Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Skyfall (2012)


Ο κινηματογραφικά μακροβιότερος ήρωας στην ιστορία κλείνει φέτος τα πενήντα του χρόνια και (πέρα από το ότι διατηρείται σε τέλεια φόρμα) τα γιορτάζει με απολαυστικό τρόπο. Βρίσκεται για πρώτη φορά σε οσκαρικά σκηνοθετικά χέρια, στα οποία εμπιστεύεται τη δημιουργία μιας ταινίας-φόρου τιμής σε ολόκληρη τη σειρά και προορισμένης να μην ξεχαστεί γρήγορα. Πράγματι, ο νέος 007 είναι τουλάχιστον αξιοπρόσεκτος και η επιρροή του στις ταινίες που θα ακολουθήσουν προβλέπεται αισθητή. Αποτελεί, όμως, την καλλιτεχνική κορύφωση όλης της 50ετίας, όπως υπόσχεται το όνομα του σκηνοθέτη του «American beauty»; Η προσωπική μου άποψη είναι πως όχι. Μα γιατί θα έπρεπε;

Η εικοστή-τρίτη αυτή περιπέτεια του αθάνατου ερωτύλου πράκτορα ξεκινά με μία εντυπωσιακότατη και απόλυτα απολαυστική καταδίωξη στους δρόμους (και τις οροφές) της Κωνσταντινούπολης, κάνοντας γρήγορα εμφανή την πρόθεση να δώσει ένα σαφώς ανώτερο οπτικό αποτέλεσμα από τη συχνά κακογυρισμένη και ζαλιστική δράση του μέτριου «Quantum of Solace». Κι όχι απλώς ικανοποιεί, αλλά η εξαιρετικά προσεγμένη του φωτογραφία και τα εντυπωσιακά του πλάνα αφήνουν το θεατή έκθαμβο, να κοιτά την οθόνη με πραγματικό δέος. Φυσικά, στο καθηλωτικό αισθητικό του κομμάτι, καθοριστικό ρόλο κρατούν οι αξέχαστες και άψογα εκμεταλλευμένες τοποθεσίες γυρισμάτων. Ο Bond θα ταξιδέψει από την Τουρκία στην «πολύχρωμη» Σαγκάη κι από κει σε έρημα, απομακρυσμένα τοπία της Σκοτίας, όπου θα συνυπάρχουν επιβλητικά πάγοι ως ντεκόρ και φλόγες για φόντο.

Η σκηνοθεσία του Mendes είναι άψογη. Αν και η επιλογή του θα μπορούσε να καταλήξει σε παταγώδη αποτυχία, αντιθέτως τα πηγαίνει τέλεια. Με έκδηλη την προαναφερθείσα έμφαση στην αισθητική αρτιότητα, καταφέρνει να προσηλώσει το θεατή στο κάθισμά του και αφήνοντας πάντα χώρο για το απαραίτητο χιούμορ, προσφέρει τόσο καθαρόαιμη και έντονη περιπετειώδη διασκέδαση όσο καιρό είχαμε δει να επιτυγχάνεται. Το σημαντικότερο όμως κατόρθωμα του Mendes είναι ένα και αυτό αποτελεί και τη μεγάλη επιτυχία του «Skyfall». Αποφασισμένος να συνεχίσει την ακάθεκτη εξέλιξη της σειράς που ξεκίνησε με το «Casino Royale», αλλά θέλοντας και να γιορτάσει τα πεντηκοστά γενέθλια του αγαπημένου κατασκόπου, πηγαίνει τον «τζεϊμςμποντικό» μύθο ένα βήμα μπροστά, αλλά και ταυτόχρονα ένα βήμα πίσω, στις παλιές καλές εποχές που, όπως και να το κάνουμε, μας είχαν λείψει. Και είναι εκπληκτικά ισορροπημένη η –αυτοαναφορική- σύνδεση αυτή της νέας με τις παλιότερες φάσεις του James Bond. Όταν θα ακούσετε για πρώτη φορά –ανέγγιχτο- το διάσημο μουσικό θέμα ή όταν το φιλμ θα φτάσει στο υπέροχο κλείσιμό του, το πιθανότερο είναι πως θα θέλετε να χοροπηδήσετε από τον ενθουσιασμό σας.

Αξιέπαινες είναι, επίσης, οι επιλογές του καστ, με τον Javier Bardem να ενσαρκώνει έναν μανιακό κακό που αναμφίβολα δεν περνά απαρατήρητος, παρότι σε σημεία τείνει προς την καρικατούρα, ενώ η Judi Dench βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή της ως «M».

Γιατί, λοιπόν, να μην είναι η εικοστή-τρίτη αυτή ταινία της σειράς όντως η καλύτερη στην ιστορία; Ο λόγος είναι ότι, μπορεί πράγματι να ήρθε για να μείνει, όχι όμως και για να αποτελέσει την κορυφαία στιγμή του μέχρι σήμερα franchise. Ποτέ δεν δίνει την αίσθηση ότι επιχειρεί να πετύχει κάτι τέτοιο. Δεν φταίει ότι δεν λείπουν οι αναμενόμενες εξυπνακίστικες ατάκες και οι μάλλον αναπόφευκτες ευκολίες, αλλά πως το φιλμ όχι απλώς δεν προσπαθεί να τις αποφύγει, αντιθέτως, στην τελευταία πράξη του, τις αγκαλιάζει. Εκεί είναι μάλιστα που αρχίζουν να ενοχλούν και τελικά να κάνουν τη μεγάλη του διάρκεια εμφανή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο εξ’ ορισμού κλισέ χαρακτήρας του Albert Finney.

Το «Skyfall» μπορεί να μην αποτελεί την καλύτερη «Bond» ταινία που έχετε δει, συγκαταλέγεται όμως -τουλάχιστον σε οπτικό, αλλά και σκηνοθετικό επίπεδο- πράγματι σε μία από τις κορυφαίες. Από το πρώτο της λεπτό είναι καθηλωτικά εκθαμβωτική και προτείνεται αναμφίβολα σαν μία διασκεδαστική και απολύτως καλογυρισμένη αμερικανική περιπέτεια, που δεν αποφεύγει βεβαίως τις συμβάσεις του είδους. Το πιο αξιοθαύμαστο όμως επίτευγμά της, ως μέρος του «τζεϊμςμποντικού» franchise, είναι ο άκρως απολαυστικός τρόπος που συνδέει τον παλιότερο με τον σημερινό Bond, πατώντας με το ένα πόδι στην πιο μοντέρνα εκδοχή του και με το άλλο στην κλασικότερη και πλέον σχεδόν λησμονημένη.

Βαθμολογία: 3/5

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Evil dead / Το καταραμένο άσμα (1981)


Ο Sam Raimi έχει κάθε λόγο να αισθάνεται περήφανος για τη χρονιά του 1981. Όχι μόνο έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, αλλά στιγμάτισε ανεξίτηλα το κινηματογραφικό είδος του τρόμου και δημιούργησε ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα του όρου καλτ. Και δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το γιατί.

Με το πενιχρό του budget να είναι εμφανές παντού και κάθε στιγμή και με ένα εξαιρετικά ολιγομελές καστ (που ερμηνεύει απαίσια…), ο Raimi δημιουργεί μία από τις πιο μακάβριες στιγμές του κινηματογραφικού μεταφυσικού τρόμου, επιστρατεύοντας ποικίλους τρόπους για να αναστατώσει τα στομάχια των λιγάκι πιο ευαίσθητων θεατών. Παράλληλα με αυτούς, το «Evil dead» διακρίνεται, μέσα στην απλότητά του,  και από μια εντυπωσιακή ευρηματικότητα, υπεύθυνη για το ρίγος που δύνανται να προκαλέσουν πολλές από τις σκηνές του, όπως και για την κλασικότητα άλλων. Αναπόσπαστο όμως στοιχείο και καθοριστικό για την επιτυχία του φιλμ, αποτελεί το διακριτικό μαύρο χιούμορ του Raimi (προσέξτε πόσο «χοντρό» χαβαλέ κάνει με το ρομάντζο του Campbell και της συντρόφου του), το οποίο αγκαλιάζει μοναδικά το εφιαλτικό κλίμα και την σχεδόν σοκαριστική βία, θέτοντας για παρονομαστή την κινηματογραφική απόλαυση. Πόσο πιο καλτ;

Γεμάτο με σκηνές που έμελλαν να αφήσουν εποχή, επηρεάζοντας σχεδόν κάθε μεταγενέστερη ταινία τρόμου και χρησιμοποιώντας για τις “βιαιοπραγίες” του τσεκούρια, φτυάρια, αλυσοπρίονα, ζωντανά δέντρα και… μολύβια, το «Evil dead» σου δίνει αρκετούς λόγους να το αγαπήσεις. Πάνω απ’ όλα, είναι η εξαιρετική, υποβλητική του ατμόσφαιρα υπό το πρίσμα της οποίας καταφέρνουν να αναμειχθούν όλα τα υπόλοιπα συστατικά του τόσο καλά και να προκύψει αυτή η απλή, αλλά τρομακτική, αστεία, ενοχλητική και απολαυστικότατη την ίδια στιγμή ταινία τρόμου.

Βαθμολογία: 3.5/5



Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Kramer vs Kramer / Κράμερ εναντίων Κράμερ (1979)


Όσκαρ καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, Α’ ανδρικού και Β’ γυναικείου ρόλου για το αριστούργημα του Robert Benton, μία από τις ελάχιστες ταινίες που προσωπικά με γοήτευσε όσο και την Ακαδημία, ένα συνταρακτικά αληθινό οικογενειακό δράμα με κοινωνικές προεκτάσεις, ύμνος στην άσβεστη αγάπη που συνδέει γονείς και παιδιά. Ο Dustin Hoffman προσφέρει μία αφοπλιστικά ειλικρινή ερμηνεία και η σπαρακτική Meryl Strip διαθέτει μία εξίσου δυνατή παρουσία, αληθινά συγκινητική και τρισδιάστατη –πρέπει η ταινία να φτάσει στο τέλος της για να αποφασίσει ο θεατής αν θέλει να την κοιτά με συμπόνια ή… με μισό μάτι! Ειδική μνεία και στην εξαιρετικά πειστική ερμηνεία του οχτάχρονου τότε Justin Henry, του μικρότερου ηλικιακά ηθοποιού που κατόρθωσε ποτέ να φτάσει μέχρι τα Όσκαρ!

Με τόσο εντυπωσιακές ερμηνείες, ακόμα και η πιο επιτηδευμένη σκηνοθεσία θα φάνταζε μεγαλούργημα –εδώ όμως ο Robert Benton μεγαλουργεί στ’ αλήθεια! Αξιοποιώντας στο έπακρο τους ταλαντούχους ηθοποιούς του και χρησιμοποιώντας αρκετές φορές μονοπλάνα (τα οποία κάθε άλλο παρά κουράζουν) καταφέρνει να πείσει για το πόσο γήινη είναι η ιστορία που αφηγείται και, με το εξαιρετικά τρυφερό και πάντα απολύτως ρεαλιστικό θέμα του καλογραμμένου σεναρίου του, να αγγίξει τον θεατή πολύ βαθιά. Ακόμα και οι διαλογικές σκηνές του δικαστηρίου, τις οποίες προσωπικά ομολογουμένως φοβόμουν, καθόλου δεν κάνουν την αφήγηση να πλατειάσει, αντιθέτως προσηλώνουν τον θεατή, κρατώντας τον σε αγωνία για το ποιος από το πρώην ζεύγος «Kramer» τελικά θα κερδίσει τον αγώνα της κηδεμονίας του μικρού γιου τους. Το τρυφερό μήνυμα του φιλμ και τα διλλήματα του σχετικά με την παιδική ανατροφή θα ολοκληρωθούν με συγκινητικό τρόπο και έναν αξέχαστο, σπαρακτικό μονόλογο από την Meryl Strip στο φινάλε της ταινίας και η αίσθηση που αυτό θα αφήσει εν συνεχεία είναι αληθινά υπέροχη…

Ευχάριστο και μελαγχολικό, ευαίσθητο και (σκληρά) αληθινό, γλυκό και πικρό ταυτοχρόνως, το «Kramer vs Kramer» θα μιλήσει στην καρδιά σας…

Βαθμολογία: 4.5/5

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Hanna (2011)


Επιτέλους, να τι χρειάζονται οι σύγχρονες περιπέτειες δράσης για να αποκτήσουν μια πνοή ανανέωσης: Σκηνοθέτες που δεν κρύβονται πίσω από τα μεγάλα στούντιο παραγωγής και που χρησιμοποιούν την δική τους, προσωπική ματιά και όχι τον αυτόματο πιλότο.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η «Hanna» ξεχωρίζει από τις περιπέτειες που βγάζει συνήθως ο αμερικάνικος κινηματογράφος. Επειδή μπορεί σεναριακά να μην έχει ψυχή, σκηνοθετικά όμως έχει. Και με το παραπάνω…

Ο σκηνοθέτης των «Pride & prejudice», «Atonement» και «The soloist», έχοντας στα χέρια του ένα σενάριο με ενδιαφέρουσες ιδέες (και μία πολύ ουσιώδη ανατροπή), αλλά μάλλον επίπεδο και χωρίς χαρακτήρες, το διαχειρίζεται με φρεσκάδα και αγάπη προς το αντικείμενό του, καταλήγοντας σε ένα αποτέλεσμα απολαυστικό, διασκεδαστικό, αλλά και υποδειγματικά φιλόξενο προς ένα αρκετά πιο απαιτητικό, σινεφίλ κοινό. Εν συγκρίσει με άλλες ταινίες του είδους, η σκηνοθεσία του είναι στιβαρή και ώριμη, αλλά και, όταν χρειάζεται, κεφάτη, τηρώντας πάντα τις αναλογίες σε κάθε τομέα με εντυπωσιακή συνέπεια. Αξιοσημείωτο επίσης το πόσο προσεγμένες, αλλά και ιδιαίτερες είναι οι σκηνές δράσης.

Ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει η Cate Blanchet είναι ομολογουμένως καρικατούρα (κάτι που η ερμηνεία της δεν μοιάζει να προσπαθεί να αλλάξει), όμως η ταλαντούχα νεαρή Saoirse Ronan, αντίθετα, είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να υπάρχει στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Εμφανή και στην προηγούμενη κινηματογραφική της εμφάνιση (το πλήρως απογοητευτικό «Lovely bones»), το ερμηνευτικό της ταλέντο όσο και η εκθαμβωτική ομορφιά της την κάνουν να κρατά πραγματικά όλη την ταινία επάνω της.

Με λίγα λόγια, η «Hanna» με κέρδισε χάρη στο ιδιαίτερο σκηνοθετικό της στυλ και είναι από τις καλύτερες επιλογές που μπορεί να κάνει κανείς αναζητώντας μία αληθινά αξιόλογη περιπέτεια δράσης.

Βαθμολογία: 3.5/5

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Amour / Αγάπη (2012)


Αγάπη. Δε θα μπορούσε πιο αντιπροσωπευτικός τίτλος να συνοδεύει μία από τις πιο προσιτές και ανθρώπινες ταινίες του Michael Haneke, από μία τόσο σαφή, απλή και στην πραγματικότητα συγκλονιστικής βαρύτητας λέξη. Γιατί η ταινία του γερμανού δημιουργού είναι ακριβώς αυτό, η αγάπη στην δυνατότερη, την πιο αυθεντική της –αλλά διόλου ευχάριστη- μορφή, όταν δοκιμάζεται ανηλεώς από τον τρόμο της ανθρώπινης ανημπόριας και ταπείνωσης και την τελική, επώδυνη πορεία προς το αναπόφευκτο.

Η απλότητα του τίτλου αντικατοπτρίζεται πλήρως στο φιλμ. Αυστηρά εντός τεσσάρων τοίχων, μεστό από ουσιαστικές σιωπές και αργά, σταθερά μονοπλάνα, διεισδύει άκρως αποτελεσματικά στην συνταρακτικά ρεαλιστική πραγματικότητα του ηλικιωμένου ζευγαριού. Και είναι αυτή η αφοπλιστική λιτότητά του που, σε τελική ανάλυση, το καθιστά τόσο ειλικρινές και σαφές και του εξασφαλίζει τη διαχρονικότητά του.

Με την σφραγίδα του Haneke να είναι εμφανής, αλλά να διακρίνεται όσο ποτέ από (σκληρό, μα εξαιρετικά ανθρώπινο) συναίσθημα και τρυφερότητα, η «Αγάπη» αποτελεί τον απόλυτο ύμνο σε αυτό που δηλώνει ο τίτλος της, αλλά και στην ίδια τη ζωή και το δρόμο προς το τρομακτικό –όμως τόσο λυτρωτικό- τέλος. Εκπληκτικής δύναμης σκηνές που χαράζονται στη μνήμη, διάλογοι και συναισθήματα που ακολουθούν το θεατή μετά την προβολή, αριστουργηματικές ερμηνείες από τους δύο πρωταγωνιστές, ομολογουμένως ειδικά από την Emmanuelle Riva, αλλά και μια εξαιρετική, σχετικά μικρής διάρκειας συμμετοχή από την Isabelle Huppert, υπαρξιακοί προβληματισμοί και στ’ αλήθεια βαθιά συγκίνηση αποτελούν ενδεικτικά κάποια από τα πιο αξιέπαινα στοιχεία αυτής της συγκλονιστικά ειλικρινούς ταινίας-εμπειρίας, που, για του λόγου το αληθές, δεν περιγράφεται με λόγια. Φαντάζει παντελώς ισχνός και αχρείαστος ο οποιοσδήποτε σχολιασμός πέρα από την προτροπή να την δείτε. Γιατί –δίχως εξαιρέσεις- σας αφορά πραγματικά.

Βαθμολογία: 5/5

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Joven y alocada / Νέα και τρελιάρα (2012)


Ενδιαφέρουσα ματιά πάνω στην νεανική ανάγκη της σεξουαλικής απελευθέρωσης και σχόλιο για τον γονικό συντηρητισμό, το «Joven y allocada» εξερευνά τις σχέσεις μητέρας, σκληρά –έως πρωτόγονα- θρησκόληπτης, και κόρης που επιζητά μανιωδώς τις σαρκικές απολαύσεις, δύο ακραίες αντιλήψεις εκ διαμέτρου αντίθετες και ταυτοχρόνως –ή και κατά συνέπεια- αλληλοπυροδοτούμενες. Αναμενόμενα, το συμπέρασμα είναι πως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Αφού ξεπεραστεί η έντονη εκδήλωση αντιδραστικής συμπεριφοράς, κάτω από μία πιο συνετή κρίση καλείσαι να κατανοήσεις τον εαυτό σου και, εντοπίζοντας την ισορροπία μεταξύ του αυστηρά επιβαλλόμενου και της επιπόλαιης αντενέργειας, να ακολουθήσεις αυτό που εσύ θεωρείς σωστό.

Με στυλ, ιδέες και χιούμορ, η Marialy Rivas επιστρατεύει έξυπνα σκηνοθετικά ευρήματα (αν και ορισμένες στυλιστικές επεμβάσεις φαντάζουν λίγο εκτός τόπου και χρόνου) και διαθέτει ένα κείμενο εύστοχα συνδεδεμένο με τον σύγχρονο ιντερνετικό κόσμο, χάρη στο blog της πρωταγωνίστριας. Της λείπει όμως το σκηνοθετικό νεύρο (το οποίο είναι αισθητό μόνο στις σεξουαλικές σκηνές) και ο στιβαρός συναισθηματικός δεσμός με τους χαρακτήρες που θα προσέδιδε πραγματική ζωντάνια στο πόνημά της. Αυτό που αξίζει, εντούτοις, να αναφερθεί είναι πως η σκηνοθέτιδα σου μεταδίδει αποτελεσματικά τις σκέψεις της νεαρής πρωταγωνίστριας, ακόμα κι όταν αυτή παραμένει απολύτως σιωπηλή…

Βαθμολογία: 2.5/5

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

38 temoins / 38 μάρτυρες (2012)


«38 μάρτυρες» ο τίτλος, αστυνομικής υφής η υπόθεση και ένα πρώτο δεκάλεπτο που παραπέμπει άνετα σε ιστορία της Agatha Christie. Παρόλο, όμως, που κάτι τέτοιο θα ήταν προτιμότερο, δυστυχώς η ταινία απέχει από τον χαρακτηρισμό ενός αστυνομικού θρίλερ (ποτέ δεν πρόκειται να αποκαλυφθεί ο δολοφόνος), για να επικεντρωθεί αποκλειστικά στις ψυχολογικές του προεκτάσεις. Πράγμα που σαφώς και θα μπορούσε να παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, αν κατόρθωνε με ρεαλισμό και, κυρίως, αποτελεσματικότητα να μελετήσει, όπως επιχειρεί, τις ψυχολογικές επιδράσεις ενός τόσο τραγικού γεγονότος όπως μία δολοφονία και να σχολιάσει την σύγχρονη κοινωνία των αποστασιοποιημένων σχέσεων και της αδιαφορίας.

Μα τα πράγματα εδώ είναι διαφορετικά. Τα πρώτα (πολλά υποσχόμενα) λεπτά του έργου ακολουθούνται από άλλα σχεδόν εκατό, τα οποία φαντάζουν κοντά τρεις ώρες! Όσο φιλότιμη κι αν είναι η προσπάθεια, παγιδεύεται τελικά στην αφέλεια που το στόρι από μόνο του διαθέτει, καθώς μεγαλοποιεί τα τεκταινόμενα, μη μπορώντας να πείσει ότι είναι πράγματι τόσο σημαντικά όσο τα παρουσιάζει. Το μεγαλύτερο φταίξιμο όμως πέφτει στην σκηνοθεσία του Lucas Belvaux, η οποία αδυνατεί να εμβαθύνει ψυχολογικά, με αποτέλεσμα, έτσι αργόσυρτη που είναι, να αρχίζει γρήγορα να προκαλεί χασμουρητά…


Βαθμολογία: 1.5/5

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Looper / Looper: Αντιμέτωποι με το χρόνο (2012)


Το πιο αξιέπαινο στοιχείο των (καλών) ταινιών επιστημονικής φαντασίας είναι η ικανότητά τους να «βιδώνονται» στο μυαλό του θεατή μετά το τέλος τους, να τον προβληματίζουν, να τον μπερδεύουν και να τον υποχρεώνουν να βάλει τα κομμάτια του παζλ σε μια σειρά για να καταφέρει να το συμπληρώσει και να το κατανοήσει πλήρως –πράγμα που ορισμένες φορές αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολο. Και το θέμα του time-travelling ενδείκνυται για τέτοιου είδους απολαυστικά «μπερδέματα»…

Σε αυτήν την κατηγορία ακριβώς βρίσκεται το «Looper», ένα εγχείρημα ευφάνταστο, δυναμικό και εξαιρετικά σκηνοθετημένο. Σε μια σχετικά μεγάλη διάρκεια, συμβαίνουν τόσα πολλά, άλλοτε σε φρενήρεις και άλλοτε σε εύστοχα πιο χαλαρούς ρυθμούς, ώστε το φανταστικό σύμπαν της ταινίας φαντάζει εκπληκτικά ενδιαφέρον και κινηματογραφικά ελκυστικό. Άλλωστε, με δύο τόσο cool πρωταγωνιστές και μία αληθινά καλή Emily Blunt, θα ήταν ούτως ή άλλως δύσκολο να μην σε κερδίζει με ευκολία.

Και, ναι, το «Looper» κατορθώνει να εισβάλλει για πολλή ώρα μετά το τέλος του στις σκέψεις σου. Διαθέτοντας μία αρκετά ανατρεπτική κορύφωση που σχεδόν σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα, σε προβληματίζει και δίνει την ευκαιρία για εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι όσο και να προσπαθήσεις, ποτέ δεν θα καταφέρεις να συμπληρώσεις απολύτως αυτό το παζλ, γιατί κάποια κομμάτια απλώς δεν ταιριάζουν! Υπάρχουν συγκεκριμένα δύο μεγάλες τρύπες στην σύλληψη του φιλμ, που το εμποδίζουν να γίνει αυτό που θα μπορούσε: Μία στ’ αλήθεια εξαιρετική περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας. Για τη μία από τις δύο ευθύνεται η ψευτοεντυπωσιακή κατάληξη που σχεδόν ισοπεδώνει το έξυπνα ανατρεπτικό του φινάλε –και η οποία θα μπορούσε εύκολα να αποφευχθεί…

Βαθμολογία: 3/5

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

The pact / Η συμφωνία (2012)


Πραγματικά εντυπωσιακή έλλειψη σεναρίου! Αυτές ήταν οι λέξεις που, αφού τα επίπεδα της αδρεναλίνης μου έφτασαν στα φυσιολογικά τους επίπεδα, μου έμειναν στο μυαλό βγαίνοντας από την σκοτεινή αίθουσα. Είναι σχεδόν απίστευτο πώς το φιλμ πατάει πάνω σε μία ενδιαφέρουσα, σχετικά ανατρεπτική (όχι τίποτα το επαναστατικό βέβαια…) βασική ιδέα και δεν κάνει την παραμικρή προσπάθεια να την πλαισιώσει σε ένα σοβαρό, επαγγελματικό σενάριο. Λες και αυτό γράφτηκε μόνο για την ομώνυμη ταινία μικρού μήκους του ίδιου δημιουργού, το φιλμ μοιάζει να ξεκινά από τη μέση του και, με μία εμφανή, εκνευριστική και απολύτως αδικαιολόγητη απουσία διαλόγων, δεν κάνει ποτέ τον κόπο να αναπτύξει έστω και υποτυπωδώς τους χαρακτήρες του, κάτι στο οποίο δεν βοηθούν ούτε και οι μετριότατες ερμηνείες.

Εκεί που, ελλείψει σεναρίου, ποντάρει ο Nicholas McCarthy είναι στο να προκαλέσει το αίσθημα του φόβου. Επιχειρεί να σε βάλει σε ένα κλίμα τρόμου από τα πρώτα κιόλας λεπτά, χωρίς καμία εισαγωγή. Από τη μία, εννοείται πως έτσι, δίχως να έχει χτιστεί το προαπαιτούμενο υπόβαθρο, δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Από την άλλη όμως, η ταινία δεν προσπαθεί ουσιαστικά κάτι περισσότερο από το να ανεβάσει τους καρδιακούς σου παλμούς και ακολουθεί ένα μοτίβο επανάληψης που παραδόξως αποδεικνύεται λειτουργικό. Έχοντάς σε προϊδεάσει εξαρχής για τα τρομακτικά «χαρτιά»  που έχει στο χέρι του, ο McCarthy επαναλαμβάνει αυτό που πάνω-κάτω ξέρεις (ή, καλύτερα, φοβάσαι) ότι θα δεις, πράγμα που όσο πάει αποδεικνύεται όλο και πιο τρομακτικό. Λογικό εδώ που τα λέμε, αφού είναι εμφανές πως, καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ, αποκλειστικά στον τρόμο δίνεται βάρος. Κορύφωσή του ένα σχεδόν σαδιστικά αργό, μακροσκελές και απολύτως καθηλωτικό φινάλε, που, αν και τελικώς σκάει σαν φούσκα, σου έχει προσφέρει στιγμές αληθινής έντασης, βαθιάς αγωνίας και φόβου.

Φανταστείτε το «The Pact» σαν ένα «Paranormal activity» χωρίς χειροκίνητη κάμερα. Με άλλα λόγια, επικεντρώνεται στην δημιουργία μιας εν ολίγοις επιτυχούς απειλητικής ατμόσφαιρας, ικανής να σε κρατήσει στ’ αλήθεια στην άκρη του καθίσματός σου, αδυνατεί όμως να κρύψει τις κενές σελίδες του απόντος σεναρίου του πίσω από την –πολύ μοδάτη τελευταία- δικαιολογία μιας «found-footage» ταινίας.

Βαθμολογία: 2/5