Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Swiss Army Man (2016)

 «Άνθρωπο-Ελβετικό σουγιά» χαρακτηρίζει το φιλμ των «Daniels» (Daniel Kwan και Daniel Scheinert) τον χαρακτήρα του Daniel (κι αυτός) Radcliffe, ένα ομιλούν… πτώμα που ξεβράζει η θάλασσα σε μια παραλία. Κι αυτό γιατί δεν αποτελεί μόνο καλή παρέα για τον απομονωμένο σε κάποιο ερημονήσι (πώς και γιατί, δεν τα μαθαίνουμε με ακρίβεια) Paul Dano, αλλά και ένα χρησιμότατο πολυεργαλείο, με λειτουργίες που περιλαμβάνουν από κλανιές-προπέλα στο νερό μέχρι χέρια που… ανάβουν φωτιές; Κάπως;

Φυσικά, η ταινία ξέρει πολύ καλά πόσο ηλίθιο ακούγεται το κόνσεπτ της. Ως οφείλει, ποντάρει σχεδόν ολοκληρωτικά στο παράλογο και χρησιμοποιεί την εκκεντρικότητά της άκρως ουσιαστικά. Δεν χωράει πολλή αμφιβολία πως τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν δεν λαμβάνει υπόψιν το ρεαλισμό ή, οριακά, δεν είναι καν αληθινό εντός του κόσμου της ταινίας. Βεβαίως, υπάρχουν στιγμές όπου οι δύο Daniel μπερδεύουν τα όρια μεταξύ σουρεαλισμού και απλής απόρριψης κάθε αληθοφάνειας (βλ. όταν εμπλέκονται χέρια που ανάβουν φωτιές), πιθανά θεωρώντας πως κάνουν κάτι πιο «κάφρικο» και αντισυμβατικό απ` ό,τι η ταινία τους είναι στ` αλήθεια. Κι αυτό συνιστά ένα αρκετά βασικό ελάττωμα του «Swiss Army Man», καθώς συχνά τείνει να παρεκτρέπεται για χάρη μιας αντισυμβατικότητας-προκλητικότητας (το υποβρύχιο φιλί), αστοχώντας ως προς την «πειραγμένη» εσωτερική του αλληγορία. Ταυτόχρονα, η σκηνοθεσία και το κατά τ` άλλα εμπνευσμένο soundtrack δεν ξεφεύγουν από το κυρίαρχο πνεύμα του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου, στερώντας από το φιλμ μια αληθινή αίσθηση διαφορετικού.

Έχοντας πει αυτά, ας επιστρέψουμε στο «ηλίθιο» κόνσεπτ της ταινίας και στην ευφυή αλληγορία που κρύβεται εντός του. Εκκινώντας από μια ταυτοχρόνως πραγματικά αστεία και πραγματικά ουσιώδη χρήση της… κλανιάς, όλα τα φαινομενικά βλακώδη, παράλογα ευρήματα του «Swiss Army Man» βρίσκονται στην υπηρεσία μιας ιδιαιτέρως ευαίσθητης ενδοσκόπησης. Η προκλητικότητά του οφείλεται στην κατάρριψη της πολιτικής ορθότητας που ο θεατής έχει μάθει να περιμένει από ένα κινηματογραφικό έργο, κατ` αναλογία με το «ζωντανό πτώμα» του Daniel Radcliffe το οποίο αγνοεί τους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς -καθώς και της λογικής. Μέσω αυτού του χαρακτήρα που ερμηνεύει θαυμάσια ο Radcliffe, το φιλμ αποπειράται μια αποδόμηση της ορθής κοινωνικής μας εικόνας, μια αμφισβήτηση των κοινωνικών πρέπει τα οποία καταδικάζει ως υποκριτικά και, ίσως, παράλογα. Σε μια τέτοια κοινωνία δεν χωράς αν δεν μπορείς να την κατανοήσεις. Γιατί τότε αδυνατεί κι αυτή να σε καταλάβει, σε απομονώνει και σε απορρίπτει ως, ας πούμε, «καθυστερημένο». Μέσα σε αυτήν την απομόνωση γεννιέται το «Swiss Army Man» και εν μέσω των παραπάνω κοινωνικών προβληματισμών διαμορφώνει μια γλυκόπικρη, εις βάθος σπουδή πάνω στη μοναξιά και στα πράγματα που κρατάμε σφραγισμένα εντός μας, είτε από φόβο και ανασφάλεια, είτε απλώς επειδή δεν είναι κοινωνικώς αποδεκτά. Από τους ανομολόγητους έρωτες και τις ψυχολογικές μας αδυναμίες μέχρι τις κλανιές.

Μέσα στην επώδυνη ενδοσκόπηση ενός «προβληματικού», κατά τα κοινωνικά προσχήματα, χαρακτήρα, το φαινομενικά χοντροκομμένο κόνσεπτ της ταινίας των δύο Daniel (Kwan και Scheinert) υπηρετεί πιστά μια ευαίσθητη αλληγορία πάνω στη μοναξιά και το παράλογο των κοινωνικών συμβάσεων. Εκτός από όταν προσπαθεί να γίνει πιο αναιδές απ` όσο μπορεί να αντέξει χωρίς να χάσει την ευστοχία του.

Βαθμολογία: 2.5/5

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

The neon demon (2016)

Είναι δύσκολο να διακρίνεις αν η έντονη ειρωνεία που διαπερνά την τελευταία ταινία του στιλάτου και διχαστικού Nicolas Winding Refn («Drive») είναι ηθελημένη ή όχι. Ο Δανός καταπιάνεται με τον κόσμο της μόδας και του modeling, καταδεικνύοντας και, ίσως, σατιρίζοντας τον αυτοκαταστροφικό ναρκισσισμό και την εμμονή με την ομορφιά και την εξωτερική εμφάνιση. Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα φιλμ με μεγαλειώδη έμφαση στην ομορφιά και στην «εξωτερική» του εμφάνιση, αγγίζοντας την επιτομή του κινηματογραφικού ναρκισσισμού (που, ναι, είναι αυτοκαταστροφικός). Συνειδητή ειρωνική αυτοαναφορικότητα ή αστοχία σε σημείο αυτοπαρωδίας, δεν κάνει καν κάποια διαφορά, αφού ακόμα και στην πρώτη περίπτωση, το πρόβλημα παραμένει: ελάχιστα πράγματα έχει να επιδείξει ο «Νέον Δαίμονας» πίσω από την εκθαμβωτική φωτογένειά του.

Αργός, ντελιριακός, φέρνοντας στο μυαλό το «Mullholand Drive» και τον Gaspar Noe και κλείνοντας το μάτι στον Stanley Kubrick και τον μυθολογικό Νάρκισσο, ο Refn χτίζει μια ελάχιστα πρωτότυπη ως κείμενο, αλλά κινηματογραφικά υπερφιλόδοξη καλλιτεχνική ταινία τρόμου, με εργαλεία εικόνες και σύμβολα -και το συνθεσάιζερ του Cliff Martinez. Στη σημειολογία της εντάσσει χρώματα, σχήματα, ζώα και μάτια, λέγοντας την ιστορία της σχεδόν περισσότερο μέσω αυτών παρά του ίδιου του σεναρίου. Μπορεί για τη νεαρή Jesse (Elle Fanning) οι αποχρώσεις του κόκκινου να εκφράζουν τον κίνδυνο, τα υπνωτιστικά τρίγωνα να αντιπροσωπεύουν τις αδηφάγους αντιπάλους της καθώς την περικυκλώνουν ή έναν ραγισμένο καθρέφτη που απεικονίζει διαφορετικές εκδοχές του εαυτού της. Μπορεί το φτηνό δωμάτιό της να είναι μια ζούγκλα που φιλοξενεί σαρκοβόρα ζώα, εκείνα που αφήνουμε οι ίδιοι να εισβάλλουν στο χώρο μας ξεχνώντας τη μπαλκονόπορτα ανοιχτή ή εκείνα που οπτικοποιούμε με τη φαντασία μας κρυμμένοι πίσω από τους θάμνους. Μπορεί τα πεινασμένα λιοντάρια να είναι οι εχθροί μας ή μπορεί και να βρίσκονται μέσα μας. Όλοι αυτοί οι συμβολισμοί μπορούν να γίνουν άκρως ενδιαφέροντες, εάν οδηγούν, τελικά, κάπου. Άλλοτε απλοϊκοί και προφανείς κι άλλοτε υπερβολικά διφορούμενοι, εδώ στέκονται απλώς σαν πομπώδη τεκμήρια μιας «σοφιστικέ» αφήγησης. Ενός διανοουμενίστικου περιβλήματος μιας προφανούς ιστορίας, που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ειπωθεί με τον πιο συμβατικό τρόπο και να λέει τα ίδια ακριβώς πράγματα. Λειτουργούν δηλαδή απλώς σαν μια εναλλακτική μορφή storytelling κι όχι σαν εκφραστές κάποιας βαθύτερης ουσίας. Άνευ λόγου υπερ-«κουλτούρα» και καλλιτεχνική σοβαροφάνεια.

Κατά τ` άλλα, αυτή η λογική της αφαιρετικής, συμβολικής αφήγησης θα μπορούσε να ειδωθεί ως μια ενδιαφέρουσα άσκηση φόρμας, αν το φιλμ δεν αποτελούσε παράδειγμα αληθινά κακού σεναρίου. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τον χαρακτήρα της -ομολογουμένως εξαιρετικής- 16χρονης (!) Elle Fanning, η σεναριακή ανάπτυξη του οποίου είναι απίστευτα άτσαλη και τελικά αδιέξοδη: μια αυθαίρετη τροπή του χαρακτήρα γύρω στα μισά (το μπλε γίνεται κόκκινο, βλέπετε) αφενός τον αφήνει ανεξερεύνητο και ημιδουλεμένο κι αφετέρου δεν επηρεάζει καν την έκβαση του στόρι.

Καθώς η απαστράπτουσα οπτικοακουστική γοητεία του «Νέον Δαίμονα» ξεφουσκώνει κάτω από τις αφηγηματικές αδυναμίες του και τον ασυγκράτητο αυτοθαυμασμό του ως έργο Τέχνης, αντιλαμβανόμαστε πως η πραγματική ενσάρκωση του Νάρκισσου, που ερωτεύτηκε το είδωλό του στο νερό και πνίγηκε, δεν είναι η νεαρή πρωταγωνίστρια Jesse. Είναι το ίδιο το φιλμ.

Βαθμολογία: 1.5/5