Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Rough night / Πάρτι γυναικών (2017)


Καλά κρατεί η επιρροή του «Hangover»… Οχτώ χρόνια μετά από την υπερεπιτυχημένη κωμωδία του Todd Philips και έξι από τη «θηλυκή εκδοχή» της, «Bridesmaids», συνεχίζουμε να παίρνουμε την ίδια συνταγή ξαναζεσταμένη στα γρήγορα σε διαφορετικά πακέτα, όπως, εδώ, ένα κολεγιακό reunion για χάρη γυναικείου bachelorette πάρτι. Τα sex jokes λοιπόν πιάνονται χέρι-χέρι με το μαύρο χιούμορ, σε μια σεξοκωμωδία καταστάσεων που δεν θα παραξενευόσουν αν έβλεπες ως επεισόδιο ελληνικής τηλε-σειράς. Μη μπορώντας να αποτινάξει από πάνω του την αίσθηση «προϊόντος», το σενάριο προσφέρει γερές δόσεις deja-vu, ενώ σκηνοθεσία και μοντάζ αδυνατούν να βρουν κωμικό στόχο μέσω πλανοθεσίας και τάιμινγκ αντίστοιχα, τα οποία ακολουθούν με αμηχανία τα αυστηρά χολιγουντιανά «εγχειρίδια».

Μέσα στο ως επί το πλείστον αξιοπρεπέστατο καστ, μια ταινία που θέλει ως κεντρικό «μεγάλο» όνομά της τη Scarlett Johansson, κάνει ελάχιστη προσπάθεια για να καταστήσει το χαρακτήρα της στοιχειωδώς αστείο και, κυρίως, ενδιαφέρων. Η σεναριακή της ανάπτυξη βασίζεται κυρίως στην αρχική εργασιομανία της εις βάρος των διαπροσωπικών της σχέσεων, πληροφορία η οποία παρέχεται ως σεναριακή τυπικότητα, δηλαδή άνευ κάποιας κωμικής ή δραματουργικής έμπνευσης, με αποτέλεσμα ελάχιστα να μένει στη μνήμη μας ή να μας ενδιαφέρει. Με την ίδια τη Johansson να μην αναδεικνύει κάποια ιδιαίτερη κωμική δύναμη ερμηνευτικά, οι β’ χαρακτήρες τής κλέβουν ξεκάθαρα την παράσταση. Από την κεντρική παρέα, ερμηνευτικά αξιοσημείωτη είναι η Kate McKinnon (με Αυστραλέζικη προφορά), αλλά αυτή που ξεχωρίζει δεν είναι άλλη από την λεσβία αλητο-ακτιβίστρια της Ilana Glazer, της οποίας το υπαινικτικό love-story είναι από τα λίγα πράγματα που προσθέτουν ένα κάποιο σεναριακό και χιουμοριστικό ενδιαφέρον. Οι μόνες αξιομνημόνευτες και όντως αστείες πάντως στιγμές της ταινίας είναι οι λίγες που αξιοποιούν το ταλέντο του Ty Burrell (η Demi Moore στις ίδιες σκηνές μένει αρκετά αναξιοποίητη), ο οποίος είναι σκέτη ευλογία για το όλο εγχείρημα.

Αν και το φιλμ δεν αποδεικνύεται τόσο κακό όσο προμηνύει το πρώτο του –σοκαριστικά ανέμπνευστο και σχεδόν βιντεοκλιπίστικο- 20λεπτο, σπάνια καταφέρνει να παράγει σκηνές γνήσιας κωμικής και κινηματογραφικής αξίας, περνώντας επί τόπου στη λήθη του σωρού. Ας αποδειχθεί τουλάχιστον χρήσιμο στην ανάδειξη των ξεκάθαρων ερμηνευτικών ταλέντων που έχει την τύχη να συμπεριλαμβάνει στο καστ του. 

Βαθμολογία: 1/5

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Pojedeme k moři / To see the sea (2014)

Έχουμε δει πολλές φορές τον οπερατέρ μιας ταινίας να ανήκει στον ίδιον τον κόσμο της ταινίας, να αποτελεί έναν από τους χαρακτήρες της. Αρκεί να κοιτάξουμε οποιοδήποτε found-footage φιλμ ανά τα χρόνια. Το «To see the sea» όμως είναι ίσως η πρώτη φορά που εντός της ταινίας συνυπάρχει ακόμα κι ο υποτιθέμενος σκηνοθέτης και μοντέρ της! Στο είδος του ντοκιμαντέρ, αυτή η λογική δεν είναι άγνωστη, μιας και συχνά οι ντοκιμαντερίστες επιλέγουν να ασχοληθούν με προσωπικές τους ιστορίες, συπεριλαμβάνοντας τον εαυτό τους ως χαρακτήρα της ταινίας τους. Αυτό ακριβώς κάνει και το «To see the sea». Πρόκειται για ένα mockumentary (ψευδο-ντοκιμαντέρ) πάνω στη ζωή του -μυθοπλαστικού- δημιουργού του. Κι αν αυτή η ιδέα ακούγεται πρωτότυπη και φρέσκια, η ευρηματικότητά της δεν τελειώνει εκεί. Γιατί ο υποτιθέμενος δημιουργός του προσωπικού εν λόγω «ντοκιμαντέρ» όχι απλά δεν ανήκει στο χώρο του κινηματογράφου, μα είναι ένα 11χρονο αγόρι που ονειρεύεται να γίνει σκηνοθέτης όταν μεγαλώσει!

Αποτελώντας το ντεμπούτο πίσω από την κάμερα του διάσημου στην Τσεχία ηθοποιού Jiří Mádl, το «To see the sea» αποτελεί μια «μικρή» ταινία, που επισκέφθηκε πολύ λίγα φεστιβάλ, στην Ελλάδα δεν προβλήθηκε ποτέ και εν γένει πέρασε εντελώς απαρατήρητη, παραμένοντας έως σήμερα στην αφάνεια. Μα το φιλμ του Mádl αξίζει πολύ μεγαλύτερης αναγνώρισης απ’ ό,τι έχει δεχθεί. Αν και μπορεί να σε ξεγελάσει εκ πρώτης όψεως με τον (ηθελημένο) φαινομενικό ερασιτεχνισμό του, στην πραγματικότητα κάθε άλλο παρά ερασιτεχνικό είναι. Αντλώντας, εύστοχα, υφολογική έμπνευση από το best-seller «Ποιος Σκότωσε το Σκύλο τα Μεσάνυχτα» (εκεί, ο συγγραφέας Mark Haddon υιοθετεί τη συγγραφική ταυτότητα ενός αυτιστικού εφήβου), ο Mádl κατασκευάζει την ταινία του με άξονα τη νοοτροπία και αφηγηματική ωριμότητα ενός 11χρονου αγοριού -με πολύ σοβαρότερη κινηματογραφική παιδεία από τους συνομηλίκους του. Ακραίοι τεχνικοί πειραματισμοί, συνειδητά επιτηδευμένη πλανοθεσία και ένα καστ εξαιρετικών ηθοποιών που καθιστούν τη μυθοπλασία σχεδόν αδιόρατη αποτελούν ό,τι χρειάζεσαι για να «χάψεις» αδιαμαρτύρητα την ψευδαίσθηση πως βρίσκεσαι πράγματι στο μυαλό ενός μικρού ερασιτέχνη ντοκιμαντερίστα.

Ίσως το φιλμ του Mádl να είναι καταδικασμένο να μην αγγίξει κινηματογραφική κορυφή, όντας (ειρωνικά) αναγκασμένο να υιοθετήσει τον παραπάνω ερασιτεχνισμό για να παραμείνει πιστό στο κόνσεπτ του. Όμως αυτό δεν έχει καμία σημασία. Γιατί αποτελεί ένα πραγματικό υπόδειγμα των δυνατοτήτων της απλότητας και του κινηματογράφου χαμηλού προϋπολογισμού. Αναδεικνύει πώς τα πιο φτωχά κινηματογραφικά μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν δημιουργικά προς όφελος του φιλμ -ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν είναι όντως όσο φτωχό δείχνει-, εντοπίζει την πηγή της κινηματογραφικής φρεσκάδας στην ύπαρξη μιας ευρηματικής κεντρικής ιδέας και αποδεικνύει πως υπάρχει ακόμα χώρος στη μεγάλη οθόνη για αληθινή πρωτοτυπία. Με τον εσκεμμένο ερασιτεχνισμό να δυσκολεύει τον διαχωρισμό των μειονεκτημάτων από τα… πλεονεκτήματά του, συνολικά πραγματοποιεί κάτι εντυπωσιακά καινούριο και αφοπλιστικά πολυεπίπεδο.

Η ελαφρότητα και το χιούμορ της αμέριμνης παιδικής ζωής του πρωταγωνιστή ακολουθούνται από μια απολαυστική πλοκή μυστηρίου υπό την ομπρέλα της παιδικής αθωότητας, ενώ κι αυτή δύναται να δώσει τη θέση της σε ένα απρόσμενα βαρύ οικογενειακό δράμα. Όλα αυτά ομαλά συμπεριλαμβανόμενα στα πλαίσια μιας ευρύτερης παιδικής ζωής κι όχι μιας επιτηδευμένης κινηματογραφικής εξιστόρησης. Κι είναι εντυπωσιακό το πόσα νοηματικά επίπεδα εξυπηρετούνται μέσω αυτής της θεωρητικά «χύμα» αφήγησης. Αφενός, υπάρχει καθαρή ανάπτυξη χαρακτήρα, με τον μικρό Tomáš να ωριμάζει τόσο μέσω της οικογενειακής του περιπέτειας, όσο και της φιλίας του με τον συνομήλικό του Haris. Μα όπως είναι φυσικό, υπάρχει και μια πανταχού παρούσα αυτοαναφορικότητα, που δίνει μια σταθερά κινηματογραφόφιλη διάσταση στο φιλμ, καθιστώντας το τελικά ένα ευαίσθητο γράμμα αγάπης προς το ίδιο το σινεμά. Υποδειγματικά, ωστόσο, αυτές οι δύο διαστάσεις είναι και βαθιά αλληλένδετες, αφού η ενδοσκοπική εξέλιξη του πρωταγωνιστή δεν θα ήταν καν εφικτή δίχως την κινηματογραφική του κάμερα που αναζητά απαντήσεις με τόλμη και καλλιτεχνική φιλοδοξία. Έτσι, το φιλμ του Mádl αναδεικνύεται σε έναν φόρο τιμής στις εγγενείς καλλιτεχνικές μας ανησυχίες, τα παιδικά μας όνειρα και πάνω απ’ όλα στην αυτοανακάλυψη μέσω της τέχνης, και δη του κινηματογράφου.

Άγνωστο και δυσεύρετο, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τσέχου ηθοποιού Jiří Mádl αποτελεί ένα πραγματικό υπόδειγμα κινηματογράφου περιορισμένων μέσων και δημιουργικής φρεσκάδας, χαμηλού προϋπολογισμού και υψηλών ιδεών. Πολύτιμο μάθημα για όσους τρέφουν κινηματογραφικές φιλοδοξίες και ένεση νοσταλγίας για όσους μεγάλωσαν με μια ερασιτεχνική κάμερα στο χέρι ή όσους έστω το ονειρεύτηκαν. Πάνω απ’ όλα όμως, πρόκειται για μια απρόσμενη ανάσα -ουσιαστικής- πρωτοτυπίας, σε έναν κόσμο που όσο την έχει ανάγκη, άλλο τόσο την αφήνει, δυστυχώς, να περάσει απαρατήρητη. 

Βαθμολογία: 4/5

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Rosetta / Ροζέτα (1999)

Το σινεμά των αδελφών Dardennes δεν είναι συναισθηματικά ευπρόσιτο, μα κρύβει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Η αισθητική ωμότητα της «Ροζέτας», ο άμεσος ρεαλισμός με αδιαφορία προς τη σαφή δραματουργία και τους γνώριμους κινηματογραφικούς κανόνες δεν κάνουν τον θεατή να νιώσει ευπρόσδεκτος. Τον κρατούν σε απόσταση από τον συναισθηματικό κόσμο της πρωταγωνίστριας, ακόμα κι αν σωματικά τον φέρνουν συχνά σε απόσταση αναπνοής. Κι όμως, το φιλμ εξακολουθεί να ανήκει καθαρά στο σινεμά χαρακτήρων. Η ευκαιρία συναισθηματικής ταύτισης με την ηρωίδα δε μας δίνεται όχι γιατί δεν μας ενδιαφέρει ως χαρακτήρας, αλλά γιατί η στυλιστικά «γυμνή» σκηνοθεσία των Dardennes την αντιμετωπίζει αυστηρά αντικειμενικά. Δε μας ταυτίζει μαζί της, δεν μας ζητά να συμπάσχουμε, να τη συμπαθήσουμε ή να τη λυπηθούμε. Η οριακά εμμονική προσκόλληση της κάμερας πάνω της την κάνει να φαντάζει περισσότερο σαν ένα πειραματόζωο, ένα αντικείμενο μελέτης, με εμάς να αποτελούμε τους παρατηρητές πίσω από το μικροσκόπιο.

Η Ροζέτα ποτέ δε θα ανοίξει τα κρυμμένα χαρτιά της. Αυτό που στην αρχή δεν καταλαβαίνουμε δεν θα εξηγηθεί. Απλά ο θεατής (που θέλει) θα εξοικειωθεί με αυτό. Αντί να εκλογικεύσει την εκκεντρικότητά της, θα πατήσει πάνω της για να προσπαθήσει να κατανοήσει το χαρακτήρα της. Κι αν αυτός δεν του είναι απόλυτα κατανοητός, δεν είναι ούτε και στην ίδια τη Ροζέτα. Αν υπάρχει ένας βασικός ανταγωνιστής στο στόρι, είναι μάλλον ο εαυτός της. Κάθε πράξη της, κάθε επιλογή της, κάθε έκφραση του δυσανάγνωστου αυθορμητισμού της αποτελούν μια πάλη διαφορετικών πτυχών του χαρακτήρα της. Εκεί είναι που βρίσκονται οι ουσιώδεις δραματικές συγκρούσεις του φιλμ. Κι είναι η εντυπωσιακή πολυπλοκότητα αυτών των αντιφάσεων, το γοητευτικό βάθος του χαρακτήρα τόσο αυτής όσο και δευτερευόντως του συναδέλφου της Fabrizio Rongione (και φυσικά η συγκλονιστική ερμηνεία της Émilie Dequenne) που χάρισαν στην ταινία την κινηματογραφική αξία της -και ένα Χρυσό Φοίνικα το 1999.

Βαθμολογία: 3.5/5

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Umimachi Diary / Our little sister / Η μικρή μας αδελφή (2015)

Η «Μικρή μας Αδελφή» του έμπειρου Hirokazu Koreeda (των «After Life», «Nobody Knows» και «Like Father, Like Son») ανήκει στον κινηματογραφικό κόσμο της απλότητας, του μινιμαλισμού και των χαμηλών τόνων. Συνειδητά, δεν καταβάλλει κάποια προσπάθεια να προσφέρει κάτι το αξέχαστο, προτιμώντας να αφουγκραστεί με σεβασμό τις λεπτές θεματικές της παρά να μεγαλοποιήσει τον αντίκτυπό της σε κάτι ίσως επιτηδευμένα βαρύγδουπο και αναίτια υπερφιλόδοξο.  Έτσι, προκύπτει μια «μικρή» ταινία, οπτικά πανέμορφη και συναισθηματικά ζεστή.

Πρόκειται για μια ευαίσθητη παρατήρηση των ζωών μιας οικογένειας τεσσάρων κοριτσιών. Κάποια ιδιαίτερα συγκεκριμένη πλοκή απουσιάζει, όπως κι οποιαδήποτε στοιχειωδώς πομπώδης κορύφωση στην κύρια ή τις δευτερεύουσες ιστορίες. Ο Γιαπωνέζος δημιουργός τοποθετεί την εστίασή του στην πάντα υπολανθάνουσα θεματική της πατρότητας/μητρότητας, αφήνοντας αυτήν να καθοδηγήσει την ουσιώδη (όχι όμως κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί) ψυχολογική σπουδή. Το αποτέλεσμα γλυκό, αλλά μάλλον λησμονίσιμο.

Βαθμολογία: 2.5/5

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

An American Tail / Αμέρικαν Στόρι (1986)

Πρώην animator της Ντίσνεϊ που έφυγε από το στούντιο μαζί με μια ομάδα συναδέλφων του κατά την πολύπαθη παραγωγή της «Αλεπούς και του Κυνηγόσκυλου», ο Don Bluth χάραξε την δική του πορεία στο παιδικό animation. Διαφωνώντας με την καλλιτεχνική φιλοσοφία της Ντίσνεϊ ο Bluth και η ομάδα του δημιούργησαν το δικό τους στούντιο, παράγοντας μια σειρά επιτυχιών που δημιούργησαν τη μεγαλύτερη ως τότε ανταγωνιστική δύναμη για την κυρίαρχη στο χώρο εταιρία. Tο «An American Tail» αποτελεί τη δεύτερη αυτόνομη ταινία του Bluth, σε συμπαραγωγή του Steven Spielberg.

Σε μια εποχή που η Ντίσνεϊ, με εξαίρεση το καταπληκτικό «Η Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο», παρήγαγε μια σειρά από διασκεδαστικά και όμορφα μεν, μα λησμονίσιμα και μάλλον συνταγογραφημένα φιλμ που λίγα περισσότερα είχαν να προσφέρουν από μια ανάλαφρα ευχάριστη θέαση, ο Bluth απαντά με κάτι σαφώς πιο τολμηρό. Κατηγορούμενο στην εποχή του ως υπερβολικά καταθλιπτικό για παιδιά, το «American Tail» καταπιάνεται με το δύσκολο θέμα της μετανάστευσης και φορτώνει τον εαυτό του με ένα ασυνήθιστο συναισθηματικό βάρος. Το στόρι ακολουθεί μια οικογένεια Εβραίων στα τέλη του 19ου αιώνα, η οποία μεταναστεύει από τη Ρωσία στην Αμερική για σωτηρία από τις βίαιες επιθέσεις των Κοζάκων και αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Βεβαίως, οι ήρωες είναι ποντίκια και περισσότερο από τους έφιππους Κοζάκους θέλουν να ξεφύγουν από τις πεινασμένες ρώσικες γάτες, μα οι ιστορικές αναφορές και οι κοινωνικοπολιτικοί παραλληλισμοί παραμένουν άμεσοι. Η φτώχεια και η σκληρότητα της ξενιτιάς, ο χαμός αγαπημένων προσώπων (πόσο μάλλον ενός παιδιού), η μαφία και η παιδική εκμετάλλευση κάνουν, εν συνεχεία, το πέρασμά τους από την οθόνη.

Πάνω σε αυτό το σκοτεινό υπόβαθρο λοιπόν, ο Bluth διηγείται μια απολαυστικότατη και διασκεδαστική ιστορία με χαριτωμένα ποντίκια και μοχθηρές γάτες, έναν από τους πιο «cute» animated πρωταγωνιστές που έχει δει το κινηματογραφικό πανί και αληθινά υπέροχα τραγούδια που θα έκαναν τον Walt Disney να πρασινίσει από ζήλια. Αν και δεν χειρίζεται την πλοκή και τη δράση με την ίδια δεξιοτεχνία που επιδεικνύει στο χτίσιμο του συναισθηματικού του κορμού, το φιλμ εντυπωσιάζει με το πώς καταφέρνει να συνδυάσει όλα τα στοιχεία μιας επιτυχημένης παιδικής ταινίας με πιο ενήλικα θέματα, χωρίς αυτά να το βαραίνουν υπερβολικά ή να στερούν την παιδική του αθωότητα.

«Ντισνεϊκή» ταινία εκτός Ντίσνεϊ που βάζει τα γυαλιά στις τότε χλιαρές απόπειρες του κυρίαρχου στούντιο, το φιλμ του Don Bluth αξίζει να μνημονεύεται πλάι στα πιο δημοφιλή κλασικά «ξαδερφάκια» του.

Βαθμολογία: 3.5/5

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

War on Everyone (2016)

Τρίτη ταινία του John Michael McDonagh μετά τα «The Guard» και «Calvary», με σαφή χαρακτηριστικά στοιχεία του δημιουργού, μα και με κάτι να χάνεται στη μετάφραση κατά το πέρασμα από τη Βρετανία στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Το κινηματογραφικό είδος του «War on everyone» παραμένει η βίαιη μαύρη κωμωδία εσωτερικού, χαμηλόφωνου χιούμορ και ενός ύφους που οι αγγλόφωνοι θα χαρακτήριζαν «off» -αυτού μιας διακριτικής αποστασιοποίησης από τον ρεαλισμό (και τον θεατή), μιας αδιευκρίνιστης γενικής ιδιοτροπίας και της αίσθησης ότι το φιλμ δεν παίρνει ποτέ τον εαυτό του πολύ σοβαρά. Αυτό το στυλ συνυπάρχει αρμονικά με μια παλιομοδίτικη κινηματογραφική αισθητική, που μοιάζει να αποτίνει φόρο στα buddy cop films παλιότερων δεκαετιών.

Το deja-vu δεν είναι πάντα τόσο ηθελημένο όμως. Το φιλμ φαντάζει πιο γνώριμο απ` όσο θα ήθελε και, δυστυχώς, η αίσθηση της έλλειψης πρωτοτυπίας ξεπερνά εκείνη της νοσταλγίας. Παρά τις όποιες φιλότιμες προσπάθειες, τον ΜcDon-ικό χαρακτήρα και ορισμένες στιγμές εμπνευσμένου χιούμορ, το φιλμ δεν ξεφεύγει από τη συνήθη περίπτωση της ταινίας που βλέπεται ευχάριστα κι εν συνεχεία λησμονείται επί τόπου. Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει κανένα αληθινό ενδιαφέρον στην ιστορία. Η αστυνομική πλοκή ξετυλίγεται διεκπεραιωτικά και, για χάρη της ελαφρότητας, χωρίς ένταση, το δράμα παραμένει πάντα περιγραφικό και δίχως συναισθηματική εμβάθυνση, ενώ ο βασικός κακός είναι παντελώς αδιάφορος και ανεπαρκέστατα ερμηνευμένος. Ο ΜcDonagh μάς υπενθυμίζει πως ξέρει να γράφει απολαυστικούς, καυστικούς διαλόγους που δεν φοβούνται να θίξουν το πολιτικά ορθό και να αγγίξουν πολιτικές ή φιλοσοφικές προεκτάσεις, μα αυτοί δεν καταφέρνουν ποτέ να διεισδύσουν στην κινηματογραφική ουσία με αποτέλεσμα να παραμένουν μάλλον διακοσμητικοί -αν όχι επιτηδευμένοι.

Δεν υπάρχει λόγος για το «War on everyone» να μη βρει υποστηρικτές, καθώς αποτελεί αν μη τι άλλο μια διασκεδαστική ταινία. Από την άλλη όμως μπορεί εύκολα να αποξενώσει τελείως τον θεατή, ιδίως αυτόν που θα δει την πιο «αμερικάνικη» προσέγγιση στις ερμηνείες ως υπερβολικά κωμική για να ταιριάξει στο κομψό σκηνοθετικό ύφος. Κι ο Colin Farrel στο αγαπημένο «In Bruges» του έτερου McDonagh, Martin, φλέρταρε με το κωμικό overacting, μα εκεί ένας αξέχαστος συναισθηματικός πυρήνας επανέφερε την ισορροπία. Εδώ, δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που θα μας έκανε να νοιαστούμε ειλικρινά για αυτούς τους προβλέψιμα ανήθικους μπάτσους.

Βαθμολογία: 2/5

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

The fox and the hound / Η αλεπού και το κυνηγόσκυλο (1981)

Μετά τη δύσκολη δεκαετία του 1940, όπου εν μέσω πολέμου παράχθηκε μονάχα μια σειρά από πενιχρά φτιαγμένες και πλέον εντελώς λησμονισμένες σπονδυλωτές ταινίες («Saludos Amigos», «The Three Caballeros», «The Adventures of Ichabod and Mr. Toad»), η Ντίσνεϊ απόλαυσε αρκετά χρόνια ακμής έως το θάνατο του Walt Disney το 1966. Τότε, το στούντιο αντιμετώπισε άλλη μία περίοδο κάμψης, η οποία κορυφώθηκε σε μια ακόμη δεκαετία που δοκίμασε τις έσχατες οικονομικές αντοχές του: 1980. Προετοιμάζοντας το έδαφος για την περίφημη «αναγέννησή» της με τη «Μικρή Γοργόνα» του 1989, η Ντίσνεϊ συναντά αυτήν την περίοδο τη μεγαλύτερη εμπορική της αποτυχία («The Black Cauldron», 1985) και, ξανά, μια σειρά από ταινίες που λίγοι θυμούνται πλέον.

Μάλλον ως η πιο γνωστή από αυτές σήμερα στέκει το «The fox and the hound» του 1981. Ωστόσο, και παρά την εμπορική επιτυχία του, το φιλμ συνήθως αγνοείται από θεατές και κριτικούς και συγκαταλέγεται συχνότερα στη μετριότητα της δεκαετίας του 1980 παρά στις κλασικές ντισνεϊκές στιγμές. Γι’ αυτό ακριβώς και γράφεται, άλλωστε, η συγκεκριμένη κριτική: ώστε να τοποθετήσει τη μισοξεχασμένη αυτήν ταινία στις κορυφαίες θέσεις της λίστας των πιο υποτιμημένων ντισνεϊκών εγχειρημάτων -όχι μακριά από το  «Black Cauldron», παρεμπιπτόντως, που κουβαλά τον τίτλο της χειρότερης ταινίας της εταιρίας.

Η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο» διαφέρει από την πλειοψηφία των ταινιών του στούντιο, ακόμα κι αν πάντα διατηρεί αδιαμφισβήτητα ντισνεϊκά στοιχεία. Με πολλά ολοκαίνουρια μέλη στο καλλιτεχνικό της επιτελείο, η Ντίσνεϊ διασκευάζει ελεύθερα ένα ομώνυμο, αλλά όχι παιδικό βιβλίο -που μελετά ρεαλιστικά τη φυσική συμπεριφορά της «Αλεπούς» και του «Κυνηγόσκυλου» χωρίς να τους προσδίδει ανθρωπομορφικά στοιχεία- και το φέρνει στα δικά της γνώριμα μέτρα. Το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ, που χωρίς να στερείται σχεδόν οποιασδήποτε καλλιτεχνικής αρετής των κινηματογραφικών συγγενών του, καταπιάνεται ευθέως με σαφώς ωριμότερες θεματικές. Πρόκειται για μια ιστορία για τη φιλία, μα όχι πια υπό την παραμυθένια σκοπιά που είθισται στο είδος. Για τα δεδομένα αυτού, η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο» εστιάζει στον… ρεαλισμό. Αποφεύγει τις ταμπέλες «καλών» και «κακών». Δεν ολοκληρώνεται στο «και ζήσαν αυτοί καλά…» Αν υπάρχει ένας «κακός» τελικά στην ιστορία, τότε είναι η… πραγματικότητα. Αυτή η (με συγχωρείτε, σε παιδική ταινία) πουτάνα που κάνει τους φίλους εχθρούς και τους αχώριστους χωρισμένους, που το μόνο happy end που επιτρέπει είναι μια συνειδησιακή καταπράυνση, μια θεωρητική παρηγοριά άνευ πρακτικού αντικρίσματος -το «γλυκόπικρο» είναι το όριο του «happy».

Πέρα από τις υπερβολές του φιλμ λόγω παιδικότητας, όλοι οι χαρακτήρες πράττουν με βάση τις φυσικές τους τάσεις αντί μοχθηρών κινήτρων ή αντίστοιχων σεναριακών συμβάσεων. Ο καθένας κάνει αυτό που η ζωή απαιτεί από αυτόν και αν τον θεωρήσεις «κακό» είναι γιατί τον κοιτάς από τα μάτια του αντιπάλου του. Υπό αντίστοιχη οπτική, όλοι είμαστε «κακοί». Αποφεύγοντας συνεπώς τη μονοδιάστατη απλοϊκότητα ενός κοινού «καρτούν», το φιλμ κινείται αδιάκοπα σε ηθικά γκρίζες περιοχές, για να χρησιμοποιήσει αυτήν την αμφισημία ακόμα και προς την ίδια του την -αισιόδοξη- αυτοαναίρεση: η πραγματικότητα, πέρα από την άδικη, αναπότρεπτη σκληρότητά της, έχει πάντα να επιδείξει και την πιο αποστομωτική ομορφιά. Η κάμπια-θήραμα μεταμορφώνεται στην ωραιότερη πεταλούδα που κερδίζει και τον θαυμασμό των πρώην κυνηγών της, όχι αναντίστοιχα με τον τρόπο που η θηλυκή αλεπού καλεί τον Τοντ να ανοίξει τα «φτερά» του και να απολαύσει τις ομορφιές της ζωής -πλάι στους αναπόφευκτους θανάσιμους κινδύνους της και τις αβάσταχτες συναισθηματικές πίκρες της.

Κι αν οι ατέλειες του φιλμ είναι κάτι περισσότερο από αισθητές, με ίσως την πιο τρανταχτή έλλειψη αξιοσημείωτων τραγουδιών έβερ (αν και με όμορφο score κατά τ’ άλλα), μερικούς αδύναμους, αν όχι περιττούς χαρακτήρες (η θηλυκή αλεπού) και τις άτσαλα αμβλυμμένες γωνίες της σκληρής ιστορίας (ο «μη» θάνατος του Chief) να αποδυναμώνουν εν μέρει την αφήγηση, το βουρκωμένο παιδί μέσα μας αδιαφορεί πλήρως. Έτσι κι αλλιώς, ελάχιστες ταινίες του στούντιο είχαν δομήσει μια πραγματικά στιβαρή αφήγηση ως τότε (ίσως η «Λαίδη κι ο Αλήτης» να τα κατάφεραν καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη) και καμία, μα καμία με τη δραματική βαρύτητα που επέδειξαν η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο».

Μακριά από τα παραμύθια με πρίγκιπες και πριγκίπισσες, τους ανθρώπους με πρόσωπα ζώων, τις ζηλιάρες κακές μάγισσες και το «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», το «The Fox and the Hound» του 1981 επενδύει στην απλότητα και τον καρτουνίστικο ρεαλισμό, στέκοντας ως μια ξεχωριστή, παρεξηγημένη ντισνεϊκή πρόταση, που ίσως ο Walt Disney να μην ενέκρινε ποτέ. Μπορεί να μην αγγίζει κορυφή ως προς την κινηματογραφική του αφήγηση, αγγίζει όμως ως προς το δραματικό ενδιαφέρον του, που ξεπερνά οποιαδήποτε ταινία του στούντιο ως τότε, όπως άλλωστε κι ο συναισθηματικός του αντίκτυπος. Πρόκειται για ένα δράμα κυριολεκτικής και μεταφορικής ενηλικίωσης, μια ιστορία καταδικασμένης φιλίας και μια σπαρακτική ωδή στην πικρή σκληρότητα της πραγματικότητας.

Βαθμολογία: 4/5