Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Cashback (2006)

Ο Βρετανός Σον Έλις επεκτείνει την δική του ομώνυμη και πολύ ενδιαφέρουσα ταινία μικρού μήκους σε μία μεγάλου μήκους κωμωδία που, δυστυχώς, ξεφεύγει από το πνεύμα της πρώτης και μάλλον και από τον έλεγχο του σκηνοθέτη της. Εκεί που περιμένεις να δεις (τόσο λόγω της ταινίας μικρού μήκους, όσο και του trailer) μία σοβαρή και, ενδεχομένως, στοχαστική κομεντί, βλέπεις μία κωμωδία με χαρακτήρες καρικατούρες βγαλμένες από homemade χαζοταινιούλα δεκαπεντάχρονων εφήβων και εντελώς σαχλό χιούμορ που από κάποιο σημείο κι έπειτα χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και παύει, στην τελική, να είναι αστείο. Σε συνδυασμό με την εμμονή του σκηνοθέτη στο γυμνό και τις προστυχιές, κάνει την ταινία να  πλησιάζει υφολογικά σε αμερικάνικες σεξοκωμωδίες. Οι ερμηνείες εκτροχιάζονται και μετατρέπονται σε καθαρό χαβαλέ, με εξαίρεση την πάντα αξιόλογη παρουσία του πρωταγωνιστή. Κανένα συναισθηματικό υπόβαθρο, προς το τέλος κυρίως, και καμία κορύφωση, εκτός αν σας συγκινούν τα χιλιοϊδωμένα φινάλε των κλισέ, απλοϊκών ρομαντικών κομεντί.

Βαθμολογία: 1/5

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

The boy in the striped pyjamas / Το αγόρι πίσω από το συρματόπλεγμα (2008)


«Το αγόρι πίσω από το συρματόπλεγμα» είναι μία ταινία που, αν δεν κάνω λάθος, δεν προβλήθηκε στους ελληνικούς κινηματογράφους και πέρασε γενικότερα απαρατήρητη. Πολύ άδικο κατά τη γνώμη μου.

Η ταινία αφηγείται την φιλία του μικρού γιου ενός γερμανού στρατηγού με ένα συνομήλικό του αγόρι εβραϊκής καταγωγής, που βρίσκεται σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα δύο μικρά αγόρια δεν μπορούν να καταλάβουν τον κόσμο των μεγάλων, έναν κόσμο γεμάτο αδικία και αρρώστια.

Η ταινία παρουσιάζει εξαιρετικά εύστοχα, μέσα από την συγκινητικά αθώα ματιά των δύο μικρών αγοριών την ασύλληπτη ανθρώπινη αγριότητα και κατορθώνει να σοκάρει χωρίς να καταφεύγει σε σκηνές βίας, αλλά απλά και μόνο με υπαινιγμούς και με τη φοβερή συναισθηματική έντασή της. Συγκινεί και αληθινά συγκλονίζει, με ένα σπαρακτικό φινάλε που, πέρα από την απίστευτη συναισθηματική δύναμή του, οδηγεί το αντιπολεμικό μήνυμα της ταινίας σε μία πάρα πολύ έξυπνη κορύφωση. Φανερώνει βέβαια και μία σκηνοθετική αμηχανία που το καθιστά λίγο πιο δακρύβρεχτο απ’ όσο θα έπρεπε, πράγμα το οποίο όμως προσωπικά δεν με ενόχλησε.

Οι ερμηνείες των δύο αγοριών είναι πραγματικά εντυπωσιακές και τα αθώα, μπερδεμένα βλέμματά τους αφοπλιστικά. Εξαιρετική για ακόμη μία φορά και η Βέρα Φαρμίγκα.

Οφείλω βέβαια να ομολογήσω πως «το αγόρι πίσω από το συρματόπλεγμα» είναι μία ταινία εμφανώς ακαδημαϊκά σκηνοθετημένη. Χωρίς αυτό το μικρό ελάττωμα, για μένα, θα ήταν χωρίς αμφιβολία αριστούργημα.


Βαθμολογία: 4/5

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Άδικος κόσμος (2011)

Δύο χρόνια μετά την ευρηματική «Ακαδημία Πλάτωνος», ο ταλαντούχος Φίλιππος Τσίτος επιστρέφει δυναμικά. Στον «Άδικο κόσμο» ασχολείται με ένα εξίσου επίκαιρο ζήτημα, αλλά και πιο διαχρονικό. Ο Αντώνης Καφετζόπουλος με άλλη μία υποδειγματική ερμηνεία ενσαρκώνει έναν προανακριτή της αστυνομίας, τον Σωτήρη, ο οποίος, βιώνοντας καθημερινά καταστάσεις εξοργιστικής αδικίας, είναι υποχρεωμένος να απαντήσει με αδικία και από τη  δική του πλευρά. Όμως ο Σωτήρης κατά κοινή ομολογία, είναι «ένας καλός άνθρωπος». Αναζητά την δικαιοσύνη, τον αλτρουισμό και την καλοσύνη εκεί που δεν υπάρχουν και είναι αρκετά (καλοπροαίρετα) αφελής ώστε να θεωρεί ότι το γεγονός αυτό έχει τη δυνατότητα να αλλάξει. Μα όσο και να προσπαθεί, ο κόσμος γύρω του δεν θα γίνει ποτέ σαν τον ίδιο. Δεν θα υποστηρίξει ποτέ την προσπάθειά του. Με μία ακαταμάχητα μελαγχολική διάθεση, ο Φίλιππος Τσίτος παρουσιάζει απίστευτα αποτελεσματικά, σε σημείο να νιώθεις πως ειλικρινά ασφυκτιάς, το τρομακτικό αδιέξοδο του σύγχρονου «Άδικου κόσμου»…

Η ταινία, αν και φαινομενικά ψυχρή και απόμακρη, είναι στ’ αλήθεια ευαίσθητη και η ταύτιση του θεατή με τους ήρωες κάτι περισσότερο από επιτυχής. Με φοβερή μουσική και καταπληκτικά πλάνα, αυτό το είδος της εσωτερικής κωμωδίας αποδεικνύεται άκρως απολαυστικό.

Βαθμολογία: 4/5

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Μαχαιροβγάλτης (2010)

Προσωπικά ελπίζω πως οι τρεις πρώτες ταινίες του Οικονομίδη θα αποδειχτούν μία άτυπη τριλογία, η οποία έκλεισε με τον «Μαχαι- ροβγάλτη», μιας και μου φαίνεται πως ο σκηνοθέτης έχει καταπιαστεί με ένα συγκε- κριμένο θέμα το οποίο θίγει κάθε φορά από ελάχιστα διαφορετικές οπτικές γωνίες, πράγμα που καταντά κουραστικό. Η εντελώς προ- σωπικού ύφους κοινωνική κριτική που ασκεί ο Οικονομίδης είναι αδιαμφισβήτητα επιτυχής, μα πλέον έχει δώσει ότι μπορούσε να προσφέρει και έχει αρχίσει να ξεχειλώνει.

Όπως η «Ψυχή στο στόμα» έχανε από το γεγονός ότι ο θεατής ήταν υποψιασμένος σχετικά με αυτό που επρόκειτο να παρακο- λουθήσει, έτσι και ο «Μαχαιροβγάλτης» διατηρεί δυστυχώς την αίσθηση της επανάληψης ως αχίλλειο πτέρνα. Μοιάζει να παραείναι κοντά υφολογικά και ιδίως θεματικά με την «Ψυχή στο στόμα», πράγμα που ενδεχομένως να μην ενοχλούσε τόσο αν δεν υπήρχαν πολλά κοινά ονόματα στο καστ των δύο ταινιών να ενισχύουν την αίσθηση αυτή. Ειδικά ο (κατά τ’ άλλα πάρα πολύ καλός) Βαγγέλης Μουρίκης μοιάζει να υποδύεται τον ίδιο ακριβώς ρόλο.

Αυτήν τη φορά πάντως, οι ασταμάτητες βωμολοχίες και οι ψυχοφθόροι διάλογοι δεν αποτελούν το κέντρο βάρους της ταινίας και μάλιστα σχεδόν εξαφανίζονται μέσα στην σιωπηλή εξέλιξη της ιστορίας. Ο «Μαχαιροβγάλτης» είναι μία δύσκολη ταινία, με τον δικό της τρόπο. Δεν φτύνει το θεατή κατάμουτρα όπως η «Ψυχή στο στόμα», αλλά είναι εξίσου δύσκολο για εκείνον να «μπει μέσα της», χωρίς να παύει βεβαίως να τον αφορά άμεσα ή, καλύτερα, να αναφέρεται σε αυτόν -να τον έχει και για πρωταγωνιστή και για δεύτερο ρόλο και για κομπάρσο…

Η ταινία διαθέτει μεγάλο ενδιαφέρον στον τρόπο που διατυπώνει το σαρκαστικό της κοινωνικό σχόλιο, μιλώντας μέσω των εικόνων αντί των ομιλιών και χρη- σιμοποιώντας εύστοχους και αληθινά αξιοσημείωτους συμβολισμούς που στρο- βιλίζουν στο μυαλό του θεατή μετά την προβολή. Πολλούς πόντους κερδίζει από το φινάλε, το οποίο προσωπικά βρήκα εξαιρετικό και -εννοείται- απολύτως σαρκαστικό. Δεν λείπουν και ορισμένες άκρως διακριτικές πινελιές μαύρου χιούμορ, ενώ η σύντομη σκηνή με την ματωμένη ελληνική σημαία είναι στ’ αλήθεια μοναδική.

Για να συνοψίσω, στον «Μαχαιροβγάλτη», ο σκηνοθέτης αφήνει λίγο πιο πίσω τους ατελείωτους υβριστικούς διαλόγους των προηγούμενων ταινιών του και μιλάει «σιωπηλά» και πιο καλλιτεχνικά μέσω εικόνων και συμβολισμών. Εκεί όμως που χάνει το στοίχημα είναι στο γεγονός ότι ο θεατής που έχει ξαναδεί (ή ξαναζήσει..;) την κοινωνική κριτική του Οικονομίδη άλλες δύο φορές νομίζω πως θα θεωρήσει την τρίτη του κινηματογραφική προσπάθεια σε μεγάλο μέρος κουραστικά επαναλαμβανόμενη.

Θέλω να κλείσω ομολογώντας πόσο εμφανώς ταλαντούχο θεωρώ τον Γιάννη Οικονομίδη και πόσο με κέρδισε ήδη από την πρώτη του ταινία. Νομίζω όμως πως είναι καιρός να αλλάξει κεφάλαιο και να ρίξει το αιχμηρό κινηματογραφικό του βλέμμα αλλού…

Βαθμολογία: 3/5

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Η ψυχή στο στόμα (2006)

Ο Γιάννης Οικονομίδης επιστρέφει, μετά το αριστουργηματικό «Σπιρτόκουτο», με μία ταινία που σε γενικές γραμμές κινείται στα ίδια μονοπάτια, αλλά μοιάζει να διχάζει το κοινό της ακόμα περισσότερο από εκείνο.

Οι διαφορές της «Ψυχής στο στόμα» με το «Σπιρτόκουτο» εντοπίζονται στα εξής:

Ενώ στην πρώτη του ταινία, ο σκηνοθέτης είχε στο στόχαστρο την μεσοαστική (και σχετικά ‘βολεμένη’) κοινωνία, εδώ ρίχνει το βλέμμα πιο ‘κάτω’, στο λούμπεν προλεταριάτο. Σε μία ομάδα από άξεστους, ημιμαθείς, «βρόμικους» ανθρώπους, που χρησιμοποιούν λεκτική, ψυχολογική, αλλά και σωματική βία, διότι δεν ξέρουν πώς αλλιώς να εκφράσουν το κενό που βρίσκεται μέσα τους, για να ξεσπάσουν, χωρίς βασικά να ξέρουν καν το γιατί.

Η μία κύρια διαφορά είναι αυτή. Η άλλη  διακρίνεται στη στάση του πρωταγωνιστή –του για άλλη μία φορά εξαιρετικού Ερρίκου Λίτση. Ενώ στο «Σπιρτόκουτο» έπαιζε κι ο ίδιος πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράνοια του υστερικού ξεσπάσματος από όλους προς όλους, εδώ, αντίθετα, διατηρεί μία στάση εντελώς παθητική. Είναι ο δύσμοιρος ανθρωπάκος που εύκολα γίνεται στόχος αυτού του ξεσπάσματος, απλά επειδή δεν έχει τη δύναμη να ανταπαντήσει. Συνεπώς, κλεισμένος πάντα στον εαυτό του, είναι υποχρεωμένος να υπομένει όλα όσα του επιφυλάσσει η άτυχη μοίρα του, που του έχει στερήσει την αγάπη.

«Χρωστάει λεφτά. Του χρωστάνε αγάπη» σχολιάζει ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης και πράγματι ακριβώς αυτό είναι που συμβαίνει. Ο Τάκης του Ερρίκου Λίτση δεν έχει καμία διαφυγή, κανένα σημείο από το οποίο μπορεί να στηριχτεί, βρίσκεται σε ένα φρικαλέο αδιέξοδο. Δέχεται αδιαμαρτύρητα να τον εξευτελίζουν, να τον βρίζουν, να τον χτυπάνε και να τον φτύνουν. Και το ίδιο κάνει και ο Οικονομίδης στον θεατή.

Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να… σου κάνει τα νεύρα σμπαράλια! Οι τσακωμοί και οι υστερικοί διάλογοι του «Σπιρτόκουτου» μετουσιώνονται σε ατελείωτους, γεμάτους ανεξέλεγκτες και αδιανόητες βωμολοχίες, κάκιστης (ηθελημένα) ποιότητας μονολόγους, με μοναδική «μουσική επένδυση» βογκητά ή κλάματα. Ο Οικονομίδης είναι πιο ύπουλος” αυτή τη φορά. Περικυκλώνει το θεατή με πιο αργούς ρυθμούς και χαμηλότερους, φαινομενικά, τόνους, που στενεύουν ολοένα και περισσότερο τα περιθώρια οποιασδήποτε συναισθηματικής διαφυγής. Ασφυξία…

Παρά τους χαμηλότερους τόνους λοιπόν, η εσωτερική δύναμη της ταινίας αποδεικνύεται ψυχοφθόρα και το κινηματογραφικό αυτό μαρτύριο που διαρκεί 110 λεπτά φαντάζει ανυπόφορο…

Ποιος ο λόγος όμως που η «Ψυχή στο στόμα» δεν καταφέρνει, κατά τη γνώμη μου, να σταθεί ως αντάξιος απόγονος του «Σπιρτόκουτου»; Αρχικά, πολύ απλά το γεγονός ότι η ιδέα είναι ξαναϊδωμένη. Αυτό στερεί σε μεγάλο βαθμό την έκπληξη της πρωτοτυπίας.

Κυρίως όμως, θεωρώ ότι εδώ το κακό παράγινε. Η μεγάλη επιτυχία του «Σπιρτόκουτου» βρισκόταν στο πόσο εύστοχη ήταν η επαφή του φιλμ με την πραγματικότητα. Η «Ψυχή στο στόμα» μπορεί να μην γίνεται ποτέ άστοχη, εντούτοις δεν κατορθώνει να σε πείσει εξίσου πολύ. Υπάρχει η αίσθηση της υπερβολής, η αίσθηση πως η προσπάθεια των συντελεστών να ενοχλήσουν κατέληξε μεγαλύτερη απ’ όσο θα έπρεπε και ο έλεγχος κάπως τους ξέφυγε… Η εσκεμμένη λεκτική κακογουστιά και η υπερβολική ψυχολογική πίεση οδηγούν σε ένα (κατά κάποιον περίεργο τρόπο) αξιόλογο, όσο και εξαιρετικά κουραστικό αποτέλεσμα, το οποίο, πάντως, θα σβηστεί πολύ δύσκολα από τη μνήμη σας…

Η ταινία προτείνεται αυστηρά για θεατές με γερά νεύρα…

Βαθμολογία: 3/5