Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Die welle / Το κύμα (2008)

Το «Κύμα» είναι βασισμένο σε αληθινό πεί- ραμα που πραγματοποιήθηκε σε ένα σχολείο της Καλιφόρνια το 1967 και ονομάστηκε «το Τρίτο Κύμα». Το πείραμα διήρκεσε μονάχα μία βδομάδα και αποσκοπούσε στο να αποδείξει πως τα αίτια του φασισμού παραμονεύουν ακόμη και σε καθαρά δημοκρατικές κοινωνίες. Και σίγουρα το κατόρθωσε, μιας και τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακότατα –μέσα σε τέσσερις μόλις ημέρες, το πείραμα άρχισε να ξεφεύγει από τον έλεγχο του υπεύθυνου καθηγητή, που αναγκάστηκε να το τερματίσει.

Ωστόσο, παρόλο που η ταινία αφηγείται, σε γενικές γραμμές τουλάχιστον, αληθινά γεγονότα, δεν καταφέρνει να πείσει το θεατή πως προσπαθεί με σοβαρότητα να υποστηρίξει τα αναμφιβόλως ενδιαφέροντα νοήματά της. Το γεγονός αυτό οφείλεται στην απολύτως επιφανειακή αντιμετώπιση ενός τόσο σοβαρού θέματος όπως η γέννηση ενός φασιστικού καθεστώτος.

Από τη μία πλευρά, το φιλμ κάνει φανερό πως ουσιαστικός λόγος για τον οποίο οι νεαροί πρωταγωνιστές αισθάνονται την ανάγκη να γίνουν μέλη ενός τέτοιου κινήματος δεν υπάρχει, παρά ωθούνται από προσωπικά προβλήματα, λόγω των αδύναμων χαρακτήρων τους ή της ανάγκης για κάποιου είδους προσωπική ολοκλήρωση. Αντίθετα, χαρακτήρες που διαθέτουν ένα δυναμικό εγώ, είναι ικανοί να προβάλλουν την αντίρρησή τους προς το κίνημα και να αντισταθούν στην επιρροή.

Από την άλλη πλευρά όμως, όλα τα παραπάνω δεν είναι αρκετά ώστε να πείσουν το θεατή πώς είναι δυνατόν τόσοι πολλοί μαθητές να γίνονται τόσο φα- νατικοί ακόλουθοι του Κύματος, και μάλιστα στη διάρκεια μόλις τριών - τεσσάρων ημερών, πράγ- μα που καταδικάζει το φιλμ σε τρανταχτές υπερβολές και αφέ- λειες.

Αν και υπήρχαν σαφώς καλοπροαίρετες λοιπόν προθέσεις και το θέμα που καλείται ο νεαρός σκηνοθέτης να υποστηρίξει είναι τουλάχιστον φιλόδοξο, η ταινία χάνει την ευκαιρία της να σημαδέψει με τα εύστοχα και διαχρονικά της μηνύματα το νεανικό κυρίως κοινό, μιας και είναι απογοητευτικά επιφανειακή. Καμία διείσδυση δεν παρατηρείται σε κίνητρα και ερεθίσματα των μαθητών, με αποτέλεσμα οι πράξεις τους και οι εξελίξεις του έργου να παραμένουν μετέωρες σε ένα κενό, προχειρογραμμένο σενάριο, με ένα φινάλε σίγουρα ενδιαφέρον, αλλά την ίδια στιγμή δραματουργικά υπερβολικό.

Βαθμολογία: 2/5

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Saw / Σε βλέπω (2004)

Ο James Wan το 2004 έκανε το κινηματογρα- φικό του ντεμπούτο, διασκευάζοντας μια μικρού μήκους ταινία του σε ένα ομώνυμο μεγάλου μήκους έργο που δίχασε, συζητήθηκε, αποτέ- λεσε σταθμό στις σημερινές ταινίες τρόμου και ακολουθήθηκε από μια σειρά κακών σίκουελ χωρίς κανέναν λόγο ύπαρξης.

Το έργο του Wan θα μπορούσε να αποτελεί ένα εναλλακτικό «Seven» αλλά η φτωχή παραγωγή του δεν του το επέτρεψε. Προοριζόταν κατευθείαν για DVD και το χαμηλό του μπάτζετ μπορείς να το αισθανθείς. Ο Leigh Whannel, πρωταγωνιστής και στην μικρού μήκους ταινία του 2003, μπορεί να τα πηγαίνει αρκετά καλά στο σενάριο, μα ως ηθοποιός έχει τα μαύρα του τα χάλια… Όσο κακές ερμηνείες κι αν έχει το έργο γενικότερα, ο Whannel ξεχωρίζει σε βαθμό κακουργήματος, αφού είναι τόσο εκτός τόπου και χρόνου που προκαλεί έως και γέλια!

Όσο κι αν οι ερμηνείες και τα υπόλοιπα μικροπροβλήματα βέβαια μειώνουν την ταινία, αυτή καταφέρνει επάξια να σταθεί δυναμικά πάνω στα γερά θεμέλια που της έχει θέσει το στιβαρό, πανέξυπνο στόρι της. Πολλοί έσπευσαν να κατηγορήσουν τους δημιουργούς Wan και Whannel για την σαδιστική λογική και την ωμότητα του «Saw». Τόσο βίαιο πια δεν είναι, μην τρελαθούμε, απλά όντως το γεγονός ότι και ο ίδιος ο θεατής καλείται να μπει στην θέση των πρωταγωνιστών και να πάρει μέρος στο σαδιστικό παιχνίδι ενός ‘σοφού’ δολοφόνου φαντάζει μάλλον σοκαριστικό. Όπως και στο μικρού μήκους «Saw», πάντως, οι δημιουργοί επιχειρούν να δικαιολογήσουν την βία που προβάλλουν με έναν πολύ φιλόδοξο, αλλά και αληθινά ενδιαφέρον στοχασμό πάνω στην ίδια την αξία της ζωής…

Η απολύτως απρόβλεπτη ανατροπή στο τέλος δεν ήταν παρά το κερασάκι στην τούρτα ώστε να γίνει το «Saw» ένα μικρό cult διαμαντάκι…

Βαθμολογία: 3/5

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Ακαδημία Πλάτωνος (2009)

Ευρηματική, «σοβαρή» κωμωδία που τολμά να αναφερθεί σε ένα πολύ επίκαιρο θέμα, αυτό της ξενοφοβίας, που «καίει» πολλούς Έλληνες σήμερα. Πρωταγωνιστές είναι τέσσερις ψιλικατζήδες «Ελληναράδες» που όλη μέρα αράζουν έξω από το μαγαζί του ενός από αυτούς, παρακολουθώντας και σχολιάζοντας Κινέζους και Αλβανούς της περιοχής που, αντιθέτως από τους ίδιους, δουλεύουν αδιάκοπα. Όταν ο ένας από τους τέσσερις φίλους αποδειχθεί εκ γενετής… Αλβανός, στη ζωή του θα έρθουν τα πάνω κάτω.

Ο Φίλιππος Τσίτος σκηνοθετεί με μία απλότητα που συνδυάζει καθημερινό ρεαλισμό με σουρεαλιστικές πινελιές και κοινωνικό-σατιρικό δράμα με καθαρή κωμωδία. Κατά τη γνώμη μου, χειρίζεται το θέμα του πάρα πολύ καλά και δεν αποκλίνει ποτέ από αυτό -η μερική «ανατροπή» που επιφυλάσσει το τέλος, υπό άλλες συνθήκες, θα αλλοίωνε το κεντρικό νόημα, όμως ο Τσίτος κρατά σταθερά το τιμόνι…

Όσο για το εσωτερικό του χιούμορ, μπορεί να μη σε κάνει ποτέ να γελάσεις, εντούτοις, αν το καλοσκεφτείς, είναι πράγματι αστείο!

Ειδική αναφορά στον Αντώνη Καφετζόπουλο, που είναι απλά εξαιρετικός και κρατά όλη την ταινία στο ‘εσωτερικό’ βλέμμα του, ένα βλέμμα κουρασμένο, απογοητευμένο, μπερδεμένο και, εν τέλει, ένα βλέμμα όλο νόημα… Για την ερμηνεία του βραβεύτηκε στο φεστιβάλ του Λοκάρνο.

Βαθμολογία: 4/5

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Wasted youth (2011)



Αντλώντας έμπνευση από την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος («Bank Bang») και ο Γερμανός Γιαν Φόγκελ συνθέτουν ένα ρεαλιστικό πορτρέτο της Αθήνας του σήμερα. Παρατηρώντας την πόλη από δύο διαφο- ρετικές, αλλά χαρακτηριστικές οπτικές γωνίες, αυτήν του δεκαεξάρη σκεϊτά, ανεξάρτητου και αντιδραστικού εφήβου και εκείνη ενός κατα- θλιπτικού αστυνομικού σε κρίση μέσης ηλικίας, ο θεατής αποκλείεται να μην διακρίνει στην ταινία κομμάτια από τη δική του ζωή και εμπειρία.

Το σενάριο περιγράφει μία ημέρα στις ζωές των δύο ανθρώπων, οι οποίες θα διασταυρωθούν με τρόπο εξαρχής δεδομένο, λόγω του γνωστού σε όλους συμβάντος με τον Γρηγορόπουλο. Αυτό αφαιρεί την δύναμη του αιφνιδιασμού από το φινάλε και ίσως το κάνει να μοιάζει ‘ξεπεταγμένο’, αφού θα περίμενε κανείς να συγκλονιστεί περισσότερο από μία κορύφωση σαν κι αυτή. Παρόλα αυτά, δεν του αφαιρεί ένα άλλο γερό χαρτί: αυτό της ρεαλιστικής του υπόστασης.

Οι διάλογοι είναι φανερά προσεγμένοι, έτσι ώστε να μοιάζουν, στην πλειοψηφία τους, όσο το δυνατόν πιο αληθινοί και η χρήση της slang γλώσσας των εφήβων είναι γενικά πολύ εύστοχη. Η αλήθεια είναι ότι σε στιγμές μοιάζει αρκετά ‘στημένη’, ωστόσο αν παρατηρήσει κανείς αληθινές συζητήσεις εφήβων τέτοιου είδους, θα διαπιστώσει σίγουρα πως ακούγονται εξίσου ψεύτικες... O διάλογος πατέρα-γιου είναι ο μόνος που στερείται ρεαλισμού, πράγμα που όμως ελάχιστα ενοχλεί και προσπερνιέται αμέσως.

Οι ερμηνείες είναι αξιόλογες και ιδιαίτερα αυτή του μεσήλικα αστυνομικού, ενώ κάνει μία cameo εμφάνιση ο Γιάννης Οικονομίδης (σκηνοθέτης του Σπιρτό- κουτου και του περσινού Μαχαιροβγάλτη).

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, το «Wasted youth» αποτελεί μία προσπάθεια που αληθινά αξίζει να ειδωθεί, γιατί είναι τόσο κοντά στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα  που δεν μπορεί να μην σε αγγίξει, με την λιτότητα, την ειλικρίνεια και τον καίριο χαρακτήρα της ίσως ακόμα και να σημαδεύουν (γιατί όχι;) τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο.

Βαθμολογία: 3.5/5