη και, μέσα από την κατάθλιψή του, να βγάζει ταινίες. Στην συγκεκριμένη μάλιστα μοιάζει να κλείνει ειρωνικά το μάτι στον θεατή σχετικά με την πάθησή του, σαν να λέει με τον πεσιμισμό του ότι έχει δίκιο…

Βαθμολογία: 3.5/5

Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

The tree of life / Το δέντρο της ζωής (2011) - 2/5

Η ζωή είναι ένα δέντρο. Οι διακλαδώσεις του αποτελούν τις επιλογές που μπορεί κανείς να κάνει στη ζωή, τα κλαδιά του τους δρόμους που μπορεί να ακολουθήσει. Ο Τέρενς Μάλικ θέτει αρχικά δύο δρόμους ως επιλογή, εκείνον της Φύσης και εκείνον της θείας Χάρης. Όσοι ακολουθούν το δρόμο της Φύσης, που αντιπροσωπεύεται από τον πατέρα (Μπραντ Πιτ), είναι εκείνοι που δεν ενδιαφέρονται παρά μόνο για τον εαυτό τους, που θέλουν μονάχα να περνούν οι ίδιοι καλά και χρησιμοποιούν ακόμα και τους άλλους για να το πετύχουν. Εκείνοι που ψάχνουν αφορμές για να είναι θυμωμένοι, που για όλα τους φταίνε οι άλλοι, που θεωρούν την καλοσύνη προϊόν εκμετάλλευσης. Ό,τι χαρακτηρίζει τη Φύση συνοψίζεται εύστοχα σε μία σκηνή καυγά του πατέρα με τα παιδιά του την ώρα του φαγητού. Στο πρόσωπο της μητέρας (Τζέσικα Τσάστεϊν) αντίθετα αντικατοπτρίζεται η Χάρη, που εκπροσωπεί την αγάπη, τη συμπόνια και τη συγχώρεση.

Ο Μάλικ ασκεί κριτική στους Αμερικανούς και σε κάποια κομμάτια της ιδεολογίας τους, όσο και στην κατάχρηση εξουσίας γενικότερα. Στοχάζεται πάνω στο νόημα της ύπαρξης και κυρίως στο πόσο ασύλληπτα μικρός είναι ο άνθρωπος σε σύγκριση με το σύμπαν, αλλά και με το έργο του Θεού(;). Οι πολυάριθμες εικόνες του σύμπαντος, η αναδρομή στη δημιουργία του κόσμου και το πέρασμα των δεινοσαύρων αποσκοπεί, εν μέρει τουλάχιστον, στην ενίσχυση του στοχασμού αυτού.

Οι συμβολισμοί και οι προβληματισμοί του Μάλικ άλλοτε μοιάζουν σύνθετοι και άλλοτε απλοϊκοί, πράγμα όμως αρκετά λογικό σε ένα έργο που είναι από την κορφή ως τα νύχια αφιερωμένο σε αυτούς. Ο σκηνοθέτης θέτει ερωτήματα τα οποία σαφώς δεν μπορεί να απαντήσει, αλλά στο τέλος ξεκαθαρίζει σε κάποιο βαθμό τη θέση του, αναζητώντας απαντήσεις στη θρησκεία.

Ως ταινία, το «Δέντρο της ζωής» είναι ‘δύσκολο’ και δεν θα ικανοποιήσει το θεατή που παρασύρεται από το άκουσμα βραβείων και του ονόματος του Μπραντ Πιτ, που παραπέμπει σε mainstream κινηματογράφο. Ο Μάλικ δεν κάνει mainstream κινηματογράφο, αλλά ισχυρά αντισυμβατικό. Υιοθετεί μια άναρχη, ‘ονειρική’ σεναριακή δομή, γεμάτη αμέτρητες σύντομες σκηνές, με σχεδόν ασταμάτητη (αλλά θαυμάσια) μουσική υπόκρουση, σα να βλέπεις βίντεο κλιπ. Όπως όμως είναι προφανώς αδύνατον να παρακολουθήσεις βίντεο κλιπ που διαρκεί πάνω από δύο ώρες, έτσι και η ταινία κουράζει, ενώ στο τελευταίο δεκάλεπτο μοιάζει αμήχανη και ατελείωτη.

Αυτό που αξίζει πραγματικά στο φιλμ, είναι το εικαστικό του κομμάτι. Αληθινά καταπληκτικό, σε αφήνει διαρκώς άφωνο. Υπάρχουν εικόνες που, αν και καθαρά βιβλικές, είναι πανέμορφες και φαντασμαγορικές. Κάθε, μα κάθε πλάνο μοιάζει εξαιρετικά προσεγμένο, η φωτογραφία του Emmanuel Lubezki θα ‘παίξει’ στα Όσκαρ και το αποτέλεσμα είναι οπτικά μαγευτικό. Ερμηνευτικά το έργο είναι επίσης εξαιρετικό. Όλοι ανεξαιρέτως οι ηθοποιοί, με αποκορύφωμα το βαθύ και ‘ραγισμένο’ βλέμμα του Σον Πεν, είναι εκπληκτικοί, ακόμα και τα παιδιά.

Ωραία όλα αυτά, μα τελικά ο Μάλικ πάνω απ’ όλα κάνει επίδειξη σκηνοθετικών ικανο-τήτων και όχι κάτι περισσότερο. Οι φιλοσοφικοί στοχασμοί του και οι θρησκευτικοί προβληματισμοί του μοιάζουν κομμάτι της επίδειξης και δεν διαθέτουν τόση  ουσία ώστε να δικαιολογείται η φήμη και οι διακρίσεις της ταινίας, πόσο μάλλον ο Χρυσός Φοίνικας με τον οποίο βραβεύτηκε στις Κάνες…

Συνοπτικά:
Ο Τέρενς Μάλικ στοχάζεται γύρω από τη ζωή και την ανθρώπινη ύπαρξη, παίρνοντας θέση απέναντι στα ερωτήματα που θέτει, χωρίς όμως να δίνει, φυσικά, απάντηση. Δεν είναι αυτό το πρόβλημα της ταινίας, είναι όμως ο λόγος για τον οποίο δεν δικαιολογείται τόση διάκριση. Δυνατά χαρτιά αποτελούν οι άψογες ερμηνείες και οι καλλιτεχνικοί και τεχνικοί τομείς που είναι απλά αριστουργηματικοί. Μόνο που όλα αυτά μοιάζουν κομμάτια μιας επίδειξης σκηνοθετικών ικανοτήτων, που επί δυόμισι, σχεδόν, ώρες, δεν μπορούν παρά να κουράσουν.

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Κυνόδοντας (2009) - 4/5

Τι είναι όλος αυτός ο ντόρος που έχει δημιουργηθεί γύρω από το φιλμ του Γιώργου Λάνθιμου; Πολλοί ήταν αυτοί που το λάτρεψαν, ακόμα περισσότεροι εκείνοι που το μίσησαν. Να το πει κανείς θέμα γούστου; Οπτικής; Όπως και να ‘χει, αυτή είναι, λίγο-πολύ η σημασία του όρου σινεφίλ. Για να το αγαπήσεις, πρέπει να αντιληφθείς την ενδεχομένως κρυμμένη μαγεία του. Και αυτό ακριβώς είναι που συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ο «Κυνόδοντας» είναι βαθύς και καθαρά σινεφιλικός ελληνικός κινηματογράφος. Είναι κατανοητό να μην μπορεί κάθε θεατής να ταυτιστεί με τόσο εκκεντρικούς χαρακτήρες και καταστάσεις, αλλά έτσι κι αλλιώς η ταινία για να λατρευτεί χρειάζεται αποκωδικοποίηση. Οι αλληγορίες είναι αμέτρητες, αισθάνεσαι πως κάθε σεκάνς θέλει να πει και κάτι διαφορετικό, πως σε βυθίζει στην αναζήτηση ενός αρχικά δυσδιάκριτου μα τελικά κατανοητού νοήματος. Πάντα ωστόσο υπάρχουν σκοτεινά σημεία, τα οποία πιθανά χρειάζονται δεύτερη «ανάγνωση» για να γίνουν επαρκώς αντιληπτά.

Το σπίτι όπου εκτυλίσσεται η ιστορία αποτελεί τη μικρογραφία μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η ένταξη του ανθρώπου σε αυτή γίνεται ύπουλα. Οι γνώσεις του είναι περιορισμένες σε ό,τι του έχει μάθει το  κοινωνικό σύστημα στο οποίο έχει μεγαλώσει. Αυτό τού παρέχει ένα απειροελάχιστο κομμάτι της ελευθερίας που δικαιούται (βλ. τα αεροπλάνα), κάνοντάς τον να πιστεύει πως την έχει κερδίσει με το σπαθί του και έχει πετύχει κάτι σημαντικό. Του παρουσιάζει ως μεγάλο εχθρό μια ασήμαντη απειλή (η γάτα), χωρίς να του επιτρέπει να διακρίνει τον αληθινό εχθρό του: το ίδιο το σύστημα. Δεν του παρέχει γνώση, αλλά παραπαιδεία (η σκηνή με το τραγούδι του Σινάτρα και οι ψεύτικες σημασίες των λέξεων). Τον κάνει να πιστεύει πως γνωρίζει, ενώ στην πραγματικότητα δεν ξέρει παρά μόνο αυτά που του έχουν μάθει, αυτά που θέλουν να γνωρίζει, ψέματα.

Και πάντα διατηρείται η ανωνυμία. Ο άνθρωπος είναι υποχείριο. Ένα πιόνι, όπως και όλοι  οι υπόλοιποι. Σχεδόν δεν υπάρχει.

Για την απόδραση και την αναζήτηση της αλήθειας υπάρχει μόνο ένας δρόμος, ο οποίος απαιτεί τρομακτικά ρίσκα και θυσίες (αυτοτραυματισμό)…

Μετά από πολύ χρόνο αποκρυ-πτογράφησης ο θεατής θεωρεί πως έχει φτάσει στη λύση του μυστηρίου, μα ο «Κυνόδοντας» αποτελεί κανονικό γρίφο. «Παιχνίδια» με τη μουσική και τον ήχο, λεκτικές ασάφειες και μυστηριώδεις σεκάνς εξακολουθούν να στροβιλίζουν στο μυαλό μου.

Μα το πιο «θολό» στοιχείο του φιλμ είναι ο χαρακτήρας της Χριστίνας.

Γιατί είναι σχεδόν εξίσου παράξενη με τα παιδιά της οικογένειας;

Αυτό και άλλα ερωτήματα γύρω από τον εν λόγω χαρακτήρα προβληματίζουν, προκαλώντας επιπλέον τρόμο από αυτόν που δημιουργεί απλά και μόνο η θέαση της ταινίας.

Μήπως η ιστορία που αφηγείται ο Γιώργος Λάνθιμος, δεν αναφέρεται στο σήμερα, αλλά σε ένα κοντινό μέλλον; Ανατριχιαστική η ερώτηση που κάνω στον εαυτό μου, «πόσο κοντινό ακριβώς;»… Μήπως η διαστροφή των γονιών (του πατέρα κυρίως) της οικογένειας δεν περιορίζεται μονάχα στο σπίτι τους, αλλά πηγάζει από αυτό ακριβώς το διεφθαρμένο σύστημα που αναφέραμε παραπάνω, το οποίο έχει επηρεάσει κάθε άνθρωπο-μέλος της κοινωνίας, είτε στον ίδιο, είτε σε μικρότερο (είτε σε μεγαλύτερο;) βαθμό; Μήπως όλα όσα παρακολουθούμε ως εκκεντρικότητες μιας οικογένειας αποτελούν ένα μικρό δείγμα της γενικότερης παρακμής των αξιών, της θέλησης, της σκέψης, συνεπώς της ελευθερίας και ενδεχομένως ακόμα και της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης;

Ο συλλογισμός μπορεί να φτάσει πολύ μακριά και ο προβληματισμός του «Κυνόδοντα» αποδεικνύεται απελπιστικά πεσιμιστικός…

Ίσως ακούγεται περίεργο, μα το σκηνοθετικό ύφος του Γιώργου Λάνθιμου μου θύμισε εκείνο του Μάικλ Χάνεκε στα «Funny Games». Και οι δύο δημιουργοί προβάλουν ένα «τσουχτερό» θέμα με εφιαλτική αρρώστια, αλλά και μια δόση ειρωνείας. Η διαφορά τους έγκειται στην προσέγγιση της τελευταίας. O Χάνεκε βγάζει κανονικότατα γλώσσα στον θεατή και γελά πονηρά επιχειρώντας να κάνει τη διαφορά, όμως εν μέρει αυτοαναιρείται και αποσυνθέτει το απόλυτα σοβαρό και καθηλωτικό κλίμα της ταινίας του, αποτυπώνοντας έκφραση περισσότερο απορίας παρά έκπληξης στο πρόσωπο του θεατή. Αντίθετα, ο Λάνθιμος κάνει αντιληπτή την ειρωνεία του με υποδειγματική διακριτικότητα, ώστε πάντα να διατηρείται η αίσθηση της διαστροφής και κάθε συναίσθημα που μπορεί αυτή να προκαλέσει. Κι όμως, όσο τρομαχτική και νοσηρή κι αν είναι η πάντα ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, υπάρχουν στιγμές που δεν μπορείς συγκρατήσεις ένα μικρό γέλιο ή έστω χαμόγελο, λόγω της εκκεντρικότητας όσων βλέπεις, πράγμα που όμως, αντί να σε αποσπά, οδηγεί τη νοσηρότητα του θέματος πιο βαθιά μέσα σου. Σε κάνει να νιώθεις πως την έχεις υιοθετήσει και εσύ ο ίδιος, πράγμα που αποτελεί το πιο ευαίσθητο από όλα τα σημεία στα οποία σε χτυπά η ταινία. Πέρα απ’ αυτό όμως αναδεικνύει και το εντυπωσιακά υψηλού επιπέδου ταλέντο του Γιώργου Λάνθιμου, ικανό να βάλει τα γυαλιά σε γνωστότερους, ποιοτικά καταξιωμένους δημιουργούς.

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Una pura formalita / Απλή διατύπωση (1994) - 4/5

Ο Τζουζέπε Τορνατόρε δημιουργεί μια χαμηλών τόνων, αλλά ωστόσο απίστευτα δυνατή ταινία. Στο μεγαλύτερο μέρος της, αυτή αποτελείται από ένα διάλογο μεταξύ των –εξαιρετικών στους ρόλους τους– Ζεράρ Ντεπαρντιέ και Ρομάν Πολάνσκι. Πέρα από αυτούς τα μόνα που ακούγονται είναι η βροχή που χτυπάει στα τζάμια του τρισάθλιου αστυνομικού τμήματος και μερικές σταγόνες νερό που στάζουν από το ταβάνι μέσα σε (τοποθετημένους στο πάτωμα για να μαζεύουν το νερό) κουβάδες.Η ψυχρή αισθητική που δημιουργείται είναι μοναδική, αξεπέραστη και αληθινά σαγηνευτική. Είναι εντυπωσιακό το πώς ο σκηνοθέτης σε κερδίζει απολύτως με μια αξιοθαύμαστη απλότητα. Αν σεναριακά το τέλος ήταν περισσότερο σαφές και ίσως λιγότερο ‘ξεκάρφωτο’, θα γινόταν λόγος για ένα μέγιστο αριστούργημα, αλλά όπως και να ‘χει, η γοητευτική και υποβλητική του ατμόσφαιρα, οι καθηλωτικά… αργοί ρυθμοί του και η αριστουργηματική σκηνοθεσία του μεγάλου Τορνατόρε καθιστούν το έργο, τουλάχιστον, αξέχαστο.

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Pulp Fiction (1994) - 4.5/5

Σαρκαστικό σχόλιο πάνω στη σύγχρονη Αμερική, κυνισμός, αναρχική διάθεση. Το ισχυρότερο στοιχείο της ταινίας του Ταραντίνο που κέρδισε Χρυσό Φοίνικα και Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου δεν είναι άλλο από το εξαιρετικά προσεγμένο σενάριο, με τους απίστευτους «ταραντινικούς» διαλόγους και την άναρχη σεναριακή του δομή, που συνολικά μοιάζει σχετικά απλό (λιγότερο όμως απ΄ ότι σε άλλες ταινίες του σκηνοθέτη), αλλά καθόλου απλοϊκό. Αντίθετα, σε κερδίζει με την πολυπλοκότητα των ευρηματικών καταστάσεων και, κυρίως, των πολυδιάστατων χαρακτήρων. Εξαιρετικές ερμηνείες από όλους (εκτός από τον ίδιο τον Ταραντίνο στο μικρό ρόλο του, αλλά, εντάξει, ας γίνει μια εξαίρεση γι΄ αυτόν κι ας τον συγχωρέσουμε) και ειδικά από τον Samuel L. Jackson που δίνει ρεσιτάλ… Το φημισμένο ως υπερβολικά βίαιο (κάτι που δεν οφείλεται στο πόση βία δείχνει, αλλά στο πώς το κάνει - ο Ταραντίνο εντάσσει τη βία ακόμα και μέσα από ακραίες καταστάσεις σε μια καθημερινότητα που προσπαθούμε να πείσουμε τους εαυτούς μας πως δεν είναι αυτή που ζούμε) «Pulp Fiction» είναι μακράν η καλύτερη ταινία του Ταραντίνο, αλλά και ένα πλέον κλασσικό αριστούργημα.

Reservoir Dogs (1992) - 3.5/5

Η πρώτη ταινία του Ταραντίνο και η καλύτερή του μετά το «Pulp Fiction». Πανέξυπνη σεναριακή δομή, ευφυείς διάλογοι, στυλιζαρισμένη βία, μαύρο χιούμορ, αλλά και ένα κάπως υπερβολικό τέλος στην ταινία που ανέδειξε το ιδιαίτερο, μοναδικό ταλέντο του Κουέντιν Ταραντίνο.