Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

De rouille et d' os / Σώμα με σώμα (2012)



Ξανακοιτάζοντας την αφίσα της ταινίας, αφού κανείς την παρακολουθήσει, διαπιστώνει πως είναι άκρως ουσιώδης και νοηματικά περιεκτική. Το στιγμιότυπο όπου ο Ali (Matthias Schoenaerts) κουβαλά την ανάπηρη Stephanie (Marion Cotillard) στους ώμους του απεικονίζει εύστοχα (και συνοψίζει την κινηματογραφική προβληματική για)  την ανάγκη της στήριξης του ανθρώπου από τον άλλο, μετατρέποντας τη μεταφορική -ψυχική- στήριξη σε κυριολεκτική –σωματική.

Η ταινία του Audiard, εξετάζοντας την αλληλεπίδραση δύο ζωών κατεστραμμένων και δύο ανθρώπων που στέκονται ουσιαστικά μόνοι (μέχρι να γνωρίσουν ο ένας τον άλλον) απέναντι στις κακουχίες που τους επιφύλαξε η τύχη(;), πραγματεύεται την αναγκαιότητα της αγάπης, της συντροφικότητας, της παρουσίας αυτού του ανθρώπινου «στηρίγματος» στη ζωή του ατόμου. Ο Audiard όμως δεν αναζητά την ευτυχία και την καλοσύνη εκεί που δεν υπάρχουν. Μένει πάντα πιστός στην αυστηρά ρεαλιστική ματιά που επιλέγει να ακολουθήσει και, παρότι πρόθυμος να γίνει τόσο σκληρός όσο και τρυφερός, δε διστάζει να τονίσει την αδυναμία του ανθρώπου ορισμένες φορές να αντιληφθεί πόσο σημαντικό ρόλο ενδεχομένως διαδραματίζει στη ζωή κάποιου άλλου ή, αντιστρόφως, τη σημαντικότητα άλλων για τον ίδιο και να εκτιμήσει όσα του έχουν δοθεί ή όσα προθυμοποιείται ο κάθε «άλλος» να του προσφέρει. «Αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την προσωπική συνειδητοποίηση οι ανεπανόρθωτες θυσίες;» διερωτάται πιθανότατα, καλώντας κατ’ επέκταση το θεατή σε μια αυτοκριτική και σε συναφή προβληματισμό.
Πάντα με την παρουσία μιας υπέροχης Marion Cotillard, εκπληκτικά εκφραστικής δίχως την παραμικρή ερμηνευτική υπερβολή (τολμώ να πω ίσως ο καλύτερος ρόλος της…) και ενός εξαιρετικού Matthias Schoenaerts να επιτυγχάνει μια αξιέπαινη ισορροπία μεταξύ των πολλαπλών πτυχών του εντυπωσιακά αληθινού χαρακτήρα του, το φιλμ αγγίζει το θεατή και τον κοιτά στα μάτια. Το δεξιοτεχνικό σκηνοθετικό άγγιγμα του Audiard είναι παραπάνω από εμφανές και καθίσταται αναγνωρίσιμο κυρίως μέσα από επί μέρους σκηνές όπως η ανατριχιαστική διαπίστωση της Stephanie πως έχει χάσει τα πόδια της, η συγκινητική επιστροφή της στο θαλάσσιο πάρκο και, τέλος, το φινάλε, το οποίο  μπορεί αρχικά να μοιάζει έτοιμο να παραπέσει στον προβλέψιμο μελοδραματισμό, αλλά, χάρη στην σκηνοθετική του στιβαρότητα, απεναντίας συγκλονίζει και οδηγεί το φιλμ στη νοηματική του κορύφωση.

Μέσα από τη σκηνοθεσία του Audiard, τις εξαιρετικές πρωταγωνιστικές ερμηνείες και τους καλογραμμένους, πολυδιάστατους χαρακτήρες του, το «Σώμα με σώμα» υπενθυμίζει πόσο έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον και, με την ειλικρίνεια και τη βαθιά ανθρωπιά με τις οποίες μιλά στο θεατή, τον προκαλεί να ρίξει μία ακόμη (κριτική) ματιά στη δική του ζωή…

Βαθμολογία: 3.5/5

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Hotel Transylvania / Ξενοδοχείο για τέρατα (2012)


Η διακωμώδηση των ταινιών τρόμου αποτελεί, κατ’ εμέ, ένα θέμα που, λίγο ή πολύ, είναι από μόνο του εξαιρετικά ενδιαφέρον, αν όχι πάντοτε απολαυστικό. Το «Hotel Transylvania» λοιπόν παίρνει τον Δράκουλα, τον Φρανκενστάιν και πολλά άλλα γνωστά ή μη κινηματογραφικά τέρατα και, δίνοντάς τους καθαρά κωμική μορφή, τα καλεί να συνυπάρξουν σε ένα story με όχι απολύτως πρωτότυπη, αλλά σίγουρα ευρηματική κεντρική ιδέα την σχέση ανθρώπων και τεράτων, ιδωμένη από την οπτική γωνία των τελευταίων. Τα παρουσιάζει εξίσου απειλούμενα από το ανθρώπινο είδος, όσο ισχύει και το αντίθετο. Έτσι, το ξενοδοχείο του τίτλου αποτελεί το ασφαλές καταφύγιο των τεράτων, το μέρος όπου δεν κινδυνεύουν από τους εχθρικούς ανθρώπους…

Στον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθεί η ιστορία, μπορεί να μη βρείτε ιδιαίτερες καινοτομίες (το φινάλε φαντάζει βγαλμένο από γλυκανάλατη αμερικάνικη κομεντί) ούτε άμεσες αναφορές σε ταινίες τρόμου, όπως εκείνες του πρόσφατου «ParaNorman», θα διακρίνετε όμως σίγουρα μια άκρως κεφάτη και απολαυστική σκηνοθεσία, πολύ έξυπνο χιούμορ και πολυάριθμα ξεκαρδιστικά γκαγκ. Σε συνδυασμό με το ενδιαφέρον που αυτόματα προκαλεί η υπόθεση της ταινίας, η επιτυχία της (και η διασκέδασή σας) είναι εγγυημένη.

Θα ήταν, παρόλα αυτά, σαφώς προτιμότερο αν υπήρχε μεγαλύτερη τόλμη, τόσο ως προς την αποφυγή των αναμενόμενων κλισέ, όσο και για την αξιοποίηση ευκαιριών που προσφέρονται απλόχερα από τον κεντρικό άξονα της ιστορίας, αλλά μένουν (σχεδόν) εξολοκλήρου ανεκμετάλλευτες, όπως η προβολή της… τερατώδους φύσης του ανθρώπινου είδους.

Βαθμολογία: 3/5

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

SuperClasico / Μπουένος Άιρες σ' αγαπώ (2011)


Κλασική περίπτωση ταινίας που υπόσχεται πολλά, αλλά επί της ουσίας δεν τα καταφέρνει πουθενά. Αποτελεί, βασικά, μία προσπάθεια δημιουργίας ενός τουριστικού οδηγού του Μπουένος Άιρες, που φιλοδοξεί να γοητεύσει το θεατή με κωμική ελαφρότητα και ρομαντισμό. Αν σας φέρνει σε κάτι από Woody Allen, απατάστε.


Το μόνο που κάνει ο Madsen, στην πραγματικότητα, είναι να υιοθετεί συνταγογραφημένα «τρικ» επιτυχίας, δίχως να τα διαχειρίζεται όμως με έμπνευση και ψυχή. Σαν αποτέλεσμα, όπως είναι αναμενόμενο, τα τρικ αυτά κάθε άλλο παρά επιτυχία έχουν. Φαντάζει μάλλον προσβλητικό προς τη νοημοσύνη του θεατή το να στηρίζεται η προσδοκώμενη κινηματογραφική διασκέδαση αποκλειστικά πάνω σε μια χαρωπή μουσική επένδυση, τη στιγμή που το χιούμορ που παρατηρείται επί της οθόνης είτε ανύπαρκτο είναι είτε εντελώς κρύο. Ναι, μια τέτοια τακτική ακολουθεί το φιλμ του Madsen


Εντάξει, στο χιούμορ δεν το ‘χει, θα μου πείτε, στο ρομαντικό του κομμάτι όμως; Αμ δε. Όπως όταν προσπαθεί να γίνει αστείο το έργο καταλήγει ανόητο, έτσι κι όταν προσπαθεί να γίνει ρομαντικό -ή και συγκινητικό!-, επιχειρώντας να κρατήσει τις ισορροπίες και να μην πλατειάσει δραματικά σε βάρος της κωμωδίας (της ποιας;), παραμένει εξίσου ανόητο! Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που μοναδικό όχι ολοκληρωτικά αποτυχημένο στοιχείο αποτελεί το ρομάντζο των δύο νέων, το οποίο καταφέρνει να παραμείνει σχετικά ενδιαφέρον επειδή δηλώνει εξαρχής την εκκεντρικότητά του και την απόλυτη, σε αντίθεση με την υπόλοιπη ταινία, αδιαφορία του για τον ρεαλισμό. Για τον ίδιο λόγο, κορυφαία στιγμή (και ίσως η μόνη αληθινά ευρηματική, ουσιώδης και με εύστοχο «ρομαντικό» χιούμορ) είναι εκείνη του χορού δύο… κατσαρίδων!
Έτσι, μέσα σε ένα ανούσιο σύνολο φανερής έλλειψης στόχου και πρωτοτυπίας, «μουδιασμένης» σκηνοθεσίας και ανέμπνευστης συνύπαρξης (κρύου κατά κύριο λόγο) χιούμορ και ανόητης σοβαροφάνειας, είναι πολύ λίγες οι στιγμές της ταινίας που δεν ευνοούν την ανία. Ακόμα και το φινάλε μπορεί να μην είναι αυτό που θα θεωρούσε κανείς από την αρχή δεδομένο, δεν διαθέτει όμως τίποτα το αξιοσημείωτο! Σαν ένα παιδί που, χωρίς να κατορθώνει να γίνει αστείο, απλά δεν μπορεί να σοβαρευτεί ποτέ, το «Μπουένος Άιρες σ’ αγαπώ» δεν κάνει παρά μια τρύπα στο νερό. «Όλα είναι ένα γιατί» είναι το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξει. Ευχαριστούμε πολύ. Ο επόμενος!

Βαθμολογία: 1/5

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Project X (2012)


Υπάρχει λόγος που το εύρημα της «found-footage» ταινίας χρησιμοποιείται –και συναντά επιτυχία- σε ταινίες τρόμου. Η αίσθηση της αμεσότητας και του ρεαλισμού που προσφέρει η χειροκίνητη, «ερασιτεχνική» κινηματογράφηση κάνει τον τρόμο να μοιάζει πιο αληθινός και πιο κοντά στον θεατή. Στην κωμωδία, τώρα, ο ρεαλισμός έρχεται σε βάρος της, αφού, για να προκαλέσει γέλιο, στηρίζεται ως επί το πλείστον σε εξωπραγματικές καταστάσεις, συχνά μάλιστα όσο το δυνατόν πιο εξωφρενικές.

Στο «Project X», η επιβαλλόμενη αληθοφάνεια καταπνίγει την όποια (έτσι κι αλλιώς περιορισμένη) κωμικότητα και κάθε φορά που το φιλμ παρεκτρέπεται λίγο από την πραγματικότητα φαντάζει αφελές και χαζοχαρούμενο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το υπερβολικό στα όρια της γελοιότητας φινάλε.

Εδώ που τα λέμε κιόλας, σιγά το ρεαλισμό… Από την αρχή ως το τέλος της, η ταινία είναι καθαρά μια αμερικάνικη κωμωδία. Πράγμα που αναιρεί, στην τελική, το ανούσιο εισαγωγικό σημείωμα-απάτη που προσπαθεί, για κάποιο λόγο, να πείσει το θεατή πως όσα πρόκειται να παρακολουθήσει είναι αληθινά, τη στιγμή που ο χαρακτήρας που υποτίθεται πως βρίσκεται πίσω από την κάμερα και τραβάει όσα προβάλλονται, υφίσταται μόνο όταν τον θυμάται ο σκηνοθέτης…

Μιας και εξ’ αρχής λοιπόν καθίσταται σαφές πως το «επικό» αυτό πάρτυ της ιστορίας δεν θα καταφέρει να σας ρίξει δα και στο πάτωμα από τα γέλια, ίσως ούτε καν σας κάνει να ακουστείτε λίγο, πού ποντάρει, εν ολίγοις; Εμφανώς, στην ξέφρενη διασκέδαση και στον «απόλυτο» χαβαλέ. Αλλιώς, επιχειρεί να δώσει σάρκα και οστά στη μεγαλύτερη, ίσως, εφηβική φαντασίωση. Μάλλον όμως παραείναι μεγάλα τα λόγια αυτά, γι’ αυτό και σωστότερη θα φάνταζε η αναδιατύπωση της άνωθεν δήλωσης: Αλλιώς, επιχειρεί να έλξει αρκετά το ενδιαφέρον του εφηβικού κοινού ώστε να στηρίξει πάνω του τη σιγουριά της εισπρακτικής επιτυχίας του. Και εδώ είναι που τίθεται το καλλιτεχνικό ζήτημα. Η ταινία ποτέ δεν φανερώνει άλλες προθέσεις πέρα από τις κερδοφόρες ελπίδες της, ποτέ δεν μοιάζει πως θέλει με ειλικρίνεια να αγγίξει τη την ψυχολογία των νέων, ποτέ δεν δείχνει σημάδια ψυχής. Ούτε και, τελικά, είναι τόσο «ανεβαστική» όσο θα ήθελε…

Βαθμολογία: 1.5/5

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Evil dead 2 / Νεκρός την αυγή / Οι δαίμονες έστησαν χορό (1987)


Έξι χρόνια μετά την επιτυχία του πρώτου «Evil dead», ο Raimi το διασκευάζει σε ένα «Evil dead 2» μάλλον ριμέικ παρά σίκουελ, παίρνοντας το διακριτικό εκείνο μαύρο χιούμορ που διάνθιζε το προηγούμενο φιλμ και δίνοντάς του αυτήν τη φορά τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Άλλωστε αυτό ήταν, κυρίως, που έκανε την τριλογία του Raimi διάσημη. Και αρκετά υπερτιμημένη. Γιατί όσο διασκεδαστική και να είναι, η ταινία ποτέ δεν παρουσιάζει κάποιον εμφανή λόγο ύπαρξης, αφού εδώ λείπει η ευρηματικότητα (μιας και σχεδόν τα πάντα τα έχουμε ξαναδεί), η απλότητα και η ατμόσφαιρα του πρώτου και αυτός ο συνδυασμός ριμέικ και συνέχειας φαντάζει εντέλει πιο εφετζίδικος απ’ ό,τι θα έπρεπε.

Μετά από ένα πρώτο δεκάλεπτο που μοιάζει να κάνει κάτι σαν μία (υπερβολικά) σύντομη περίληψη όσων συνέβησαν στο πρώτο μέρος, μεταβάλλοντάς τα λίγο και συνδέοντάς τα με όσα ακολουθούν της σκηνής που κλείνει την προηγούμενη ταινία, η πλάκα γίνεται αυτοσκοπός και η έλλειψη πειστικότητας είναι μέρος της. Σε σημεία, μάλιστα, (θυμηθείτε τον σουρεαλιστικό χορό της αποκεφαλισμένης συντρόφου του πρωταγωνιστή) θυμίζει σκοτεινό Μπαρτονικό animation! Η θέαση είναι ομολογουμένως διασκεδαστικότατη και, ευτυχώς, το φιλμ δεν παίρνει ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά και (προφανώς) δεν προσπαθεί να ικανοποιήσει ως ταινία τρόμου. Αυτό που μένει είναι ο χαβαλές και από αυτόν υπάρχει άφθονος, είναι όμως κρίμα που ο Raimi αποφάσισε να εξυψώσει σε τέτοιο βαθμό το χιουμοριστικό στοιχείο και άφησε όλα τα υπόλοιπα ατού του πρώτου φιλμ… στο πρώτο φιλμ.

Όσο περίεργο κι αν ακουστεί, στα χιουμοριστικά highlights της ταινίας συγκαταλέγονται ένα ιπτάμενο μάτι, ένα κομμένο, δαιμονισμένο χέρι (που θα αντικατασταθεί από το περίφημο αλυσοπρίονο ως νέο άκρο) και, φυσικά, οι γιγαντιαίοι πίδακες ανεξάντλητου (και παντελώς αναληθοφανούς –συχνά πολύχρωμου!) αίματος, το οποίο όσο περισσότερο είναι, τόσο περισσότερο γέλιο βγάζει! 

Βαθμολογία: 2.5/5