Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Rampart / Στα όρια (2011)


Είναι σαφώς δύσκολο να ταυτιστεί κάποιος θεατής με έναν (αντι)ήρωα τον οποίο ούτε να συμπαθήσει μπορεί, ούτε να καταλάβει ιδιαίτερα. Αρκετά φιλόδοξη λοιπόν η προσπάθεια του Oren Moverman να σε κάνει να ενδιαφερθείς για τον ξεπεσμό ενός ανθρώπου που θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί ως «εθισμένος στην διαφθορά» - από την αδιάκοπη συζυγική απάτη, μέχρι την κατάχρηση εξουσίας, που φτάνει ως και στη δολοφονία.

Ο Woody Harrelson είναι εντυπωσιακά εκφραστικός στον εσωστρεφή ρόλο του. Προβληματισμένος, δυστυχισμένος, χωρίς να παύει ποτέ να δίνει την αίσθηση ενός πραγματικά μισητού και εξοργιστικά ανήθικου άντρα, αποδεικνύει ότι τέτοιοι ρόλοι του ταιριάζουν γάντι. Προσωπικά εντυπωσιάστηκα επίσης και από την Robin Wright, που υποδύεται την δικηγόρο Linda με μία άνεση που σχεδόν σε αιχμαλωτίζει.

Η σαφέστατα αξιοσημείωτη ερμηνεία του Harrelson βεβαίως, μπορεί να δίνει ζωή στον χαρακτήρα του αστυνομικού Brown, όχι όμως και στην ταινία, η οποία ποτέ δεν με έπεισε γιατί θα έπρεπε να με αφορά. Ο Harrelson κατορθώνει να αναδείξει την πιο εσωτερική, συναισθηματική πτυχή του δύσκαμπτου χαρακτήρα του και ο Moverman μοιάζει ανήμπορος να το εκμεταλλευτεί. Χαρακτηριστικά, σκηνές που θα μπορούσαν να διαθέτουν τεράστια εσωτερική δύναμη, μοιάζουν εγκλωβισμένες σε μία αποστασιοποιημένη σκηνοθεσία που ενδιαφέρεται περισσότερο για την αισθητική αρτιότητα και κρατά το θεατή απλά… θεατή! Όχι ότι η ταινία γίνεται ποτέ πληκτική, δεν υπάρχει όμως κάτι που σου μένει μετά το τέλος της…

Βαθμολογία: 2/5

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Medianeras / Μεσοτοιχίες (2011)


Δύο άνθρωποι που νιώθουν ξένοι στην ίδια τους την πόλη. Δύο άνθρωποι που ανάμεσα σε όσο περισσότερο κόσμο βρίσκονται, τόσο πιο μόνοι αισθάνονται. Βρίσκονται και οι δύο βυθισμένοι στο αδιέξοδο της αστικής κοινωνίας και της έλλειψης επικοινωνίας. Αναζητούν κάποιον που θα δώσει νόημα στη ζωή τους -στην πραγματικότητα, χωρίς να το ξέρουν, έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον…

Κάπως έτσι, μία μελαγχολική, μινιμαλιστική ιστορία για τη μοναξιά και την κενή ζωή μετατρέπεται σε ένα τρυφερό, ευχάριστο παραμύθι, με παιχνιδιάρικη διάθεση…

Χωρίς να καταφέρνει να διατηρήσει πάντα το ρυθμό του και  με τις ζωές των δύο πρωταγωνιστών να καταλήγουν μάλλον επιτηδευμένα όμοιες, ο Gustavo Taretto διανθίζει το σενάριό του με τόσες ιδέες και η σκηνοθεσία του διαθέτει εμφανώς τόση έμπνευση που οι «Μεσοτοιχίες» του είναι ικανές να σας κερδίσουν από το πρώτο λεπτό. Η χαλαρή, συχνά χιουμοριστική διάθεσή του, που αποφορτίζει την ατμόσφαιρα πριν καν αυτή προλάβει να «βαρύνει» είναι αισθητή διαρκώς: Στα «παιχνίδια» της τύχης, όπου πιόνια είναι άθελά τους οι δύο πρωταγωνιστές, στις έξυπνες παρομοιώσεις του σεναρίου (οι κάτοικοι του Μπουένος Άιρες παρομοιάζονται εύστοχα με τα κτίρια της πόλης και τα ραντεβού του πρωταγωνιστή με τα… McDonalds!), αλλά και στις αναφορές τόσο στην ποπ κουλτούρα, όσο και σε πολλές (αμερικάνικες) ταινίες, με τα «Star Wars» να δεσπόζουν!


Οι πρωταγωνιστές συμπαθέστατοι (ερμηνευτικά αλλά και φυσιογνωμικά) και η συνάντησή τους, που μπορεί να είναι εξαρχής αναμενόμενη, πραγματοποιείται τελικά με απρόσμενα… απρόσμενο τρόπο! Ευρηματική  είναι η πλανοθεσία και απολύτως ταιριαστή η μουσική επένδυση, έτσι ώστε κάθε κομμάτι αυτού του ευφάνταστα αισιόδοξου προβληματισμού πάνω στην αποξένωση των κατοίκων των μεγαλουπόλεων να συμβάλλει στον σχηματισμό της ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσας αυτής μορφής ενός ρομαντικού παραμυθιού με φόντο το ρεαλισμό.

Μήπως τελικά η ζωή είναι κι αυτή ένα παραμύθι, αρκεί να μπορέσουμε να το δούμε και να το αξιοποιήσουμε;

Βαθμολογία: 3/5

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Red Hill (2010)


Αν έχετε δει την καταπληκτική ταινία μικρού μήκους «Signs», τότε θα ξέρετε τον δημιουργό της, τον Patrick Hughes. Η συγκεκριμένη δωδεκάλεπτη ταινία ήταν μοναδική γιατί κατόρθωσε να μετατρέψει μία απλή, καθημερινή ιστορία σε έναν συναρπαστικό κατακλυσμό συναισθημάτων γύρω από ένα συγκινητικό love story. Κατάφερε να πει μέσα σε δώδεκα μόνο λεπτά και με τον πιο απλό τρόπο όσα αδυνατούν να πουν τόσες και τόσες ρομαντικές ταινίες μεγάλου μήκους.

Προφανώς ήμουν λοιπόν πολύ περίεργος για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Hughes, το «Red Hill». Και απογοητεύτηκα πλήρως…

Κάτι μεταξύ ενός slasher θρίλερ και ενός νεο-γουέστερν, το «Red Hill» ακολουθεί κατά γράμμα τη συνταγή «ισόβια φυλακισμένος δολοφόνος δραπετεύει και ζητάει μανιασμένα εκδίκηση από τους υπεύθυνους της φυλάκισής του». Αυτό και τίποτα παραπάνω. Τα πάντα έχουν ξαναειδωθεί αμέτρητες φορές στο παρελθόν, τόσες που πλέον αντί για σασπένς, το φιλμ προκαλεί ανέλπιστη ανία, αφού ο θεατής ξέρει ακριβώς τι πρόκειται να συμβεί και δεν υπάρχει πραγματικά κανένα ενδιαφέρον. Μια μικρή εξαίρεση αποτελεί η ενδιαφέρουσα “ανταλλαγή ρόλων” μέσω μιας ανατροπής προς το τέλος, η οποία όμως ελάχιστα βελτιώνει την κατάσταση. Το σενάριο είναι ειλικρινά ανύπαρκτο, ενώ αντί για χαρακτήρες, υπάρχουν πρόσωπα προορισμένα εξ’ αρχής για εκτέλεση.

Πρέπει βεβαίως να αναφερθώ και σε κάποια λιγότερο μελανά σημεία του αποτυχημένου κινηματογραφικού αυτού κατασκευάσματος το οποίο ήδη, μία μέρα μετά, είναι σαν μην το είδα ποτέ. Η μουσική είναι πολύ όμορφη, ταιριάζει ιδιαίτερα με την προσεγμένη φωτογραφία και η αρκετά αργή και ήρεμη σκηνοθεσία μοιάζει να διαθέτει προοπτικές σε κάποια τυχερή μελλοντική στιγμή. Ίσως, να αποδείξει ότι αξίζει…

Βαθμολογία: 1/5

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Sin nombre / Χωρίς όνομα (2009)


Σκληρή, μα συνάμα τρυφερή ταινία, που μας εισάγει σε έναν κόσμο μακριά από τον δικό μας εδώ στην Ευρώπη, έναν κόσμο από τον οποίο εμείς δεν έχουμε σχεδόν καμία εικόνα, παρόλο που όμως είναι πραγματικός και ό,τι συμβαίνει εκεί αφορά και εμάς. Ένας κόσμος αδίστακτων, ένοπλων συμμοριών, μία πραγματικότητα αναίτια βίαιη.

Για την πραγματικότητα αυτή θέλει να μιλήσει ο Κάρι Φουκουνάγκα στην πρώτη του ταινία, για τις δύσκολες συνθήκες ζωής των ανθρώπων στις χώρες της λατινικής Αμερικής, που συχνά αναγκάζουν πάρα πολλούς από αυτούς να καταφύγουν στην μετανάστευση. Μπορεί μεν ο Αμερικανός σκηνοθέτης να μην προλαβαίνει στην μικρή διάρκεια της ταινίας του να εμβαθύνει αρκούντως ικανοποιητικά στους χαρακτήρες του και να μην ασχολείται καθόλου με τους λόγους οι οποίοι αναγκάζουν την νεαρή Σαΐρα και τους συγγενείς της να μεταναστεύσουν, καταφέρνει παρόλα αυτά να δημιουργήσει μία ταινία με ψυχή, που αντιμετωπίζει το θέμα της με ειλικρίνεια, κυνικότητα ίσως, αλλά και με μία αφοπλιστική ευαισθησία… Κατάφερε, επίσης να κερδίσει το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ του Sundance

Βαθμολογία: 3/5

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

Robin Hood (2010)


Ο Ρίντλεϊ Σκοτ αφηγείται το ξεκίνημα του μύθου του Ρομπέν των Δασών, σε ένα blockbuster που αν και τελικώς δεν αποδεί- χθηκε ιδιαίτερα ικανοποιητικό, αποτέλεσε ωστόσο μία αξιόλογη προσπάθεια. Το δυνατό του χαρτί δεν είναι άλλο από την σφραγίδα του Σκοτ, που χαρίζει στην ταινία την αίσθηση πως υπάρχει ένας δημιουργός πίσω από την κάμερα κι όχι ο αυτόματος πιλότος. Σε συνταίριασμα με την πολύ καλή, ανεμική φωτογραφία και με τις αρκετά πιο ωμές απ’ ό,τι στα συνήθη συμβατικά blockbusters σκηνές μάχης (όσο επιτρέπει το PG -13 πάντα), καθιστά το φιλμ συχνά απολαυστικό –παραδόξως, ιδίως όταν οι ρυθμοί του πέφτουν…


Μόνο που, ενώ η διάρκεια της ταινίας δεν φτάνει τις δυόμισι ώρες, οφείλω να ομολογήσω ότι ένιωσα σαν είχε ξεπεράσει τις τρεις! Όσο κι αν είναι σε σημεία αποτελεσματική η σκηνοθεσία, χάνει στο σύνολο, μιας και δεν καταφέρνει να διατηρήσει μέχρι τέλους την στιβαρότητα που κατά καιρούς δημιουργεί την αίσθηση μίας σφιχτοδεμένης περιπέτειας. Ως αποτέλεσμα, η διαρκής προσπάθεια διατήρησης της έντασης καταλήγει να κουράζει, καθιστώντας μάλλον εμφανέστερη την φλυαρία την οποία αγκομαχούσε να αποφύγει…

Όσον αφορά τον Ράσελ Κρόου, αν και ο χαρακτήρας του Ρομπέν είναι κλισέ μέχρι το μεδούλι, ο ταλαντούχος ηθοποιός κατορθώνει να του δώσει ρεαλιστική υπόσταση. Ένιωσα επίσης τη χημεία του με την Κέιτ Μπλάνσετ άκρως αποτελεσματική…

Βαθμολογία: 2.5/5

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

Prometheus / Προμηθέας (2012)


Δεν θα ήταν υπερβολική η δήλωση πως ο «Προμηθέας», το πολυαναμενόμενο πρίκουελ του «Alien», αποτελεί μία από τις ταινίες-events της χρονιάς που διανύουμε. Η σειρά «Alien» ξεκίνησε με μία ταινία σταθμό στο είδος της επιστημονικής φαντασίας και του τρόμου, εξελίχθηκε στις χειρότερες στιγμές των σκηνοθετών που καταπιάστηκαν μαζί της και τελικά κατέληξε στην απόλυτη παρακμή «Alien vs Predator». Όσο για τον Ρίντλεϊ Σκοτ, που στις αρχές της καριέρας του σημάδεψε τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας με το πρώτο «Alien» και το «Blade Runner», πλέον έχει πάρει, κατά κοινή ομολογία, τον κατήφορο. Λογικό λοιπόν να υπάρχει η προσδοκία πως, με την επιστροφή του Σκοτ στο franchise του «Alien», θα βελτιώσει ο ίδιος τη σειρά και η σειρά τον ίδιο…

Εν ολίγοις, το σίγουρο είναι πως η σειρά όντως βελτιώθηκε. Αλλοίμονο κιόλας, μετά το τερατούργημα «A.v.P.: Requiem»…

Για τον Σκοτ, παρόλα αυτά, δεν θα μπορούσα να πω το ίδιο. Όχι ότι το πρόβλημα της ταινίας βρίσκεται στη σκηνοθεσία βέβαια, κάθε άλλο, αφού καταφέρνει να ζωντανέψει σε μεγάλο βαθμό το άψυχο, “τεμπέλικο” σενάριο. Θα περίμενε κανείς όμως από τον άνθρωπο που ήταν υπεύθυνος για την πρώτη και καλύτερη ταινία της σειράς μικρότερο συμβιβασμό με τα κλισέ που, δυστυχώς, εδώ υπάρχουν σε αφθονία…

Βασικά λοιπόν το πρόβλημα του φιλμ είναι το σενάριο. Εκνευρι- στικά τυπικοί και αμέτρητες φορές αναμασημένοι, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, οι διάλογοι, «έτοι- μοι» οι χαρακτήρες, διόλου λίγες οι αυθαιρεσίες και επιτηδευμένοι οι (ψευτο)προβληματισμοί περί πίστης και ανθρώπινης ύπαρξης. Και σαν να μην έφταναν τα παραπάνω, ούτε και τις απα- ντήσεις που περιμένετε θα τις πάρετε, τελικά! Οι σεναριογράφοι προτίμησαν να τις αφήσουν ως εκκρεμότητες για την επόμενη ταινία…

Ας μην είμαι όμως άδικος. Για να πω την αλήθεια, το φιλμ δεν γίνεται πραγματικά απογοητευτικό παρά στο τελευταίο ημίωρό του, όπου παραδίνεται άνευ όρων στα χιλιοειδωμένα κλισέ του είδους. Όχι ότι μέχρι τότε δεν είναι αισθητές οι αδυναμίες του επίπεδου σεναρίου, αλλά δεν πολυενοχλούν, αφού ο σκηνοθέτης ομολογουμένως κατορθώνει πολλές φορές να καθηλώσει το θεατή και να τον κρατήσει στ’ αλήθεια καρφωμένο στο κάθισμά του…

Από το καστ, εκείνος που ξεχωρίζει δεν είναι άλλος από τον Μάικλ Φασμπέντερ που μπορεί να υποδύεται το ρομπότ-ανδροειδές του πληρώματος, είναι όμως ο μοναδικός χαρακτήρας με κάποια ανθρώπινη υπόσταση (!), ενώ ο Γκάι Πιρς είναι ειλικρινά αγνώριστος…

Βαθμολογία: 2.5/5

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Intouchables / Άθικτοι (2011)


Η πιο αισιόδοξη απάντηση στο «Η θάλασσα μέσα μου»… Οι «Άθικτοι», σίγουρα μία από τις καλύτερες ταινίες της μέχρι τώρα χρονιάς, προσφέρουν στιγμές από εκείνες που σε καθιστούν ανήμπορο να εμποδίσεις το πιο αυθόρμητο και πλατύ χαμόγελο να ζωγραφιστεί στο πρόσωπό σου. Ακαταμάχητα «ζεστή», αποκλείεται να μην σας αγγίξει (νομίζω πως, στους δυσχερείς καιρούς στους οποίους ζούμε, όλοι έχουμε ανάγκη από μία τέτοια δόση ομορφιάς), να μην σας προσφέρει αβίαστο γέλιο με το εμπνευσμένο χιούμορ της και να μην προκαλέσει την πιο αυθεντική και ευχάριστη συγκίνηση!

Οι εξαιρετικές, βαθιά ανθρώπινες ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (ιδίως του Francois Cluzet) είναι στ’ αλήθεια αξιοσημείωτες, ενώ πίσω δεν πάει και το πανέμορφο μουσικό θέμα που συνοδεύει πολλές σκηνές και που δεν θες να σταματήσεις να ακούς μόλις πέσουν οι τίτλοι τέλους!

Μία ταινία για το πώς μπορεί κανείς να διακρίνει την θετική πλευρά στην κάθε στιγμή, να εντοπίσει την πιο αισιόδοξη νότα στην πιο ζοφερή μελωδία. Αφεθείτε στην δύναμη των «Άθικτων» και γνωρίστε ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα της πιο ευαίσθητης όψης του κινηματογράφου…

Βαθμολογία: 4/5

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

El secreto de sus ojos / Το μυστικό στα μάτια της (2009)


Όπως ήταν λογικό, η βράβευση του Αργεντίνικου αυτού αστυνομικού δράματος με το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, στερώντας το από τη «Λευκή Κορδέλα» του Χάνεκε (όχι ότι η απόκτηση του Όσκαρ αποτελεί και καμία αληθινά ουσιαστική διάκριση βέβαια, κατά τη γνώμη μου) προκάλεσε πολλές αντιδράσεις, μιας και βρήκε την πλειοψηφία του κοινού αντίθετη. Παρόλα αυτά, κάτι τέτοιο δεν στερεί από το εξαιρετικό «El secreto de sus ojos» την μεγάλη αξία του…

Ο Χουάν Χοσέ Καμπανέλα επιδεικνύει (με την καλή έννοια) σκηνοθετική άποψη και δημιουργεί μία ταινία ιδιαίτερη, γεμάτη γοητευτικές αντιθέσεις: Είναι αργή, αλλά την ίδια στιγμή καθηλωτική, είναι πολύ σκληρή μα είναι και πανέμορφα τρυφερή, «παίζει» με το παρόν και το παρελθόν σαν δύο ευθείες παράλληλες και αφηγείται μία ιστορία μυστηρίου και μία άλλη -μάλλον δευτερεύουσα, όμως ακόμα μεγαλύτερης σημασίας- ανεκπλήρωτου έρωτα. 

Η ταινία του Καμπανέλα διατηρεί στην εικόνα της την σαγηνευτική ατμόσφαιρα και την εμφανώς προσεγμένη πλανοθεσία της και από πίσω υποθάλπει υποδειγματική ένταση –τόσο την ένταση που νιώθει ένας αστυνομικός κατά τη διάρκεια διαλεύκανσης ενός μυστηρίου δολοφονίας, όσο και την ένταση του ανομολόγητου έρωτα, αλλά και κάθε άλλου συναισθήματος που νιώθει οποιοσδήποτε άνθρωπος. Γιατί οι χαρακτήρες του φιλμ πάνω απ’ όλα είναι άνθρωποι… Υποστηρίζονται μάλιστα από ένα καστ εξαιρετικών ηθοποιών, με τον πρωταγωνιστή Ρικάρντο Νταρίν να ξεχωρίζει. Κι όλη αυτή η χθόνια ένταση αναδύεται μέσω αποκαλύψεων που πραγματοποιούνται προς το τέλος της ταινίας, είτε με τη μορφή αληθινά συγκινητικής τρυφερότητας, είτε σχεδόν σοκαριστικής φρίκης.

Ο Καμπανέλα προβληματίζει σχετικά με τη δικαιοσύνη και κυρίως σχετικά με τη ζωή: για τις ευκαιρίες που αξίζει να αρπάξεις, εκείνα για τα οποία αξίζει να πονέσεις, για όσα στο μέλλον θα πληρώσεις και για την αδυναμία του ανθρώπου να απαγκιστρωθεί από το παρελθόν του. Πάνω απ’ όλα όμως για το μεγάλο «Α» (αληθινά ευρηματικός και συγκινητικός συμβολισμός) το οποίο πρέπει πάντα να φροντίζουμε να μη λείπει από τη ζωή μας: την Αγάπη…

Βαθμολογία: 4/5