Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Umimachi Diary / Our little sister / Η μικρή μας αδελφή (2015)

Η «Μικρή μας Αδελφή» του έμπειρου Hirokazu Koreeda (των «After Life», «Nobody Knows» και «Like Father, Like Son») ανήκει στον κινηματογραφικό κόσμο της απλότητας, του μινιμαλισμού και των χαμηλών τόνων. Συνειδητά, δεν καταβάλλει κάποια προσπάθεια να προσφέρει κάτι το αξέχαστο, προτιμώντας να αφουγκραστεί με σεβασμό τις λεπτές θεματικές της παρά να μεγαλοποιήσει τον αντίκτυπό της σε κάτι ίσως επιτηδευμένα βαρύγδουπο και αναίτια υπερφιλόδοξο.  Έτσι, προκύπτει μια «μικρή» ταινία, οπτικά πανέμορφη και συναισθηματικά ζεστή.

Πρόκειται για μια ευαίσθητη παρατήρηση των ζωών μιας οικογένειας τεσσάρων κοριτσιών. Κάποια ιδιαίτερα συγκεκριμένη πλοκή απουσιάζει, όπως κι οποιαδήποτε στοιχειωδώς πομπώδης κορύφωση στην κύρια ή τις δευτερεύουσες ιστορίες. Ο Γιαπωνέζος δημιουργός τοποθετεί την εστίασή του στην πάντα υπολανθάνουσα θεματική της πατρότητας/μητρότητας, αφήνοντας αυτήν να καθοδηγήσει την ουσιώδη (όχι όμως κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί) ψυχολογική σπουδή. Το αποτέλεσμα γλυκό, αλλά μάλλον λησμονίσιμο.

Βαθμολογία: 2.5/5

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

An American Tail / Αμέρικαν Στόρι (1986)

Πρώην animator της Ντίσνεϊ που έφυγε από το στούντιο μαζί με μια ομάδα συναδέλφων του κατά την πολύπαθη παραγωγή της «Αλεπούς και του Κυνηγόσκυλου», ο Don Bluth χάραξε την δική του πορεία στο παιδικό animation. Διαφωνώντας με την καλλιτεχνική φιλοσοφία της Ντίσνεϊ ο Bluth και η ομάδα του δημιούργησαν το δικό τους στούντιο, παράγοντας μια σειρά επιτυχιών που δημιούργησαν τη μεγαλύτερη ως τότε ανταγωνιστική δύναμη για την κυρίαρχη στο χώρο εταιρία. Tο «An American Tail» αποτελεί τη δεύτερη αυτόνομη ταινία του Bluth, σε συμπαραγωγή του Steven Spielberg.

Σε μια εποχή που η Ντίσνεϊ, με εξαίρεση το καταπληκτικό «Η Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο», παρήγαγε μια σειρά από διασκεδαστικά και όμορφα μεν, μα λησμονίσιμα και μάλλον συνταγογραφημένα φιλμ που λίγα περισσότερα είχαν να προσφέρουν από μια ανάλαφρα ευχάριστη θέαση, ο Bluth απαντά με κάτι σαφώς πιο τολμηρό. Κατηγορούμενο στην εποχή του ως υπερβολικά καταθλιπτικό για παιδιά, το «American Tail» καταπιάνεται με το δύσκολο θέμα της μετανάστευσης και φορτώνει τον εαυτό του με ένα ασυνήθιστο συναισθηματικό βάρος. Το στόρι ακολουθεί μια οικογένεια Εβραίων στα τέλη του 19ου αιώνα, η οποία μεταναστεύει από τη Ρωσία στην Αμερική για σωτηρία από τις βίαιες επιθέσεις των Κοζάκων και αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Βεβαίως, οι ήρωες είναι ποντίκια και περισσότερο από τους έφιππους Κοζάκους θέλουν να ξεφύγουν από τις πεινασμένες ρώσικες γάτες, μα οι ιστορικές αναφορές και οι κοινωνικοπολιτικοί παραλληλισμοί παραμένουν άμεσοι. Η φτώχεια και η σκληρότητα της ξενιτιάς, ο χαμός αγαπημένων προσώπων (πόσο μάλλον ενός παιδιού), η μαφία και η παιδική εκμετάλλευση κάνουν, εν συνεχεία, το πέρασμά τους από την οθόνη.

Πάνω σε αυτό το σκοτεινό υπόβαθρο λοιπόν, ο Bluth διηγείται μια απολαυστικότατη και διασκεδαστική ιστορία με χαριτωμένα ποντίκια και μοχθηρές γάτες, έναν από τους πιο «cute» animated πρωταγωνιστές που έχει δει το κινηματογραφικό πανί και αληθινά υπέροχα τραγούδια που θα έκαναν τον Walt Disney να πρασινίσει από ζήλια. Αν και δεν χειρίζεται την πλοκή και τη δράση με την ίδια δεξιοτεχνία που επιδεικνύει στο χτίσιμο του συναισθηματικού του κορμού, το φιλμ εντυπωσιάζει με το πώς καταφέρνει να συνδυάσει όλα τα στοιχεία μιας επιτυχημένης παιδικής ταινίας με πιο ενήλικα θέματα, χωρίς αυτά να το βαραίνουν υπερβολικά ή να στερούν την παιδική του αθωότητα.

«Ντισνεϊκή» ταινία εκτός Ντίσνεϊ που βάζει τα γυαλιά στις τότε χλιαρές απόπειρες του κυρίαρχου στούντιο, το φιλμ του Don Bluth αξίζει να μνημονεύεται πλάι στα πιο δημοφιλή κλασικά «ξαδερφάκια» του.

Βαθμολογία: 3.5/5

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

War on Everyone (2016)

Τρίτη ταινία του John Michael McDonagh μετά τα «The Guard» και «Calvary», με σαφή χαρακτηριστικά στοιχεία του δημιουργού, μα και με κάτι να χάνεται στη μετάφραση κατά το πέρασμα από τη Βρετανία στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Το κινηματογραφικό είδος του «War on everyone» παραμένει η βίαιη μαύρη κωμωδία εσωτερικού, χαμηλόφωνου χιούμορ και ενός ύφους που οι αγγλόφωνοι θα χαρακτήριζαν «off» -αυτού μιας διακριτικής αποστασιοποίησης από τον ρεαλισμό (και τον θεατή), μιας αδιευκρίνιστης γενικής ιδιοτροπίας και της αίσθησης ότι το φιλμ δεν παίρνει ποτέ τον εαυτό του πολύ σοβαρά. Αυτό το στυλ συνυπάρχει αρμονικά με μια παλιομοδίτικη κινηματογραφική αισθητική, που μοιάζει να αποτίνει φόρο στα buddy cop films παλιότερων δεκαετιών.

Το deja-vu δεν είναι πάντα τόσο ηθελημένο όμως. Το φιλμ φαντάζει πιο γνώριμο απ` όσο θα ήθελε και, δυστυχώς, η αίσθηση της έλλειψης πρωτοτυπίας ξεπερνά εκείνη της νοσταλγίας. Παρά τις όποιες φιλότιμες προσπάθειες, τον ΜcDon-ικό χαρακτήρα και ορισμένες στιγμές εμπνευσμένου χιούμορ, το φιλμ δεν ξεφεύγει από τη συνήθη περίπτωση της ταινίας που βλέπεται ευχάριστα κι εν συνεχεία λησμονείται επί τόπου. Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει κανένα αληθινό ενδιαφέρον στην ιστορία. Η αστυνομική πλοκή ξετυλίγεται διεκπεραιωτικά και, για χάρη της ελαφρότητας, χωρίς ένταση, το δράμα παραμένει πάντα περιγραφικό και δίχως συναισθηματική εμβάθυνση, ενώ ο βασικός κακός είναι παντελώς αδιάφορος και ανεπαρκέστατα ερμηνευμένος. Ο ΜcDonagh μάς υπενθυμίζει πως ξέρει να γράφει απολαυστικούς, καυστικούς διαλόγους που δεν φοβούνται να θίξουν το πολιτικά ορθό και να αγγίξουν πολιτικές ή φιλοσοφικές προεκτάσεις, μα αυτοί δεν καταφέρνουν ποτέ να διεισδύσουν στην κινηματογραφική ουσία με αποτέλεσμα να παραμένουν μάλλον διακοσμητικοί -αν όχι επιτηδευμένοι.

Δεν υπάρχει λόγος για το «War on everyone» να μη βρει υποστηρικτές, καθώς αποτελεί αν μη τι άλλο μια διασκεδαστική ταινία. Από την άλλη όμως μπορεί εύκολα να αποξενώσει τελείως τον θεατή, ιδίως αυτόν που θα δει την πιο «αμερικάνικη» προσέγγιση στις ερμηνείες ως υπερβολικά κωμική για να ταιριάξει στο κομψό σκηνοθετικό ύφος. Κι ο Colin Farrel στο αγαπημένο «In Bruges» του έτερου McDonagh, Martin, φλέρταρε με το κωμικό overacting, μα εκεί ένας αξέχαστος συναισθηματικός πυρήνας επανέφερε την ισορροπία. Εδώ, δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που θα μας έκανε να νοιαστούμε ειλικρινά για αυτούς τους προβλέψιμα ανήθικους μπάτσους.

Βαθμολογία: 2/5

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

The fox and the hound / Η αλεπού και το κυνηγόσκυλο (1981)

Μετά τη δύσκολη δεκαετία του 1940, όπου εν μέσω πολέμου παράχθηκε μονάχα μια σειρά από πενιχρά φτιαγμένες και πλέον εντελώς λησμονισμένες σπονδυλωτές ταινίες («Saludos Amigos», «The Three Caballeros», «The Adventures of Ichabod and Mr. Toad»), η Ντίσνεϊ απόλαυσε αρκετά χρόνια ακμής έως το θάνατο του Walt Disney το 1966. Τότε, το στούντιο αντιμετώπισε άλλη μία περίοδο κάμψης, η οποία κορυφώθηκε σε μια ακόμη δεκαετία που δοκίμασε τις έσχατες οικονομικές αντοχές του: 1980. Προετοιμάζοντας το έδαφος για την περίφημη «αναγέννησή» της με τη «Μικρή Γοργόνα» του 1989, η Ντίσνεϊ συναντά αυτήν την περίοδο τη μεγαλύτερη εμπορική της αποτυχία («The Black Cauldron», 1985) και, ξανά, μια σειρά από ταινίες που λίγοι θυμούνται πλέον.

Μάλλον ως η πιο γνωστή από αυτές σήμερα στέκει το «The fox and the hound» του 1981. Ωστόσο, και παρά την εμπορική επιτυχία του, το φιλμ συνήθως αγνοείται από θεατές και κριτικούς και συγκαταλέγεται συχνότερα στη μετριότητα της δεκαετίας του 1980 παρά στις κλασικές ντισνεϊκές στιγμές. Γι’ αυτό ακριβώς και γράφεται, άλλωστε, η συγκεκριμένη κριτική: ώστε να τοποθετήσει τη μισοξεχασμένη αυτήν ταινία στις κορυφαίες θέσεις της λίστας των πιο υποτιμημένων ντισνεϊκών εγχειρημάτων -όχι μακριά από το  «Black Cauldron», παρεμπιπτόντως, που κουβαλά τον τίτλο της χειρότερης ταινίας της εταιρίας.

Η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο» διαφέρει από την πλειοψηφία των ταινιών του στούντιο, ακόμα κι αν πάντα διατηρεί αδιαμφισβήτητα ντισνεϊκά στοιχεία. Με πολλά ολοκαίνουρια μέλη στο καλλιτεχνικό της επιτελείο, η Ντίσνεϊ διασκευάζει ελεύθερα ένα ομώνυμο, αλλά όχι παιδικό βιβλίο -που μελετά ρεαλιστικά τη φυσική συμπεριφορά της «Αλεπούς» και του «Κυνηγόσκυλου» χωρίς να τους προσδίδει ανθρωπομορφικά στοιχεία- και το φέρνει στα δικά της γνώριμα μέτρα. Το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ, που χωρίς να στερείται σχεδόν οποιασδήποτε καλλιτεχνικής αρετής των κινηματογραφικών συγγενών του, καταπιάνεται ευθέως με σαφώς ωριμότερες θεματικές. Πρόκειται για μια ιστορία για τη φιλία, μα όχι πια υπό την παραμυθένια σκοπιά που είθισται στο είδος. Για τα δεδομένα αυτού, η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο» εστιάζει στον… ρεαλισμό. Αποφεύγει τις ταμπέλες «καλών» και «κακών». Δεν ολοκληρώνεται στο «και ζήσαν αυτοί καλά…» Αν υπάρχει ένας «κακός» τελικά στην ιστορία, τότε είναι η… πραγματικότητα. Αυτή η (με συγχωρείτε, σε παιδική ταινία) πουτάνα που κάνει τους φίλους εχθρούς και τους αχώριστους χωρισμένους, που το μόνο happy end που επιτρέπει είναι μια συνειδησιακή καταπράυνση, μια θεωρητική παρηγοριά άνευ πρακτικού αντικρίσματος -το «γλυκόπικρο» είναι το όριο του «happy».

Πέρα από τις υπερβολές του φιλμ λόγω παιδικότητας, όλοι οι χαρακτήρες πράττουν με βάση τις φυσικές τους τάσεις αντί μοχθηρών κινήτρων ή αντίστοιχων σεναριακών συμβάσεων. Ο καθένας κάνει αυτό που η ζωή απαιτεί από αυτόν και αν τον θεωρήσεις «κακό» είναι γιατί τον κοιτάς από τα μάτια του αντιπάλου του. Υπό αντίστοιχη οπτική, όλοι είμαστε «κακοί». Αποφεύγοντας συνεπώς τη μονοδιάστατη απλοϊκότητα ενός κοινού «καρτούν», το φιλμ κινείται αδιάκοπα σε ηθικά γκρίζες περιοχές, για να χρησιμοποιήσει αυτήν την αμφισημία ακόμα και προς την ίδια του την -αισιόδοξη- αυτοαναίρεση: η πραγματικότητα, πέρα από την άδικη, αναπότρεπτη σκληρότητά της, έχει πάντα να επιδείξει και την πιο αποστομωτική ομορφιά. Η κάμπια-θήραμα μεταμορφώνεται στην ωραιότερη πεταλούδα που κερδίζει και τον θαυμασμό των πρώην κυνηγών της, όχι αναντίστοιχα με τον τρόπο που η θηλυκή αλεπού καλεί τον Τοντ να ανοίξει τα «φτερά» του και να απολαύσει τις ομορφιές της ζωής -πλάι στους αναπόφευκτους θανάσιμους κινδύνους της και τις αβάσταχτες συναισθηματικές πίκρες της.

Κι αν οι ατέλειες του φιλμ είναι κάτι περισσότερο από αισθητές, με ίσως την πιο τρανταχτή έλλειψη αξιοσημείωτων τραγουδιών έβερ (αν και με όμορφο score κατά τ’ άλλα), μερικούς αδύναμους, αν όχι περιττούς χαρακτήρες (η θηλυκή αλεπού) και τις άτσαλα αμβλυμμένες γωνίες της σκληρής ιστορίας (ο «μη» θάνατος του Chief) να αποδυναμώνουν εν μέρει την αφήγηση, το βουρκωμένο παιδί μέσα μας αδιαφορεί πλήρως. Έτσι κι αλλιώς, ελάχιστες ταινίες του στούντιο είχαν δομήσει μια πραγματικά στιβαρή αφήγηση ως τότε (ίσως η «Λαίδη κι ο Αλήτης» να τα κατάφεραν καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη) και καμία, μα καμία με τη δραματική βαρύτητα που επέδειξαν η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο».

Μακριά από τα παραμύθια με πρίγκιπες και πριγκίπισσες, τους ανθρώπους με πρόσωπα ζώων, τις ζηλιάρες κακές μάγισσες και το «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», το «The Fox and the Hound» του 1981 επενδύει στην απλότητα και τον καρτουνίστικο ρεαλισμό, στέκοντας ως μια ξεχωριστή, παρεξηγημένη ντισνεϊκή πρόταση, που ίσως ο Walt Disney να μην ενέκρινε ποτέ. Μπορεί να μην αγγίζει κορυφή ως προς την κινηματογραφική του αφήγηση, αγγίζει όμως ως προς το δραματικό ενδιαφέρον του, που ξεπερνά οποιαδήποτε ταινία του στούντιο ως τότε, όπως άλλωστε κι ο συναισθηματικός του αντίκτυπος. Πρόκειται για ένα δράμα κυριολεκτικής και μεταφορικής ενηλικίωσης, μια ιστορία καταδικασμένης φιλίας και μια σπαρακτική ωδή στην πικρή σκληρότητα της πραγματικότητας.

Βαθμολογία: 4/5

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Fish Tank (2009)

Με το φαινομενικό σκηνοθετικό αυθορμητισμό μιας χειροκίνητης κάμερας που καταγράφει ωμά την καθημερινότητα και με ένα στενό κάδρο (4:3) που με χειρότερη ποιότητα εικόνας θα παρέπεμπε άνετα σε homemade video, η Βρετανίδα σκηνοθέτις Andrea Arnold δημιουργεί ένα φιλμ (το δεύτερο μεγάλου μήκους της) εξαιρετικού ρεαλισμού, μα και πάντα αφηγηματικά συνεπές.

Καρδιά και στήριγμα της ταινίας η 18χρονη Katie Jarvis, ερμηνευτικά άπειρη ντόπια που εντοπίστηκε τυχαία από την παραγωγή και αποδείχθηκε ιδανική ενσάρκωση της 15χρονης Μία. Στο πρόσωπο και την κινησιολογία της αποτυπώνονται τέλεια μια άγρια, λούμπεν παρορμητικότητα ταυτόχρονα με τη γλυκιά εσωτερική ευθραυστότητα της νεαρής ηρωίδας. Πρόκειται για έναν υπέροχο, απόλυτα ζωντανό και συναρπαστικό χαρακτήρα. Καθημερινά γνώριμο και καθηλωτικά απρόβλεπτο. Δομημένο και ανεπτυγμένο με προσοχή και αγάπη, από ένα έντονα ανθρωποκεντρικό σενάριο. Το κοινωνικό υπόβαθρο είναι εκεί, μα στο προσκήνιο είναι πάντα ο άνθρωπος, η μελέτη χαρακτήρα, το προσωπικό δράμα. Και το δράμα της Μία είναι ένα υπαρξιακοκοινωνικό αδιέξοδο, μια ζωή που δε βγάζει πουθενά, που αντί για όνειρα προσφέρει αγγελίες παρακμιακών μαγαζιών ασαφών υπηρεσιών, πρόθυμων να προσλάβουν χορεύτριες με φανερή έλλειψη ταλέντου -ίσως μόνο λόγω του νεαρού της ηλικίας. Μια ζωή - «ενυδρίο» («Fish tank») ή αυτή ενός αλόγου που περνάει τη ζωή του αλυσοδεμένο σε ένα στύλο, λίγο πριν «έρθει η ώρα του» στην ηλικία των 16. Τέτοιοι συμβολισμοί, χωρίς να χαίρουν κάποιας διεξοδικής τεκμηρίωσης από το σενάριο, δίνουν άκρα κινηματογραφικότητα στο φαινομενικά ακατέργαστο προϊόν, χωρίς παράλληλα να του στερούν ίχνος από την ειλικρίνειά του.

Η ιστορία της Arnold, που τόσο γερά πατά στην πραγματικότητα όσο δυνατά μάς μιλά στην ψυχή, κορυφώνεται σε ένα υποδειγματικό φινάλε εσωτερικής αφήγησης. Μια τέλεια ολοκλήρωση της ανάπτυξης του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα και της αξιαγάπητης παρορμητικότητάς της: η τελευταία γίνεται η έκφραση μιας κινηματογραφικά χαμηλόφωνης, μα συναισθηματικά εκκωφαντικής ανάγκης για προσωπική απελευθέρωση και αναζήτηση νοήματος, ενώ ο χορός μετατρέπεται από εκφραστής του υπαρξιακού αδιεξόδου σε μοναδικό μέσο επικοινωνίας. Ένα σιωπηλά σπαρακτικό κρεσέντο αυτοαναζήτησης μάς αφήνει με μια νότα αισιοδοξίας, συγκινητικής μα και πικρά ανοιχτής σε υποκειμενική ερμηνεία.

Το «Fish Tank» αποδεικνύει πως η βαθιά κατανόηση ενός ρεαλιστικά γοητευτικού χαρακτήρα μπορεί να αποτελέσει την ικανοποιητικότερη προσφορά μιας κινηματογραφικής εμπειρίας. Ευαίσθητο, καθημερινό και αξέχαστα ειλικρινές, το φιλμ της Arnold διέπεται από μια υποδειγματική εσωτερική αφήγηση που το ανυψώνει σε μία από τις κατά την προσωπική μου γνώμη σπουδαιότερες ταινίες της προηγούμενης δεκαετίας.

Βαθμολογία: 4.5/5

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

LEAFF (London East Asia Film Festival)

από τον Keyser Soze
Το LEAFF (London East Asia Film Festival) ξεκίνησε φέτος στο Λονδίνο, με διάρκεια 11 ημερών (20-30 Οκτωβρίου) και πρόβαλε συνολικά 40 ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ταινίες από χώρες της Ανατολικής Ασίας (Νότια Κορέα, Ιαπωνία, Κίνα, Χονγκ Κονγκ, Ταϊβάν, Μαλαισία, Σιγκαπούρη). Με έμφαση φέτος στη Νότια Κορέα (του χρόνου προβλέπεται να κυριαρχήσει το Χονγκ Κονγκ) οι Κορεάτικες ταινίες φαινονται να αποτελούν την πλειοψηφία (21 από 40), ενώ δεν λείπουν και αρκετοί guests, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι βιρτουόζοι, γνωστοί σε παγκόσμιο πλέον επίπεδο σκηνοθέτες Chan-wook Park (Oldboy) και Jee-woon Kim (I Saw the Devil). Ειδικότερα, το φεστιβάλ άνοιξε αυλαία με τη νέα ταινία του Jee-woon Kim, “The Age of Shadows”, κατασκοπικό θρίλερ εποχής.

Στον Chan-wook Park αφιερώνεται ρετροσπεκτίβα, όπου προβάλλεται η πλειοψηφία του σκηνοθετικού έργου του, συμπεριλαμβανμένου του φετινού “Handmaiden” και αρκετών ταινιών μικρού μήκους, ενώ ο ίδιος παρέδωσε διάλεξη σεναριογραφίας ως μέρος των BAFTA Screenwriters Lecture Series, στο πλαίσιο της οποίας προβλήθηκε η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μικρού μήκους ταινία του (προϊόν συνεργασίας με τον αδερφό του) “Night Fishing”, που μέχρι στιγμής αποτελεί το μοναδικό στοιχείο της φιλμογραφίας του Park που καταπιάνεται με την Κορεατική παράδοση και εθιμοτυπία, αναφερόμενο σε μια επιθανάτια τελετουργία. Ακόμη, ο Park παρέδωσε masterclass στην Εθνική Σχολή Κινηματογράφου του Λονδίνου (NFTS), στα πλαίσια συνεργασίας με το φεστιβάλ.
Το Διαγωνιστικό τμήμα του LEAFF περιλαμβάνει 8 ταινίες:
Το συγκλονιστικό Φιλιπινέζικο κοινωνικό δράμα “Pamilya Ordinaryo” (“Συνηθισμένη Οικογένεια”) του νεαρού Eduardo Roy Jr., όπου δυο έφηβοι γονείς ζουν στον δρόμο με το νεογέννητο παιδί τους, και κλέβουν θέλοντας να συντηρήσουν την οικογένειά τους, μέχρι που το παιδί τους θα πέσει θύμα απαγωγής.

Την πολύχρωμη Κορεάτικη δραματική κομεντί “Familyhood”, όπου μια αφελής, αποτυχημένη και απογοητευμένη από τη ζωή της διάσημη ηθοποιός αποφασίζει να υιοθετήσει κρυφά το παιδί μιας έγκυου έφηβης, όταν δεν της επιτρέπουν να γίνει μητέρα νόμιμα. Αν και το σενάριο υιοθετεί την αφέλεια της πρωταγωνίστριας, αντισταθμίζεται το ενδιαφέρον από την εξαιρετική χημεία μεταξύ των χαρακτήρων, που κλασσικά σε τέτοιες περιπτώσεις προκύπτει από τις αντιθέσεις τους. Πατώντας στην έντονη κωμική χροιά του, το έργο ξεφεύγει από τον ρεαλισμό, αλλά καταπιάνεται, έστω και εύπεπτα, με το ζήτημα της εφηβικής εγκυμοσύνης και την κοινωνική του αντιμετώπιση.

Το Σιγκαπουριανό σιωπηλό, μα σκληρό εσωτερικό δράμα “A Yellow Bird”, όπου ένας πρόσφατα αποφυλακισμένος Ινδο-σιγκαπουριανός βρίσκεται πλήρως αποξενωμένος από την οικογένεια και τους συγγενείς του, και προσπαθεί περιθωριοποιημένα να επιβιώσει. Ο KRajagopal, κρατώντας πάντα στο επίκεντρο τον πρωταγωνιστή του και πρακτικά μέσα από την οπτική του γωνία, διερευνεί τα αδιέξοδα της πολυ-πολιτισμικής Σιγκαπουριανής κοινωνίας. Παίζει με το θόρυβο και τη σιωπή, αναδεικνύοντας την αδυναμία επικοινωνίας, θίγει ζητήματα όπως το sex trafficking και μένει πιστός σε έναν ασφυκτικό ρεαλισμό που προσδίδει στο δύσκολο στην παρακολούθηση έργο του μια ιδιαίτερη, εκκωφαντική υφή.

Το δραματικό “Pekak” από τη Μαλαισία, παρακολουθεί τον κωφάλαλο Ούντα, ο οποίος γίνεται βαποράκι προκειμένου να μαζέψει λεφτά για εγχείρηση, ώστε να θεραπεύσει την κώφωσή του. Αρχικά φέρνει στο μυαλό το Sympathy for MrVengeance, αλλά σύντομα αλλάζει πορεία και μετατρέπεται σε ήπιο νεανικό love story με προβλεπόμενο τραγικό τέλος, δεδομένης της αυξανόμενης εμπλοκής των ναρκωτικών στην ιστορία. Δυστυχώς οι προβλέψεις επαληθεύονται με την κορύφωση του δράματος, και ενισχύονται από έναν μάλλον αυθόρμητο διδακτισμό και ορισμένα βίαια ξεσπάσματα (ξαναφέρνουν στο μυαλό τον MrVengeance, αλλά εδώ λειτουργούν παράφωνα) που οδηγούν σε ένα μέτριο σύνολο, παρά την ενδιαφέρουσα σκηνοθετική προσέγγιση και την προσεγμένη καλλιτεχνική παραγωγή.

Το παρα-τρίχα εξαιρετικό “Karaoke Crazies” (παρουσία σκηνοθέτη), μια μαύρη κωμωδία κλειστού χώρου από τη Νότια Κορέα. Ο Σουνγκ-γουκ είναι ο ιδιοκτήτης ενός μικρού, υπόγειου καραόκε κλαμπ, που προσπαθεί με δυσκολία να τα βγάλει πέρα οικονομικά. Περνάει τις ώρες του μόνος εκεί χωρίς να βγαίνει ποτέ έξω, ακούει πορνό και παραγγέλνει αποκλειστικά νουντλς (χαρακτηριστική τροφή του Ασιάτη ερημίτη). Στην αγγελία του για εργασία απαντάει η μοναχική Χα-Σουκ, εξίσου κατεστραμμένη, που σύντομα επιφέρει κερδοφορία στη μικρή τους επιχείρηση, καθώς προσφέρει στα μουλωχτά στους πελάτες... μια επιπλέον υπηρεσία. Ύστερα έρχεται και η Να-Τζου, που ως “επαγγελματίας διασώτρια νεκρών καταστημάτων” ζωντανεύει την ατμόσφαιρα και αυξάνει το πελατολόγιο. Παράλληλα, η απειλή ενός άγνωστου αντιήρωα είναι από την αρχή εμφανής, με αστυνομικούς να επισκέπτονται επανειλλημένα τον Σουνγκ-γουκ και δείχνοντάς του την αφίσα ενός κατατηζούμενου. Με μια θεατρική, μονοχωρική προσέγγιση και ένα υπέροχα μελαγχολικό και πολύχρωμο σκηνοθετικό ύφος που παραπέμπει άμεσα στον Jean-Pierre Jeunet (Delicatesseno Sang-Chan Kim πλαισιώνει άψογα τους αξιοζήλευτους αυτούς χαρακτήρες, και φροντίζει ο καθένας να τροφοδοτείται θετικά και αρνητικά από τους υπόλοιπους. Μα, μετά από μια θαυμάσια τηλεφωνική λεκτική αντιπαράθεση (μου έφερε στο μυαλό την “Αποστολή στην Μπριζ”) του πρωταγωνιστή μας με τον αντιήρωα, που ξεκίνησε ως τελική κλιμάκωση του δράματος με την προοπτική ενός μεγάλου payoff, δυστυχώς, αποδείχτηκε πολύ καλό για να είναι αληθινό. Τα τελευταία δέκα λεπτά ήταν ένα βιαστικό, εκβιαστικό happy end, που αδίκησε κατάφωρα όλη την θεατρική-κινηματογραφική μαγεία που καλλιεργήθηκε στα προηγούμενα ενενήντα.

Τη δραματική κωμωδία “The Laundryman” από την Ταϊβάν, όπου ένας πληρωμένος δολοφόνος περιτριγυρίζεται κυριολεκτικά στην καθημερινότητά του από φαντάσματα ανθρώπων που είτε έχει σκοτώσει, είτε δε γνωρίζει καν, οπότε προσλαμβάνει μια μέντιουμ με στόχο να καταλάβει τι ζητούν και δεν ησυχάζουν, ώστε να ικανοποιήσει τις επιθυμίες τους και να τον απαλλάξουν. Με μια πλοκή που κινείται εξ αρχής σε υπερφυσικά μονοπάτια, το “The Laundryman” ξεκινάει ως απενοχοποιημένο fun και αποφασίζει να παραμείνει εκεί. Αφηγηματικά πρωτοτυπεί ως προς το ότι ακολουθεί μια πλήρως κωμική προσέγγιση, με μερικά ισχνά δραματικά στοιχειά να εμφανίζονται στην τελική έκβαση, αλλά χωρίς πρόσφορο έδαφος για να ξεπεραστεί εν τέλει το αρχικό επίπεδο.

Το Ταϋλανδέζικο “By the time it gets dark”, ένα αφηγηματικά ελλειπτικό πειραματικό έργο, που πραγματεύεται την έννοια του περάσματος του χρόνου εξερευνώντας την μέσα από τη βαρύτητα ανθρώπινων βιωμάτων. Μια νεαρή σκηνοθέτις που θέλει να γυρίσει τη βιογραφία μιας ηλικιωμένης πρώην ακτιβίστριας φοιτήτριας που επιβίωσε από σφαγή σε πανεπιστήμιο της Ταϋλάνδης, μια γυναίκα που εργάζεται σε καφετέρια, και εμφανίζεται ατέρμονα να κάνει διάφορες άλλες δουλειές, δύο ηθοποιοί με εντελώς διαφορετικές καταλήξεις. Η σκηνοθέτις διερευνεί τη σχέση του παρόντος με το παρελθόν μέσα από τους ασύνδετους χαρακτήρες της, κατά βάση μέσω της χρήσης ποικιλόμορφων εικόνων. Δεν συνδέει όμως, ούτε αφηγηματικά τα όσα μάς δείχνει, με αποτέλεσμα αρκετά από αυτά να φαντάζουν τυχαία, σαν μια κινηματογραφική περιπλάνηση χωρίς συνοχή, που όσο όμορφη γίνεται εικαστικά, άλλο τόσο δύσκολη και απρόσιτη παραμένει. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια ιδιαίτερη και αξιόλογη εμπειρία θέασης.

Και τέλος, το “The World of Us” (παρουσία σκηνοθέτη), το Κορεάτικο κοινωνικό δράμα της Ga-eun Yoon, που κέρδισε το βραβείο του διαγωνιστικού τμήματος. Η μικρή Σουν είναι περιθωριοποιημένη από τις συμμαθήτριές της στο σχολείο. Ο πατέρας της έχει προβλήματα αλκοολισμού και η μητέρα της εργάζεται μέχρι αργά καθημερινά. Μέχρι που γνωρίζει την Τζια, μια νέα της συμμαθήτρια με την οποία αναπτύσσει έντονο δεσμό, ο οποίος δεν κρατάει πολύ. Η πρωτοεμφανιζόμενη σκηνοθέτις επιτυγχάνει μια θαυμάσια βουτιά στην παιδική ψυχολογία στα πλαίσια ενός απόλυτου κοινωνικού ρεαλισμού, αποσπώντας από τις μικρές της πρωταγωνίστριες ερμηνείες που θα ζήλευε και ο Hirokazu Koreeda. Χτίζει μεθοδικά δύο αληθινούς παιδικούς χαρακτήρες, τους οποίους πλαισιώνει άψογα από το κοινωνικό περιβάλλον τους, όπου σε αυτό το μεταβατικό στάδιο από την παιδική προς την εφηβική ηλικία γίνεται και η πρωταρχική μετάβαση από το στενό οικογενειακό πλαίσιο στην ευρεία, σχολική κοινωνία.

Στην κατηγορία “Stories of Women” βρίσκονται 4 ταινίες με επίκεντρο τις γυναίκες, οι τρεις από τις οποίες προέρχονται και από γυναίκες σκηνοθέτιδες.
Τα “By the time it gets dark” και “The World of Us”, που ανήκουν και στο Διαγωνιστικό τμήμα, και επιπλέον:
Το Ιαπωνικό δράμα “Hee” (“Φωτιά”) σε σκηνοθεσία της γνωστής ηθοποιού Kaori Momoi (“Οι αναμνήσεις μιας γκέισας”, “Kagemusha”), με πρωταγωνίστρια την ίδια, όπου παραδίδει μια ερμηνεία-κατάθεση ψυχής. Το τι καταθέτει, όμως, δε γίνεται ποτέ ξεκάθαρο, είναι μια μίξη πραγματικότητας και φαντασίας χωρίς ξεκάθαρα όρια. Η Momoi αναπαριστά μια γυναίκα που κατηγορείται για φόνο και εξομολογείται σε έναν ψυχίατρο πως όταν ήταν μικρή έβαλε φωτιά στο σπίτι της, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν οι γονείς της. Μέσα σε έναν χαοτικό, ακατάπαυστο μονόλογο μιλάει για τα πάντα, αλλά και για τίποτα.

Το σπαρακτικό Κορεάτικο δράμα εποχής “SpiritsHomecoming” του Jung-lae Cho, που καταπιάνεται με το ζήτημα των “comfort women”, δηλαδή νεαρών κοριτσιών που απάγονταν από τους Ιάπωνες κατά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο και χρησιμοποιούνταν ως sex slaves. Όντας ανεξάρτητη παραγωγή που ξεκίνησε ως πρότζεκτ το 2002 και ολοκληρώθηκε μετά από 14 χρόνια χάρη σε δωρεές 75.000 ατόμων, βασισμένο σε μαρτυρίες των λίγων επιζώντων γυναικών μέχρι σήμερα και χωρίς να αποκρύπτει τίποτα από τη σκληρότητα του θέματος που πραγματεύεται, είναι ένα έργο που στοχεύει να υπενθυμίσει στο ευρύ κοινό μια από τις πολλές σκοτεινές σελίδες της ιστορίας που στην Ανατολή τείνουν να ξεχαστούν και στη Δύση δεν έγιναν ποτέ γνωστές.

Η κατηγορία “Official LEAFF Selection” περιλαμβάνει 8 ακόμα ταινίες:
Το “Beautiful 2016”, μια σπονδυλωτή τετραπλή διασταύρωση Κίνας, Χονγκ Κονγκ και Ιαπωνίας, προερχόμενο, μεταξύ άλλων, από τους γνωστούς Zhang-ke Jia (“Αίσθηση Αμαρτίας”, “Πέρα από τα Βουνά”) και Hideo Nakata (“Ringu”).
To Tunnel”, Κορεάτικο δραματικό θρίλερ με παγιδευμένο πρωταγωνιστή που περιμένει να διασωθεί σε σήραγγα που κατέρρευσε, το οποίο φέρνει στο μυαλό το “Buried” (2010), αλλά εμπλουτισμένο με μπόλικο μαύρο χιούμορ και εξίσου κοινωνικά εστιασμένο στον “εξωτερικό κόσμο”.
Το “Creepy”, θρίλερ του Kiyoshi Kurosawa (“Ταξίδι στην άλλη όχθη”), με γνώριμα από τη φιλμογραφία του στοιχεία.
Το  Κορεάτικο ιστορικό δράμα, βασισμένο σε ομώνυμο μυθιστόρημα, “The Map against the world”, που βιογραφεί γλαφυρά τον άνθρωπο που έφτιαξε τον πρώτο χάρτη της Κορέας τον 18ο αιώνα.
Το αλληγορικό και εύστοχα άνευρο Ιαπωνικό δράμα “Harmonium” του Koji Fukada, που επιχειρεί να προσδιορίσει τη σύγχρονη ιαπωνική ιδιοσυγκρασία μέσα από έμμεση κοινωνική κριτική.
Το “Nessun Dorma”, ένα σεναριακά δευτεροκλασάτο, μα ατμοσφαιρικό θρίλερ μυστηρίου από το Χονγκ Κονγκ.
Το “De Lan” του Κινέζου Jie Liu, που τοποθετείται στο Θιβέτ και αφορά την μεγάλη εθνική ποικιλομορφία της Κίνας διερευνώντας τις πολιτιστικές διαφορές μεταξύ των φυλών μέσα από μια αρχετυπική δραματουργία.
Τέλος, το “Bangkok Nites” του Katsuya Tomita, μια τρίωρης διάρκειας συμπαραγωγή Ιαπωνίας, Γαλλίας, Ταϋλάνδης και Λάος, που προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιήγηση στη νοτιοανατολική Ασία μέσα από την, κυρίως, διαλογική επαφή των ποικιλόμορφων χαρακτήρων του.

Επίσης, υπάρχει και η κατηγορία “Film Festival Focus”, με στόχο να συνδέσει το παρόν φεστιβάλ με άλλα αντίστοιχα Ασιατικά. Σε συνεργασία με το Κορεάτικο Jeonju International Film Festival προβλήθηκαν τα “Worst Woman”, “Curtain Call” και το ντοκιμαντέρ “Breathing Underwater”.

Το φεστιβάλ έκλεισε με τη νέα ταινία του Johnnie To, “Three” (Χονγκ Κονγκ), με την παρουσία του ίδιου στην τελετή λήξης, αλλά και σε μία ανοιχτή συζήτηση με το κοινό την επόμενη μέρα, σε σχέση με το συνολικό έργο του, καθώς και με το παρελθόν και το μέλλον του Ασιατικού κινηματογράφου.

Το Ασιατικό σινεμά, με εξαίρεση κάποια μεγάλα ονόματα, δεν έχει γνωρίσει ιδιαίτερη άνθιση στη δύση, παρότι πετυχαίνει έναν εύστοχο συνδυασμό καλλιτεχνικού βάθους και εμπορικής χροιάς, πράγμα που το καθιστά προσβάσιμο από το ευρύ κοινό. Ιδιαίτερα οι Κορεάτες γνωρίζουν επακριβώς τα στοιχεία που προσφέρονται για κατανάλωση από το κοινό τους, τα οποία ενσωματώνουν στα σενάριά τους, διατηρώντας πάντα ένα καλλιτεχνικό επίπεδο, ακόμα και σε μια πλήρως συμβατική αφήγηση, καταφέρνοντας έτσι να αυξήσουν το εύρος του κοινού που απευθύνονται και να φέρουν περισσότερο κόσμο στις αίθουσες. Επί της ουσίας, κρίνοντας από τους πρωτοεμφανιζόμενους του Διαγωνιστικού, οι περισσότεροι από αυτούς δεν πρωτοπορούν, αλλά δείχνουν να επανεφευρίσκουν το δυτικό σινεμά. Ξέρουν να χτίζουν χαρακτήρες, να εμπλουτίζουν δραματουργικά τα έργα τους και να σκηνοθετούν σωστά. Αντίθετα, το σινεμά της δύσης είναι πιο αυστηρά διαχωρισμένο σε art-house και εμπορικό, δεν τα πηγαίνει το ίδιο καλά με τον συνδυασμό των δύο και βρίσκεται σε μια γενικότερη ύφεση, ειδικότερα σε σύγκριση με τον προηγούμενο αιώνα. Το Ασιατικό σινεμά εξακολουθεί να ακμάζει και να ωριμάζει. Αν η δύση μάθαινε και από την Ασία, η οποία εκτός από τα ήδη δυτικά στοιχεία που έχει (μάλλον αναπόφευκτα) υιοθετήσει, φέρει και μια απωανατολίτικη πετριά, θα προέκυπτε ένα ενδιαφέρον κινηματογραφικό υβρίδιο, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα νέο κύμα με μεγάλες προοπτικές.

Η προώθηση του Ασιατικού σινεμά στη χώρα μας, όπου ακόμα και πιο ιδιόρρυθμοι καλλιτέχνες, όπως ο Kim Ki-duk, κάποια έργα του οποίου έχουν τύχει διανομής, υπήρξαν αρκετά επιτυχημένα και αγαπήθηκαν, ενδεχομένως να απέφερε καρπούς.

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Swiss Army Man (2016)

 «Άνθρωπο-Ελβετικό σουγιά» χαρακτηρίζει το φιλμ των «Daniels» (Daniel Kwan και Daniel Scheinert) τον χαρακτήρα του Daniel (κι αυτός) Radcliffe, ένα ομιλούν… πτώμα που ξεβράζει η θάλασσα σε μια παραλία. Κι αυτό γιατί δεν αποτελεί μόνο καλή παρέα για τον απομονωμένο σε κάποιο ερημονήσι (πώς και γιατί, δεν τα μαθαίνουμε με ακρίβεια) Paul Dano, αλλά και ένα χρησιμότατο πολυεργαλείο, με λειτουργίες που περιλαμβάνουν από κλανιές-προπέλα στο νερό μέχρι χέρια που… ανάβουν φωτιές; Κάπως;

Φυσικά, η ταινία ξέρει πολύ καλά πόσο ηλίθιο ακούγεται το κόνσεπτ της. Ως οφείλει, ποντάρει σχεδόν ολοκληρωτικά στο παράλογο και χρησιμοποιεί την εκκεντρικότητά της άκρως ουσιαστικά. Δεν χωράει πολλή αμφιβολία πως τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν δεν λαμβάνει υπόψιν το ρεαλισμό ή, οριακά, δεν είναι καν αληθινό εντός του κόσμου της ταινίας. Βεβαίως, υπάρχουν στιγμές όπου οι δύο Daniel μπερδεύουν τα όρια μεταξύ σουρεαλισμού και απλής απόρριψης κάθε αληθοφάνειας (βλ. όταν εμπλέκονται χέρια που ανάβουν φωτιές), πιθανά θεωρώντας πως κάνουν κάτι πιο «κάφρικο» και αντισυμβατικό απ` ό,τι η ταινία τους είναι στ` αλήθεια. Κι αυτό συνιστά ένα αρκετά βασικό ελάττωμα του «Swiss Army Man», καθώς συχνά τείνει να παρεκτρέπεται για χάρη μιας αντισυμβατικότητας-προκλητικότητας (το υποβρύχιο φιλί), αστοχώντας ως προς την «πειραγμένη» εσωτερική του αλληγορία. Ταυτόχρονα, η σκηνοθεσία και το κατά τ` άλλα εμπνευσμένο soundtrack δεν ξεφεύγουν από το κυρίαρχο πνεύμα του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου, στερώντας από το φιλμ μια αληθινή αίσθηση διαφορετικού.

Έχοντας πει αυτά, ας επιστρέψουμε στο «ηλίθιο» κόνσεπτ της ταινίας και στην ευφυή αλληγορία που κρύβεται εντός του. Εκκινώντας από μια ταυτοχρόνως πραγματικά αστεία και πραγματικά ουσιώδη χρήση της… κλανιάς, όλα τα φαινομενικά βλακώδη, παράλογα ευρήματα του «Swiss Army Man» βρίσκονται στην υπηρεσία μιας ιδιαιτέρως ευαίσθητης ενδοσκόπησης. Η προκλητικότητά του οφείλεται στην κατάρριψη της πολιτικής ορθότητας που ο θεατής έχει μάθει να περιμένει από ένα κινηματογραφικό έργο, κατ` αναλογία με το «ζωντανό πτώμα» του Daniel Radcliffe το οποίο αγνοεί τους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς -καθώς και της λογικής. Μέσω αυτού του χαρακτήρα που ερμηνεύει θαυμάσια ο Radcliffe, το φιλμ αποπειράται μια αποδόμηση της ορθής κοινωνικής μας εικόνας, μια αμφισβήτηση των κοινωνικών πρέπει τα οποία καταδικάζει ως υποκριτικά και, ίσως, παράλογα. Σε μια τέτοια κοινωνία δεν χωράς αν δεν μπορείς να την κατανοήσεις. Γιατί τότε αδυνατεί κι αυτή να σε καταλάβει, σε απομονώνει και σε απορρίπτει ως, ας πούμε, «καθυστερημένο». Μέσα σε αυτήν την απομόνωση γεννιέται το «Swiss Army Man» και εν μέσω των παραπάνω κοινωνικών προβληματισμών διαμορφώνει μια γλυκόπικρη, εις βάθος σπουδή πάνω στη μοναξιά και στα πράγματα που κρατάμε σφραγισμένα εντός μας, είτε από φόβο και ανασφάλεια, είτε απλώς επειδή δεν είναι κοινωνικώς αποδεκτά. Από τους ανομολόγητους έρωτες και τις ψυχολογικές μας αδυναμίες μέχρι τις κλανιές.

Μέσα στην επώδυνη ενδοσκόπηση ενός «προβληματικού», κατά τα κοινωνικά προσχήματα, χαρακτήρα, το φαινομενικά χοντροκομμένο κόνσεπτ της ταινίας των δύο Daniel (Kwan και Scheinert) υπηρετεί πιστά μια ευαίσθητη αλληγορία πάνω στη μοναξιά και το παράλογο των κοινωνικών συμβάσεων. Εκτός από όταν προσπαθεί να γίνει πιο αναιδές απ` όσο μπορεί να αντέξει χωρίς να χάσει την ευστοχία του.

Βαθμολογία: 2.5/5