Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

La belle saison / Η ομορφότερη εποχή (2016)

Άμεσος απόγονος της «Ζωής της Αντέλ», το «La belle saison» αφορά ένα λεσβιακό love-story τοποθετημένο χρονικά στις αρχές της δεκαετίας του `70, περίοδο φεμινιστικής αφύπνισης και αγώνα για τη γυναικεία απελευθέρωση στο Παρίσι. Η ερμηνευτικά συνεπής Cecile de France στο ρόλο Παριζιάνας απελευθερωμένης ακτιβίστριας και η τραγουδίστρια Izia Higelin σε -εντυπωσιακά ερμηνευμένο- ρόλο συμπαθούς χωριατοπούλας από τόπο συντηρητικό και ανίδεο προς τις ριζοσπαστικές ιδέες των πρωτευουσιάνων γνωρίζονται και ερωτεύονται εν μέσω του φεμινιστικού κινήματος. Το φιλμ τελικά θα εστιάσει ξεκάθαρα στο επαρχιακό love-story στο χωριό της Higelin, όπου η ύπαρξη ενός ομόφυλου ζευγαριού έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με τις τοπικές αντιλήψεις, αντί του φεμινιστικού αγώνα της de France που αρχικά φαίνεται να αποτελεί το κυρίαρχο πλαίσιο της ιστορίας. Και πολύ καλά κάνει, κατ` εμέ, αφού αυτός ο κινηματογραφικός βομβαρδισμός ακτιβιστικών δράσεων και επιδερμικής -κινηματογραφικά- επαναστατικότητας δημιουργεί γρήγορα μια αίσθηση πατροναριστικού διδακτισμού που θα γινόταν αφόρητη αν παρέμενε πεισματικά στο επίκεντρο του φιλμ.

Ευτυχώς, η ταινία της Catherine Corsini χαμηλώνει τους τόνους, τους ρυθμούς, το βεληνεκές και τη φιλοδοξία της (εκτός του ότι ονειρεύεται να είναι μια νέα «Ζωή της Αντέλ», δηλαδή), για να γίνει μια απλή ιστορία αγάπης δύο ανθρώπων που προσπαθούν να ζήσουν το όνειρό τους σε έναν κόσμο που δεν τους θέλει -κι αυτό είναι πιο επαναστατικό από όσα συνθήματα κι αν φωνάξεις. Η υπέροχη Noemie Lvovsky ερμηνεύει πολυδιάστατα τη μητέρα της Higelin εκπροσωπώντας την αντίρροπη δύναμη απέναντι στο αντισυμβατικό ζευγάρι και κατ` επέκταση τον εν λόγω κόσμο που δεν ανέχεται το προσωπικό όνειρο αν δεν συμβαδίζει με ό,τι αυτός ξέρει. Η ταινία δεν προσφέρει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, αλλά είναι όμορφη και τρυφερή, καταλήγοντας σε ένα φινάλε που (αν και θα μπορούσε κανείς να πει πως αφήνει πράγματα μετέωρα) είναι συγκινητικό και σέβεται τη γενική ιδέα της προσπάθειας του ατόμου να ζήσει μια ζωή βασισμένη στην ελεύθερη προσωπική επιλογή. Κόντρα στο ρεύμα αν χρειάζεται, μα πάντα απαιτώντας τόσο θυσίες όσο και συμβιβασμούς. Στην αναπόφευκτη σύγκριση με την «Αντέλ» του Kechiche, τώρα, μάλλον προδίδεται μια αδυναμία του «La belle saison» να διεισδύσει πραγματικά βαθιά στην ουσία της σχέσης των δύο ηρωίδων του, ωστόσο δεν παραπονιέμαι, όντας ευγνώμων που οι εκάστοτε απόγονοι της «Ζωής τηςΑντέλ» δεν προσπαθούν να αναπαράγουν και τη διάρκειά της…

Βαθμολογία: 2.5/5

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Florence Foster Jenkins / Florence: Φάλτσο Σοπράνο (2016)

Η αληθινή ιστορία που πρόσφατα είδαμε στο γαλλικό «Marguerite» επαναδιατυπώνεται στα πάτρια εδάφη της από τους Stephen Frears και Nicholas Martin, ως ταινία βιογραφική κι όχι απλώς εμπνευσμένη από την πραγματική Florence Foster Jenkins. Η ομώνυμη φιλόδοξη, μα μοναδικά ατάλαντη σοπράνο των αρχών του 20ού αιώνα ερμηνεύεται από την (εμφανώς) έμπειρη στο τραγούδι Meryl Streep, που τσαλακώνει -συνειδητά, αυτή- τις φωνητικές της ικανότητες διασκεδάζοντάς το. Αν όμως στη γαλλική βερζιόν «Marguerite» το χιούμορ ήταν διακριτικό και πικρό, υπηρετώντας το καλλιτεχνικό όραμα του δημιουργού Xavier Giannoli, εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά και ξεκάθαρα. Έως και απρόσωπα mainstream, η ταινία του Frears αντιμετωπίζει την ιστορία της (αρχικά τουλάχιστον) ως καθαρή κωμωδία, με την εξόφθαλμη κωμικότητα των παραφωνιών της Streep και των μορφασμών του Simon HelbergThe Big Bang Theory») να αποδεικνύεται αποτελεσματική, όσο και εύκολη. Μια τέτοια έλλειψη χιουμοριστικής υπαινικτικότητας κι ευρηματικότητας θα μπορούσε να εκληφθεί κι ως έλλειψη δημιουργικού σεβασμού απέναντι σε μια πραγματική -και με πάμπολλες δυνατότητες καλλιτεχνικής εμβάθυνσης- ιστορία, αν όχι και προς τον θεατή. Ευτυχώς, η ταινία εντοπίζει τις δικές της αρετές σε άλλα σημεία από εκείνη του Giannoli, εκμεταλλευόμενη τη μία δυνατότητα δραματικού βάθους που αχνοφαίνεται διαρκώς πίσω από το προφανές της κωμωδίας.

Κατά βάθος, το «Florence Foster Jenkins» αφηγείται μια γλυκόπικρη ιστορία ενός καταδικασμένου ονείρου, μιας ζωής βυθισμένης στις ψευδαισθήσεις και μιας «κουτσής» συζυγικής αγάπης. Ίσως με εύπεπτο και ανάλαφρο τρόπο, μα το σενάριο του Nicholas Martin στήνει προσεκτικά αυτό το δραματικό υπόβαθρο και τελικά αφουγκράζεται με ευαισθησία τον πικρό εσωτερικό του παλμό. Έτσι, όλα τα στοιχεία του στόρι, από τις σχέσεις της Florence με τον άντρα της -έξυπνα διφορούμενη ως ένα σημείο- και με τον προσωπικό της πιανίστα ως τις εκάστοτε υποπλοκές, συμβάλλουν αποτελεσματικά στην σκιαγράφηση της προσωπικότητας και στη δυνατή, αν κι όχι λιγότερο εκβιαστική απ` όσο απαιτούν τα χολιγουντιανά δεδομένα, συναισθηματική φόρτιση του θεατή. Αν θέλετε να βρείτε προβληματισμούς ως προς την καθορισμένη από τα χρήματα ζωή και περί υποκειμενικής αντίληψης του ψεύδους και της αλήθειας (έχει στ’ αλήθεια σημασία αν μια υποκειμενική αλήθεια είναι κι ένα αντικειμενικό ψέμα;) θα τους βρείτε, κι αν πάλι όχι, δύσκολα δεν θα περάσετε όμορφα, ασχέτως αν θα θυμάστε το φιλμ για πάντα.

Μήπως τελικά ο Frears κάνοντάς μας, πριν να ανοίξει όλα τα δραματικά χαρτιά του, να γελάσουμε με την αταλαντοσύνη της Florence μάς τοποθετεί στη θέση του κυνικού κοινού που τόσο θα έχουμε αντιπαθήσει ως το τέλος της ταινίας; Μα, απ` την άλλη, κι αυτό το ίδιο κοινό δεν αποτελεί το λόγο που το όνειρο της καλοκάγαθης φάλτσας σοπράνο έγινε (έστω και ως ψευδαίσθηση) πραγματικότητα;

Βαθμολογία: 2.5/5