Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Coherence / Η νύχτα του κομήτη (2013)

Έχοντας δουλέψει πάνω στο κόνσεπτ του φιλμ για ένα χρόνο, ο James Ward Byrkit (συνεργάτης του Gore Verbinski) συγκεντρώνει ένα 8μελές καστ και γυρίζει, σχεδόν αποκλειστικά μέσα σε ένα σπίτι, ένα ανεξάρτητο, πειραματικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας με ισχνό budget και… χωρίς σενάριο! Στην έναρξή του, ο Byrkit δίνει την εντύπωση του απλού παρατηρητή ενός τυχαίου δείπνου οχτώ καθημερινών ατόμων και η φυσικότητα των διαλόγων και των ερμηνειών μαρτυρά αναμφίβολο αυτοσχεδιασμό. Ηθοποιοί μιλούν ο ένας πάνω στον άλλον και σε στιγμές μπερδεύουν απροσποίητα τα λόγια τους, συμβάλλοντας καθοριστικά στον εντυπωσιακό ρεαλισμό ενός φιλμ, στα πρώτα 15 λεπτά  του οποίου μόνο σε σκόρπιους υπαινιγμούς εντοπίζεται η σχέση του με το είδος του. Η συνέχειά του μας βυθίζει σε καθηλωτικά sci-fi μονοπάτια, απολαυστικά απρόβλεπτα εν πολλοίς ακόμα και για τους ίδιους τους ηθοποιούς (με εξαίρεση τον συν-σεναριογράφο Alex Manugian), οι οποίοι αγνοούσαν τη λεπτομερή εξέλιξη του στόρι!

Κι αν όλα τα παραπάνω κάνουν να φαντάζει αδύνατο το να προκύψει τελικά ένα αξιοπρεπές (πέρα από το πλαίσιο του ενδιαφέροντος πειράματος) φιλμ, στην πραγματικότητα αποτελούν ακριβώς το λόγο που το «Coherence» αποδεικνύονται μια τόσο αξιοπρόσεκτη ταινία επιστημονικής φαντασίας. Γιατί η επιτυχία της δεν βασίζεται στα εφέ -τα οποία αποφεύγει υποδειγματικά, όχι απλώς ελλείψει budget, μα επειδή δεν τα χρειάζεται- αλλά στην ευρηματική ανάπτυξη μιας καθηλωτικά ενδιαφέρουσας ιδέας. Με την εξαιρετικά δύσκολη, αριστουργηματική δουλειά του Lance Pereira στο μοντάζ να δίνει ζωτικό παλμό στις αυτοσχεδιαστικές σκηνές και τον αλά found-footage ρεαλισμό να ενισχύει τον αιφνιδιασμό μας από τις απρόσμενες εξελίξεις, το φιλμ μάς βυθίζει ολοένα και βαθύτερα σε έναν υπαρξιακό εφιάλτη, που ποτέ δεν στερεύει από εκπλήξεις.

Αναμφίβολα, υπάρχουν στιγμές όπου αποδυναμώνεται, καθώς ο Byrkit καταφεύγει στη συνήθη στον αμερικανικό ανεξάρτητο κινηματογράφο εστίαση σε περιττές δραματικές υποπλοκές επικεντρωμένες σε επί μέρους χαρακτήρες, ενώ το φινάλε, όσο κι αν κορυφώνει την υπαρξιακή διάθεση του στόρι, φαντάζει απογοητευτικά αμήχανο. Παρόλα αυτά, έχει ενδιαφέρον να ειδωθούν αυτές οι αδυναμίες υπό την οπτική που υποδεικνύει ο αρχικός τίτλος της ταινίας, «The understudy», που θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «Η αναπληρωματική», αναφερόμενος στο χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας Emily Baldoni. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το εντυπωσιακό κατόρθωμα του James Ward Byrkit αποδεικνύει περήφανα πως η καλή επιστημονική φαντασία δεν στηρίζεται απαραιτήτως στα εκθαμβωτικά εφέ, κάνοντάς μας, με τον πιο λιτό κινηματογραφικά τρόπο, να δαγκώνουμε τα χείλη μας από αγωνία και ταυτοχρόνως να μένουμε με ανοιχτό το στόμα. 

Βαθμολογία: 3.5/5

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

The one I love (2014)

Σίγουρα, δεν πρόκειται για τη συνηθισμένη ρομαντική κομεντί. Για την ακρίβεια, είναι κάτι που μάλλον δεν έχουμε ξαναδεί καν και αποδεικνύει πως ο ανεξάρτητος αμερικανικός κινηματογράφος δεν φοβάται τέτοιους πειραματισμούς. Παράλληλα, βέβαια, δεν επιδεικνύει πάντα την απαραίτητη ωριμότητα για να ανταποκριθεί πλήρως στις υποσχέσεις αυτής του της τόλμης. Για να μην αερολογούμε όμως, το φιλμ προσφέρει την πρωτότυπη εμπειρία ενός υβριδίου ρομαντικής κομεντί και μεταφυσικού θρίλερ μυστηρίου (!), παρουσιάζοντας στην ουσία μια ευφυή οπτική πάνω στις σχέσεις και την αγάπη. Γρήγορα, η ιδέα αποδεικνύεται λειτουργικότατη και, αν μη τι άλλο, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Δομείται σταδιακά ένας αλληγορικός στοχασμός για τις πραγματικές και τις επιθυμητές σχέσεις μας με τους άλλους αλλά και με τον εαυτό μας, ο οποίος δεν μένει στην επιφάνεια, μόνο που ούτε και καταφέρνει, τελικά, να εισχωρήσει αληθινά βαθιά.

Το κόνσεπτ προσφέρει τη δυνατότητα για βαθιά ψυχαναλυτική προσέγγιση, την οποία το σενάριο αγγίζει, αλλά δεν αγκαλιάζει. Κι αυτό γίνεται ολοφάνερο στην τρίτη πράξη του, όπου το φιλμ, ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις ένωσης διαφορετικών κινηματογραφικών ειδών, αδυνατεί να πετύχει την κατάλληλη ισορροπία και αποπροσανατολίζεται στην προσπάθεια κορύφωσης. Εκεί που βασικά μπερδεύει το βήμα του είναι όταν αποπειράται να προσφέρει εξηγήσεις. Γιατί, πέρα από το ότι αυτές είναι περιττές από τη στιγμή που το νόημα είναι ούτως ή άλλως αντιληπτό και δυνατό, στην πραγματικότητα δεν έχει καν κάτι να εξηγήσει! Απλώς καταφεύγει σε δήθεν διευκρινίσεις, που τελικά περισσότερο σε μπερδεύουν παρά ξεκαθαρίζουν κάτι περισσότερο απ’ ό,τι είναι ήδη λίγο-πολύ σαφές! Και, στην τελική, εστιάζουν περισσότερο στο προφανές θρίλερ παρά στην υποστήριξη της βαθύτερης ουσίας τους, οδηγώντας το ενδιαφέρον αυτό εγχείρημα τελικά στην αστοχία. Κι είναι κρίμα, γιατί η κατάληξη του στόρι καθόλου κακή δεν είναι, αν εξαιρέσεις τον αδέξιο σεναριακό και σκηνοθετικό χειρισμό της.

Βαθμολογία: 2.5/5

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

White bird in a blizzard (2014)

Η Shailene Woodley δεν πρόκειται απλώς για ένα ανερχόμενο ταλέντο, αλλά για μια ηθοποιό που, στα 23 της χρόνια, έχει ήδη προσφέρει μια σειρά από καταπληκτικές, έως και βιωματικές ερμηνείες. Μοιάζει να κάνει τους ρόλους της δικούς της βάζοντας μέσα τους μεγάλα κομμάτια από τον εαυτό της, όσο διαφορετικοί και να είναι κάθε φορά. Και η παρουσία της στο «White bird in a blizzard» δεν αποτελεί εξαίρεση. Για την ακρίβεια, είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της ταινίας του Gregg Araki, ακόμα κι αν ο χαρακτήρας της δεν είναι εξίσου αξιομνημόνευτος με προηγούμενους ρόλους της, κάτι που οφείλεται μάλλον στην αντιμετώπισή του από τον Araki και στην αδυναμία του να μας κάνει να νοιαστούμε για αυτόν όσο θα ήθελε.

Φταίει που γενικά το φιλμ μοιάζει να πάσχει από μια έλλειψη προσανατολισμού. Μπορεί να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθείς μια ταινία για την οποία ποτέ δεν ξέρεις προς ποια κατεύθυνση πρόκειται να κινηθεί, αρκεί να ξέρει τουλάχιστον η ίδια! Το «White bird in a blizzard» δεν είναι το ατμοσφαιρικό θρίλερ που συχνά δίνει την εντύπωση ότι είναι, παρά αξιοποιεί το στοιχείο του μυστηρίου απλώς ως αφορμή για μια δραματική ιστορία ενηλικίωσης, που όμως δεν αποδεικνύεται ούτε κι αυτή απολύτως λειτουργική. Αφενός, όπως προείπαμε, ο χαρακτήρας της Woodley δεν γίνεται πραγματικά συμπαθής ώστε να ενδιαφερθούμε στ’ αλήθεια, μα κι αφετέρου, το φινάλε, αντιθέτως με ό,τι προηγείται, επικεντρώνεται στην ολοκλήρωση του φιλμ περισσότερο ως θρίλερ παρά τελικά ως δράμα. Μα το μεγάλο, αδικαιολόγητο στραβοπάτημα του Araki είναι ότι επιλέγει να μας «χαρίσει» έναν επίλογο, όπου εξηγείται με πρωτοφανώς περιττή σαφήνεια οτιδήποτε θα μπορούσε να είχε παραμείνει εύστοχα υπαινικτικό. Έτσι, φανερώνεται η προσχηματικότητα των χιονισμένων ονείρων της πρωταγωνίστριας, προδίδεται, μέσω μιας μικρής ανατροπής, ένα επιτηδευμένο κινηματογραφικό «τρικ» και, κυρίως, αναιρείται η μέχρι τότε υπαινικτική διάθεση που κρατούσε ζωντανό το ενδιαφέρον μας όλη αυτήν την ώρα.

Ξεχωρίζουν πάντως τόσο η Woodley όσο και ο 29χρονος Shiloh Fernandez, με την πρώτη να παραδίδει ένα χαμηλόφωνο ερμηνευτικό highlight στο σπίτι του ιδιωτικού ντετέκτιβ και τον δεύτερο («Red riding hood», «Evil dead») να μας πείθει ότι αξίζει τελικά να τον προσέξουμε. Την Eva Green, αντιθέτως, τη συναντάμε σε μία από τις πιο over-the-top στιγμές της.

Βαθμολογία: 2/5

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

10.000km / Η απόσταση μεταξύ μας (2014)

Το πρώτο πράγμα που βλέπουμε στην ταινία του Carlos Marques-Marcet είναι ένα ζευγάρι να κάνει έρωτα. Δύο ανθρώπους να βρίσκονται όσο πιο “κοντά” μπορούν δύο άνθρωποι να βρεθούν. Εν συνεχεία, ένα περίπου 20λεπτο μονοπλάνο μας εντάσσει σε μια σκηνή από την καθημερινότητα των δύο αυτών ανθρώπων της διπλανής μας πόρτας. Και έπειτα ο τίτλος, που σηματοδοτεί την έναρξη της απαρίθμησης των ημερών όπου ανάμεσα στα σώματα των δύο ηρώων, τους οποίους γνωρίσαμε σε απόσταση αναπνοής, μεσολαβούν 10.000χμ. Αυτό που ακολουθεί είναι μια σειρά από στιγμιότυπα δύο ζωών παράλληλων που αναζητούν σημεία τομής, που προσπαθούν να έρθουν κοντά κι ας τις χωρίζει ένας ολόκληρος ωκεανός.

Ηλεκτρονικές βιντεοκλήσεις, μοναχικές νύχτες με συντροφιά το αλκοόλ, αμήχανα e-mail και περιηγήσεις στους δρόμους του Los Angeles μέσω του Google maps γεμίζουν τις ημέρες της Alex και του Sergi. Αριστουργηματικά ερμηνευμένοι από τους Natalia Tena και David Verdaguer αντίστοιχα, οι δύο χαρακτήρες είναι οι μοναδικοί που εμφανίζονται στο φιλμ και διαθέτουν τη δυνατή ρεαλιστική υπόσταση που μπορεί να κρατήσει μια ολόκληρη ταινία πάνω της. Είναι ελάχιστες οι φορές (αν και υπάρχουν) που σε αφήνουν κάπως έξω από τον εσωτερικό τους κόσμο και δεν σου επιτρέπουν να τον κατανοήσεις πλήρως. Για αυτές οφείλεται εν πολλοίς η αποσπασματική αφήγηση, η οποία, αν και δεν γίνεται ποτέ κουραστική, εμποδίζει σχετικά την επί μέρους εμβάθυνση. Μια τέτοια αίσθηση αφήνει και το φινάλε, όπου η περίπλοκη συναισθηματική κατάσταση των χαρακτήρων παραμένει απαισιόδοξα “ανοιχτή”, γεγονός ωστόσο ηθελημένο και μάλλον πιο δουλεμένο από την αντίστοιχη περίπτωση του αμερικανικού, προ τριετίας “Like crazy”.

Ο Carlos Marques-Marcet δημιουργεί ωμό ρεαλισμό, με τους εξαιρετικούς διαλόγους του ωστόσο να αντλούν από αυτόν όλο το χιούμορ που μπορεί να εμπεριέχει. Σκηνοθετικά, “παίζει” εύστοχα με την έννοια της απόστασης, όταν αυτή παίρνει είτε τη μορφή μόλις μερικών μέτρων που όμως χωρίζονται από έναν τοίχο, είτε 10.000 χιλιομέτρων που εκμηδενίζονται από την ηλεκτρονική επικοινωνία, με ένα αδιαπέραστο γυαλί όμως πάντα να μεσολαβεί. Κι αν αυτό το υπέροχο κινηματογραφικό εγχείρημα, που θυμίζει ένα πιο πικρά ρεαλιστικό “Medianeras”, σαν σύνολο δεν σε συγκλονίζει, είναι γιατί ποτέ δεν μοιάζει φτιαγμένο για να το κάνει. Ο στόχος και, βασικά, η επιτυχία του είναι ότι αφηγείται μια σειρά από άλλοτε απολαυστικά κι άλλοτε επώδυνα ειλικρινείς στιγμές από την προσπάθεια δύο ανθρώπων να διατηρήσουν ζωντανή τη σχέση τους. Και, επίσης, ότι προσφέρει ορισμένες αριστουργηματικές, αξέχαστες “ημέρες”-σεκάνς, όπως το απλό, μα αληθινά καθηλωτικό γράψιμο ενός e-mail και ο συγκινητικότατος χορός με “παρτενέρ” το λάπτοπ.

Βαθμολογία: 3.5/5

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

The Babadook / Ο Μπαμπούλας (2014)

Δίχως αμφιβολία, δεν πρόκειται για άλλη μια ταινία τρόμου του σωρού. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουμε κάποια αξέχαστη horror εμπειρία, αλλά οφείλεται περισσότερο στις προθέσεις της δημιουργού, Jennifer Kent. Γρήγορα γίνεται αισθητό ότι η κινηματογραφική εστίαση βρίσκεται στη δύσκολη σχέση της μητέρας Essie Davis και του γιου Noah Wiseman κι όχι τόσο στο χτίσιμο ατμόσφαιρας τρόμου, η οποία προκύπτει σταδιακά μέσα από αυτή. Επτά χρόνια μετά το θάνατο του συζύγου της, η Amelia (Davis) αρνείται να αποδεχτεί την απουσία του και η εμμονική προσκόλληση της στο παρελθόν έχει σαφή αντίκτυπο στην περίεργη, σχεδόν ανυπόφορη για αυτήν συμπεριφορά του γιου της Samuel (Wiseman). Τα στοιχεία τρόμου αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους όταν ο μικρός Samuel θα ζητήσει από τη μητέρα του να του διαβάζει ένα αθώο παιδικό βιβλίο, τιτλοφορούμενο «Mister Babadook»…

Πέρα από το ότι το μυστηριώδες αυτό βιβλίο είναι τόσο καταπληκτικά σχεδιασμένο -και creepy- που προσωπικά θα το ήθελα ανεξαρτήτως ηλικίας στη βιβλιοθήκη μου, μας εισάγει με σαγηνευτικά ανατριχιαστικό τρόπο στην ενδιαφέρουσα αυτή horror προσέγγιση της Kent. Ο τρόμος εδώ έχει τη μορφή ενός σκοτεινού, διαστρεβλωμένου παραμυθιού που συγχέεται απειλητικά με την πραγματικότητα, πάνω απ’ όλα ως τροχοπέδη στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν υπάρχουν φαντάσματα, στοιχειωμένα σπίτα ή μπαμπούλες κάτω από τα κρεβάτια και στις ντουλάπες. Και η πρωτοτυπία του φιλμ είναι πως, κατ’ ουσίαν, δεν υπάρχει ούτε καν ο (ή το) «Babadook», παρά μόνο προσωπικοί δαίμονες που πρέπει να ξεπεραστούν. Δεν επιδιώκεται μεν ούτε ένα jump scare σε όλη την ταινία (επιτέλους!), αλλά επίσης δεν είναι ούτε η υποβλητικότατη ατμόσφαιρα ούτε οι λίγες, αν και μάλλον αδέξιες «mainstream» τρομακτικές σκηνές που καταφέρνουν πραγματικά να σε φοβίσουν. Είναι ότι παρακολουθείς αυτό το ετοιμόρροπο πρότυπο μιας μητρικής φιγούρας και την εγγενή αθωότητα της σχέσης μάνας και γιου να οδεύουν μεθοδικά προς την ακραία διάλυσή τους. Και, αν δε σε τρομάζει, σε κάνει να αισθάνεσαι αληθινά άβολα…

Η Kent κατορθώνει να παραμείνει πιστή στο νοηματικό της βάθος μέχρι και στην τελευταία σκηνή. Κι ενώ αυτό από μόνο πρόκειται για ένα αληθινά αξιέπαινο επίτευγμα, εκείνο που η σκηνοθέτιδα δεν καταφέρνει είναι να διατηρήσει εξίσου αποτελεσματικά την ισορροπία με το είδος που υπηρετεί. Όλα οδηγούν σε ένα φινάλε που, προσπαθώντας να κορυφώσει ταυτόχρονα τον τρόμο, την αλληγορία, αλλά και το μαύρο χιούμορ του, βροντοφωνάζει από αμηχανία. Κι έτσι, χωρίς να είσαι σίγουρος αν αυτό που μένει μετά το τελικό πλάνο είναι ακριβώς αυτή η αμηχανία ή μια ηθελημένη υπαινικτικότητα, δεν μπορείς παρά να υποκλιθείς μεν στις εξαιρετικές προθέσεις αλλά και να παραμείνεις με ανάμεικτες εντυπώσεις.

Εξαιρετική πάντως αποδεικνύεται η πρωταγωνίστρια Essie Davis, που θυμίζει (κυρίως φυσιογνωμικά, αλλά κατά έναν τρόπο και σαν χαρακτήρας) τη συγκλονιστική Jessica Lange από το τηλεοπτικό «American Horror Story: Asylum», με ένα ραγισμένο, μισότρελο βλέμμα βγαλμένο από τη «Δασκάλα του πιάνου» Isabelle Huppert.

Βαθμολογία: 2.5/5