Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

The spectcular now (2013)


«Από τους σεναριογράφους του “(500) Μέρες με τη Σάμερ”» αναγράφει η αφίσα αυτού του indie νεανικού love-story ενηλικίωσης και αυτό από μόνο του αποτελεί έναν καλό λόγο για να σου κερδίσει το ενδιαφέρον. Και το «The spectacular now» είναι πράγματι μια ενδιαφέρουσα και, σε στιγμές, αξιοσημείωτα ειλικρινής ταινία, ακόμα κι αν δεν πρόκειται να σου μείνει αξέχαστη. Αρχικά, ένα σημαντικό στοιχείο πρωτοτυπίας αποτελεί ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή, ο οποίος δεν είναι ο συνήθης εσωστρεφής loser των περισσότερων εφηβικών ρομαντικών δραμεντί, αλλά ένας άκρως δημοφιλής και γεμάτος αυτοπεποίθηση 17άρης, με απόλυτη επιτυχία στις σχέσεις του με τα κορίτσια. Από εκεί κι έπειτα όμως, τα πράγματα ελάχιστα αποκλίνουν από ό,τι μας έχει συνηθίσει το είδος, με τη σκηνοθεσία του James Ponsoldt να κρίνεται μάλλον κοινότοπη, παρά την εύστοχη έμφασή της στο ρεαλισμό. Εκεί όμως όπου εντοπίζεται το βασικό μειονέκτημα του φιλμ, δεν είναι παρά στο σενάριο…

Τόσο η Aimee (Shailene Woodley), όσο και ο Sutter (Miles Teller) ζουν μόνο με τις μητέρες τους και αντιμετωπίζουν αμφότεροι προβλήματα στη σχέση τους με εκείνες. Η ιστορία της Aimee μπορεί να θεωρηθεί δευτερεύουσα και να δικαιολογηθεί η έλλειψη οποιασδήποτε εμβάθυνσης σε αυτή, όσον αφορά όμως σε εκείνη του Sutter, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη η ρηχή αντιμετώπισή της από το σενάριο. Η τελική έκβαση της σχέσης του Sutter με τη μητέρα του δεν αιτιολογεί γιατί η κόντρα μεταξύ τους φαινόταν αρχικά τόσο έντονη, αν η μόνη τους διαφωνία ήταν η άρνηση της μάνας να φέρει το γιο σε επαφή με τον πατέρα του. Σαν αποτέλεσμα, ο χαρακτήρας της μητέρας φαντάζει σεναριακά εντελώς παραμελημένος και αφελώς σχηματικός.

Ομολογουμένως, είναι άκρως ευπρόσδεκτη η προσπάθεια για μια ρεαλιστική αποτύπωση των σχέσεων μεταξύ των χαρακτήρων, όπως και διόλου αμελητέο «συν» το ότι ο πρωταγωνιστής σκιαγραφείται αρκετά ικανοποιητικά ώστε να μπορεί να φέρει έναν ενδιαφέροντα υπαρξιακό προβληματισμό αναφορικά με την ενήλικη ζωή που τον περιμένει. Μόνο που, όσο το φιλμ εστιάζει με ειλικρινές ενδιαφέρον στους χαρακτήρες των συμπαθών πρωταγωνιστών του, ξεχνάει κάτι εξαιρετικά σημαντικό για αυτούς: ότι πάνω απ’ όλα είναι ακόμη έφηβοι! Από ένα σημείο και μετά, δεν προβάλλεται σχεδόν καθόλου η στοιχειώδης καθημερινή τους ζωή και εσύ παρακολουθείς τον πρωταγωνιστή να πίνει σαν αλκοολικός, να οδηγά το αυτοκίνητό του, να έχει μια σχέση που θα ‘λεγες πως έχει κρατήσει χρόνια και να πηγαίνει με κουστούμι σε μεγαλίστικους «σχολικούς» χορούς, ενώ έχεις ξεχάσει πως επίσης πάει κάθε μέρα σχολείο και πως ζει ακόμα με τη μητέρα του –εδώ επανέρχεται ο μικρός κι επιφανειακός ρόλος αυτής. Και είναι περίεργο, σε μια ταινία όπου αναφέρεται επανειλημμένα –αλλά απολύτως επιδερμικά- το πόσο σημαντικό είναι να ζεις το τώρα και να ευχαριστηθείς τις τελευταίες στιγμές των νιάτων σου, να αισθάνεσαι πως πρωταγωνιστής είναι ένας αποκομμένος από το εφηβικό του περιβάλλον, απροσδιόριστης ηλικίας μικρομέγαλος.

Ηθελημένα πάντως, άφησα για το τέλος το μεγάλο ατού που διαθέτει η ταινία και το οποίο αποτελεί το λόγο που πραγματικά αξίζει να ξοδέψει κανείς μιάμιση ώρα για να την παρακολουθήσει: το πρωταγωνιστικό της δίδυμο. Χωρίς υπερβολές, ολόκληρη η ταινία στηρίζεται πάνω στον 26χρονο Miles Teller και την 22χρονη Shailene Woodley. Διαθέτοντας αμφότεροι ξεκάθαρα ατελείς φυσιογνωμίες -γεγονός που τους προσδίδει μεγάλη ανθρωπιά-, αλλά και μια υπέροχη μεταξύ τους χημεία, δίνουν ερμηνείες εκπληκτικής ωριμότητας. Ειδικά η Woodley είναι, ειλικρινά, συγκλονιστική. Πρόκειται για μια ερμηνεία που σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα, χάρη στην αφοπλιστική φυσικότητα με την οποία εκφράζει πολύπλοκα συναισθήματα με απόλυτο ρεαλισμό. Η Woodley φαίνεται να ζει πραγματικά το ρόλο της Aimee ή, μάλλον, να είναι η Aimee. Με την αξιέπαινη ερμηνευτική δύναμη των δύο, η ταινία αποκτά ουσία, λόγο ύπαρξης και ψυχή.

Εντέλει, το «The spectacular now» αποτελεί μια δραματικών τόνων ιστορία ενηλικίωσης, που είναι αρκετά ειλικρινής μεν, δεν καταφέρνει όμως να ξεχωρίσει στο είδος της. Όλη τη δύναμη της ταινίας, πάντως, στηρίζουν στις πλάτες τους οι Miles Teller και Shailene Woodley, βραβευμένοι αμφότεροι στο φεστιβάλ του Sundance για τις αληθινά καταπληκτικές ερμηνείες τους, απόδειξη της σπουδαιότητας του ρόλου των ηθοποιών σε μια κατά τ’ άλλα μάλλον μέτρια ταινία.

Βαθμολογία: 2.5/5

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

The secret life of Walter Mitty / Η κρυφή του Γουόλτερ Μίτι (2013)

Κατ’ αρχάς, το υπέροχο βασικό στόρι θα μπορούσε να προορίζεται για μια αληθινά εξαιρετική ταινία. Η ιστορία του συμπαθούς ονειροπόλου Walter Mitty, που, με αφορμή μια επαγγελματική υποχρέωση, αποφασίζει να πραγματοποιήσει μια λυτρωτική έξοδο από την άχρωμη καθημερινότητά του, συνδυάζει την έμπνευση της κεντρικής της σύλληψης με την πηγαία ευαισθησία που χρειάζεται για να σε μαγέψει. Και εντέλει, το πετυχαίνει. Το γεγονός όμως πως η ταινία αποτελεί μια καθαρά χολιγουντιανή παραγωγή, με έκδηλα εμπορικό προσανατολισμό, είναι ο απλός λόγος που δεν αγγίζει το μέγιστο των δυνατοτήτων της. Μερικές εύκολες λύσεις, μικρές, μα καθόλου δυσδιάκριτες στιγμές σκηνοθετικής απλοϊκότητας ή υπερβολής, στα πλαίσια του εμπορικού συμβιβασμού, και λίγο πιο εύπεπτο απ’ όσο θα μπορούσε θέαμα δεν επιτρέπουν στην ταινία να ριζώσει μέσα σου ως μια βαθιά συγκινητική και, ίσως, αξέχαστη εμπειρία.

Με τη σκέψη, όμως, ή τη συναισθηματική επίδραση του φιλμ να μη σβήνει γρήγορα, δεν είναι τα όποια μικροελαττώματά του που μένουν στο νου. Ακόμα κι αν μάλλον θα λειτουργούσε καλύτερα ως ανεξάρτητη παραγωγή, η κινηματογραφική της δύναμη είναι ικανή να σε κάνει, ειλικρινά, να την ερωτευτείς. Ο Ben Stiller, παρά την αισθητά εμπορικής λογικής σκηνοθεσία του, δείχνει να νοιάζεται και να αγαπά τον ήρωά του. Εμφυσά στην ταινία ψυχή και μια έντονη ανθρωπιά, χωρίς να χάνει ποτέ το κέφι και την ευχάριστη διάθεσή του. Συνοδοιπόροι του Stiller (και του θεατή) σε αυτό το πανέμορφο ταξίδι προς την προσωπική απελευθέρωση είναι το έξυπνο χιούμορ των απολαυστικών ονειροπολήσεων του ήρωα, τα εκθαμβωτικά τοπία (οι σκηνές στα Ιμαλάια είναι σκέτη μαγεία), ο Sean Penn στον ομώνυμο ρόλο του περιπετειώδη Sean OConnel να αποτίει (ηθελημένα, λογικά) φόρο τιμής στο δικό του «Into the wild» και το υπέροχο «Space oddity» του David Bowie να παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του στόρι.

Αξίζει λοιπόν να αφήσετε τον WalterMajor Tom- Mitty να σας παρασύρει σε αυτό το απόλυτα ψυχαγωγικό και απολαυστικότατο ταξίδι ενηλικίωσης, μία από τις πιο ειλικρινείς στιγμές του αμιγώς εμπορικού αμερικανικού κινηματογράφου, που διαπνέεται από βαθιά αισιοδοξία και πίστη στον άνθρωπο.

Βαθμολογία: 3.5/5

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

The world's end / Το τέλος του κόσμου (2013)

Σαραντάρης με καρδιά εφήβου, αρνούμενος να δεχτεί τις συμβάσεις που επιτάσσει η «ομαλή ένταξη» στην κοινωνία, επιδιώκει reunion της σχολικής του παρέας με στόχο να επαναλάβουν την πιο αξέχαστη νύχτα των νιάτων τους. Το σχέδιο είναι να ολοκληρώσουν αυτό που δεν κατάφεραν τότε, δηλαδή να επισκεφτούν για μπύρα και τις δώδεκα παμπ της γενέτειράς τους μέσα σε ένα βράδυ, με την παμπ-γραμμή λήξης του μαραθωνίου τους να φέρει, ευφυώς, την ονομασία «The worlds end»…

Περίπου στα πρώτα σαράντα λεπτά, αρχίζει να «στριμώχνεται» δεξιοτεχνικά στο (ήδη απολαυστικότατο) στόρι μια εξωγήινη εισβολή που προορίζεται να κάνει το όνομα της παμπ κυριολεκτικό και να μεταμορφώσει την ταινία σε ένα αξιοπρεπέστατο κλείσιμο μιας τριλογίας που δεν θα ξεχαστεί γρήγορα. Οι δημιουργοί των «Shaun of the dead» και «Hot fuzz» επιστρέφουν με όλο το απαιτούμενο κέφι και την έμπνευση για να παραμείνουν πιστοί στο πνεύμα των δύο προηγούμενων ταινιών τους και να παραδώσουν άλλη μία ισάξιά τους κωμωδία.

Για μία ακόμη φορά λοιπόν, υπάρχει ξεκαρδιστικό χιούμορ, ο γνωστός ενθουσιώδης σκηνοθετικός ρυθμός και ένα αληθινά απολαυστικό επιτελείο ηθοποιών, με τον κορυφαίο Simon Pegg να εντυπωσιάζει από τα πρώτα δευτερόλεπτα της εμφάνισής του χάρη στο αξιοθαύμαστο κωμικό ταλέντο του. Παραδοσιακά, ο συνδυασμός (περισσότερο για τέτοιον πρόκειται, παρά για διακωμώδηση) άλλων ειδών με την κωμωδία –εδώ alien invasion movies- λειτουργεί άκρως ψυχαγωγικά. Περιέργως πάντως, πρόκειται για τη λιγότερο βίαιη από τις τρεις ταινίες, με το μόνο αίμα που απεικονίζεται να είναι… μπλε.

Ένα βασικό πρόβλημα του φιλμ είναι πάνω-κάτω το ίδιο που προσωπικά εντόπισα και στα δύο προηγούμενα της τριλογίας. Η κωμική του δύναμη ελαττώνεται σχετικά όσο πλησιάζει προς το φινάλε του, αυτή τη φορά όμως όχι τόσο επειδή υποσκιάζεται από το περιπετειώδες στοιχείο, όσο λόγω μιας αφέλειας που την εμποδίζει να φτάσει το επίπεδο που διατηρούσε μέχρι τότε.

Αν τα όποια μικροπροβλήματα πάντως ενδέχεται να χαμηλώσουν προσωρινά τον ανέλπιστα υψηλό πήχη του fun, δεν επηρεάζουν επί της ουσίας την τελική επίγευση. Κι αυτό γιατί η ταινία, πέρα από τη θετική της ενέργεια που σε κρατά με ένα αβίαστο χαμόγελο στα χείλη για 110 λεπτά, διαθέτει ένα σταθερό εσωτερικό νοηματικό υπόβαθρο. Ακόμα κι αν η προσπάθειά της να το υποστηρίξει γίνεται λίγο απλοϊκή στο φινάλε, αυτό υπάρχει και το μήνυμα που μεταφέρει είναι τουλάχιστον ευπρόσδεκτο. Και δεν είναι άλλο από την ίδια τη στάση που –ανώριμα, μα ειλικρινά- κρατά ο ήρωας/αντιήρωας του Pegg. Όπως επανειλημμένα αναφέρει κι ο ίδιος, το μόνο που θέλει είναι να περνά καλά. Στόχος δηλαδή της ζωής (ειδικά και γενικά) είναι η ευτυχία, μέσα από την ουσιαστική ελευθερία και όχι με τη σημασία που της δίνει ο συμβατικός τρόπος ζωής που έχει επιβάλλει η κοινωνία. Ο Pegg, προσπαθώντας να επιστρέψει στη μόνη εποχή της ζωής του που στ’ αλήθεια είχε περάσει καλά, αυτή των νιάτων του (πριν αισθανθεί ολότελα ξένος σε μια κοινωνία όπου αδυνατεί να ενταχθεί), δείχνει εκκεντρικός και απροσάρμοστος, σε βαθμό γελοιότητας. Το αξιοσημείωτο εδώ όμως είναι το πόσο γελοίοι φαντάζουν επίσης οι «ώριμοι» φίλοι του, με τους δυσλειτουργικούς γάμους τους, τα «σοβαρά» γραφεία τους, τα καλοσιδερομένα κουστούμια τους και τα Bluetooth που έχουν γίνει μόνιμη προέκταση του αυτιού τους. Μια έμμεση κριτική του τρόπου που η κοινωνία έχει αλλοιώσει την αγνή έννοια της ευτυχίας και, γιατί όχι, της ζωής. Μάλιστα, οι ίδιοι οι εξωγήινοι-«κατακτητές» παρουσιάζονται ως οι υπεύθυνοι για την τεχνολογική μας ανάπτυξη –που φυσικά είναι άμεσα συνδεόμενη με τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Σαν να χαρακτηρίζεται ο τελευταίος ως ξένος, μη φυσιολογικός, επιβαλλόμενος. Και σίγουρα όχι «αγνός», όπως αυτός που αποζητά ο πρωταγωνιστής και που, κατ’ επέκταση, έχει ανάγκη η ανθρωπότητα.

Με λίγα λόγια, πρόκειται για το ιδανικό κλείσιμο μιας αγαπημένης τριλογίας, το οποίο προσφέρει «από καρδιάς» αληθινό κέφι. Όπως και οι προκάτοχοί του «Shaun of the dead» και «Hot fuzz», δεν προσπαθεί να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που είναι και δεν κρύβει τα ελαττώματά του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να εσωκλείει ουσία και να έχει κάτι (πολύ) ενδιαφέρον να πει. Κακά τα ψέμματα όμως. Πάνω απ’ όλα, βλέποντάς το περνάς απλά γαμάτα. End of story.

Βαθμολογία: 3/5
The Three Flavours Cornetto trilogy

Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

American hustle / Οδηγός διαπλοκής (2013)

Δεύτερος… «Οδηγός» από τον David O. Russel («Διαπλοκής», μετά τον «Αισιοδοξίας»), με καλύτερες επιδόσεις, αυτή τη φορά, στο είδος που υπηρετεί. Ψεύτικες ταυτότητες, απάτες και συνομωσίες ανάμεσα σε FBI, μαφία και μικροαπατεωνίσκους θα μπορούσαν εύκολα να κουράσουν έναν ανεξοικείωτο με το είδος θεατή, ειδικά όταν συνδυάζονται με τη σύγχρονη χολιγουντιανή συνήθεια του γρήγορου ρυθμού και της χαοτικά ασταμάτητης πληροφορίας, που έχουν ως συνέπεια (και, ίσως, στόχο) τα δυσδιάκριτα σεναριακά κενά. Αν όμως ο «Οδηγός αισιοδοξίας» (που, πέρα από τον παρόμοιο τίτλο, θεματικά δεν έχει καμία συγγένεια με τον «Οδηγό διαπλοκής») δεν προσέφερε κατά τη γνώμη μου τίποτα καινούριο στην κορεσμένη αμερικανική rom-com, η νέα ταινία του Russel καταφέρνει να εκπλήξει ευχάριστα. Όχι γιατί είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, αλλά απλώς επειδή δεν παίρνει τον εαυτό της απολύτως στα σοβαρά.

Ο Russel σκηνοθετεί με κέφι και το χάρμα οφθαλμών καστ του δείχνει να το διασκεδάζει, με αποκορύφωμα τον απρόσμενα απολαυστικό Bradley Cooper. Παραδόξως, η Jennifer Lawrence μου φάνηκε να προσπαθεί λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε να δώσει μια σαφούς οσκαρικού προσανατολισμού ερμηνεία, χωρίς ωστόσο αυτό να μειώνει κατ’ ανάγκη την σταθερά μεγάλη ερμηνευτική της δύναμη. Επιπλέον, μία απολαυστική cameo εμφάνιση από τον Robert DeNiro στον πιο κατάλληλο ρόλο και ένα τέλεια ταιριαστό soundtrack συνθέτουν ένα διασκεδαστικότατο crime-movie, με λίγο «τσιμπημένη» διάρκεια, αλλά και αρκετές οσκαρικές υποψηφιότητες στο τσεπάκι…

Βαθμολογία: 3/5

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

August: Osage County / Αύγουστος (2013)

Ο χιουμοριστικός κυνισμός κάτω από τον οποίο παρουσιάζονταν οι καταστάσεις στο «Killer Joe» του ίδιου σεναριογράφου είναι κι εδώ εν μέρει παρών και είναι αυτός που δίνει τροφή στον όποιο κωμικό χαρακτήρα της ταινίας. Φυσικά, εδώ οι χαρακτήρες αντιμετωπίζονται πολύ πιο σοβαρά και ανθρώπινα -με εξαίρεση αυτούς των μάλλον καρικατουρίστικων Julliette Lewis και Dermot Mulroney. Ο εν λόγω κυνισμός λοιπόν, που βρίσκει τον απόλυτο εκφραστή του στη Meryl Streep, σπανιότερα υπερισχύει σαν κυρίαρχη κινηματογραφική ματιά και περισσότερο λειτουργεί σαν ένδειξη δραματικής αυτοσυγκράτησης, δείχνοντας την ικανότητα του φιλμ να κοιτάξει τις δραματικές τροπές της ιστορίας του από μια ψύχραιμη και εύθυμη απόσταση. Κατά τ’ άλλα, μάλλον στη σκηνοθεσία του John Wells πρέπει να χρεωθεί μια μεγαλύτερη απ’ όσο θα άντεχε το κλίμα του φιλμ σοβαροφάνεια, την οποία ακολουθούν και οι ερμηνείες, που ελάχιστες φορές υιοθετούν κάποιον κωμικό παλμό.

Το φιλμ μοιάζει να δυσκολεύεται να βρει κινηματογραφικό προσανατολισμό μέχρι τη μέση του, κι όταν το καταφέρνει, δεν έχει το χρόνο που θα χρειαζόταν για να ολοκληρώσει δραματουργικά την ιστορία του. Από την αρχή του οδηγείται φανερά στη διάλυση των σχέσεων των ηρώων του (από τη μέση κι έπειτα πιο μεθοδικά κι απολαυστικά), καθώς όμως δεν καταλήγει τελικά σε κάποια ανασύστασή τους, στην ελπίδα αυτής ή έστω σε μια ολοκλήρωση των επί μέρους ιστοριών, αφήνει μια αίσθηση ανολοκλήρωτου. Παρόλα αυτά πάντως, η θέαση ενός τόσο εκπληκτικού καστ (ειδικά οι γυναικείες ερμηνείες είναι αριστουργηματικές) και η μελέτη, μέσω της (θεατρίζουσας) κινηματογραφικής μεθόδου του «δωματίου», των σχέσεων που εξελίσσονται ανάμεσα στους χαρακτήρες, σε συνδυασμό με το συνήθως διασκεδαστικό τους περιτύλιγμα, είναι, ειλικρινά, σκέτη απόλαυση. Και η ταινία, τελικά, αποδεικνύεται πιο συγκινητικά ανθρώπινη απ’ ό,τι θα περίμενες…

Βαθμολογία: 3/5