Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Never let me go / Μη μ' αφήσεις ποτέ (2010)

Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του γιαπωνέζου Kazuo Ishiguro, η υπόθε- ση του «Never let me go» θυμίζει έργο επιστημονικής φαντασίας. Αυτό από μόνο του καθιστά το όλο εγχείρημα ριψοκίνδυνο και παρεξηγήσιμο. Τελικά όμως, αν υπάρχει κάτι που κρατά την ταινία λίγο πίσω και δεν της επιτρέπει να ‘εκτοξευτεί’, είναι η κατ’ εμέ κάπως άτσαλη σεναριακή διασκευή του μυθιστορήματος.

Αντιθέτως, η σκηνοθεσία αποτελεί ένα αληθινό επίτευγμα, καθώς στοχεύει ακριβώς εκεί που πρέπει: στην ψυχή της ιστορίας. Αφήνει την μακάβρια βασική ιδέα να μιλήσει από μόνη της με τον δικό της τρόπο στον κάθε θεατή και εστιάζει με ευαισθησία στους τρεις πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες, στοιχειωμένους από την ματαιότητα της ίδιας της ύπαρξής τους, να αναζητούν μία αχτίδα ελπίδας. Αλληγορικός υπαρξιακός προβληματισμός και μια γλυκιά, απαλή κι όμως τόσο δυνατή μελαγχολία σε αγκαλιάζουν τρυφερά, καλώντας σε να πάρεις μέρος στην αναζήτηση αυτή. Οι τρεις πρωταγωνιστές αποτελούν πρόσωπα τραγικά, με ψυχές εγκλωβισμένες στην προκαθορισμένη τους μοίρα. Εκπληκτική, σπαρακτική η Carey Mulligan, κλέβει την παράσταση με την θλιμμένη έκφρασή της και το πανέμορφο, ραγισμένο της χαμόγελο… Πάρα πολύ καλοί και οι δύο συμπρωταγωνιστές της, ειδικά ο ταλαντούχος Andrew Garfield.
Η ταινία με συγκίνησε πάρα πολύ και εξακολουθώ, δύο μέρες μετά την παρα- κολούθησή της, να αισθάνομαι ψυχολογικά επηρεασμένος…

Βαθμολογία: 3.5/5

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

The adventures of Tintin: The secret of the Unicorn / Οι περιπέτειες του Τεντέν: Το μυστικό του Μονόκερου (2011)

Θα μπορούσε αλήθεια να φανταστεί κανείς πιο κατάλληλο άνθρωπο για να αναλάβει το σκη- νοθετικό τιμόνι στην κινηματογραφική μεταφορά του Τεντεν από τον Στίβεν Σπίλμπεργκ; Πόσο μάλλον αν συλλογιστούμε ότι, μετά τον πρώτο Ιντιάνα Τζόουνς, ο Σπίλμπεργκ και ο δημιουργός του Τεντεν, Hergé, υπήρξαν φαν ο ένας του άλλου…

Και όμως, το αποτέλεσμα της προσπάθειας τελικά αποδεικνύεται απογοητευτικό!

Ομολογουμένως, ο συνδυασμός της (εντυπωσιακά προσεγμένης) μοντέρνας τεχνικής του motion capture και του αρώματος νοσταλγίας που χαρα- κτηρίζει τον ήρωα είναι πολύ επιτυχημένος και απολαυστικός. Και το σύνολο της ταινίας είναι τουλάχιστον ευχάριστο.

Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό όμως, το φιλμ δεν μειώνει ποτέ ταχύτητα. Συνεπώς χαρακτηρίζεται από μία υπερκινητικότητα, που περισσότερο σε κουράζει, παρά σε καθηλώνει ή σε κάνει να έχεις οποιαδήποτε αγωνία.

Δυστυχώς οι αναλογίες μυστηρίου και δράσης δεν τηρούνται. Ο Σπίλμπεργκ μοιάζει να προσπαθεί να σου υπενθυμίζει κάθε τρεις και λίγο ότι υπάρχει και κάποιο μυστήριο πίσω από την ασταμάτητη περιπέτεια που σε κάνει να το ξεχάσεις. Δεν υπάρχει όμως ούτε κάποια έκπληξη για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του…

Η αθώα αφελής υπερβολή της ταινίας φυσικά κάνει τη δουλειά της, μιας και είναι πολύ διασκεδαστική.

Η κινηματογραφική μεταφορά του διάσημου κόμικ λοιπόν είναι σαφώς πολύ ευχάριστη και διασκεδαστική, αλλά, δεδομένου του -υπερβολικά- πολλά υποσχόμενου ονόματος ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ, αποδεικνύεται μάλλον «λίγη».

Ας ελπίσουμε ότι την επόμενη φορά, με σκηνοθέτη τον Πίτερ Τζάκσον, το αποτέλεσμα θα είναι πιο κοντά στις (πολύ μεγάλες) προσδοκίες μας…

Βαθμολογία: 2.5/5

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

GRINDHOUSE: Planet Terror (2007)

 
Το «Planet Terror», του Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ, είναι μία διασκεδαστικότατα απωθητική κινηματογραφική φάρσα, που τελικά όμως αποδεικνύεται ασύγκριτα κατώτερη από το «αδερφάκι» της, το «Death Proof» του Ταραντίνο. Στην αρχή της ταινίας είχα πραγματικά εντυπωσιαστεί, γιατί παρακο- λουθούσα ένα θέαμα κάκιστης ποιότητας, το οποίο έβρισκα καταπληκτικό! Αυτό το πανηγύρι αίματος, βίας, νοσηρότητας και αηδίας θα μπορούσε να σηματοδοτεί τον ορισμό της ένοχης απόλαυσης, γιατί πρέπει να ομολογήσω ότι ήταν… χάρμα οφθαλμών!

Όμως, όταν αυτό που φτιάχνεις δεν είναι παρά μία φάρσα, είναι δύσκολο να διατηρήσεις αφενός το ενδιαφέρον της και αφετέρου την ισορροπία των αναλογιών της μέχρι τέλους. Και από τη στιγμή που ο θεατής αρχίζει να μην είναι σίγουρος για το αν αυτό που παρακολουθεί είναι αστείο ή σοβαρό, η ταινία την χάνει τη μπάλα…

Κακές στην πλειοψηφία τους οι ερμηνείες και ο πρωταγωνιστής εκνευριστικός.

Βαθμολογία: 2/5

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

GRINDHOUSE: Death proof (2007)

Το πρώτο μέρος της διλογίας «Grindhouse» (το Grindhouse σινεμά χαρακτηριζόταν από exploitation ταινίες β’ διαλογής κατά τη δεκαετία του  1960 ως τις αρχές της δεκαετίας του ‘80) είναι ίσως η πιο ιδιαίτερη, όχι από άποψη θέματος, αλλά δομής και εξέλιξης, ταινία του ξεχωριστού Ταραντίνο. Αρχικά μας συστήνει μια «βρόμικη» κοριτσοπαρέα με χαρακτηριστικά καλά μελετημένα ώστε να μοιάζουν απευθείας βγαλμένα από b-movie τρόμου και πιο συγκεκριμένα είδους slasher. Η χαρακτηριστική κοριτσοπαρέα λοιπόν σε συνδυασμό με την ‘70s αισθητική και το πρόχειρο (υποτίθεται) μοντάζ βάζουν αμέσως τον θεατή σε κλίμα Grindhouse. Ένας υποβλητικός, γοητευτικός και ερμηνευτικά απολαυστικότατος Kurt Russel εμπλέκεται σταδιακά στην υπόθεση και σιγά σιγά αρχίσουμε να τον γνωρίζουμε καλύτερα, μέχρι που παίρνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο ο ίδιος – για λίγα λεπτά… Όσο παρακολουθούμε από τα μάτια του Ράσελ ωστόσο, η εικόνα είναι ασπρόμαυρη, πράγμα από το οποίο μπορεί καθένας να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα ή απλώς να το θεωρήσει ένα εικαστικό σκηνοθετικό εύρημα. Όπως και να ‘χει, είναι κι αυτό κάτι το ιδιαίτερο.

Και στη συνέχεια γνωρίζουμε μια δεύτερη τρελο-κοριτσοπαρέα και όλα μοιάζουν να ξεκινάνε από την αρχή (περίπου τέτοιες αλλαγές ως προς τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες έκανε και ο Χίτσκοκ)… Δε θα είναι διόλου περίεργο να παραξενευτείτε, να ξενερώσετε, να βαρεθείτε. Αλλά αυτή είναι η ιδιομορφία του φιλμ. Όση αγάπη κι αν δείχνει προς το Grindhouse σινεμά, άλλο τόσο το σατιρίζει (ξεκαρδιστικό το κλείσιμο!) και όσον αφορά τους θεατές ήταν απόλυτα φυσικό να διχάσει τις απόψεις τους: Η trashy αισθητική δεν σημαίνει ότι αναφέρεται στους φίλους των b-movies και η ακατάπαυστη φλυαρία (με προσεγμένα b-movie στοιχεία πάντα) του Ταραντίνο κούρασε μέχρι κι εμένα που είμαι φαν του.

Για να μην μακρηγορώ, συνολικά η ταινία είναι καλή. Απλά είναι εύκολα παρεξηγήσιμη και σίγουρα δε θα την εκτιμήσουν όλοι. Από ερμηνείες ‘κερδίζει’ με διαφορά ο Ράσελ, αλλά αυτή που ξεχωρίζει από το γυναικείο καστ είναι η κασκαντέρ Ζόι Μπελ υποδυόμενη δυναμικά τον εαυτό της. Μια φοβερή σκηνή τρακαρίσματος και μια ανατρεπτική καταδίωξη συμπληρώνουν έναν σινεφίλ χαβαλέ που ξεφεύγει από καθετί συνηθισμένο…

Βαθμολογία: 3/5

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

People I know / Οι άνθρωποι που ξέρω (2002)

Χωρίς να είναι κανένα περιπετειώδες και γεμάτο σασπένς θρίλερ, το «People I know» προωθεί υπογείως μία απίστευτη ένταση, χάρις τη ρεαλιστική του υπόσταση. Σε αυτό ποντάρει προφανώς και η ήπιων, αργών ρυθμών σκηνοθεσία του τηλεοπτικού Daniel Algrant.

Όλη η ουσία λοιπόν της ταινίας βρίσκεται στο γεγονός ότι απεικονίζει μια πραγματικότητα που οι περισσότεροι αγνοούμε, αλλά και δεν θέλουμε να γνωρίζουμε. «Το χειρότερο στη ζωή είναι να ξέρεις πολλά. Μείνε αφελής», συμβουλεύει χαρακτηριστικά ο Πατσίνο έναν ανερχόμενο ηθοποιό.

Το φιλμ ξεκινάει εισάγοντάς μας στο κλίμα που επικρατεί αν κοιτάξει κανείς πίσω από την επιφανειακή λάμψη της σόου μπιζ, αλλά επεκτείνει την προβληματική του, προβάλλοντας την υποκρισία και την διαφθορά των ανθρώπων της ‘εξουσίας’. Ο Πατσίνο σοκάρεται (και μαζί και ο θεατής, συνειδητοποιώντας πως όλα αυτά αποτελούν –ιδιαιτέρως επίπονες- αλήθειες), όταν ανακαλύπτει ότι «οι άνθρωποι που ξέρει» κρύβουν πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε να φανταστεί...

Διακρίνονται επίσης αρκετές ‘πινελιές’ ειρωνείας, που αποδεικνύονται εύστοχες.

Επιτυχημένη είναι και η παρουσίαση της ζωής του πρωταγωνιστή, παρηκμασμένου ατζέντη, σα μια ζωή πλέον ανούσια, κουραστική, αποπνικτική, φυλακισμένη σε φάρμακα και χάπια.

Βλέποντας το έργο καθαρά κινηματογραφικά, δεν πιστεύω πως θα χαραχτεί κάτι στη μνήμη του θεατή, θα έλεγα πως είναι μάλλον ‘φτωχό’. Πέρα από το φι- νάλε, δεν προσφέρονται ιδιαίτερες στιγμές έντασης, υπάρχουν ορισμένες μικρές σεναριακές ευκολίες και η ανάλυση χαρακτήρων δεν είναι ικανοποιητική. Ο Αλ Πατσίνο είναι καλός όπως πάντα (σε ένα ρόλο εξίσου κουρασμένο με εκείνον στο «Insomnia»!) και η Κιμ Μπάσιντζερ γλυκύτατη, αν και μάλλον διακοσμητική…

Όπως προαναφέρθηκε βέβαια, σκοπός της ταινίας δεν είναι να ψυχαγωγήσει ή να ανεβάσει την αδρεναλίνη του θεατή, αλλά να του προσφέρει τροφή για σκέψη. Προσωπικά με προβλημάτισε βαθιά… Και δεν είναι καθόλου αισιόδοξη…

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η ταινία σημείωσε εμπορική αποτυχία…

Βαθμολογία: 3/5

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Σπιρτόκουτο (2002)

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Οικονομίδη αποτελεί και μία από τις κορυφαίες στιγμές του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Ο Οικονομίδης παίρνει μερικούς ανθρώπους, τους κλείνει μέσα σε ένα σπίτι και τους βάζει να τσακώνονται. Όλοι με όλους, για οποιονδήποτε λόγο και αφορμή –ή και χωρίς λόγο-, δίχως όρια. Μία βαρετή μέρα του Αυγούστου με αποπνικτική ζέστη στον Κορυδαλλό είναι η αφορμή για να ξεσπάσει ένας πραγματικός λεκτικός πόλεμος, όπου ασταμάτητες προσβολές και απερίγραπτες βωμολοχίες εκσφενδονίζονται ανεξέλεγκτα, με απρόοπτα αποτελέσματα. Μέσα από αυτό το πανηγύρι ακούραστης υστερίας, ο Οικονομίδης κατορθώνει να κάνει μια καταπληκτική σάτιρα της σύγχρονης, άχρωμης μεσοαστικής κοινωνίας.

Η ταινία σου δίνει την αίσθηση ότι ο σκηνοθέτης τοποθέτησε μια κάμερα μέσα σε ένα σπίτι και τράβηξε αληθινούς τσακωμούς. Κι αυτό γιατί το φιλμ είναι απίστευτα ρεαλιστικό σε όλους τους τομείς του. Συχνά μπορεί να δει κανείς στην ταινία να αντικατοπτρίζεται και η δική του πραγματικότητα…

Εξαιρετικά προσεγμένοι οι διάλογοι (πάνω σε αυτούς στηρίζεται ολόκληρη η ταινία άλλωστε) και απολύτως καθημερινοί, συνηθισμένοι οι χαρακτήρες. Γι’ αυτό και μπορεί κανείς να ταυτιστεί με αυτούς, παρόλο που στην πλειοψηφία τους είναι και (ρεαλιστικά) αντιπαθητικοί…

Και φυσικά ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στους ηθοποιούς της ταινίας. Είναι αληθινά εντυπωσιακό να παρακολουθείς τόσο καλές ερμηνείες σε ελληνική ταινία. Όλοι οι ηθοποιοί παίζουν από αξιόλογα έως εξαιρετικά, με αποκορύφωμα τον συγκλονιστικό Ερρίκο Λίτση, στην πρώτη του μάλιστα κινηματογραφική εμφάνιση!

Βαθμολογία: 5/5