Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

The little prince / Ο μικρός πρίγκιπας (2015)

Σε έναν δυστοπικό (;) κόσμο βουτηγμένο στο γκρι, με κατοίκους-γρανάζια μιας πελώριας κοινωνίας-μηχανής παραγωγής χρημάτων για τους λίγους κι ισχυρούς, ένα κοριτσάκι δημιουργεί μια αντισυμβατική φιλία με έναν απροσάρμοστο/αχρείαστο σε αυτόν τον αυστηρό κοινωνικό μηχανισμό γέρο με καρδιά παιδιού. Ναι, κι όμως αυτή είναι η υπόθεση του «Μικρού Πρίγκιπα», της ταινίας που βασίζεται στο ομώνυμο παραμύθι του Antoine de Saint-Exupery. Αν δεν σας θυμίζει σε τίποτα την ιστορία που ξέρετε από παιδιά, έχετε απόλυτο δίκιο, κι αυτό είναι εξολοκλήρου ηθελημένο από την πλευρά των δημιουργών. Γιατί η ιδέα της κινηματογραφικής μεταφοράς (ιδίως σε εμπορικό ψηφιακό animation) του «Μικρού Πρίγκιπα», ενός αριστουργήματος-σημείου τομής στην παιδική μυθιστοριογραφία, αλλά ίσως και στην ίδια την παιδική ηλικία των τελευταίων γενεών, αποτελεί κίνηση εξαιρετικά παράτολμη κι αμφιλεγόμενη καλλιτεχνικά, αν όχι, οριακά, ασεβή. Και η δημιουργική ομάδα πίσω από το φιλμ φαίνεται να το γνώριζε καλά.

Γι’ αυτό και, εν τέλει, δεν έχουμε τόσο μια διασκευή του παραμυθιού, όσο, πολύ περισσότερο, έναν κινηματογραφικό φόρο τιμής σε αυτό. Στην κεντρική πλοκή παραμένουν μόνο ορισμένοι ήρωες του Saint-Exupery ως β’ ρόλοι, ενώ αποσπάσματα του παραμυθιού παρατίθενται ως διηγήσεις του γέρου (πια) Πιλότου. Αν και τα αποσπάσματα αυτά δίνονται συμπτυγμένα και απλουστευμένα, σαν ίσα-ίσα ένα ξεφύλλισμα του βιβλίου, είναι πιστά στον λόγο του Saint-Exupery, συχνά συγκινώντας με την πηγαία, αφοπλιστικά ρομαντική αθωότητά του ή ακόμα και με την απλή ανάμνηση του έργου του. Ο σεβασμός, όμως, της ταινίας προς τη χάρτινη προέλευσή της, εκφράζεται πάνω απ’ όλα μέσω της τεχνικής animation που χρησιμοποιεί. Στην κυρίαρχη ψηφιακή εικόνα της ιστορίας του κοριτσιού, τα αποσπάσματα του Μικρού Πρίγκιπα «απαντούν» με το πιο παραδοσιακό stop-motion animation, προσφέροντάς μας εικαστικά υπέροχες στιγμές, επίσης πιστές στα πρωτότυπα σκίτσα του Γάλλου συγγραφέα.

Κι αν ο σχετικά περιορισμένος χρόνος που δίνεται στο παραμύθι καθαυτό κάνει πιθανώς το φιλμ παρεξηγήσιμο, έρχεται μια αιφνιδιαστικά τολμηρή τρίτη πράξη να δικαιολογήσει κάθε δημιουργική επιλογή και να φανερώσει την αληθινή ουσία του εγχειρήματος. Παρότι εκτελεσμένο με την αναμενόμενη χολιγουντιανή ασφάλεια, το φινάλε τολμάει να προσγειωθεί ευθαρσώς στον μικρό πλανήτη του απρόβλεπτου και να αναδιατυπώσει με μοντέρνα ευστοχία όλα τα μηνύματα που ως τότε αντλούνταν κατά βάση από τη διαχρονική πρώτη ύλη.

Γνώστες και μη της πρωτότυπης ιστορίας, μικρά κα μεγάλα «παιδιά», αφήστε στην άκρη τυχόν περιοριστικές προσδοκίες και απολαύστε βαθιά αυτόν τον συγκινητικότατο φόρο τιμής στο αγέραστο παραμύθι του Antoine de Saint-Exupery και στην ουσία του να είσαι παιδί -ανεξαρτήτως ηλικίας.

Βαθμολογία: 3.5/5

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Love (2015)

Ο προβοκάτορας δημιουργός του περίφημου «Irreversible» επιστρέφει με την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του και ίσως τη μέχρι στιγμής πιο προκλητική του. Αφιερώνοντας σημαντικό μέρος της διάρκειάς του σε μεγάλες σε διάρκεια, απολύτως ωμές σκηνές αληθινού σεξ, το «Love» διηγείται μέσω χρονικά μπερδεμένων φλας-μπακ την ερωτική σχέση δύο νεαρών χαρακτήρων, με κάθε -σεξουαλική- λεπτομέρεια. Κι ενώ για μια ακόμα φορά (βλέπε «Ζωή της Αντέλ», «Nymphomaniac») θεατές σοκάρονται και κάνουν λόγο για πορνογραφία κι όλα τα σχετικά, το σεξ φαντάζει απολύτως ταιριαστό και πηγαίο σε μια ταινία με τον τίτλο «Love». Μια ταινία αφιερωμένη ολότελα στον έρωτα, πολλώ δε μάλλον έναν έρωτα με τη σωματική επαφή στον πυρήνα του. Όπως η ίδια η ταινία κάνει σαφές (με υπερβολικά προφανή αυτοαναφορικό τρόπο), επιδίωξή της είναι μια αισθαντική κινηματογραφική αποτύπωση του έρωτα και του σεξ ως την απόλυτη έκφρασή του. Επιτυγχάνοντας πράγματι τον ειλικρινή αυτόν στόχο του, το αισθητά προσωπικό, ημι-αυτοβιογραφικό πρότζεκτ του Gaspar Noe γκρεμίζει μια και καλή το κινηματογραφικό ταμπού της ακραίας ερωτικής απεικόνισης, αποδεικνύοντας πως, ναι, υπάρχει θέση για αυτήν στο κινηματογραφικό πανί -και, γιατί όχι, σε τρεις διαστάσεις.

Όπως και οι προηγούμενες ταινίες του Noe, έτσι κι η παρούσα είναι καθαρά ταινία σκηνοθεσίας. Και ο Noe είναι ένας ευφυής σκηνοθέτης. Η γνωστή του, αριστοτεχνικά ντελιριακή αισθητική, με τα «τριπάτα» χρωμάτα και τον ονειρικό ρυθμό είναι εδώ, χρησιμοποιώντας αυτήν τη φορά -υπέροχα- σταθερά πλάνα προς όφελος του υποδειγματικού (και ιδιαιτέρως χιουμοριστικού) 3D και γοητεύοντας εύκολα το πιστό κοινό του. Αυτήν τη φορά βέβαια, η σκηνοθετική μαεστρία του δεν είναι αρκετή για να καμουφλάρει την ήδη δεδομένη αδιαφορία του προς το σενάριο -αυτό του «Love» αποτελούταν κυριολεκτικά από εφτά σελίδες και οι διάλογοι προέκυψαν από αυτοσχεδιασμό- και ο σαθρός σεναριακός κορμός είναι παραπάνω από ευδιάκριτος. Ενώ λοιπόν η ταινία επικοινωνεί τη ρεαλιστική, όσο και λυρική αίσθηση μιας ερωτικής σχέσης και παρουσιάζει έναν εντελώς προσγειωμένο στην πραγματικότητα πρωταγωνιστή, στέκει άδεια και σχηματική, μην καταφέρνοντας να προσδώσει στοιχειωδώς βαθύτερο ενδιαφέρον σε χαρακτήρες και στόρι. Παρά τη φυσικότατη ερμηνεία του Karl Glusman, οι διάλογοι είναι ακραία απλοϊκοί (αν όχι παιδιάστικοι) και κατ’ ουσίαν διακοσμητικοί, ενώ τα αυτοαναφορικά αστειάκια παραμένουν απλώς «αστειάκια», δίχως καμία περεταίρω σημασία. Κι όλα αυτά θα καλύπτονταν αρκούντως από την υπνωτιστική αισθητική του σινεμά του Noe, αν η ταινία διαρκούσε μισή ώρα λιγότερο. Αν μη τι άλλο όμως, ο Αργεντίνος δημιουργός χαρακτηρίζεται κι από μια μεγαλομανία, η οποία ξεχειλώνει την ταινία του στα 130 λεπτά (δίχως καν να υπάρχει κορύφωση, φινάλε, ή και κάποια σαφής συνολική δομή), καθιστώντας εμφανές ότι δεν πρόκειται παρά για μια πανέμορφη, γοητευτικότατη φούσκα.

Ανέκαθεν όμως οι ταινίες του Gaspar Noe προσδιορίζονταν από τη σκοτεινά… πολύχρωμη αισθητική τους και η εκάστοτε σκηνοθετική οπτική δεν αποτελεί απλώς το περιτύλιγμα κάποιας ιστορίας, αλλά την ίδια την κινηματογραφική ουσία. Σίγουρα, το «Love» είναι λιγότερο «καλλιτεχνικό» απ’ όσο νομίζει, αλλά ο (ειλικρινής) στόχος του δεν είναι παρά να εκφράσει μια συγκεκριμένη, πέρα για πέρα αληθινή συναισθηματική κατάσταση, κάτι το οποίο επιτυγχάνει μεθυστικά. Και μπορεί να μην είναι ούτε «Ζωή της Αντέλ» ούτε «Nymphomaniac», αλλά τουλάχιστον ας αναγνωρίσουμε στον Noe το αξιοθαύμαστο πάθος του κινηματογραφικού σύμπαντός του, αλλά και το γεγονός ότι πλέον έχει αποδείξει πιο σαφώς από ποτέ πως η αισθησιακά ερωτική εικονογραφία μπορεί να είναι απολύτως κινηματογραφική. Κι αν επιμένετε να το χαρακτηρίζετε πορνογραφία, τότε ναι, ας μην κολλάμε στις λέξεις, η πορνογραφία μπορεί να είναι κινηματογραφική.

Βαθμολογία: 2.5/5