Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Die welle / Το κύμα (2008)

Το «Κύμα» είναι βασισμένο σε αληθινό πεί- ραμα που πραγματοποιήθηκε σε ένα σχολείο της Καλιφόρνια το 1967 και ονομάστηκε «το Τρίτο Κύμα». Το πείραμα διήρκεσε μονάχα μία βδομάδα και αποσκοπούσε στο να αποδείξει πως τα αίτια του φασισμού παραμονεύουν ακόμη και σε καθαρά δημοκρατικές κοινωνίες. Και σίγουρα το κατόρθωσε, μιας και τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακότατα –μέσα σε τέσσερις μόλις ημέρες, το πείραμα άρχισε να ξεφεύγει από τον έλεγχο του υπεύθυνου καθηγητή, που αναγκάστηκε να το τερματίσει.

Ωστόσο, παρόλο που η ταινία αφηγείται, σε γενικές γραμμές τουλάχιστον, αληθινά γεγονότα, δεν καταφέρνει να πείσει το θεατή πως προσπαθεί με σοβαρότητα να υποστηρίξει τα αναμφιβόλως ενδιαφέροντα νοήματά της. Το γεγονός αυτό οφείλεται στην απολύτως επιφανειακή αντιμετώπιση ενός τόσο σοβαρού θέματος όπως η γέννηση ενός φασιστικού καθεστώτος.

Από τη μία πλευρά, το φιλμ κάνει φανερό πως ουσιαστικός λόγος για τον οποίο οι νεαροί πρωταγωνιστές αισθάνονται την ανάγκη να γίνουν μέλη ενός τέτοιου κινήματος δεν υπάρχει, παρά ωθούνται από προσωπικά προβλήματα, λόγω των αδύναμων χαρακτήρων τους ή της ανάγκης για κάποιου είδους προσωπική ολοκλήρωση. Αντίθετα, χαρακτήρες που διαθέτουν ένα δυναμικό εγώ, είναι ικανοί να προβάλλουν την αντίρρησή τους προς το κίνημα και να αντισταθούν στην επιρροή.

Από την άλλη πλευρά όμως, όλα τα παραπάνω δεν είναι αρκετά ώστε να πείσουν το θεατή πώς είναι δυνατόν τόσοι πολλοί μαθητές να γίνονται τόσο φα- νατικοί ακόλουθοι του Κύματος, και μάλιστα στη διάρκεια μόλις τριών - τεσσάρων ημερών, πράγ- μα που καταδικάζει το φιλμ σε τρανταχτές υπερβολές και αφέ- λειες.

Αν και υπήρχαν σαφώς καλοπροαίρετες λοιπόν προθέσεις και το θέμα που καλείται ο νεαρός σκηνοθέτης να υποστηρίξει είναι τουλάχιστον φιλόδοξο, η ταινία χάνει την ευκαιρία της να σημαδέψει με τα εύστοχα και διαχρονικά της μηνύματα το νεανικό κυρίως κοινό, μιας και είναι απογοητευτικά επιφανειακή. Καμία διείσδυση δεν παρατηρείται σε κίνητρα και ερεθίσματα των μαθητών, με αποτέλεσμα οι πράξεις τους και οι εξελίξεις του έργου να παραμένουν μετέωρες σε ένα κενό, προχειρογραμμένο σενάριο, με ένα φινάλε σίγουρα ενδιαφέρον, αλλά την ίδια στιγμή δραματουργικά υπερβολικό.

Βαθμολογία: 2/5

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Saw / Σε βλέπω (2004)

Ο James Wan το 2004 έκανε το κινηματογρα- φικό του ντεμπούτο, διασκευάζοντας μια μικρού μήκους ταινία του σε ένα ομώνυμο μεγάλου μήκους έργο που δίχασε, συζητήθηκε, αποτέ- λεσε σταθμό στις σημερινές ταινίες τρόμου και ακολουθήθηκε από μια σειρά κακών σίκουελ χωρίς κανέναν λόγο ύπαρξης.

Το έργο του Wan θα μπορούσε να αποτελεί ένα εναλλακτικό «Seven» αλλά η φτωχή παραγωγή του δεν του το επέτρεψε. Προοριζόταν κατευθείαν για DVD και το χαμηλό του μπάτζετ μπορείς να το αισθανθείς. Ο Leigh Whannel, πρωταγωνιστής και στην μικρού μήκους ταινία του 2003, μπορεί να τα πηγαίνει αρκετά καλά στο σενάριο, μα ως ηθοποιός έχει τα μαύρα του τα χάλια… Όσο κακές ερμηνείες κι αν έχει το έργο γενικότερα, ο Whannel ξεχωρίζει σε βαθμό κακουργήματος, αφού είναι τόσο εκτός τόπου και χρόνου που προκαλεί έως και γέλια!

Όσο κι αν οι ερμηνείες και τα υπόλοιπα μικροπροβλήματα βέβαια μειώνουν την ταινία, αυτή καταφέρνει επάξια να σταθεί δυναμικά πάνω στα γερά θεμέλια που της έχει θέσει το στιβαρό, πανέξυπνο στόρι της. Πολλοί έσπευσαν να κατηγορήσουν τους δημιουργούς Wan και Whannel για την σαδιστική λογική και την ωμότητα του «Saw». Τόσο βίαιο πια δεν είναι, μην τρελαθούμε, απλά όντως το γεγονός ότι και ο ίδιος ο θεατής καλείται να μπει στην θέση των πρωταγωνιστών και να πάρει μέρος στο σαδιστικό παιχνίδι ενός ‘σοφού’ δολοφόνου φαντάζει μάλλον σοκαριστικό. Όπως και στο μικρού μήκους «Saw», πάντως, οι δημιουργοί επιχειρούν να δικαιολογήσουν την βία που προβάλλουν με έναν πολύ φιλόδοξο, αλλά και αληθινά ενδιαφέρον στοχασμό πάνω στην ίδια την αξία της ζωής…

Η απολύτως απρόβλεπτη ανατροπή στο τέλος δεν ήταν παρά το κερασάκι στην τούρτα ώστε να γίνει το «Saw» ένα μικρό cult διαμαντάκι…

Βαθμολογία: 3/5

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Ακαδημία Πλάτωνος (2009)

Ευρηματική, «σοβαρή» κωμωδία που τολμά να αναφερθεί σε ένα πολύ επίκαιρο θέμα, αυτό της ξενοφοβίας, που «καίει» πολλούς Έλληνες σήμερα. Πρωταγωνιστές είναι τέσσερις ψιλικατζήδες «Ελληναράδες» που όλη μέρα αράζουν έξω από το μαγαζί του ενός από αυτούς, παρακολουθώντας και σχολιάζοντας Κινέζους και Αλβανούς της περιοχής που, αντιθέτως από τους ίδιους, δουλεύουν αδιάκοπα. Όταν ο ένας από τους τέσσερις φίλους αποδειχθεί εκ γενετής… Αλβανός, στη ζωή του θα έρθουν τα πάνω κάτω.

Ο Φίλιππος Τσίτος σκηνοθετεί με μία απλότητα που συνδυάζει καθημερινό ρεαλισμό με σουρεαλιστικές πινελιές και κοινωνικό-σατιρικό δράμα με καθαρή κωμωδία. Κατά τη γνώμη μου, χειρίζεται το θέμα του πάρα πολύ καλά και δεν αποκλίνει ποτέ από αυτό -η μερική «ανατροπή» που επιφυλάσσει το τέλος, υπό άλλες συνθήκες, θα αλλοίωνε το κεντρικό νόημα, όμως ο Τσίτος κρατά σταθερά το τιμόνι…

Όσο για το εσωτερικό του χιούμορ, μπορεί να μη σε κάνει ποτέ να γελάσεις, εντούτοις, αν το καλοσκεφτείς, είναι πράγματι αστείο!

Ειδική αναφορά στον Αντώνη Καφετζόπουλο, που είναι απλά εξαιρετικός και κρατά όλη την ταινία στο ‘εσωτερικό’ βλέμμα του, ένα βλέμμα κουρασμένο, απογοητευμένο, μπερδεμένο και, εν τέλει, ένα βλέμμα όλο νόημα… Για την ερμηνεία του βραβεύτηκε στο φεστιβάλ του Λοκάρνο.

Βαθμολογία: 4/5

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Wasted youth (2011)



Αντλώντας έμπνευση από την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος («Bank Bang») και ο Γερμανός Γιαν Φόγκελ συνθέτουν ένα ρεαλιστικό πορτρέτο της Αθήνας του σήμερα. Παρατηρώντας την πόλη από δύο διαφο- ρετικές, αλλά χαρακτηριστικές οπτικές γωνίες, αυτήν του δεκαεξάρη σκεϊτά, ανεξάρτητου και αντιδραστικού εφήβου και εκείνη ενός κατα- θλιπτικού αστυνομικού σε κρίση μέσης ηλικίας, ο θεατής αποκλείεται να μην διακρίνει στην ταινία κομμάτια από τη δική του ζωή και εμπειρία.

Το σενάριο περιγράφει μία ημέρα στις ζωές των δύο ανθρώπων, οι οποίες θα διασταυρωθούν με τρόπο εξαρχής δεδομένο, λόγω του γνωστού σε όλους συμβάντος με τον Γρηγορόπουλο. Αυτό αφαιρεί την δύναμη του αιφνιδιασμού από το φινάλε και ίσως το κάνει να μοιάζει ‘ξεπεταγμένο’, αφού θα περίμενε κανείς να συγκλονιστεί περισσότερο από μία κορύφωση σαν κι αυτή. Παρόλα αυτά, δεν του αφαιρεί ένα άλλο γερό χαρτί: αυτό της ρεαλιστικής του υπόστασης.

Οι διάλογοι είναι φανερά προσεγμένοι, έτσι ώστε να μοιάζουν, στην πλειοψηφία τους, όσο το δυνατόν πιο αληθινοί και η χρήση της slang γλώσσας των εφήβων είναι γενικά πολύ εύστοχη. Η αλήθεια είναι ότι σε στιγμές μοιάζει αρκετά ‘στημένη’, ωστόσο αν παρατηρήσει κανείς αληθινές συζητήσεις εφήβων τέτοιου είδους, θα διαπιστώσει σίγουρα πως ακούγονται εξίσου ψεύτικες... O διάλογος πατέρα-γιου είναι ο μόνος που στερείται ρεαλισμού, πράγμα που όμως ελάχιστα ενοχλεί και προσπερνιέται αμέσως.

Οι ερμηνείες είναι αξιόλογες και ιδιαίτερα αυτή του μεσήλικα αστυνομικού, ενώ κάνει μία cameo εμφάνιση ο Γιάννης Οικονομίδης (σκηνοθέτης του Σπιρτό- κουτου και του περσινού Μαχαιροβγάλτη).

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, το «Wasted youth» αποτελεί μία προσπάθεια που αληθινά αξίζει να ειδωθεί, γιατί είναι τόσο κοντά στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα  που δεν μπορεί να μην σε αγγίξει, με την λιτότητα, την ειλικρίνεια και τον καίριο χαρακτήρα της ίσως ακόμα και να σημαδεύουν (γιατί όχι;) τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο.

Βαθμολογία: 3.5/5

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Never let me go / Μη μ' αφήσεις ποτέ (2010)

Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του γιαπωνέζου Kazuo Ishiguro, η υπόθε- ση του «Never let me go» θυμίζει έργο επιστημονικής φαντασίας. Αυτό από μόνο του καθιστά το όλο εγχείρημα ριψοκίνδυνο και παρεξηγήσιμο. Τελικά όμως, αν υπάρχει κάτι που κρατά την ταινία λίγο πίσω και δεν της επιτρέπει να ‘εκτοξευτεί’, είναι η κατ’ εμέ κάπως άτσαλη σεναριακή διασκευή του μυθιστορήματος.

Αντιθέτως, η σκηνοθεσία αποτελεί ένα αληθινό επίτευγμα, καθώς στοχεύει ακριβώς εκεί που πρέπει: στην ψυχή της ιστορίας. Αφήνει την μακάβρια βασική ιδέα να μιλήσει από μόνη της με τον δικό της τρόπο στον κάθε θεατή και εστιάζει με ευαισθησία στους τρεις πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες, στοιχειωμένους από την ματαιότητα της ίδιας της ύπαρξής τους, να αναζητούν μία αχτίδα ελπίδας. Αλληγορικός υπαρξιακός προβληματισμός και μια γλυκιά, απαλή κι όμως τόσο δυνατή μελαγχολία σε αγκαλιάζουν τρυφερά, καλώντας σε να πάρεις μέρος στην αναζήτηση αυτή. Οι τρεις πρωταγωνιστές αποτελούν πρόσωπα τραγικά, με ψυχές εγκλωβισμένες στην προκαθορισμένη τους μοίρα. Εκπληκτική, σπαρακτική η Carey Mulligan, κλέβει την παράσταση με την θλιμμένη έκφρασή της και το πανέμορφο, ραγισμένο της χαμόγελο… Πάρα πολύ καλοί και οι δύο συμπρωταγωνιστές της, ειδικά ο ταλαντούχος Andrew Garfield.
Η ταινία με συγκίνησε πάρα πολύ και εξακολουθώ, δύο μέρες μετά την παρα- κολούθησή της, να αισθάνομαι ψυχολογικά επηρεασμένος…

Βαθμολογία: 3.5/5

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

The adventures of Tintin: The secret of the Unicorn / Οι περιπέτειες του Τεντέν: Το μυστικό του Μονόκερου (2011)

Θα μπορούσε αλήθεια να φανταστεί κανείς πιο κατάλληλο άνθρωπο για να αναλάβει το σκη- νοθετικό τιμόνι στην κινηματογραφική μεταφορά του Τεντεν από τον Στίβεν Σπίλμπεργκ; Πόσο μάλλον αν συλλογιστούμε ότι, μετά τον πρώτο Ιντιάνα Τζόουνς, ο Σπίλμπεργκ και ο δημιουργός του Τεντεν, Hergé, υπήρξαν φαν ο ένας του άλλου…

Και όμως, το αποτέλεσμα της προσπάθειας τελικά αποδεικνύεται απογοητευτικό!

Ομολογουμένως, ο συνδυασμός της (εντυπωσιακά προσεγμένης) μοντέρνας τεχνικής του motion capture και του αρώματος νοσταλγίας που χαρα- κτηρίζει τον ήρωα είναι πολύ επιτυχημένος και απολαυστικός. Και το σύνολο της ταινίας είναι τουλάχιστον ευχάριστο.

Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό όμως, το φιλμ δεν μειώνει ποτέ ταχύτητα. Συνεπώς χαρακτηρίζεται από μία υπερκινητικότητα, που περισσότερο σε κουράζει, παρά σε καθηλώνει ή σε κάνει να έχεις οποιαδήποτε αγωνία.

Δυστυχώς οι αναλογίες μυστηρίου και δράσης δεν τηρούνται. Ο Σπίλμπεργκ μοιάζει να προσπαθεί να σου υπενθυμίζει κάθε τρεις και λίγο ότι υπάρχει και κάποιο μυστήριο πίσω από την ασταμάτητη περιπέτεια που σε κάνει να το ξεχάσεις. Δεν υπάρχει όμως ούτε κάποια έκπληξη για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του…

Η αθώα αφελής υπερβολή της ταινίας φυσικά κάνει τη δουλειά της, μιας και είναι πολύ διασκεδαστική.

Η κινηματογραφική μεταφορά του διάσημου κόμικ λοιπόν είναι σαφώς πολύ ευχάριστη και διασκεδαστική, αλλά, δεδομένου του -υπερβολικά- πολλά υποσχόμενου ονόματος ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ, αποδεικνύεται μάλλον «λίγη».

Ας ελπίσουμε ότι την επόμενη φορά, με σκηνοθέτη τον Πίτερ Τζάκσον, το αποτέλεσμα θα είναι πιο κοντά στις (πολύ μεγάλες) προσδοκίες μας…

Βαθμολογία: 2.5/5

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

GRINDHOUSE: Planet Terror (2007)

 
Το «Planet Terror», του Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ, είναι μία διασκεδαστικότατα απωθητική κινηματογραφική φάρσα, που τελικά όμως αποδεικνύεται ασύγκριτα κατώτερη από το «αδερφάκι» της, το «Death Proof» του Ταραντίνο. Στην αρχή της ταινίας είχα πραγματικά εντυπωσιαστεί, γιατί παρακο- λουθούσα ένα θέαμα κάκιστης ποιότητας, το οποίο έβρισκα καταπληκτικό! Αυτό το πανηγύρι αίματος, βίας, νοσηρότητας και αηδίας θα μπορούσε να σηματοδοτεί τον ορισμό της ένοχης απόλαυσης, γιατί πρέπει να ομολογήσω ότι ήταν… χάρμα οφθαλμών!

Όμως, όταν αυτό που φτιάχνεις δεν είναι παρά μία φάρσα, είναι δύσκολο να διατηρήσεις αφενός το ενδιαφέρον της και αφετέρου την ισορροπία των αναλογιών της μέχρι τέλους. Και από τη στιγμή που ο θεατής αρχίζει να μην είναι σίγουρος για το αν αυτό που παρακολουθεί είναι αστείο ή σοβαρό, η ταινία την χάνει τη μπάλα…

Κακές στην πλειοψηφία τους οι ερμηνείες και ο πρωταγωνιστής εκνευριστικός.

Βαθμολογία: 2/5

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

GRINDHOUSE: Death proof (2007)

Το πρώτο μέρος της διλογίας «Grindhouse» (το Grindhouse σινεμά χαρακτηριζόταν από exploitation ταινίες β’ διαλογής κατά τη δεκαετία του  1960 ως τις αρχές της δεκαετίας του ‘80) είναι ίσως η πιο ιδιαίτερη, όχι από άποψη θέματος, αλλά δομής και εξέλιξης, ταινία του ξεχωριστού Ταραντίνο. Αρχικά μας συστήνει μια «βρόμικη» κοριτσοπαρέα με χαρακτηριστικά καλά μελετημένα ώστε να μοιάζουν απευθείας βγαλμένα από b-movie τρόμου και πιο συγκεκριμένα είδους slasher. Η χαρακτηριστική κοριτσοπαρέα λοιπόν σε συνδυασμό με την ‘70s αισθητική και το πρόχειρο (υποτίθεται) μοντάζ βάζουν αμέσως τον θεατή σε κλίμα Grindhouse. Ένας υποβλητικός, γοητευτικός και ερμηνευτικά απολαυστικότατος Kurt Russel εμπλέκεται σταδιακά στην υπόθεση και σιγά σιγά αρχίσουμε να τον γνωρίζουμε καλύτερα, μέχρι που παίρνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο ο ίδιος – για λίγα λεπτά… Όσο παρακολουθούμε από τα μάτια του Ράσελ ωστόσο, η εικόνα είναι ασπρόμαυρη, πράγμα από το οποίο μπορεί καθένας να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα ή απλώς να το θεωρήσει ένα εικαστικό σκηνοθετικό εύρημα. Όπως και να ‘χει, είναι κι αυτό κάτι το ιδιαίτερο.

Και στη συνέχεια γνωρίζουμε μια δεύτερη τρελο-κοριτσοπαρέα και όλα μοιάζουν να ξεκινάνε από την αρχή (περίπου τέτοιες αλλαγές ως προς τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες έκανε και ο Χίτσκοκ)… Δε θα είναι διόλου περίεργο να παραξενευτείτε, να ξενερώσετε, να βαρεθείτε. Αλλά αυτή είναι η ιδιομορφία του φιλμ. Όση αγάπη κι αν δείχνει προς το Grindhouse σινεμά, άλλο τόσο το σατιρίζει (ξεκαρδιστικό το κλείσιμο!) και όσον αφορά τους θεατές ήταν απόλυτα φυσικό να διχάσει τις απόψεις τους: Η trashy αισθητική δεν σημαίνει ότι αναφέρεται στους φίλους των b-movies και η ακατάπαυστη φλυαρία (με προσεγμένα b-movie στοιχεία πάντα) του Ταραντίνο κούρασε μέχρι κι εμένα που είμαι φαν του.

Για να μην μακρηγορώ, συνολικά η ταινία είναι καλή. Απλά είναι εύκολα παρεξηγήσιμη και σίγουρα δε θα την εκτιμήσουν όλοι. Από ερμηνείες ‘κερδίζει’ με διαφορά ο Ράσελ, αλλά αυτή που ξεχωρίζει από το γυναικείο καστ είναι η κασκαντέρ Ζόι Μπελ υποδυόμενη δυναμικά τον εαυτό της. Μια φοβερή σκηνή τρακαρίσματος και μια ανατρεπτική καταδίωξη συμπληρώνουν έναν σινεφίλ χαβαλέ που ξεφεύγει από καθετί συνηθισμένο…

Βαθμολογία: 3/5

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

People I know / Οι άνθρωποι που ξέρω (2002)

Χωρίς να είναι κανένα περιπετειώδες και γεμάτο σασπένς θρίλερ, το «People I know» προωθεί υπογείως μία απίστευτη ένταση, χάρις τη ρεαλιστική του υπόσταση. Σε αυτό ποντάρει προφανώς και η ήπιων, αργών ρυθμών σκηνοθεσία του τηλεοπτικού Daniel Algrant.

Όλη η ουσία λοιπόν της ταινίας βρίσκεται στο γεγονός ότι απεικονίζει μια πραγματικότητα που οι περισσότεροι αγνοούμε, αλλά και δεν θέλουμε να γνωρίζουμε. «Το χειρότερο στη ζωή είναι να ξέρεις πολλά. Μείνε αφελής», συμβουλεύει χαρακτηριστικά ο Πατσίνο έναν ανερχόμενο ηθοποιό.

Το φιλμ ξεκινάει εισάγοντάς μας στο κλίμα που επικρατεί αν κοιτάξει κανείς πίσω από την επιφανειακή λάμψη της σόου μπιζ, αλλά επεκτείνει την προβληματική του, προβάλλοντας την υποκρισία και την διαφθορά των ανθρώπων της ‘εξουσίας’. Ο Πατσίνο σοκάρεται (και μαζί και ο θεατής, συνειδητοποιώντας πως όλα αυτά αποτελούν –ιδιαιτέρως επίπονες- αλήθειες), όταν ανακαλύπτει ότι «οι άνθρωποι που ξέρει» κρύβουν πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε να φανταστεί...

Διακρίνονται επίσης αρκετές ‘πινελιές’ ειρωνείας, που αποδεικνύονται εύστοχες.

Επιτυχημένη είναι και η παρουσίαση της ζωής του πρωταγωνιστή, παρηκμασμένου ατζέντη, σα μια ζωή πλέον ανούσια, κουραστική, αποπνικτική, φυλακισμένη σε φάρμακα και χάπια.

Βλέποντας το έργο καθαρά κινηματογραφικά, δεν πιστεύω πως θα χαραχτεί κάτι στη μνήμη του θεατή, θα έλεγα πως είναι μάλλον ‘φτωχό’. Πέρα από το φι- νάλε, δεν προσφέρονται ιδιαίτερες στιγμές έντασης, υπάρχουν ορισμένες μικρές σεναριακές ευκολίες και η ανάλυση χαρακτήρων δεν είναι ικανοποιητική. Ο Αλ Πατσίνο είναι καλός όπως πάντα (σε ένα ρόλο εξίσου κουρασμένο με εκείνον στο «Insomnia»!) και η Κιμ Μπάσιντζερ γλυκύτατη, αν και μάλλον διακοσμητική…

Όπως προαναφέρθηκε βέβαια, σκοπός της ταινίας δεν είναι να ψυχαγωγήσει ή να ανεβάσει την αδρεναλίνη του θεατή, αλλά να του προσφέρει τροφή για σκέψη. Προσωπικά με προβλημάτισε βαθιά… Και δεν είναι καθόλου αισιόδοξη…

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η ταινία σημείωσε εμπορική αποτυχία…

Βαθμολογία: 3/5

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Σπιρτόκουτο (2002)

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Οικονομίδη αποτελεί και μία από τις κορυφαίες στιγμές του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Ο Οικονομίδης παίρνει μερικούς ανθρώπους, τους κλείνει μέσα σε ένα σπίτι και τους βάζει να τσακώνονται. Όλοι με όλους, για οποιονδήποτε λόγο και αφορμή –ή και χωρίς λόγο-, δίχως όρια. Μία βαρετή μέρα του Αυγούστου με αποπνικτική ζέστη στον Κορυδαλλό είναι η αφορμή για να ξεσπάσει ένας πραγματικός λεκτικός πόλεμος, όπου ασταμάτητες προσβολές και απερίγραπτες βωμολοχίες εκσφενδονίζονται ανεξέλεγκτα, με απρόοπτα αποτελέσματα. Μέσα από αυτό το πανηγύρι ακούραστης υστερίας, ο Οικονομίδης κατορθώνει να κάνει μια καταπληκτική σάτιρα της σύγχρονης, άχρωμης μεσοαστικής κοινωνίας.

Η ταινία σου δίνει την αίσθηση ότι ο σκηνοθέτης τοποθέτησε μια κάμερα μέσα σε ένα σπίτι και τράβηξε αληθινούς τσακωμούς. Κι αυτό γιατί το φιλμ είναι απίστευτα ρεαλιστικό σε όλους τους τομείς του. Συχνά μπορεί να δει κανείς στην ταινία να αντικατοπτρίζεται και η δική του πραγματικότητα…

Εξαιρετικά προσεγμένοι οι διάλογοι (πάνω σε αυτούς στηρίζεται ολόκληρη η ταινία άλλωστε) και απολύτως καθημερινοί, συνηθισμένοι οι χαρακτήρες. Γι’ αυτό και μπορεί κανείς να ταυτιστεί με αυτούς, παρόλο που στην πλειοψηφία τους είναι και (ρεαλιστικά) αντιπαθητικοί…

Και φυσικά ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στους ηθοποιούς της ταινίας. Είναι αληθινά εντυπωσιακό να παρακολουθείς τόσο καλές ερμηνείες σε ελληνική ταινία. Όλοι οι ηθοποιοί παίζουν από αξιόλογα έως εξαιρετικά, με αποκορύφωμα τον συγκλονιστικό Ερρίκο Λίτση, στην πρώτη του μάλιστα κινηματογραφική εμφάνιση!

Βαθμολογία: 5/5

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

The good shepherd / Ο καθοδηγητής (2006)

Μια ταινία με τον Ματ Ντέιμον και την Αντζελίνα Τζολί στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, τους Τζον Τορτούρο, Άλεκ Μπόλντουιν , Ρόμπερτ Ντε Νίρο και την χαρακτηριστική ερμηνεία του Μάικλ Γκάμπον σε δεύτερους και τον Ντε Νίρο να υπογράφει και τη σκηνοθεσία σίγουρα δεν περνάει απαρατήρητη. Πράγματι, οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές και η σκηνοθεσία συχνά εμπνευσμένη και αυτός είναι ο λόγος που η ταινία δεν γίνεται υπερβολικά κουραστική και το ενδιαφέρον δε χάνεται εντελώς στην τεράστια διάρκειά της (160 λεπτά). Από πλευράς σεναρίου, ωστόσο, θα μπορούσε να είχε γίνει πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Βαθμολογία: 2/5

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Nell (1994)

Υπερβολικά φιλόδοξο δράμα με, ομολογουμένως, εξαιρετικές ερμηνείες από την Τζόντι Φόστερ και τον Λίαμ Νίσον, αλλά ακαδημαϊκή σκηνοθεσία, απλοϊκή προσέγγιση του (κατά τα’ άλλα εξαιρετικά ενδιαφέροντος) θέματος, αφελές φινάλε και εντελώς κλισέ κατάληξη, την οποία έχεις προβλέψει το πολύ από το πρώτο μισάωρο. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αλλά μου θύμιζε διαρκώς το ακόμα πιο αφελές αλλά σαφώς ανώτερο και πολύ πιο συγκινητικό «Awakenings» (1990) με τους Ρόμπερτ ΝτεΝίρο και Ρόμπιν Γουίλιαμς, με το οποίο έχει πολλά κοινά σημεία.

Βαθμολογία: 1.5/5

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Planet of the apes / Ο πλανήτης των πιθήκων (2001)

Δεν ξέρω κατά πόσον αυτή η ταινία θα έπρεπε να θεωρείται ριμέικ της παλιάς ταινίας του 1968, αφού είναι τελείως διαφορετική. Οι διαφορές στην πλειοψηφία τους είναι ουσιαστικές και το στόρι πλησιάζει περισσότερο το βιβλίο του Pierre Boulle, έχοντας περισσότερες ανατροπές που, βέβαια (και εύστοχα) δεν τολμούν να αναμετρηθούν με το θρυλικό φινάλε του ορίτζιναλ. Ωστόσο ο «Πλανήτης των πιθήκων» είναι πιο πολύπλοκος και ταυτόχρονα πιο απλοϊκός από εκείνoν του Franklin Schaffner. Δεν προσφέρει απολύτως μασημένη τροφή, αφού οι εξηγήσεις που δίνει δεν είναι αρκετές ώστε να κατανοήσει ο θεατής το έργο εξ’ ολοκλήρου. Επιπλέον διατηρεί τους συμβολισμούς του πρωτότυπου, αν και με κάποιες διαφορές και θρησκευτικές καταβολές, λόγω του διαφορετικού στόρι του. Φυσικά η ταινία του Μπάρτον πάνω απ’ όλα είναι καθαρά ένα ακόμα μπλοκμπάστερ με εντελώς κλισέ χαρακτήρες και έμφαση στη δράση, αλλά σε γενικές γραμμές αποτελεί μία πολύ ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική κυρίως περιπέτεια με σαφώς βελτιωμένα, αν και όχι τέλεια ακόμα εφέ…

Βαθμολογία: 2.5/5

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

A.I.: Artificial Intelligence / Τεχνητή Νοημοσύνη (2001)

Ο άνθρωπος που σόκαρε τον κοινό των 70’s με τα περίφημα «Σαγόνια του καρχαρία», που μεταμόρφωσε τον Χάρισον Φορντ σε έναν από τους πιο πολυαγαπημένους ήρωες όλων των εποχών, που ζωντάνεψε τους δεινοσαύρους στο «Jurassic Park», κέρδισε Όσκαρ για τη «Λίστα του Σίντλερ», και δημιούργησε ίσως τον πιο αξιαγάπητο εξωγήινο που έχει περάσει από την οθόνη του κινηματογράφου («Ε.Τ.») αναπτύσσει μια ιδέα που προήλθε από το μυαλό του Στάνλεϊ Κιούμπρικ και υπογράφει την πιο ώριμη ταινία φαντασίας του. Η «Τεχνητή Νοημοσύνη» αποτελεί ένα ενήλικο παραμύθι και, την ίδια στιγμή, έναν τρυφερό ύμνο στην παιδικότητα. Γεμάτο συμβολισμούς (η βίαιη και ζωώδης συμπεριφορά του ανθρώπου, η χωρίς όρια εμπορευματοποίηση των πάντων, ο ρατσισμός, η ανάγκη για τρυφερότητα, αγάπη και στοργή), περνά από το δράμα επιστημονικής φαντασίας στην σκληρή περιπέτεια και από αυτήν στο φουτουριστικό θρίλερ, καταλήγοντας σε ένα τέλος κατά πολλούς περιττό, κατ’ εμέ λίγο τραβηγμένο σε διάρκεια, αλλά κι αυτό αλληγορικό και εξαιρετικά συγκινητικό. Εξαιρετικός και πάλι ο Χάλεϊ Τζόελ Όσμοντ, το παιδί-θαύμα από την «Έκτη Αίσθηση», αλλά δεν είναι αυτό το μικρό παιδί από του οποίου τα μάτια παρακολουθούμε την ιστορία – είναι ο Στίβεν Σπίλμπεργκ…
Βαθμολογία: 4.5/5

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Midnight in Paris / Μεσάνυχτα στο Παρίσι (2011)

Ταινία από εκείνες με τις οποίες μπορείς να δηλώσεις ειλικρινά ερωτευμένος...

Πρωταγωνιστής της δεν είναι παρά… το πανέμορφο Παρίσι! Ο Γούντι Άλεν περιπλανιέται γοητευμένος στους ατμοσφαιρικούς δρόμους της πόλης, με τη συνοδεία της προσεγμένης, υπέροχης φωτογραφίας και της ιδανικής μουσικής επένδυσης. Οι εικόνες σε αγκαλιάζουν και ο αέρας μυρίζει μαγεία… Δεν θεωρείται τυχαία από τις πιο μαγευτικές ταινίες του 76χρονου δημιουργού…

Ο Όουεν Γουίλσον, ένας ηθοποιός που προσωπικά συμπαθώ, αλλά η φιλμογραφία του είναι πλημμυρισμένη από σαχλοαμερικάνικες κωμωδίες, έχει (επιτέλους) έναν αξιόλογο ρόλο και στέκεται στο ύψος των περιστάσεων τέλεια. Η ερμηνεία του μάλιστα, πέρα από απολαυστική, είναι και ιδιαιτέρως.. γουντιαλενική!

Ο Νταλί, ο Πικάσο, ο Μπουνιουέλ, ο Χέμινγουεϊ και ένα σωρό άλλα γνωστά πρόσωπα κάνουν το πέρασμά τους από την οθόνη, με πολλές καλλιτεχνικές αναφορές και σχεδόν σουρεαλιστικές διακλαδώσεις…

Γιατί το παρελθόν να έχει μεγαλύτερη δύναμη από το παρόν; Γιατί πάντα να ονειρευόμαστε να ζούμε σε μία παλιότερη εποχή ή να αναπολούμε στιγμές που έχουν περάσει; Γιατί να μαγευόμαστε από το πριν και να μην απολαμβάνουμε το τώρα; Στο χέρι μας είναι. Το παρελθόν κάποτε υπήρξε παρόν, όπως και το παρόν κάποτε θα γίνει παρελθόν… Μήπως λοιπόν η μαγεία υπάρχει, απλά δεν τη βλέπουμε;

Ο Γούντι Άλεν, εν ολίγοις, λιτός, ρομαντικός, γοητευτικός και γοητευμένος, ταξιδεύει τον θεατή στο ατμοσφαιρικό Παρίσι και πολύ απλά τον μαγεύει. Καλό σας ταξίδι!

Βαθμολογία: 4/5

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Vozvrashchenie / Η επιστροφή (2003)

Με την εξαιρετική και βραβευμένη με Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας «Επιστροφή», έκανε το 2003 ο σκηνοθέτης Αντρέι Ζβιαγκίντσεφ το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, υπενθυμίζοντας σε πολλούς πως εξακολουθεί να υπάρχει ποιοτικός κινηματογράφος…

Ο Ιβάν και ο Αντρέι είναι δύο παιδιά που ζουν με την μητέρα και τη γιαγιά τους, ενώ ο πατέρας τους για λόγους που αγνοούν βρίσκεται μακριά τους εδώ και δώδεκα χρόνια. Η ξαφνική επιστροφή του θα γεμίσει τα δύο αδέρφια με αμφιβολίες. Ερωτήματα γύρω από το παρελθόν, αλλά και την ίδια την ταυτότητα του πατέρα τους τα στοιχειώνουν, ενώ η δικτατορική συμπεριφορά του θα τα μπερδέψει, θα τα διχάσει, και θα τα οδηγήσει, τελικά, σε μία πρόωρη, οδυνηρή ενηλικίωση…

Στο πρόσωπο κάθε παιδιού μοιάζει να αντικατοπτρίζεται μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων, που χαρακτηρίζεται και σκιαγραφείται από την στάση τους απέναντι στην εξουσία που προσπαθεί να επιβληθεί.

Η αριστουργηματική φωτογραφία δημιουργεί μια καθηλωτική ατμόσφαιρα, ψυχρή όπως και ο χαρακτήρας του πατέρα. Η αναμονή της αποκάλυψης τυχών μυστικών δεν θα δικαιωθεί και μαζί με την κλιμάκωση της έντασης στη σχέση πατέρα-παιδιών θα χαθεί και κάθε ελπίδα για επίλυση του μυστηρίου… Ή μήπως όχι; Η απάντηση είναι μάλλον υποκειμενική…

Βαθμολογία: 4/5

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Les rivières pourpres / Πορφυρά ποτάμια (2000)

Εξαιρετικά ατμοσφαιρικό γαλλικό θρίλερ, με πολύ καλή σκηνοθεσία από τον Ματιέ Κασοβίτς. Αρχικά, η πλοκή είναι κατα- πληκτικά στημένη, το φιλμ ξεχειλίζει από μυστήριο, διαθέτει ανατριχιαστική ατμό- σφαιρα και είναι απερίγραπτα καθηλωτικό. Με λίγα λόγια, είχε κάθε προοπτική να αποτελέσει ένα νέο «Seven»!...

Δυστυχώς σιγά-σιγά αρχίζουν να δια- κρίνονται κάποια κλισέ, που δεν θα ενοχλούσαν, αν δεν ενισχύονταν όσο το στόρι εξελίσσεται. Εξ’ αιτίας τους, όχι μόνο μειώνεται το ενδιαφέρον του έργου, αλλά και οι ανατροπές του δεν εκπλήσσουν, παρόλο που δεν είναι ουτε κατά διάνοια προβλέψιμες... 

Η ταινία έχει έναν δυνατό άσσο στο μανίκι της: Το πρωταγωνιστικό της δίδυμο. Ο Ζαν Ρενό και ο Βενσάν Κασέλ, δύο, θα μπορούσαμε να πούμε, γίγαντες του σύγχρονου γαλλικού κινηματογράφου, αλληλοσυμπληρώνονται και μοιάζουν με τις ιδανικότερες επιλογές για τους ρόλους τους, τους οποίους ενσαρκώνουν αληθινά εξαιρετικά.

Η ταινία ρίχνει μια αρκετά ξεχωριστή και πολύ εύστοχη ματιά στη διαστροφή του ανθρώπινου νου, που αξίζει να σημειωθεί. Γιατί δεν στέκεται μονάχα στο μυαλό ενός νοσηρού δολοφόνου, αλλά προβληματίζει σχετικά με την ίδια την κοινωνία που το γέννησε...

Αν και τα «Πορφυρά ποτάμια» θα μπορούσαν να αποτελούν ταινία σταθμό στο είδος του αστυ- νομικού θρίλερ, χάρη την κα- θηλωτική τους ατμόσφαιρα, την στιβαρή λογοτεχνική πρώτη ύλη και το εξαιρετικό πρωταγωνιστικό τους δίδυμο, δεν καταφέρνουν να δικαιώσουν απολύτως τις προ- σδοκίες που δημιουργούν στον θεατή. Ωστόσο, παραμένουν ένα πραγματικά ενδιαφέρον θρίλερ, που μάλιστα τροφοδοτεί τη σκέψη, μια και οι αληθινά ουσιαστικές, αν και μάλλον λάθος τοποθετημένες, ανατροπές του δεν αφήνουν ιδιαίτερα μεγάλα περιθώρια κατανόησης του φιλμ. Έτσι πρέπει κανείς να βάλει κάτω τα στοιχεία που του δόθηκαν ώστε να καταλάβει απολύτως τις μάλλον εσκεμμένα ανεπαρκής εξηγήσεις που προσφέρει το έργο…

Βαθμολογία: 3/5

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Crazy, stupid, love (2011)

Από τις καλύτερες αμερικάνικες κωμωδίες των τελευταίων χρόνων! Γιατί; Διότι διαθέτει φρεσκάδα, διαθέτει χιούμορ, είναι ώριμη και, το κυριότερο, αντί για διασκεδαστικούς βλάκες, έχει χαρακτήρες. Και μάλιστα αυτοί όχι μόνο ενσαρκώνονται καταπληκτικά από ένα φανταστικό καστ, αλλά έχουν και εντυπωσιακό βάθος. Σε κάνουν να τους καταλάβεις και, κυρίως, να τους συμπαθήσεις και μάλιστα ιδιαίτερα τον Γκόσλινγκ, που αρχικά μοιάζει ο πιο αντιπαθής …

Η πλοκή της ταινίας είναι γεμάτη απρόβλεπτα μπερδέματα και απολαυστικές παρεξηγήσεις και σίγουρα έχει πλάκα, δεν έχει γραφτεί όμως μόνο γι’ αυτό. Στο εσωτερικό της κωμικής της υπερβολής είναι ανθρώπινη και τρυφερή. Οι σκηνοθέτες του «I love you Philip Morris» δεν κρύβουν αυτές τους τις προθέσεις και δεν διστάζουν να κάνουν μικρά διαλλείματα από την κωμωδία για να δώσουν λίγο χρόνο στο πιο σοβαρό συναίσθημα να μιλήσει στον θεατή. Και εμένα προσωπικά κατάφεραν να με συγκινήσουν…

Η ταινία κορυφώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο: Με μία απίστευτα απρόσμενη κι αιφνιδιαστική έκπληξη, ένα τεράστιο μπέρδεμα και πολύ, πραγματικά πολύ γέλιο! Αλλά την ίδια στιγμή μια γλυκόπικρη αίσθηση και καθόλου χαρούμενο αποτέλεσμα! Και μακάρι η ταινία να σταματούσε εκεί, γιατί θα σου άφηνε την εντύπωση μιας αληθινά ξεχωριστής κωμωδίας.

Δυστυχώς στη συνέχεια κάνει μια κοιλιά πέφτοντας στην παγίδα του κλισέ, εκβιαστικού και άνευ λόγου happy end. Ο Γκόσλινγκ είναι αυτός που εξακολουθεί ακόμα και τότε να διατηρεί ακμαία τη γοητεία του (ως χαρακτήρας, όχι ως ‘γκόμενος’…) και γι’ αυτό και θα λέγαμε πως μάλλον κλέβει την παράσταση. Ευτυχώς πάντως, το πρόβλημα ελάχιστα ενοχλεί και δεν είναι τίποτα σε σχέση με το σύνολο της ταινίας, που αποτελεί μία κωμωδία που αληθινά αξίζει να δείτε και δεν θα το μετανιώσετε. Προσωπικά την προτείνω ‘με τα χίλια’…

Αλήθεια, τελικά η ωριμότητα φέρνει τον έρωτα ή ο έρωτας την ωριμότητα;

Βαθμολογία: 3.5/5

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Melancholia / Μελαγχολία (2011)

Ο Λαρς Φον Τρίερ καταφέρνει να τραβάει τα βλέμματα με κάθε καινούρια ταινία του (και όχι μόνο).

Έτσι  και η τελευταία του, «Μελαγχολία», είναι γεγονός. Παράλληλα, είναι και μία από τις πιο προσωπικές του δημιουργίες, μιας και αποτυπώνει στο φακό την δικιά του κατάθλιψη.

Η «Μελαγχολία» αρχικά ξεκινά με έναν πρόλογο στον οποίο πρέπει κανείς να δώσει ιδιαίτερη προσοχή, μιας και σε πολλά σημεία στην ταινία γίνονται αναφορές σε αυτόν, αλλά παίζει και σημαντικότερο ρόλο από απλή περίληψη και εισαγωγή στο έργο.

Στη συνέχεια, αυτό χωρίζεται σε δύο μέρη. Οι αναφορές του πρώτου στο δεύτερο είναι βασικά έμμεσες.

Το πρώτο μέρος είναι καταπληκτικό.  Ο Τρίερ κοιτά στα μάτια την ψυχική νόσο που τον βασανίζει και την παρουσιάζει απίστευτα αποτελεσματικά. Σε βυθίζει βαθιά μέσα στην ψυχολογία της ηρωίδας του, ακόμα κι αν τα αίτια της κατάθλιψής της είναι εν μέρει και μεταφυσικά. Υπάρχει τόσο βαθύ ψυχολογικό υπόβαθρο, ώστε μπορεί να κάνει και το θεατή να καταλάβει πώς νιώθει η πρωταγωνίστρια, να αισθανθεί λες και είναι μέχρι και ο ίδιος σε κατάθλιψη! Η ζεστή ατμόσφαιρα του γαμήλιου πάρτι της ταινίας μοιάζει ψυχρή και, όπως και η Τζαστίν, αντίθετα από όλους τους ανθρώπους που χορεύουν, γελάνε και διασκεδάζουν, εσύ αισθάνεσαι να ασφυκτιάς…

Εδώ πρέπει να σημειωθούν και τα εξαιρετικά μουσικά κομμάτια του Βάγκνερ, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί σοφά και δένουν θριλερικά με το φιλμ.

Το δεύτερο κομμάτι της ταινίας δεν είναι κακό, απλώς συγκριτικά με το πρώτο φαντάζει αδύναμο. Ορισμένες φορές η φωτογραφία πραγματικά σε μαγεύει, αλλά ο Τρίερ δεν σε αγγίζει όσο στο πρώτο μέρος, είναι λιγότερο διεισδυτικός, σχετικά επίπεδος και μονοδιάστατος.

Από πλευράς ερμηνειών, η Κρίστεν Ντανστ είναι εκπληκτική, κάτι το οποίο χρωστάει στον Λαρς Φον Τρίερ που θα μπορούσαμε να πούμε πως άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο για την καριέρα της. Πάρα πολύ καλός και ο γιος του Ντόναλντ Σάδερλαντ, Κίφερ, αλλά και η Σαρλότ Γκαινσμπούρ του «Αντίχριστου».

Συνοπτικά:
Συνοπτικά λοιπόν, έχουμε μια εικαστικά εντυπωσιακή, αλλά ως σύνολο μάλλον άνιση ταινία ως προς τα δύο μέρη στα οποία είναι χωρισμένη. Χωρίς αυτό να πειράζει ιδιαίτερα, απλά δεν καθιστά την «Μελαγχολία» όσο καλή όσο θα μπορούσε  να είναι. Το πρώτο της κομμάτι διαθέτει αριστουργηματικό ψυχολογικό υπόβαθρο, το δεύτερο είναι από την μία μαγευτικό, από την άλλη εφιαλτικό, αλλά σε σχέση με το πρώτο θα το χαρακτήριζα σχετικά αδύναμο. Αξιοπρόσεκτο είναι πάντως το γεγονός ότι ο Λαρς Φον Τρίερ κατορθώνει να βρει τη δύναμη και, μέσα από την κατάθλιψή του, να βγάζει ταινίες. Στην συγκεκριμένη μάλιστα μοιάζει να κλείνει ειρωνικά το μάτι στον θεατή σχετικά με την πάθησή του, σαν να λέει με τον πεσιμισμό του ότι έχει δίκιο…

Βαθμολογία: 3.5/5

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

His girl Friday / Ξαναπαντρεύομαι τη γυναίκα μου / A.K.A. Η πρώτη σελίδα (1940)

Πολύ αστεία screwball κωμωδία, της οποίας η υπερκινητικότητα και η… λογοδιάρροια δημιουργούν ένα διασκεδαστικότατο κλίμα και συχνά αποτελούν  πηγή γέλιου, αν και ενίοτε ψιλοεμποδίζουν τον θεατή να ακολουθήσει. Αν βέβαια δεν υπήρχαν αυτά τα χαρακτηριστικά θα μιλούσαμε για μία τελείως διαφορετική ταινία, οπότε δεν νομίζω πως τίθεται θέμα πάνω σε αυτό. Ο απόλυτος συγχρονισμός των ηθοποιών που το καταδιασκεδάζουν, ο βομβαρδισμός από ατάκες, οι… τρελαμένοι διάλογοι και το φαρσικό αλλά απολαυστικά πανέξυπνο χιούμορ είναι που έκαναν αυτήν την ταινία να θεωρείται κλασσική. Και αφού εξακολουθεί, εβδομήντα χρόνια μετά, να προκαλεί γέλιο, πιστεύω  πως δεν χρειάζεται να ειπωθεί κάτι παραπάνω…

Βαθμολογία: 4/5

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Captain America: The first Avenger / Ο πρώτος Εκδικητής: Captain America (2011)


Ο πρώτος σούπερ ήρωας που δημιουργήθηκε από τη Marvel comics μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη και τα studio της εταιρίας καλούνται να φέρουν εις πέρας το πιο δύσκολο, μέχρι στιγμής, project τους. Η δυσκολία του φυσικά οφείλεται -πού αλλού- στην αναπόφευκτη προπαγάνδα (και, ίσως, φιλομιλιταρισμό;) που, πέρα από την ασπίδα του, κουβαλάει επάνω του ο ήρωας. Ευτυχώς η προσπάθεια περιορισμού των στοιχείων αυτών είναι εμφανής κι έτσι ο μεγαλύτερος φόβος του εγχειρήματος προσπερνιέται...

Κάτι άλλο που προσωπικά με φόβιζε είναι το όνομα του Τζο Τζόνστον στην σκηνοθετική καρέκλα, ένα όνομα που βρισκόταν πίσω από το περσινό «Wolfman», μια ταινία πολλά υποσχόμενη, που κατέληξε σχεδόν γελοία. Κι όμως, το μόνο που προσωπικά έχω να παρατηρήσω για τον κύριο Τζόνστον στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι οι ερμηνείες των ηθοποιών μοιάζουν αφημένες αποκλειστικά στις δικές τους ικανότητες και να μην βοηθιούνται από σκηνοθετικές οδηγίες. Μικρό το κακό, αν και υπάρχουν ορισμένες φορές που ο πρωταγωνιστής  Κρις Έβανς (Human Torch στα δύο «Fantastic 4») τις έχει ανάγκη πραγματικά. Αυτός που είναι αληθινά καλός και πολύ άνετος με το ρόλο του δεν είναι άλλος από τον Τόμι Λι Τζόουνς, από τον οποίο προέρχεται και η πιο αστεία ατάκα του φιλμ.

Το καλό με τον Κάπτεν Αμέρικα είναι ότι το πέρασμά του από το χαρτί στο πανί γίνεται ίσως με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο που έχουμε δει μέχρι στιγμής από την Marvel. Παράλληλα όμως διατηρείται και μία παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, που καθιστά το έργο απολαυστικό και αρκετές μικρο-«παραφωνίες» συγχωρούνται ή και συμβάλλουν σε αυτήν -παράδειγμα ο Red Scull, ο οποίος θα μπορούσε να είχε σχεδιαστεί με περισσότερη φαντασία. Για τον τελευταίο έχεις την εντύπωση ότι παίζει μάλλον λίγο στην ταινία, αλλά και αυτό δεν πειράζει τόσο, μιας και είναι σαφώς θετικό το ότι δίνεται σχεδόν μεγαλύτερη σημασία στον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα παρά στην εξέλιξη της πλοκής.

Αυτό που δεν συγχωρείται είναι το βιαστικό τέλος. Ο Χιούγκο Γουίβινκγ «ξεπετάγεται» (εντυπωσιακότατα, πρέπει να σημειωθεί) και η ταινία κλείνει με μία απλή προετοιμασία για το επόμενο πολυαναμενόμενο πρότζεκτ της Marvel, τους «Avengers», ένα τέλος που ούτε δυναμικό ή εντυπωσιακό είναι, ούτε σου αφήνει καμιά ιδιαίτερη αίσθηση ενθουσιασμού μόλις πέσουν οι τίτλοι τέλους, αφού μοιάζει μάλλον αρπακολλατζίδικα φτιαγμένο. Η post-credits σκηνή είναι επίσης η πιο απογοητευτική που έχουμε δει ως τώρα, αφού δεν είναι παρά ένα trailer των «Avengers». Κάποιοι σίγουρα θα ενθουσιαστούν με αυτό, μα η ταινία μοιάζει έτσι να δέχεται ακόμα πιο φανερά ρόλο της απλής διαφήμισης.

Το κακό όμως δεν είναι μεγάλο και αυτός ο ήρωας της Marvel είναι από τους απολαυστικότερους, αλλά και θεαματικότερους που έχουμε δει. Σιγά-σιγά παρατηρείται μάλιστα μια βελτίωση ή και ωρίμαση, θα μπορούσαμε να πούμε, στις super-hero ταινίες κι έτσι θα παρατηρήσετε ότι και η συγκεκριμένη διαθέτει ορισμένα δυνατά χαρτιά να ρίξει.

Βαθμολογία: 3/5

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

The 39 steps / Τα 39 σκαλοπάτια (1935)

Στην ταινία που θεωρείται η κορυ- φαία της βρετανικής περιόδου του Άλφρεντ Χίτσκοκ μπορούν να εντοπιστούν ορισμένα προ- βλήματα, όπως κοιλιές στην αφή- γηση, αυτά όμως (όπως είναι λογικό άλλωστε) παρατηρούνται λόγω  της ηλικίας του φιλμ –για μένα τέτοιες αδυναμίες είχε και το «Μ» του Φριτζ Λανγκ, που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα σε επανέκδοση. Επίσης ο πρωτα- γωνιστικός χαρακτήρας μου φάνηκε λίγο μονοδιάστατος, αν και η ερμηνεία του Ρόμπερτ Ντόνατ ήταν πολύ καλή.

Όμως σε γενικές γραμμές η ταινία είναι εξαιρετική! Ο μετρ συνδυάζει αριστο- τεχνικά την κατασκοπική περιπέτεια, το μυστήριο και το σασπένς με χιουμο- ριστικές πινελιές, ρομαντισμό και σεξουαλικές αναφορές. Το φινάλε και ο απολαυστικός διάλογος του ζευγαριού αποτελούν ίσως τις πιο κλασσικές στιγμές της ταινίας. Στο μεγαλύτερο, κυρίως, μέρος τους, τα «39 σκαλοπάτια» είναι ικανά να σας καθηλώσουν, ενώ συνολικά, όσα μειονεκτήματα κι αν μπορείτε να τους προσάψετε, δεν παύουν να αποτελούν ένα καλοστημένο κατασκοπικό θρίλερ, ειδωμένο με μία πιο χαλαρή και ειρωνική ματιά απ’ ό,τι συνήθως, που το καθιέρωσε ως μία από τις σημαντικότερες βρετανικές ταινίες όλων των εποχών…

Βαθμολογία: 4/5

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

The guard / Εκτός νόμου και χρόνου (2011)

Αδελφός του σκηνοθέτη του κατα- πληκτικού «In Bruges», ο Τζον Μάικλ ΜακΝτόνα δημιουργεί μια ταινία που θυμίζει αρκετά εκείνη του αδελφού του, Μάρτιν. Πρώτα απ’ όλα, έχει παρόμοιο χιούμορ. Δεν γίνεται ποτέ ξεκαρδιστική (ούτε κατά διάνοια), στηρίζεται όμως εύστοχα στους προσεγμένους διαλόγους και τις ατάκες της. Το σημα- ντικότερο όμως στοιχείο και στις δύο ταινίες είναι η ατμόσφαιρά τους, η οποία πηγάζει από την μουσική επένδυση, την φωτογραφία και τις τοποθεσίες των γυρισμάτων. Εκεί όμως που στην«Αποστολή στην Μπριζ» δεν μπορούσες να μην παρασυρθείς από την ακαταμάχητη γοητεία της και να μην ερωτευτείς την ίδια την Μπριζ (την οποία τόσο όμορφη δεν θα την δείτε από κοντά), ο σκηνοθέτης του «The guard» επιλέγει έναν πιο δύσκολο δρόμο για να γοητέψει το κοινό του: Αυτόν του εξαιρετικά ήρεμου, έως και ψυχρού ύφους.


Αυτό μου έμοιαζε αρχικά ως το πρόβλημα της ταινίας. Εξαιτίας του δεν με άγγιζε, ένιωθα πως την εμπόδιζε να ‘πάρει μπροστά’. Δυστυχώς άργησα να το συνειδητοποιήσω, μα τελικά η υφολογική ψυχρότητα δεν είναι απλώς ένα σκηνοθετικό στυλ, αλλά σε αυτήν κρύβεται το ζουμί της ταινίας! Γιατί μπορεί το ύφος να μου φάνηκε ψυχρό και υπερβολικά ήρεμο, έτσι ακριβώς είναι όμως και ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή! Εκεί είναι που ποντάρει ο σκηνοθέτης για να πετύχει μια ψυχολογική διείσδυση στον χαρακτήρα που τόσο εξαιρετικά ερμηνεύει οΜπρένταν Γκλίσον. Ο τελευταίος βοηθάει σε μεγάλο βαθμό τόσο το σκηνοθέτη, όσο και τον θεατή να ταυτιστεί –όσο γίνεται- μαζί του, χωρίς βέβαια ποτέ να μπορεί να τον κατανοήσει απόλυτα.


Ο Γκλίσον υποδύεται τον Τζέρι Μπόιλ, (από τους πιο ενδια- φέροντες κωμικούς χαρακτήρες εδώ και αρκετό καιρό) έναν εκκεντρικό, αντισυμβατικό αστυ- νομικό που δεν έχει φίλους και η μητέρα του είναι ετοιμοθάνατη. Ο Μπόιλ είναι έτοιμος να ξεσπάσει και ο θάνατος της μητέρας του είναι η σαφέστερη προοικονομία ότι το ξέσπασμα πλησιάζει. Και αυτό θα είναι εκρηκτικό, αποφα- σιστικό και ηρωικό…

Βαθμολογία: 2.5/5