Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 3 - 4 *. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 3 - 4 *. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

Mother! / Μητέρα! (2017)

Ο Darren Aronofsky επιστρέφει, μετά από την ακριβή μπλοκμπαστερική παραγωγή του «Νόε» σε ένα φιλμ πιο μικρό, προσωπικό κι εσωστρεφές, όχι όμως χωρίς ψηλές φιλοδοξίες. Το «Mother!» λαμβάνει χώρα σχεδόν εξολοκλήρου εντός των τεσσάρων τοίχων ενός απομονωμένου σπιτιού, μα αυτό δεν το περιορίζει στην απλότητα μιας ταινίας δωματίου, αφού οι νοηματικές του εξερευνήσεις επεκτείνονται (πολύ) πέρα από το κατώφλι του σπιτιού, για να φτάσουν μέχρι και στην ίδια τη… δημιουργία του σύμπαντος! Το θαυμαστικό στον τίτλο του άλλωστε υπονοεί αυτήν ακριβώς την υπέρβαση, τη βαριά νοηματοδότηση κάθε μικρότερου ή μεγαλύτερου στοιχείου της ιστορίας.

Επίσης, ανακοινώνει εξαρχής τον κωμικό χαρακτήρα της ταινίας. Παρόλο που λόγω της ψυχολογικής πίεσης που του ασκείται, ο μέσος θεατής δεν διευκολύνεται να διακρίνει αυτήν την ειρωνικά χιουμοριστική πλευρά του φιλμ, ο Aronofsky μοιάζει μάλλον να σπάει πλάκα με τη δημιουργία του, εις βάρος του απροστάτευτου θεατή που θα βρεθεί θύμα της φάρσας. Το κυρίαρχο στοιχείο στο «Mother!» είναι ο σουρεαλισμός του, είναι πως όλα φαντάζουν τόσο τραβηγμένα που παραπέμπουν ταυτόχρονα σε καθαρόαιμο εφιάλτη και σε ξέφρενη κωμωδία -φανταστείτε το «Πάρτι» αμπαλαρισμένο ως μια ψυχολογικά βάναυση φιλοσοφική αλληγορία! Κάθε λεπτό είναι ασφυκτικά και -για τους ίδιους λόγους- σχεδόν ξεκαρδιστικά σουρεάλ, ένας ανελέητος όσο και διασκεδαστικότατος ψυχολογικός πόλεμος.

Αποπνικτικά προσκολλημένη στο πρόσωπο της Jennifer Lawrence, η κάμερα μάς παρασέρνει σε μια παρέλαση συμβόλων και ιδεών, ξεκινώντας από κοινές αλήθειες για τις ανθρώπινες σχέσεις και τον υλισμό της σημερινής κοινωνίας και καταλήγοντας σε θρησκευτικά και κοσμογονικά αρχέτυπα. Αν και το φιλμ είναι χτισμένο πάνω σε μια συγκεκριμένη βιβλική -κυρίως- σημειολογία, παραμένει τόσο ανοιχτό σε υποκειμενικές ερμηνείες ώστε η απλή παρατήρηση όλης της έκτασης των πιθανών εξηγήσεων είναι εξίσου απολαυστική με την αναζήτηση των προσωπικά ικανοποιητικών ερμηνειών. Έτσι, το φιλμ μπορεί να μην είναι διόλου εύπεπτο, αλλά βελτιώνεται αναμφίβολα κατά τη χώνεψη, αποτελώντας ένα αξιοπρόσεκτο σινεφιλικό παζλ, όσο και μια ιδιαίτερη, ενοχλητική και ταυτοχρόνως διασκεδαστική εμπειρία. Σίγουρα πάντως δεν είναι για μαμάδες. 

Βαθμολογία: 3.5/5

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

It comes at night / Έρχεται τη νύχτα (2017)


Από τη συμβολική  ιστορία ενηλικίωσης και σεξουαλικής συνειδητοποίησης του «It follows» μέχρι τη σπλάτερ sci-fi... κοινωνική μαύρη κωμωδία (!) του φετινού «Get out», τα ιβρύδια κινημαγραφικού τρόμου έχουν προσφέρει μερικές από τις πιο πρωτότυπα ουσιώδεις παραβολές των τελευταίων χρόνων. Σ' αυτές τις ανεξάρτητες ανάσες φρεσκάδας κι απαντήσεις ανανέωσης απέναντι σε ένα από τα πιο κουρασμένα κινηματογραφικά είδη ανήκει κι η δεύτερη ταινία του 28χρονου Trey Edward Shults. 

Το «It comes at night», πίσω από μια υποβλητική horror-ίζουσα ατμόσφαιρα και λίγες διάσπαρτες παρενθέσεις στοιχείων τρόμου, αποτελεί επί της ουσίας ένα μεταποκαλυπτικό (;) θρίλερ επιβίωσης και, ως τέτοιο, δε μας λέει απαραιτήτως κάτι πρωτάκουστο. Έχουμε δει πολλές φορές τη ζωώδη φύση του ανθρώπου να έρχεται στην επιφάνεια όταν παίρνει τα ψυχολογικά ηνία το ένστικτο επιβίωσης. Εδώ, ωστόσο, είναι ακριβώς η ύπαρξη αυτής της αόρατης απειλής, αυτή υπαινισσόμενη συγγένεια με το είδος του τρόμου που καθιστά τον προβληματισμό ιδιαιτέρως αποτελεσματικό. Γιατί η παρουσία ενός εξωτερικού κακού, πάντοτε αδιευκρίνιστου και άγνωστου (θα μπορούσε να είναι και μεταφυσικό), προσφέρει την τέλεια αντίθεση για να εστιάσουμε στο κακό που ελλοχεύει εντός μας -εγγενές στην αδύναμη και ατελή φύση μας. 

Το «εξωτερικό κακό», λοιπόν, δίνει το έναυσμα μιας περίπλοκης ψυχολογικής μελέτης, όπου τα παιχνίδια εξουσίας και ο ενστικτώδης ανδρικός ανταγωνισμός του «ποιος την έχει μεγαλύτερη» ανάγονται σε μοναδικό νόμο. Ψυχολογικό βάθος το οποίο αποτυπώνεται με λεπτεπίλεπτη ακρίβεια στην ερμηνεία του Joel Edgerton, στον οποίο ανήκει ο πιο πολυπεπίπεδα ενδιαφέρων χαρακτήρας του φιλμ. Η εσκεμμένη σύγχυση ονείρου και πραγματικότητας, σε συνδυασμό με την απόκριψη σημαντικών πληροφοριών τόσο από τους πρωταγωνιστές όσο και από εμάς, μάς τοποθετεί στην ίδια θέση με' αυτούς, κοιτώντας μας κατάματα κι υπονοώντας ευθέως πως όσο κι αν τους παρατηρούμε σαν τα πειραματόζωά μας, όσο κι αν τους κατακρίνουμε εκ του ασφαλούς, τόσο ελάχιστα διαφέρουμε, στην πραγματικότητα, από εκείνους. 
 
Μοναδική ένσταση στο σταθερής δημιουργικής σιγουριάς φιλμικό οικοδόμημα ένα φινάλε που δίνει παντελώς περιττές απαντήσεις στα ως τότε εύστοχα αμφιλεγόμενα, συνεπώς περιορίζοντας την τελική του διεισδυτικότητα. Ακόμα κι έτσι, ο Shults καταφέρνει εντέλει να οδηγήσει αυτήν την αχρείαστη μανούβρα σαφήνειας στον ουσιώδη υπαινιγμό, πείθοντας πως δεν έχει χάσει τον έλεγχο του θεματικού τιμονιού.

Καθηλωτικό ψυχολογικό θρίλερ επιβίωσης, που χρησιμοποιεί το υπαινισσόμενο στοιχείο του τρόμου για χάρη της ψυχοκοινωνικής ενδοσκόπησης. Δημιουργημένο με δεξιοτεχνία και δημιουργική αυτοπεποίθηση, χάνει ελαφρώς τον προσανατολισμό του στο φινάλε, μα κατορθώνει να προβληματίσει και να κάνει αίσθηση ως ένα ακόμη αξιοπρόσεκτο, ουσιώδες ιβρύδιο τρόμου.

Βαθμολογία: 3.5/5

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Ginger & Rosa (2012)


Περίοδος του Ψυχρού Πολέμου και το κλίμα φόβου για πυρηνική καταστροφή, η αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή ο κόσμος μπορεί να τελειώσει κυριαρχούν. Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο, η Sally Potter βρίσκει την ευκαιρία να αφηγηθεί μια από αυτές τις παραβολές επώδυνης ενηλικίωσης, στις οποίες τόσο αρέσκεται το σινεμά να επιστρέφει επανεφευρίσκοντάς τες με νέες ιδέες και διαφορετικές σημειολογίες (βλέπε και το φετινό «Raw»). Το «Ginger & Rosa» μπορεί να μη διαθέτει κάτι το πρόδηλα μεταφορικό, αντιθέτως να αποτελεί ένα ως επί το πλείστον πεζό δράμα εποχής,  μια straightforward μελέτη χαρακτήρα πάνω στην εφηβική αντιδραστικότητα στο κατώφλι της ενήλικης ζωής. Παρόλα αυτά, η ελλειπτική, κατακερματισμένη αφήγηση που προσπερνάει σημαντικά κομμάτια της ζωής της πρωταγωνίστριας Τζίντζερ, προσφέροντάς μας μια αποστασιοποιημένη και ταυτόχρονα μη αντικειμενική οπτική, η (συνεπώς) απροσδιόριστη ροή του χρόνου και η πανταχού παρούσα, αν όχι σχεδόν μεταφυσική απειλή της βόμβας και του τέλους του κόσμου δίνουν στην πεζή ιστορία της Potter μια υπερβατικότητα, ένα διακριτικό λυρισμό που την αναγάγει καθαρά σε ταινία δημιουργού.

Αν και δυσκολευόμαστε να ακολουθήσουμε κάποια αυστηρή αφηγηματική συνοχή από σκηνή σε σκηνή, άρα θεωρητικά και να ταυτιστούμε με την Τζίντζερ, η ταινία ανήκει πράγματι στην υποκειμενική οπτική της ηρωίδας, μια οπτική μπερδεμένη, αποπροσανατολισμένη, μη συνεκτική. Ό,τι δεν την ενδιαφέρει δεν το βλέπουμε καν (το σχολείο) κι ο κινηματογραφικός χρόνος κυλάει ακατανόητα, άρρυθμα, φευγαλέα, όπως τα χρόνια κατά την πικρή διαπίστωση του ότι μεγαλώνουμε. Οι συνεχείς αναφορές στην πυρηνική απειλή ηχούν πάντα ειρωνικές, σαν ένας ψυχολογικός αντιπερισπασμός απέναντι σε κάποιον άλλο, ενδότερο κι ανομολόγητο φόβο -ίσως για το τέλος ενός άλλου κόσμου, εκείνου της αθωότητας και της ανήλικης ξεγνοιασιάς, εντός του οποίου μάς συστήνονται οι δύο ηρωίδες στην αρχή του φιλμ. Σιγά σιγά, η ανεξαρτησία, από επαναστατική εφηβική επιδίωξη αρχίζει να μετατρέπεται σε αβάσταχτο εξαναγκασμό της ζωής, καθώς οι έννοιες της οικογένειας και της φιλίας αποδομούνται και η μέχρι πρότινος σιγουριά (η εφηβική αυτονομία υπήρχε εκ του ασφαλούς) αρχίζει να ξεθωριάζει.

Όλα αυτά μέσα από τα απογοητευμένα μάτια μιας προδομένης γενιάς, που βλέπει τα λάθη της προηγούμενης να γίνονται ολοένα κι εμφανέστερα και τις πάλαι ποτέ ακέραιες ηθικές της αρχές να απομυθοποιούνται. Ίσως γι’ αυτό και πολλές ερμηνείες (εμπειρότατων ηθοποιών) φλερτάρουν συχνά με μια διακριτικά καρικατουρίστικη υπερβολή, αντανακλώντας το χάσμα επικοινωνίας της Τζίντζερ με τον κοινωνικό της περίγυρο. Ακόμα και το μοναδικό σημείο ταύτισης με την εν λόγω γενιά αποδεικνύεται ικανό για τη μεγαλύτερη προδοσία, όπως εκφράζει ο εξαιρετικά καλογραμμένος, πολυδιάστατος χαρακτήρας του πατέρα. Όσο για τη συγκλονιστικά ταλαντούχα, 13χρονη (σε ρόλο 17χρονης!) Elle Fanning, κρατάει στους ώμους της την ταινία και το ψυχολογικό αδιέξοδο ενός χαρακτήρα που φοβάται να μεγαλώσει, ερμηνεύοντας με πικρή αθωότητα. Το υπέροχο τελικό πλάνο, πιο κινηματογραφικό απ’ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά, κλείνει το φιλμ γλυκόπικρα και -μάλλον- αισιόδοξα, με μια Τζίντζερ λιγάκι πιο έτοιμη να αφήσει πίσω της τον ανήλικο εαυτό της, όπως τις ομοιοκαταληξίες στα ποιήματά της.

Η Sally Potter παρουσιάζει μια ισχυρής σκηνοθετικής άποψης ματιά πάνω στο πέρασμα του χρόνου και τον υπαρξιακό μπαμπούλα της ενηλικίωσης, εκφράζοντας -με το σιγοντάρισμα εξαιρετικών ερμηνειών, ενός μελαγχολικού σάουντρακ και της φαινομενικά ακατέργαστης, μα στην πραγματικότητα εκπληκτικά προσεγμένης φωτογραφίας του Robbie Ryan (συνεργάτη της Andrea Arnold)- βαθιά ευαισθησία εκεί που ένα αμύητο ευρύ κοινό θα διέκρινε ψυχρότητα. Πάντως, είτε το αγαπήσεις είτε όχι, αξίζει δίχως καμία αμφιβολία την προσοχή σου.

Βαθμολογία: 3.5/5

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

A monster calls / 7 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα (2016)

Ο Βρετανός Patrick Ness διασκευάζει σεναριακά το δικό του ομώνυμο μυθιστόρημα κι ο Juan Antonio Bayona βρίσκει εντός του τη θεματική συγγένεια με τη μέχρι τώρα φιλμογραφία του (το εξαιρετικό «Ορφανοτροφείο» και το σαφώς μετριότερο, μελοδραματικό «The Impossible»), πάνω στην οικογένεια και την απώλεια. Το οριακά απλοϊκό ύφος στο βιβλίο του Ness δεν αποτελεί παρά το ευχάριστο στην ανάγνωση και ευπρόσιτο στο εφηβικό κοινό αμπαλάρισμα μιας επώδυνης και διεισδυτικής ψυχολογικής μελέτης πάνω στη συνειδητοποίηση της θνητότητας και, κυρίως, την κατανόηση κι αποδοχή των ενδότερων, σκοτεινότερων πτυχών του ίδιου μας του εαυτού.

Σε πλήρη αντιστοιχία, το φιλμ του Bayona, πιστότατο στη λογοτεχνική πηγή του, επιστρατεύει ένα μέινστριμ όρων στόριτέλινγκ, με εύληπτους έως απλοϊκούς διαλόγους και απόλυτα γραμμική δομή, δημιουργώντας το περίβλημα εφηβικής ταινίας και την αίσθηση παιδικού παραμυθιού. Σε αυτά τα πλαίσια προκύπτουν οι βασικότερες ενστάσεις για το φιλμ, καθώς υιοθετεί αυτούσιο τον ήδη υπερβολικά προφανή βερμπαλισμό του βιβλίου, ο οποίος όμως στο σινεμά συνεπάγεται και μια κραυγαλέα έλλειψη κινηματογραφικότητας. Όχι ότι αυτό στερεί σε πρώτη θέαση το συναισθηματικό αντίκτυπο του σπαραξικάρδιου θέματος, μα σίγουρα περιορίζει το κινηματογραφικό βάθος που δύναται να αγγίξει η έκβαση της προβληματικής.

Αυτά όμως βρίσκονται σε ένα πρώτο επίπεδο αφήγησης, πέρα από το οποίο σχεδόν όλη η χαμένη κινηματογραφικότητα ανακτάται από μικρές οπτικές νύξεις, από την ανθρωποκεντρική συμβολικότητα, αλλά και από τον ίδιο τον πρωτότυπο και, για τα μέινστριμ δεδομένα, τολμηρό συνδυασμό animation φαντασίας και ρεαλιστικού ψυχολογικού δράματος. Μπορεί η αφήγηση να ακουμπάει μόνο επιδερμικά το κομμάτι της κοινωνικής συναναστροφής του Conor και συνεπώς την ανάγκη του να είναι ένα φυσιολογικό παιδί όπως όλα τ’ άλλα αντί του «παιδιού που περνάει δύσκολα», ωστόσο εστιάζει συνειδητά και φέρνει εύστοχα εις πέρας το κομμάτι της προσωπικής ενδοσκόπησης, της αναζήτησης απαντήσεων στο σκοτεινό λαβύρινθο της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Οι ιστορίες του τέρατος (ειδικά οι δύο πρώτες) δεν είναι όσο προφανείς εκλαμβάνονται από κάποιους, ίσα-ίσα που χωράει μπόλικη υποκειμενική ερμηνεία στην εξαγωγή συμπεράσματος, με το διφορούμενο ενδιαφέρον τους να βρίσκεται στο ότι αυτές καθρεφτίζουν πάντα το μέσα κι όχι το έξω, αφορούν καθαρά τον Κόνορ σα χαρακτήρα κι όχι την οικογένειά του ή την έκβαση των γεγονότων. Κι εν συνεχεία η τελευταία σκηνή του φιλμ, ευφυής κινηματογραφική προσθήκη που δεν υπήρχε στο βιβλίο, ολοκληρώνει ψυχαναλυτικά και άκρως ευαίσθητα έναν υποσυνείδητο αποχαιρετισμό της μητέρας -και της παιδικής αθωότητας.

Πίσω από το προφανές των διαλόγων, τη φαινομενική του απλοϊκότητα κι εμπορικότητα, το «A Monster Calls» υιοθετεί τα αθώα μάτια ενός παιδιού για να κάνει μια ευαίσθητη ψυχαναλυτική βουτιά στο εσωτερικό μας χάος και να δοκιμάσει να το βάλει σε τάξη. Όχι με απλές κουβέντες, αλλά με ουσιωδέστερες συνειδητοποιήσεις και βαθύτερες -επώδυνες- ωριμάνσεις.

Βαθμολογία: 3.5/5

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017

Baby Driver (2017)

Με την τριλογία «Cornetto» και το «Scott Pilgrim vs the world», ο Edgar Wright έχει αποδείξει πως αποτελεί επιδέξιο χειριστή των κινηματογραφικών ειδών και βαθύ γνώστη των κινηματογραφικών κανόνων. Ταυτόχρονα, διαθέτει μια τελειομανία που εκφράζεται μέσω της εμμονικής του προσοχής στη λεπτομέρεια κι ένα χαρακτηριστικό, υποδειγματικό σκηνοθετικό στυλιζάρισμα. Το «Baby Driver» διαθέτει όλες αυτές τις ιδιότητες του ταλαντούχου Βρετανού, ο οποίος τώρα δοκιμάζεται σε κάτι πιο καθαρόαιμα action, λιγότερο κωμικό και προσωπικό απ’ ό,τι μέχρι τώρα. Η δημιουργική του σφραγίδα βέβαια είναι πάντα διακριτή, όπως είναι κι η κινηματογραφική του δεξιοτεχνία, είτε πρόκειται για το στήσιμο ενός μονοπλάνου, τη χρήση της μουσικής, τη σύλληψη ενός κυνηγητού ή την υφολογική και συναισθηματική απόκλιση από ένα φιλμ δράσης του σωρού.

Ο Wright μοιάζει να χτίζει διακριτικά μα αισθητά έναν κόσμο εσκεμμένα μη ρεαλιστικό, επιτηδευμένα ρομαντικό, καθιστώντας σε πρόθυμο να δεχτείς αδιαμαρτύρητα σχεδόν τα πάντα, ως κομμάτι ενός απολαυστικού κινηματογραφικού παραμυθιού. Ωστόσο, υπάρχει ένα όριο στις σεναριακές ευκολίες που δύνασαι να συγχωρήσεις στο όνομα αυτού, και δυστυχώς στο τέλος ο Wright ποντάρει υπερβολικά έντονα σε αυτή τη συνειδητή επιτήδευση, εκθέτοντας ασυγχώρητες ανεπάρκειες στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, οι οποίοι καταλήγουν να υπηρετούν την πλοκή τυφλά και βολικότατα. Πλάι σ’ αυτούς, η ασυγκράτητη σκηνοθετική έμπνευση της αρχής πάει κι αυτή μυστηριωδώς περίπατο κατά το φινάλε, αφήνοντάς μας να απορούμε για αυτόν το δημιουργικό διχασμό, μα παρόλα αυτά μην καταφέρνοντας να μας στερήσει πλήρως την απόλαυση της παλιομοδίτικα ρομαντικής καρδιάς του φιλμ.

Παρά τα ελαττώματά του, το «Baby Driver» αποτελεί υπόδειγμα στο χώρο της κινηματογραφικής δράσης και μια όχι απογοητευτική προσθήκη στην αξιοσημείωτη φιλμογραφία του Wright, παρόλο που μάλλον τον συναντάμε στη λιγότερο εμπνευσμένη στιγμή του μέχρι τώρα.

Βαθμολογία: 3/5

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2017

After the storm (2016)

Ο Hirokazu Kore-eda είναι θαυμαστής των καθημερινών οικογενειακών ιστοριών, παρατηρητής των ασήμαντων μικρο-στιγμών που περνούν απαρατήρητες, συνεχιστής της κινηματογραφικής παράδοσης του Yasujiro Ozu και (συνεπώς) εραστής της αφηγηματικής απλότητας. Στην εποχή της γρήγορης εικόνας, του larger-than-life και του CGI, ένα τέτοιο μικρό βεληνεκές δύναται να καταστήσει μια ταινία λησμονίσιμη, αν όχι βαρετή. Κι ο Kore-eda, χωρίς να κάνει σε καμία περίπτωση «δύσκολο» σινεμά, δεν κάνει ούτε και χάρες στο μη εξοικειωμένο με το έργο του κοινό. Δοκιμάζει αφηγηματικές επιλογές που εύκολα αποξενώνουν το θεατή, ενώ μοντάρει ο ίδιος την ταινία του αφήνοντας τους ρυθμούς να πλατειάσουν συνειδητά, ώστε να αφουγκραστούν την ανεπιτήδευτη εξέλιξη των ρεαλιστικών στιγμών που απεικονίζονται. Μικρά λάθη όπως το ελαφρό γλίστρημα ενός ηθοποιού έχουν κι αυτά χώρο στο σινεμά του Kore-eda, ανάγοντάς το σε έναν ύμνο στον καθημερινό ρεαλισμό.

Όποιος λοιπόν εμπιστευτεί την έμπειρη πένα του σκηνοθέτη, σεναριογράφου και μοντέρ και δείξει υπομονή κατά την πρώτη ώρα του φιλμ που λειτουργεί σχεδόν σαν μια εισαγωγή στη δεύτερη, τότε θα δικαιωθεί πλήρως. Αντισυμβατικά άρρυθμο και ασαφές ως προς την αφηγηματική του εστίαση, το πρώτο μέρος της ταινίας λειτουργεί ως χτίσιμο του χαρακτήρα του ιδιωτικού ντετέκτιβ, συγγραφέα και χωρισμένου πατέρα Hiroshi Abe, αλλά και δευτερευόντως της χήρας μητέρας του Kirin Kiki, μέχρι το ξέσπασμα της καταιγίδας του τίτλου. Η τελευταία, δίνει την αφορμή για μια απολαυστικά εκτενή σεκάνς-φινάλε, που επενδύει στην ατμόσφαιρα και την οικειότητα του περιβάλλοντος για να μελετήσει με άκρα ευαισθησία τη γλυκόπικρη περιπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Στο επίκεντρο πάντα βρίσκεται η μητρότητα-πατρότητα, στα πλαίσια μιας τρυφερότατης προσπάθειας κατανόησης όσων χωρίζουν μα κι όσων ενώνουν μια οικογένεια. Κι έτσι, ο Kore-eda και οι καταπληκτικοί ερμηνευτές του κερδίζουν το στοίχημα τού κατά πόσον μια τόσο απλή, καθημερινή προσέγγιση μπορεί να αποδειχθεί αξιομνημόνευτη, δημιουργώντας αφοπλιστικά ανθρώπινο σινεμά με προσωπικότητα, άποψη και καρδιά. Τι έχει αλλάξει, τελικά, μετά την καταιγίδα;


Βαθμολογία: 3.5/5

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

Spider-man: Homecoming / Spider-man: Η επιστροφή στον τόπο του (2017)

Η τρίτη κινηματογραφική εκδοχή του Σπάιντερ-μαν (τέταρτη αν μετρήσουμε και το φιλμ - πιλότο τηλεοπτικής σειράς της των `70ς) δεν είχε ποτέ λόγο να ανησυχεί ιδιαίτερα για την αποδοχή από το κοινό της επαναδιατύπωσης ενός από τους διασημότερους κόμικ ήρωες όλων των εποχών. Ο νέος Spider-man είχε περάσει ήδη από δημόσια οντισιόν πέρυσι στο «Civil war», η οποία κρίθηκε θριαμβευτικά επιτυχημένη, κατοχυρώνοντας αυτομάτως στο «Homecoming» τον ασυγκράτητο ενθουσιασμό των φαν.

Ο Σπάιντερ-μαν λοιπόν επιστρέφει πράγματι στον τόπο του και τη «μαμά» Marvel, μετά από την άδοξη προ τριετίας λήξη και το άμεσο πέρασμα στη λήθη της (όχι-και-τόσο) «Amazing» εκδοχής του από τη Sony. Εδώ, η τελευταία παραμένει ως βασική παραγωγός εταιρία στο οικονομικό κομμάτι, χωρίς όμως λόγο στο καλλιτεχνικό, με την αυτοκρατορία των Marvel Studios να συνεχίζει να αναπτύσσει το δαιδαλώδες μυθοπλαστικό σύμπαν της με καινούριους χαρακτήρες και αυστηρά μα επιτυχώς συνταγογραφημένα φιλμ. Πώς θα μπορούσε λοιπόν ο έφηβος Σπάιντερ-μαν να παρεκκλίνει από τη συνταγή, η οποία όσο σίγουρη και ασφαλής παραμένει, άλλο τόσο φροντίζει κάθε φορά να πασπαλίζεται με διαφορετικά μυρωδικά κινηματογραφικών ειδών, από το κατασκοπικό θρίλερ του «Captain America: Winter Soldier» στο heist move του «Ant-man» κι από κει στην ψυχεδελική μαγεία του «Doctor Strange». Εδώ, αφενός ο συμπαθής χαρακτήρας που γνωρίσαμε στις κλασικές ταινίες του Sam Raimi μετατρέπεται σε μια ακόμη έκφανση της Marvelικής συνταγής, ίσως χάνοντας ελαφρώς κάτι από τη δική του κινηματογραφική φυσιογνωμία, μα από την άλλη μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τόσο τον ίδιο, όσο και τη μυθολογία της Marvel στα πλαίσια ενός νέου, άκρως ταιριαστού υπο-είδους: τη λυκειακή κωμωδία!

Όπως σε κάθε νέα ερμηνεία ενός μύθου, έτσι κι εδώ υπάρχουν πράγματα που κερδίζονται και άλλα που χάνονται στη μετάφραση. Η ουσία του Σπάιντερ-μαν όμως ήταν πάντα πως επρόκειτο για τον ήρωα της διπλανής πόρτας, ένα έφηβο λυκειόπαιδο που δε διαφέρει σε τίποτα από τους συνομηλίκους του, εκτός του ότι τυχαίνει από λάθος να έχει σούπερ δυνάμεις. Είναι ένας καθημερινός άνθρωπος της εργατικής τάξης, που όσο παίζει ξύλο με υπερ-εγκληματίες, άλλο τόσο παλεύει για μια υιγή σχέση με την κοπέλα του, για να βγάλει τα προς το ζην και για να μην ανησυχεί η θεία του κάθε φορά που τον βλέπει να γυρίζει σπίτι με μελανιές.

Το «Homecoming», λοιπόν, κατανοεί τον Σπάιντερ-μαν. Τον αποτυπώνει ως ένα 15χρονο nerd, γεμάτο παιδικό ενθουσιασμό απέναντι στις σούπερ δυνάμεις του. Ο Peter Parker του Tom Holland δεν αναζητά απαντήσεις σε κάποια συνομοσιολογικά μυστηριώδη δολοφονία των γονιών του, δε λύνει αδύνατες επιστημονικές εξισώσεις για να εφεύρει την κυτταρική αυτοανάρωση και δε σώζει τον κόσμο από κακούς που θέλουν να μεταμορφώσουν τους πάντες σε γιγάντιες σαύρες (γκουχ γκουχ, «Amazing Spider-man», γκουχ γκουχ). Ως ήρωας μιας σχολικής κομεντί, ζει τη φυσιολογική ζωή ενός 15χρονου, με την εξαίρεση της μυστικής του ταυτότητας, ούτε κι ως προς την οποία όμως διαθέτει ακόμα την απαιτούμενη ωριμότητα. Έτσι, παρόλο που το γνωστό origin story αναμενόμενα προσπερνιέται, το φιλμ παραμένει μια ιστορία για τη γέννηση ενός σούπερ-ήρωα, κατά τη λογική μιας ιστορίας ενηλικίωσης.

Αντίστοιχη και η περίπτωση του κινηματογραφικού κακού. Όντας ελαφρώς πιο ενδιαφέρων από τον μέσο (παντελώς αδιάφορο) κακό του Marvel Cinematic Universe, ο «Vulture» («Γύπας») του Michael Keaton -καθόλου τυχαία επιλογή, σε έναν (ακόμη) αυτοαναφορικό ρόλο ενός… Birdman!- δεν αποτελεί παρά έναν άνεργο εργάτη που προσπαθεί να θρέψει την οικογένειά του, κλέβοντας από τη φανταχτερή κοινωνική ελίτ των διάσημων σούπερ ηρώων. Κατά τις «μεγάλες» αναμετρήσεις του με τον Σπάιντερ-μαν, δεν υπάρχει ποτέ κάποιο σατανικό σχέδιο που να διέπεται από καταστροφολογία ή κάποια αιμοδιψή μανία από μέρους του, με αθώους πολίτες να απειλούνται μονάχα ως παράπλευρες απώλειες.

Κι όσο εύστοχη κι αν φαντάζει αυτή η έμφαση στις ανθρώπινες διαστάσεις των ηρώων, η ένταξή τους στα πλαίσια μιας teen κωμωδίας γεννά και ορισμένες ενστάσεις. Ναι μεν επιτρέπει στις εντάσεις να περιοριστούν απρόσμενα πολύ για μια superhero movie, μα αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο ανθρωποκεντρισμός του στέφεται με επιτυχία. Η εύπεπτη διάθεση και το ανεξάντλητο χιούμορ που χαρακτηρίζουν κάθε σκηνή μπορεί να προσφέρουν ένα διασκεδαστικότατο δίωρο, μα ταυτόχρονα εμποδίζουν την ταινία να αγγίξει τη συναισθηματική αλήθεια της σχέσης του Peter με τους θείους του στα φιλμ του Raimi ή με τη Gwen σε αυτά του Webb. Τα  «Amazing Spider-man» κατακρίνονται για τη σοβαροφάνειά τους, μα ο δραματικός ρεαλισμός που είχε την ευκαιρία να επιδείξει ο Andrew Garfield εκεί ουδέποτε διακρίνεται στο «Homecoming», όσο ταλαντούχος και ιδανικός στο ρόλο κι αν είναι ο 20χρονος Tom Holland. Η χιουμοριστική προσέγγιση μπαίνει στη μέση της συναισθηματικής ειλικρίνειας, κι αυτό είναι αισθητό και στο ρόλο του Jacob Batalon που συχνά θυμίζει απλό comic relief χαρακτήρα. Το πρόβλημα γίνεται όμως πάνω απ` όλα αισθητό στο χαρακτήρα της Laura Harrier, αυτόν του νέου ερωτικού ενδιαφέροντος του Peter, η χημεία της με τον οποίο υστερεί σχεδόν αποστομοτικά αυτής των προκατόχων τους.

Ίσως η μοναδική άλλη ένσταση που απορρέει από τα παραπάνω είναι η απουσία δραματικού βάρους στις περισσότερες σκηνές δράσεις. Η γενική ελαφρότητα έχει ως αποτέλεσμα, όσο ο ήρωας παίζει ξύλο με τον Vulture, να μη διακυβεύεται τίποτα δραματουργικά. Το μοναδικό ζήτημα της μάχης, με άλλα λόγια, παραμένει τις περισσότερες φορές το να «νικήσει ο καλός τον κακό», χωρίς αυτό να έχει κάποια βαθύτερη σημασία για τον χαρακτήρα του πρωταγωνιστή. Αυτό συνεπάγεται σαφή έλλειψη ενδιαφέροντος στο κομμάτι της δράσης, κάτι που ευτυχώς καταπολεμάται από τη συνεχή παρουσία χιούμορ, που δεν αφήνει ανέπαφες ούτε και τις σκηνές των θεαματικών εφέ.

Τέλος, το φιλμ απομακρύνεται ακόμα περισσότερο από τον χειροπιαστό ρεαλισμό της τριλογίας του Raimi με την ένταξη του Σπάιντερ-μαν στο σύπμαν των Avengers, μιας και εξωγήινα όπλα, υπερ-τεχνολογικά γκάτζετ και πολύχρωμες CGI ριπές μοιάζουν να είναι βγαλμένα από άλλη ταινία του MCU και δεν «κολλάνε» πλάι στον 15χρονο ήρωα μιας φτωχογειτονιάς του Κουίνς. Ταυτόχρονα βέβαια, αυτή η «ένταξη του Σπάιντερ-μαν στο σύπμαν των Avengers» είναι ουσιωδώς εκμεταλλευμένη από το σενάριο, μιας και προσφέρει όχι μόνο μερικά απολαυστικότατα cameos εταίρων σουπερηρώων, αλλά και το ίδιο το character arc του πρωταγωνιστή, του οποίου βασική επιδίωξη είναι να αποδειχτεί άξιος για να γίνει μέλος των Avengers. Πρόκειται για μια μικρού δραματικού βεληνεκούς αντιμετώπιση του χαρακτήρα, κάτι που δεν πειράζει καθόλου εφόσον εντέλει αποδεικνύεται ολοκληρωμένη και ουσιώδης, καθιστώντας ακόμα και τις πολυάριθμες εμφανίσεις του Robert Downey Junior -κόντρα στις προσδοκίες- δραματουργικά καίριες.

Ο καινούριος Σπάιντερ-μαν ανανεώνει αποτελεσματικά το μύθο ενός από τους πιο αγαπημένους σούπερήρωες όλων των εποχών, προσφέροντας μια σίγουρη και ασφαλή μεν, μα φρέσκια και άκρως κεφάτη εκδοχή της Μαρβελικής συνταγής. Η κωμική προεργασία από τους «Guardians of the Galaxy» της Marvel και τον κανιβαλιστικό «Deadpool» της Fox μετουσιώνεται εδώ στην πρώτη καθαρή σουπερηρωική κωμωδία του Marvel Cinematic Universe, γεμάτη απρόσμενο αυτοσαρκασμό και δίχως ίχνος σοβαροφάνειας. Ακόμα κι αν η έλλειψη της δραματικής ειλικρίνειας των προηγούμενων εκδοχών του ήρωα είναι αισθητή, το φιλμ προσφέρει ένα δίωρο καθαρόαιμης διασκέδασης που δε μπορεί να σε αφήσει παραπονεμένο.

Βαθμολογία: 3/5 

Σημείωση 1: Η Marvel έχει στα χέρια της το καλύτερο εισαγωγικό μουσικό θέμα που έχουμε ακούσει ως τώρα και δεν το ξαναχρησιμοποιεί ποτέ μετά την εισαγωγή. Θέλουμε να το ξανακούσουμε!

Σημείωση 2: Μία από τις καλύτερες post-credits σκηνές του MCU (για μένα πλάι σε εκείνη των «Avengers»).

Πέμπτη 6 Ιουλίου 2017

The beguiled / Η αποπλάνηση (2017)

Λογοτεχνική πρώτη ύλη του 1966 από τον Thomas Cullinan, μια πρώτη κινηματογραφική απόπειρα το 1971 από τον Don Siegel με τον Clint Eastwood στο βασικό ρόλο και τώρα αισίως φτάνουμε στη δεύτερη κινηματογραφική εκδοχή της ιστορίας, δια χειρός Sofia Coppola, σε μια θριαμβευτική επιστροφή μετά το άνοστο «Bling Ring» της. Ας ξεκινήσουμε λέγοντας πως το φιλμ μοιάζει να αφορά περισσότερο τους μη γνώστες των προϋπαρχουσών εκδοχών, οι οποίοι θα μπούνε στην αίθουσα δίχως εκ των προτέρων σχηματισμένη άποψη για τους χαρακτήρες. Αντίστοιχα, θα προσφέρει μια σαφώς πιο ενδιαφέρουσα εμπειρία σε όσους δεν έχουν δει το τρέιλερ, το οποίο ως είθισται ανοίγει υπερβολικά πολλά από τα κρυμμένα χαρτιά του φιλμ.

Έχοντας πει αυτά, το φιλμ δεν αλλάζει τίποτα από το στόρι των προκατόχων του, μα το προσεγγίζει με ξεκάθαρα διαφορετική ματιά. Η Coppola επιλέγει να αγνοήσει τις πληροφορίες για το παρελθόν των ηρώων που αποκαλύπτονταν μέσω φλας-μπακ στο παλιό φιλμ, θεωρητικά αφαιρώντας, θα έλεγε κανείς, το σεναριακό τους βάθος, μα τελικά προσθέτοντας έτσι μεγαλύτερο σινεφιλικό ενδιαφέρον. Γιατί κατ` αυτόν τον τρόπο, οι χαρακτήρες παραμένουν μονίμως καθηλωτικά διφορούμενοι, με τα πραγματικά κίνητρά τους και το διαχωρισμό αλήθειας και ψέματος να μένουν αδιευκρίνιστα, αφημένα στη δική μας υποκειμενική αντίληψη. Άλλωστε, οι πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες είναι πάντα αυτοί στους οποίους δε δίνεται σαφές πρόσημο, αυτοί οι οποίοι κινούνται σε γκρίζες περιοχές και πρέπει εμείς να αποφασίσουμε αν κλίνουν προς το άσπρο ή το μαύρο. Το σεναριακό βάθος των ηρώων της Coppola βασίζεται στην αφαίρεση, σε υπαινιγμούς που μας παροτρύνουν να το συμπληρώσουμε με βάση την κρίση μας. Αυτή η εκ μέρους μας αβεβαιότητα απέναντί τους μας καθιστά, αφενός, ενεργούς συμμετέχοντες στην παρακολούθηση του φιλμ και αφετέρου συμβάλλει στην αιωρούμενη αίσθηση μυστηρίου και, πιθανά, απροσδιόριστης απειλής που το διέπει. Αυτή η αφαιρετικότερη αφήγηση επίσης, στα πλαίσια της οποίας οι γραμμές που ενώνουν τις σεναριακές τελείες συχνά προσπερνιούνται, έτσι ώστε να μπορούμε να τις τραβήξουμε μονάχα με τη φαντασία μας (πχ η ανάπτυξη της σχέσης Colin Farrell - Elle Fanning), συνεπάγεται την εστίαση όχι τόσο στην ιστορία καθαυτή, αλλά στη νοηματοδότησή της. Έτσι, η αφήγηση της Coppola (πολύ περισσότερο απ` αυτήν του Siegel) μας παίρνει απ` το χέρι σε έναν στοχασμό πάνω στις σχέσεις θηλυκού κι αρσενικού, τον πρωτογονισμό και την αυτοκαταστροφικότητα της σεξουαλικής έλξης και το παιχνίδι εξουσίας που την ακολουθεί.

Όλα αυτά κάτω από μια σαγηνευτική ατμόσφαιρα, σκοτεινή, ομιχλώδη και υπνωτιστική. Η πανέμορφη φωτογραφία του Philippe Le Sourd που χρησιμοποιεί μόνο το φως του ήλιου και των κεριών και η άριστη διεύθυνση παραγωγής με έμφαση στην ενδυματολογική λεπτομέρεια σιγοντάρουν ιδανικά το όραμα της Coppola, δημιουργώντας ένα πλήρως μαγνητιστικό αποτέλεσμα. Άψογο και το βασικό καστ, με τον Colin Farrell να διαφοροποιείται συνειδητά και εύστοχα από την εξαιρετική original ερμηνεία του Clint Eastwood, τη Nicole Kidman σε ρόλο που παίζει στα δάχτυλα (βλ. «Stoker»), τη 18χρονη Elle Fanning να συνεχίζει δυναμικά να αναδεικνύεται σε ανερχόμενο ταλέντο και, τέλος, την Kirsten Dunst σε μια από τις καλύτερες, συνταρακτικά εσωτερικές ερμηνείες της.

Το απρόβλεπτο αυτό δραματικό θρίλερ εποχής βρίσκει τη Sofia Coppola σε πλήρη ανάκτηση καλλιτεχνικής φόρμας, συνθέτοντας με δεξιοτεχνία ένα γοητευτικότατο κινηματογραφικό σύμπαν. Η αρχετυπική έλξη μεταξύ των δύο φύλλων εξερευνάται διεισδυτικά, με μια σκηνοθετική σιγουριά που κατορθώνει να ισορροπήσει την (εκ των έσω)  απειλή με τη συναισθηματική αθωότητα μα και το χιούμορ. Το φιλμ διαθέτει αδυναμίες, μα η δημιουργική του αυτοπεποίθηση τις κάνει να φαντάζουν σχεδόν ασήμαντες μπροστά σε μια αξιομνημόνευτη κινηματογραφική εμπειρία που αξίζει να βιώσεις -ιδίως αν δεν είσαι εξοικειωμένος με τις προηγούμενες εκδοχές της ιστορίας (και με το τρέιλερ). 

Βαθμολογία: 4/5

Σάββατο 15 Απριλίου 2017

Pojedeme k moři / To see the sea (2014)

Έχουμε δει πολλές φορές τον οπερατέρ μιας ταινίας να ανήκει στον ίδιον τον κόσμο της ταινίας, να αποτελεί έναν από τους χαρακτήρες της. Αρκεί να κοιτάξουμε οποιοδήποτε found-footage φιλμ ανά τα χρόνια. Το «To see the sea» όμως είναι ίσως η πρώτη φορά που εντός της ταινίας συνυπάρχει ακόμα κι ο υποτιθέμενος σκηνοθέτης και μοντέρ της! Στο είδος του ντοκιμαντέρ, αυτή η λογική δεν είναι άγνωστη, μιας και συχνά οι ντοκιμαντερίστες επιλέγουν να ασχοληθούν με προσωπικές τους ιστορίες, συπεριλαμβάνοντας τον εαυτό τους ως χαρακτήρα της ταινίας τους. Αυτό ακριβώς κάνει και το «To see the sea». Πρόκειται για ένα mockumentary (ψευδο-ντοκιμαντέρ) πάνω στη ζωή του -μυθοπλαστικού- δημιουργού του. Κι αν αυτή η ιδέα ακούγεται πρωτότυπη και φρέσκια, η ευρηματικότητά της δεν τελειώνει εκεί. Γιατί ο υποτιθέμενος δημιουργός του προσωπικού εν λόγω «ντοκιμαντέρ» όχι απλά δεν ανήκει στο χώρο του κινηματογράφου, μα είναι ένα 11χρονο αγόρι που ονειρεύεται να γίνει σκηνοθέτης όταν μεγαλώσει!

Αποτελώντας το ντεμπούτο πίσω από την κάμερα του διάσημου στην Τσεχία ηθοποιού Jiří Mádl, το «To see the sea» αποτελεί μια «μικρή» ταινία, που επισκέφθηκε πολύ λίγα φεστιβάλ, στην Ελλάδα δεν προβλήθηκε ποτέ και εν γένει πέρασε εντελώς απαρατήρητη, παραμένοντας έως σήμερα στην αφάνεια. Μα το φιλμ του Mádl αξίζει πολύ μεγαλύτερης αναγνώρισης απ’ ό,τι έχει δεχθεί. Αν και μπορεί να σε ξεγελάσει εκ πρώτης όψεως με τον (ηθελημένο) φαινομενικό ερασιτεχνισμό του, στην πραγματικότητα κάθε άλλο παρά ερασιτεχνικό είναι. Αντλώντας, εύστοχα, υφολογική έμπνευση από το best-seller «Ποιος Σκότωσε το Σκύλο τα Μεσάνυχτα» (εκεί, ο συγγραφέας Mark Haddon υιοθετεί τη συγγραφική ταυτότητα ενός αυτιστικού εφήβου), ο Mádl κατασκευάζει την ταινία του με άξονα τη νοοτροπία και αφηγηματική ωριμότητα ενός 11χρονου αγοριού -με πολύ σοβαρότερη κινηματογραφική παιδεία από τους συνομηλίκους του. Ακραίοι τεχνικοί πειραματισμοί, συνειδητά επιτηδευμένη πλανοθεσία και ένα καστ εξαιρετικών ηθοποιών που καθιστούν τη μυθοπλασία σχεδόν αδιόρατη αποτελούν ό,τι χρειάζεσαι για να «χάψεις» αδιαμαρτύρητα την ψευδαίσθηση πως βρίσκεσαι πράγματι στο μυαλό ενός μικρού ερασιτέχνη ντοκιμαντερίστα.

Ίσως το φιλμ του Mádl να είναι καταδικασμένο να μην αγγίξει κινηματογραφική κορυφή, όντας (ειρωνικά) αναγκασμένο να υιοθετήσει τον παραπάνω ερασιτεχνισμό για να παραμείνει πιστό στο κόνσεπτ του. Όμως αυτό δεν έχει καμία σημασία. Γιατί αποτελεί ένα πραγματικό υπόδειγμα των δυνατοτήτων της απλότητας και του κινηματογράφου χαμηλού προϋπολογισμού. Αναδεικνύει πώς τα πιο φτωχά κινηματογραφικά μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν δημιουργικά προς όφελος του φιλμ -ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν είναι όντως όσο φτωχό δείχνει-, εντοπίζει την πηγή της κινηματογραφικής φρεσκάδας στην ύπαρξη μιας ευρηματικής κεντρικής ιδέας και αποδεικνύει πως υπάρχει ακόμα χώρος στη μεγάλη οθόνη για αληθινή πρωτοτυπία. Με τον εσκεμμένο ερασιτεχνισμό να δυσκολεύει τον διαχωρισμό των μειονεκτημάτων από τα… πλεονεκτήματά του, συνολικά πραγματοποιεί κάτι εντυπωσιακά καινούριο και αφοπλιστικά πολυεπίπεδο.

Η ελαφρότητα και το χιούμορ της αμέριμνης παιδικής ζωής του πρωταγωνιστή ακολουθούνται από μια απολαυστική πλοκή μυστηρίου υπό την ομπρέλα της παιδικής αθωότητας, ενώ κι αυτή δύναται να δώσει τη θέση της σε ένα απρόσμενα βαρύ οικογενειακό δράμα. Όλα αυτά ομαλά συμπεριλαμβανόμενα στα πλαίσια μιας ευρύτερης παιδικής ζωής κι όχι μιας επιτηδευμένης κινηματογραφικής εξιστόρησης. Κι είναι εντυπωσιακό το πόσα νοηματικά επίπεδα εξυπηρετούνται μέσω αυτής της θεωρητικά «χύμα» αφήγησης. Αφενός, υπάρχει καθαρή ανάπτυξη χαρακτήρα, με τον μικρό Tomáš να ωριμάζει τόσο μέσω της οικογενειακής του περιπέτειας, όσο και της φιλίας του με τον συνομήλικό του Haris. Μα όπως είναι φυσικό, υπάρχει και μια πανταχού παρούσα αυτοαναφορικότητα, που δίνει μια σταθερά κινηματογραφόφιλη διάσταση στο φιλμ, καθιστώντας το τελικά ένα ευαίσθητο γράμμα αγάπης προς το ίδιο το σινεμά. Υποδειγματικά, ωστόσο, αυτές οι δύο διαστάσεις είναι και βαθιά αλληλένδετες, αφού η ενδοσκοπική εξέλιξη του πρωταγωνιστή δεν θα ήταν καν εφικτή δίχως την κινηματογραφική του κάμερα που αναζητά απαντήσεις με τόλμη και καλλιτεχνική φιλοδοξία. Έτσι, το φιλμ του Mádl αναδεικνύεται σε έναν φόρο τιμής στις εγγενείς καλλιτεχνικές μας ανησυχίες, τα παιδικά μας όνειρα και πάνω απ’ όλα στην αυτοανακάλυψη μέσω της τέχνης, και δη του κινηματογράφου.

Άγνωστο και δυσεύρετο, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τσέχου ηθοποιού Jiří Mádl αποτελεί ένα πραγματικό υπόδειγμα κινηματογράφου περιορισμένων μέσων και δημιουργικής φρεσκάδας, χαμηλού προϋπολογισμού και υψηλών ιδεών. Πολύτιμο μάθημα για όσους τρέφουν κινηματογραφικές φιλοδοξίες και ένεση νοσταλγίας για όσους μεγάλωσαν με μια ερασιτεχνική κάμερα στο χέρι ή όσους έστω το ονειρεύτηκαν. Πάνω απ’ όλα όμως, πρόκειται για μια απρόσμενη ανάσα -ουσιαστικής- πρωτοτυπίας, σε έναν κόσμο που όσο την έχει ανάγκη, άλλο τόσο την αφήνει, δυστυχώς, να περάσει απαρατήρητη. 

Βαθμολογία: 4/5

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

Rosetta / Ροζέτα (1999)

Το σινεμά των αδελφών Dardennes δεν είναι συναισθηματικά ευπρόσιτο, μα κρύβει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Η αισθητική ωμότητα της «Ροζέτας», ο άμεσος ρεαλισμός με αδιαφορία προς τη σαφή δραματουργία και τους γνώριμους κινηματογραφικούς κανόνες δεν κάνουν τον θεατή να νιώσει ευπρόσδεκτος. Τον κρατούν σε απόσταση από τον συναισθηματικό κόσμο της πρωταγωνίστριας, ακόμα κι αν σωματικά τον φέρνουν συχνά σε απόσταση αναπνοής. Κι όμως, το φιλμ εξακολουθεί να ανήκει καθαρά στο σινεμά χαρακτήρων. Η ευκαιρία συναισθηματικής ταύτισης με την ηρωίδα δε μας δίνεται όχι γιατί δεν μας ενδιαφέρει ως χαρακτήρας, αλλά γιατί η στυλιστικά «γυμνή» σκηνοθεσία των Dardennes την αντιμετωπίζει αυστηρά αντικειμενικά. Δε μας ταυτίζει μαζί της, δεν μας ζητά να συμπάσχουμε, να τη συμπαθήσουμε ή να τη λυπηθούμε. Η οριακά εμμονική προσκόλληση της κάμερας πάνω της την κάνει να φαντάζει περισσότερο σαν ένα πειραματόζωο, ένα αντικείμενο μελέτης, με εμάς να αποτελούμε τους παρατηρητές πίσω από το μικροσκόπιο.

Η Ροζέτα ποτέ δε θα ανοίξει τα κρυμμένα χαρτιά της. Αυτό που στην αρχή δεν καταλαβαίνουμε δεν θα εξηγηθεί. Απλά ο θεατής (που θέλει) θα εξοικειωθεί με αυτό. Αντί να εκλογικεύσει την εκκεντρικότητά της, θα πατήσει πάνω της για να προσπαθήσει να κατανοήσει το χαρακτήρα της. Κι αν αυτός δεν του είναι απόλυτα κατανοητός, δεν είναι ούτε και στην ίδια τη Ροζέτα. Αν υπάρχει ένας βασικός ανταγωνιστής στο στόρι, είναι μάλλον ο εαυτός της. Κάθε πράξη της, κάθε επιλογή της, κάθε έκφραση του δυσανάγνωστου αυθορμητισμού της αποτελούν μια πάλη διαφορετικών πτυχών του χαρακτήρα της. Εκεί είναι που βρίσκονται οι ουσιώδεις δραματικές συγκρούσεις του φιλμ. Κι είναι η εντυπωσιακή πολυπλοκότητα αυτών των αντιφάσεων, το γοητευτικό βάθος του χαρακτήρα τόσο αυτής όσο και δευτερευόντως του συναδέλφου της Fabrizio Rongione (και φυσικά η συγκλονιστική ερμηνεία της Émilie Dequenne) που χάρισαν στην ταινία την κινηματογραφική αξία της -και ένα Χρυσό Φοίνικα το 1999.

Βαθμολογία: 3.5/5

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

An American Tail / Αμέρικαν Στόρι (1986)

Πρώην animator της Ντίσνεϊ που έφυγε από το στούντιο μαζί με μια ομάδα συναδέλφων του κατά την πολύπαθη παραγωγή της «Αλεπούς και του Κυνηγόσκυλου», ο Don Bluth χάραξε την δική του πορεία στο παιδικό animation. Διαφωνώντας με την καλλιτεχνική φιλοσοφία της Ντίσνεϊ ο Bluth και η ομάδα του δημιούργησαν το δικό τους στούντιο, παράγοντας μια σειρά επιτυχιών που δημιούργησαν τη μεγαλύτερη ως τότε ανταγωνιστική δύναμη για την κυρίαρχη στο χώρο εταιρία. Tο «An American Tail» αποτελεί τη δεύτερη αυτόνομη ταινία του Bluth, σε συμπαραγωγή του Steven Spielberg.

Σε μια εποχή που η Ντίσνεϊ, με εξαίρεση το καταπληκτικό «Η Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο», παρήγαγε μια σειρά από διασκεδαστικά και όμορφα μεν, μα λησμονίσιμα και μάλλον συνταγογραφημένα φιλμ που λίγα περισσότερα είχαν να προσφέρουν από μια ανάλαφρα ευχάριστη θέαση, ο Bluth απαντά με κάτι σαφώς πιο τολμηρό. Κατηγορούμενο στην εποχή του ως υπερβολικά καταθλιπτικό για παιδιά, το «American Tail» καταπιάνεται με το δύσκολο θέμα της μετανάστευσης και φορτώνει τον εαυτό του με ένα ασυνήθιστο συναισθηματικό βάρος. Το στόρι ακολουθεί μια οικογένεια Εβραίων στα τέλη του 19ου αιώνα, η οποία μεταναστεύει από τη Ρωσία στην Αμερική για σωτηρία από τις βίαιες επιθέσεις των Κοζάκων και αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Βεβαίως, οι ήρωες είναι ποντίκια και περισσότερο από τους έφιππους Κοζάκους θέλουν να ξεφύγουν από τις πεινασμένες ρώσικες γάτες, μα οι ιστορικές αναφορές και οι κοινωνικοπολιτικοί παραλληλισμοί παραμένουν άμεσοι. Η φτώχεια και η σκληρότητα της ξενιτιάς, ο χαμός αγαπημένων προσώπων (πόσο μάλλον ενός παιδιού), η μαφία και η παιδική εκμετάλλευση κάνουν, εν συνεχεία, το πέρασμά τους από την οθόνη.

Πάνω σε αυτό το σκοτεινό υπόβαθρο λοιπόν, ο Bluth διηγείται μια απολαυστικότατη και διασκεδαστική ιστορία με χαριτωμένα ποντίκια και μοχθηρές γάτες, έναν από τους πιο «cute» animated πρωταγωνιστές που έχει δει το κινηματογραφικό πανί και αληθινά υπέροχα τραγούδια που θα έκαναν τον Walt Disney να πρασινίσει από ζήλια. Αν και δεν χειρίζεται την πλοκή και τη δράση με την ίδια δεξιοτεχνία που επιδεικνύει στο χτίσιμο του συναισθηματικού του κορμού, το φιλμ εντυπωσιάζει με το πώς καταφέρνει να συνδυάσει όλα τα στοιχεία μιας επιτυχημένης παιδικής ταινίας με πιο ενήλικα θέματα, χωρίς αυτά να το βαραίνουν υπερβολικά ή να στερούν την παιδική του αθωότητα.

«Ντισνεϊκή» ταινία εκτός Ντίσνεϊ που βάζει τα γυαλιά στις τότε χλιαρές απόπειρες του κυρίαρχου στούντιο, το φιλμ του Don Bluth αξίζει να μνημονεύεται πλάι στα πιο δημοφιλή κλασικά «ξαδερφάκια» του.

Βαθμολογία: 3.5/5

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

The fox and the hound / Η αλεπού και το κυνηγόσκυλο (1981)

Μετά τη δύσκολη δεκαετία του 1940, όπου εν μέσω πολέμου παράχθηκε μονάχα μια σειρά από πενιχρά φτιαγμένες και πλέον εντελώς λησμονισμένες σπονδυλωτές ταινίες («Saludos Amigos», «The Three Caballeros», «The Adventures of Ichabod and Mr. Toad»), η Ντίσνεϊ απόλαυσε αρκετά χρόνια ακμής έως το θάνατο του Walt Disney το 1966. Τότε, το στούντιο αντιμετώπισε άλλη μία περίοδο κάμψης, η οποία κορυφώθηκε σε μια ακόμη δεκαετία που δοκίμασε τις έσχατες οικονομικές αντοχές του: 1980. Προετοιμάζοντας το έδαφος για την περίφημη «αναγέννησή» της με τη «Μικρή Γοργόνα» του 1989, η Ντίσνεϊ συναντά αυτήν την περίοδο τη μεγαλύτερη εμπορική της αποτυχία («The Black Cauldron», 1985) και, ξανά, μια σειρά από ταινίες που λίγοι θυμούνται πλέον.

Μάλλον ως η πιο γνωστή από αυτές σήμερα στέκει το «The fox and the hound» του 1981. Ωστόσο, και παρά την εμπορική επιτυχία του, το φιλμ συνήθως αγνοείται από θεατές και κριτικούς και συγκαταλέγεται συχνότερα στη μετριότητα της δεκαετίας του 1980 παρά στις κλασικές ντισνεϊκές στιγμές. Γι’ αυτό ακριβώς και γράφεται, άλλωστε, η συγκεκριμένη κριτική: ώστε να τοποθετήσει τη μισοξεχασμένη αυτήν ταινία στις κορυφαίες θέσεις της λίστας των πιο υποτιμημένων ντισνεϊκών εγχειρημάτων -όχι μακριά από το  «Black Cauldron», παρεμπιπτόντως, που κουβαλά τον τίτλο της χειρότερης ταινίας της εταιρίας.

Η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο» διαφέρει από την πλειοψηφία των ταινιών του στούντιο, ακόμα κι αν πάντα διατηρεί αδιαμφισβήτητα ντισνεϊκά στοιχεία. Με πολλά ολοκαίνουρια μέλη στο καλλιτεχνικό της επιτελείο, η Ντίσνεϊ διασκευάζει ελεύθερα ένα ομώνυμο, αλλά όχι παιδικό βιβλίο -που μελετά ρεαλιστικά τη φυσική συμπεριφορά της «Αλεπούς» και του «Κυνηγόσκυλου» χωρίς να τους προσδίδει ανθρωπομορφικά στοιχεία- και το φέρνει στα δικά της γνώριμα μέτρα. Το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ, που χωρίς να στερείται σχεδόν οποιασδήποτε καλλιτεχνικής αρετής των κινηματογραφικών συγγενών του, καταπιάνεται ευθέως με σαφώς ωριμότερες θεματικές. Πρόκειται για μια ιστορία για τη φιλία, μα όχι πια υπό την παραμυθένια σκοπιά που είθισται στο είδος. Για τα δεδομένα αυτού, η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο» εστιάζει στον… ρεαλισμό. Αποφεύγει τις ταμπέλες «καλών» και «κακών». Δεν ολοκληρώνεται στο «και ζήσαν αυτοί καλά…» Αν υπάρχει ένας «κακός» τελικά στην ιστορία, τότε είναι η… πραγματικότητα. Αυτή η (με συγχωρείτε, σε παιδική ταινία) πουτάνα που κάνει τους φίλους εχθρούς και τους αχώριστους χωρισμένους, που το μόνο happy end που επιτρέπει είναι μια συνειδησιακή καταπράυνση, μια θεωρητική παρηγοριά άνευ πρακτικού αντικρίσματος -το «γλυκόπικρο» είναι το όριο του «happy».

Πέρα από τις υπερβολές του φιλμ λόγω παιδικότητας, όλοι οι χαρακτήρες πράττουν με βάση τις φυσικές τους τάσεις αντί μοχθηρών κινήτρων ή αντίστοιχων σεναριακών συμβάσεων. Ο καθένας κάνει αυτό που η ζωή απαιτεί από αυτόν και αν τον θεωρήσεις «κακό» είναι γιατί τον κοιτάς από τα μάτια του αντιπάλου του. Υπό αντίστοιχη οπτική, όλοι είμαστε «κακοί». Αποφεύγοντας συνεπώς τη μονοδιάστατη απλοϊκότητα ενός κοινού «καρτούν», το φιλμ κινείται αδιάκοπα σε ηθικά γκρίζες περιοχές, για να χρησιμοποιήσει αυτήν την αμφισημία ακόμα και προς την ίδια του την -αισιόδοξη- αυτοαναίρεση: η πραγματικότητα, πέρα από την άδικη, αναπότρεπτη σκληρότητά της, έχει πάντα να επιδείξει και την πιο αποστομωτική ομορφιά. Η κάμπια-θήραμα μεταμορφώνεται στην ωραιότερη πεταλούδα που κερδίζει και τον θαυμασμό των πρώην κυνηγών της, όχι αναντίστοιχα με τον τρόπο που η θηλυκή αλεπού καλεί τον Τοντ να ανοίξει τα «φτερά» του και να απολαύσει τις ομορφιές της ζωής -πλάι στους αναπόφευκτους θανάσιμους κινδύνους της και τις αβάσταχτες συναισθηματικές πίκρες της.

Κι αν οι ατέλειες του φιλμ είναι κάτι περισσότερο από αισθητές, με ίσως την πιο τρανταχτή έλλειψη αξιοσημείωτων τραγουδιών έβερ (αν και με όμορφο score κατά τ’ άλλα), μερικούς αδύναμους, αν όχι περιττούς χαρακτήρες (η θηλυκή αλεπού) και τις άτσαλα αμβλυμμένες γωνίες της σκληρής ιστορίας (ο «μη» θάνατος του Chief) να αποδυναμώνουν εν μέρει την αφήγηση, το βουρκωμένο παιδί μέσα μας αδιαφορεί πλήρως. Έτσι κι αλλιώς, ελάχιστες ταινίες του στούντιο είχαν δομήσει μια πραγματικά στιβαρή αφήγηση ως τότε (ίσως η «Λαίδη κι ο Αλήτης» να τα κατάφεραν καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη) και καμία, μα καμία με τη δραματική βαρύτητα που επέδειξαν η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο».

Μακριά από τα παραμύθια με πρίγκιπες και πριγκίπισσες, τους ανθρώπους με πρόσωπα ζώων, τις ζηλιάρες κακές μάγισσες και το «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», το «The Fox and the Hound» του 1981 επενδύει στην απλότητα και τον καρτουνίστικο ρεαλισμό, στέκοντας ως μια ξεχωριστή, παρεξηγημένη ντισνεϊκή πρόταση, που ίσως ο Walt Disney να μην ενέκρινε ποτέ. Μπορεί να μην αγγίζει κορυφή ως προς την κινηματογραφική του αφήγηση, αγγίζει όμως ως προς το δραματικό ενδιαφέρον του, που ξεπερνά οποιαδήποτε ταινία του στούντιο ως τότε, όπως άλλωστε κι ο συναισθηματικός του αντίκτυπος. Πρόκειται για ένα δράμα κυριολεκτικής και μεταφορικής ενηλικίωσης, μια ιστορία καταδικασμένης φιλίας και μια σπαρακτική ωδή στην πικρή σκληρότητα της πραγματικότητας.

Βαθμολογία: 4/5

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

Demolition / Ξανά από την αρχή (2015)

Demolition, κοινώς κατεδάφιση. Η κατεδάφιση ενός κτηρίου, η διάλυση ενός καλοκουρδισμένου μηχανισμού, η αποδόμηση μιας ζωής. Αυτό είναι το θέμα της νέας ταινίας του Jean-Marc ValléeDallas Buyers Club», «Wild»), η ανέγερση μιας ισοπεδωμένης ζωής μέσα από τα συντρίμμια της. Για τον πρωταγωνιστή, όλα ξεκινάνε με τον θάνατο της γυναίκας του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και η αντίδρασή του στον εσωτερικευμένο πόνο εκφράζεται μέσω της ξαφνικής εμμονής του με την αποσυναρμολόγηση οικιακών συσκευών και τη συμμετοχή του σε χειρονακτικές κατεδαφίσεις σπιτιών, έως τελικά την (ηδονική) διάλυση του δικού του σπιτιού.

Ο Jake Gyllenhaal είναι για μία ακόμη φορά αριστουργηματικός σε ένα ρόλο όπου άλλοι ηθοποιοί θα έβλεπαν έναν εξαιρετικά αδιάφορο και χιλιοειδωμένο χαρακτήρα κι όπου εκείνος κάνει κάτι εντελώς δικό του, με εκπληκτικά εύθυμο όσο και ταυτόχρονα εσωτερικό τρόπο. Μετά από μια σειρά συγκλονιστικών ερμηνειών τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα τον στοιχειωτικό οπερατέρ του «Nightcrawler», ο Jake Gyllenhaal συνεχίζει με συνέπεια να μας αποδεικνύει πως αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ηθοποιούς αυτήν τη στιγμή. Χάρη σ` αυτόν είναι σε μεγάλο βαθμό που ο χαρακτήρας του αποφεύγει την καρικατούρα αισιοδοξίας που σε στιγμές τείνει να γίνει, παρόλο που και το σενάριο του Bryan Sipe κάνει μια αισθητή προσπάθεια ικανοποιητικής θεμελίωσής του. Ο χαρακτήρας, από την άλλη, που ο Sipe δυσκολεύεται ξεκάθαρα να διαχειριστεί είναι εκείνος του πρωτοεμφανιζόμενου Judah Lewis, που πέφτει γρήγορα στην παγίδα των κλισέ, αναληθοφανών παιδικών χαρακτήρων.

Αν, πάντως, η επίγευση μετά το τέλος του φιλμ είναι αυτή μιας υπερβολικά γνώριμης, μάλλον τυποποιημένης αισιοδοξίας, το σενάριο κατά τ` άλλα δεν εξαντλεί σχεδόν ποτέ το ενδιαφέρον του και τις ουσιώδεις τροπές της ιστορίας του, ακόμα κι αν αυτές συναντώνται σαφώς πιο αραιά όσο πλησιάζουμε προς το τέλος. Πολύ εύστοχα, η εστίαση βρίσκεται εξολοκλήρου στον χαρακτήρα του Gyllenhaal, στην πορεία αυτογνωσίας και προσωπικής ανόρθωσης όπου τον συναντάμε, αντί να εγκλωβίζεται σε ένα επιφανειακό love-story που θα αποτελούσε σοβαρή απειλή κινηματογραφικής ανουσιότητας αν παρέμενε στο επίκεντρο.

«Η καρδιά είναι σαν ένα αυτοκίνητο» αναφέρει -με καθόλα προφανή τρόπο-  ο χαρακτήρας του Chris Cooper, «για να την επιδιορθώσεις πρέπει πρώτα να την αποσυναρμολογήσεις». Αυτή η ιδέα υποστηρίζεται εύστοχα από το εκκεντρικό «πένθος» του ήρωα, κατά το οποίο μέσω της κυριολεκτικής κατεδάφισης επέρχεται η μεταφορική ανέγερση. Η γέννηση ενός νέου εαυτού μετά τη -συνειδητή- δολοφονία του προηγούμενου. Έμφαση στο «συνειδητή» όμως! Η «κατεδάφιση», στο σενάριο του φιλμ, δεν είναι η απώλεια της συζύγου, αλλά η μετέπειτα, εξ επιλογής απόρριψη του πριν για την ανασύνθεση ενός νέου, εξιλεωτικού τώρα. Η μερική ωραιοποίηση του πένθιμου πόνου για χάρη της κινηματογραφικής ελαφρότητας, λοιπόν, είναι σεναριακά τεκμηριωμένη ακριβώς επειδή το «πριν» δεν είναι ωραιοποιημένο, επειδή παρουσιάζεται ως απορριπτέο. Με τους όρους της ταινίας: Ο Gyllenhaal βλέπει στο ακριβό, γυαλιστερό του σπίτι μια σημειολογική σύνδεση με τη ζωή του. Πλέον, ένα διαλυμένο ψυγείο σκορπισμένο στο πάτωμα της κουζίνας φαντάζει πιο οικείο από την ανυπόφορα καλογυαλισμένη ευταξία του σπιτιού. Γιατί το γυαλιστερό φαίνεσθαι του σπιτιού/ζωής του ήρωα δεν συνέπιπτε ποτέ με την πραγματικότητα. Το ψυγείο έσταζε από πριν, απλώς εκείνος ήταν «υπερβολικά αφηρημένος» για να το προσέξει. Κοινώς, δεν υπήρχε ποτέ στ` αλήθεια κάποια ευτυχία για να χαθεί, εξού και η μη εστίαση στον πόνο για το πριν, αλλά στην προσπάθεια απαγκίστρωσης από αυτό -και συνεπώς εκ νέου επιδίωξης της ευτυχίας. Η απώλεια, λοιπόν, δε συνιστά την ίδια την κατεδάφιση, αλλά απλώς το ταρακούνημα των θεμελίων, το σεισμό που αποκαλύπτει πως αυτά ποτέ δεν ήταν γερά. Τελικά, το ερώτημα στο οποίο αυτός ο συλλογισμός καταλήγει (ίσως έμμεσα σε σχέση με το φιλμ) είναι το κατά πόσον μπορούμε μόνοι μας να αντιληφθούμε τα σαθρά θεμέλια του οικοδομήματος της ζωής μας ή έχουμε ανάγκη το ταρακούνημα ενός «σεισμού». Γιατί αυτός μπορεί και να μην έρθει ποτέ...

Επιμένοντας σε μια κλασική χολιγουντιανή αφήγηση, που με καλές ιδέες και το κατάλληλο πνεύμα μπορεί να αποδειχθεί απολαυστικότατη, το «Demolition» διαθέτει τη διαχρονική αίσθηση ενός κινηματογραφικού παραμυθιού βγαλμένου απ` την πραγματικότητα. Με ένα σενάριο δουλεμένο στις λεπτομέρειές του, τη μοντέρνα σκηνοθετική λογική της αεικίνητης κάμερας και των γρήγορων ρυθμών να εκσυγχρονίζει το κλασικό χολιγουντιανό feel και τον Jake Gyllenhaal να… είναι ο Jake Gyllenhaal, το φιλμ προσφέρει ένα ευπρόσδεκτο παραμύθιασμα κινηματογραφικής αισιοδοξίας. Ευτυχώς, μπορείς να το πάρεις και λίγο πιο σοβαρά απ` ό,τι είθισται χάρη στην ουσιώδη ανάπτυξη του κεντρικού χαρακτήρα του.

Βαθμολογία: 3/5

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Café Society (2016)

Η ανάγκη του να δημιουργεί σταθερά μία ταινία το χρόνο έχει κάνει τον Woody Allen να διαμορφώσει τη συνταγή μιας εξαιρετικά απλής μορφής storytelling. Τα λιτά και απέριττα σενάριά του κρατούν μόνο τα πιο βασικά και απαραίτητα στοιχεία της κάθε ιστορίας, προσπερνούν συχνά ό,τι δεν χρειάζεται εκτενή ανάλυση με «εύκολα» voice-over (εδώ με τη φωνή του ίδιου) και αφηγούνται την ιστορία τους μέσα από συγκεκριμένες (διαλογικές, συνήθως) σκηνές με σαφή θέση και λειτουργία στον αφηγηματικό κορμό. Αντίστοιχα και η σκηνοθεσία του είναι απλή και γρήγορη, κάνοντας όσο το δυνατόν λιγότερες λήψεις και αντιμετωπίζοντας την κάμερα απλά ως το μέσο για να ειπωθεί η ιστορία κι όχι ως εργαλείο ξεχωριστής αφηγηματικής δύναμης.

Όλα αυτά είναι ιδιαιτέρως αισθητά στο «Café Society». Αφενός, η αίσθηση μιας ταινίας μικρού βεληνεκούς, ελλιπούς σε πρωτοτυπία και σε αληθινή συναισθηματική διείσδυση στους ήρωές της και, συνεπώς, μάλλον εύκολα λησμονίσιμης οφείλεται ακριβώς στην παραπάνω «βιασύνη», αν μπορούμε να την εκλάβουμε ως τέτοια. Αφετέρου, το ίδιο το γεγονός ότι ο Woody Allen μπορεί να αφηγηθεί ενδιαφέρουσες κι ολοκληρωμένες ιστορίες με αυτόν τον τόσο απλό τρόπο -η απλότητα είναι εξαιρετικά δύσκολη!- μαρτυρά την μακρά εμπειρία του ως δημιουργού, τη βαθιά γνώση του πάνω στο αντικείμενό του και, εντέλει, την αξιοθαύμαστη ικανότητά του ως κινηματογραφικού αφηγητή. Γιατί η αυστηρή συνέπειά του στο ετήσιο κινηματογραφικό ραντεβού του δεν είναι μόνο χρονική, αλλά, πολύ περισσότερο, ποιοτική. Ο Woody Allen έχει θέσει ένα σταθερό πήχη τον οποίον όσες φορές δεν έχει κατορθώσει να φτάσει («To Rome with love»), άλλες τόσες τον έχει ξεπεράσει αισθητά («Midnight in Paris» και «Blue Jasmin» τα πιο πρόσφατα παραδείγματα) κι έτσι το «Café Society» έρχεται για να πετύχει ακριβώς τον στόχο του και να αποτελέσει την εγγυημένη απόλαυση των θερινών σινεμά.

Σε μια ιστορία που ξεκινά ως ένα ερωτικό τρίγωνο στα χολιγουντιανά 1930s, μα εξελίσσεται λίγο πιο κυνικά και μελαγχολικά, o Woody Allen κι οι ιδανικοί ερμηνευτές του αναδεύουν νοσταλγικό ρομαντισμό, χαλαρό -και συχνά μαύρο- χιούμορ και μια υπαρξιακή μελαγχολία που κορυφώνεται στο φινάλε, καταλήγοντας στη ματαιότητα και το ανικανοποίητο της ζωής. Πάντα με αυτονόητα εύπεπτο και… καλοκαιρινό γουντιαλενικό τρόπο.

Βαθμολογία: 3/5

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Magical girl (2014)

Κινηματογράφος δυνατού σεναρίου στα χνάρια του Guillermo Arriaga (βλέπε Alejandro Iñárritu), που σε γραπώνει βίαια από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό και… σε κάνει ό,τι θέλει. Πρόκειται για μία από εκείνες τις ταινίες που δημιουργούν μια σχέση ανοιχτού διαλόγου με τον θεατή, όσο φυσικά και διαρκούς (αριστοτεχνικής) εξαπάτησής του. Ο Carlos Vermut δεν χάνει ποτέ την ικανότητά του να σε αιφνιδιάζει, στέλνοντας απροειδοποίητα την ιστορία του σε ολοκαίνουριες κατευθύνσεις, μέσω ανατροπών όχι απλώς της πλοκής, αλλά πολύ περισσότερο των ίδιων των χαρακτήρων, και σε βυθίζει σε έναν απειλητικό κόσμο σοκαριστικής αμφισημίας. Τα πιο όμορφα συναισθήματα δοκιμάζονται ανηλεώς πυροδοτώντας μια κατάδυση στις σκοτεινότερες πτυχές της ανθρώπινης ψυχής όπου η αγάπη σφιχταγκαλιάζεται με τη βία και τα ηθικά όρια θολώνουν. Παρακολουθούμε ένα τραγικό παζλ απρόβλεπτης αλληλεπίδρασης χαρακτήρων, αξιοθαύμαστα πολυδιάστατων, ανθρώπινων όσο και, ταυτόχρονα, απάνθρωπων.

Η παγερή ατμόσφαιρα αυτού του ασφυκτικού, όσο και αβάσταχτα ρεαλιστικού κόσμου διαθέτει περισσότερο χώρο για κατάμαυρο χιούμορ παρά για την έκφραση κάποιου ζεστού συναισθήματος, το οποίο είτε καταρρέει κάτω από το καλοδουλεμένο κουβάρι των δράσεων και αντιδράσεων της ιστορίας είτε σιγοκαίει στο βάθος μονάχα ως πικρός υπαινιγμός. Αντανακλώντας τις αντικρουόμενες πτυχές των χαρακτήρων, των συναισθημάτων και της μονίμως επαναπροσδιοριζόμενης οπτικής του θεατή, η υποδειγματική σκηνοθεσία του Vermut κατορθώνει συχνά να συνδυάσει ψυχρότητα και λυρισμό στα ίδια πλάνα. Οι εικόνες του μιλούν από μόνες τους, δίνοντας έμφαση στη -συμβολική/συνειρμική- λεπτομέρεια. Κι έτσι αυτή η καθηλωτική κινηματογραφική τραγωδία, ακόμα κι αν δεν είναι η απόλυτα αψεγάδιαστη ή πρωτόγνωρη εμπειρία που θα την καθιστούσε πραγματικό αριστούργημα, επισφραγίζει το διαρκές παιχνίδι της με το μυαλό του θεατή τρυπώνοντας για τα καλά εντός του και μετά το τέλος της.

Βαθμολογία: 4/5

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Anomalisa (2015)

Χωρίς να είναι απαραίτητα φανερό με την πρώτη ματιά, ο Charlie Kaufman έχει κάνει και πάλι το θαύμα του. Ακούραστα εφευρετικός σεναριογράφος («Being John Malkovich», «Adaptation», «Eternal sunshine of a spotless mind») και για δεύτερη φορά σκηνοθέτης μετά το «Synecdoche, New York», ο Kaufman υπογράφει ένα πικρό stop-motion animation, ξεκάθαρα ενήλικων θεματικών και ακατάλληλο για παιδιά, πρωτότυπο όσο του αρμόζει και λιγότερο απλό απ’ όσο μοιάζει. Το σενάριο είχε γραφτεί από τον Kaufman μία δεκαετία πριν, ως θεατρική παράσταση με τους ίδιους ηθοποιούς. Η επιλογή να μεταφερθεί στον κινηματογράφο ως ταινία κινουμένων σχεδίων καθρεφτίζει την οπτική αφαιρετικότητα του θεάτρου, που στο live-action θα παγιδευόταν σε έναν αναπόφευκτα αυστηρό ρεαλισμό. Παραδόξως μα εντέχνως, το εκπληκτικό animation αποσκοπεί στην όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστική εικόνα -και όσο αντιφατικό ακούγεται αυτό, τόση πρωτοτυπία και ενδιαφέρον αποκτά το εγχείρημα.

Οι αποστομωτικά αληθοφανείς κούκλες δημιουργούν ψευδαίσθηση ρεαλισμού και η ίδια η παντελώς προσγειωμένη στην πραγματικότητα ιστορία δεν μοιάζει να έχει κανένα λόγο να μην είναι live-action. Κι όμως, υπάρχει πάντοτε η αίσθηση πως κάτι δεν είναι αρκετά «πραγματικό» μέσα σε αυτήν τη βαρετά γνώριμη πραγματικότητα και κάπως έτσι μια ιστορία καθημερινής μιζέριας αποδεικνύεται, στ’ αλήθεια, οπτικά συναρπαστική. Γιατί όπως γίνεται γρήγορα σαφές, ο κόσμος που παρακολουθούμε δεν είναι αντικειμενικός. Το φιλμ μας βυθίζει στην υποκειμενική αντίληψη ενός καθημερινού, καταθλιπτικού και συναισθηματικά αποξενωμένου μεσήλικα, τον οποίο κατανοούμε σε ανησυχητικό βαθμό. Η μελέτη του χαρακτήρα κρύβει συγκλονιστική αλήθεια και η αποτύπωση της πραγματικότητας στο φιλμ είναι αφοπλιστικά ακριβής, παρά τον παραμορφωτικό animated καθρέφτη εν μέσω του οποίου -αδιάκριτα- την παρατηρούμε. Φυσικά, ως αναπόσπαστοι ενορχηστρωτές της σεναριακής ειλικρίνειας στέκουν οι αριστουργηματικές φωνητικές ερμηνείες του David Thewlis, της Jennifer Jason Leigh και του Tom Noonan στον καθοριστικά ουσιώδη ρόλο… όλων των χαρακτήρων πέραν των δύο πρωταγωνιστών!

Μακριά από χολιγουντιανές συμβάσεις και μέσα από απρόβλεπτες κινηματογραφικές διαδρομές, η ταινία των -προκλητικά ασεβών προς τις προσδοκίες σου- Charlie Kaufman και Duke Johnson ενδέχεται να σε ξεγελάσει με τη φαινομενική ζεστασιά της, καμουφλάζ μιας καρδιάς απαισιόδοξης και κυνικής. Με πικρό χιούμορ και αστείρευτη κινηματογραφική ευρηματικότητα, αποτυπώνει σε βάθος και με ευαισθησία την κατάθλιψη, τη μοναξιά και πάνω απ’ όλα την απώλεια ταυτότητας στην απρόσωπη σύγχρονη κοινωνία, διαπλέκοντας αντικειμενική και υποκειμενική αλήθεια. Εντός αυτής της λογικής, ο αμφιλεγόμενος κεντρικός χαρακτήρας κινείται σε ηθικά γκρίζες περιοχές και ο κάθε θεατής τον κρίνει ανάλογα με το πώς τον ερμηνεύει, ενώ οι διακριτικοί υπαινιγμοί της κατάληξης αφήνουν και πάλι στον θεατή την ευθύνη της ερμηνείας των γεγονότων.

Υπέροχο όσο και παραπλανητικό, το συναισθηματικό roller-coaster του «Anomalisa» παντρεύει μια νατουραλιστική ταινία κινουμένων σχεδίων με ένα σουρεαλιστικό δράμα, παραδίδοντας ένα πικρό κοινωνικό σχόλιο και ένα δείγμα δεξιοτεχνικά πρωτότυπου κινηματογράφου.

Βαθμολογία: 4/5

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Heaven knows what (2014)

Ντοκιμαντερίστικης δύναμης καταγραφή της ζωής του αστικού περιθωρίου, αυτού της έλλειψης στέγης και του εθισμού στην ηρωίνη, βασισμένη στα απομνημονεύματα της ίδιας της πρωταγωνίστριας, Arielle Holmes. Η Holmes μετουσιώνει τις δικές της εμπειρίες σε μια αληθινά δυνατή και αποστομοτικά ειλικρινή ερμηνεία, που αποτελεί την αληθινή ραχοκοκαλιά του φιλμ. Η βιωματική παρουσία της αναδεικνύει ένα ανερχόμενο ταλέντο που προβλέπεται να μας απασχολήσει στο μέλλον (μετά τη συμμετοχή της στο φιλμ η Holmes συνεχίζει να ασχολείται με την ηθοποιία). Μαζί με όλους τους -σοκαριστικά πειστικούς- συμπρωταγωνιστές της, προσδίδουν στο εγχείρημα έναν ρεαλισμό που θυμίζει πράγματι ντοκιμαντέρ και συνεπώς μια κινηματογραφική ορμή που αναπληρώνει για το μάλλον αδύναμο δραματουργικά σενάριο.

Ως προς το τελευταίο, το φιλμ μπορεί να κατηγορηθεί για ανεπαρκώς ανεπτυγμένους χαρακτήρες, μιας και δεν πραγματοποιείται κάποια σαφής αλλαγή σε αυτούς πριν τους τίτλους τέλους, και συνεπώς για  ανολοκλήρωτη δραματουργία. Από την άλλη, το λογικά ηθελημένο αυτό «ελάττωμα» αντανακλά εύστοχα την απουσία διεξόδου από την περιθωριακή ζωή (άρα είναι συνεπές προς τους χαρακτήρες), όπως και τον ντοκιμαντερίστικο ρεαλισμό του φιλμ, αποβάλλοντας οποιαδήποτε κινηματογραφική δραματουργική επιτήδευση. Αντίστοιχα, η σχεδόν θρυμματισμένη αφήγηση αποτελείται από στιγμιότυπα της καθημερινότητας της πρωταγωνίστριας, όχι πάντοτε δεμένα με ξεκάθαρη συνοχή, ακολουθώντας ελεύθερα ένα ακραίο (αντι-)love-story ως σεναριακό άξονα, αλλά χωρίς να δίνει μια ξεκάθαρη κατεύθυνση στην ιστορία του (ένα ακόμη είδος κινηματογραφικής «επιτήδευσης»). Το γεγονός αυτό με τη σειρά του συνθέτει αποτελεσματικά την αίσθηση μιας αποπροσανατολισμένης ζωής που, δίχως στόχο και νόημα, υφίσταται ως μια χαοτική, αυτοκαταστροφική σύγχυση.

Πρόκειται αναμφίβολα για σκληρό ρεαλιστικό κινηματογράφο, ενίοτε σοκαριστικό (η αρχική σεκάνς) και πάντοτε ανατριχιαστικά ενδελεχή στον τρόπο που παρατηρεί και αναπαράγει την πραγματικότητα. Δίχως, μάλιστα, ο ρεαλισμός του να εμποδίζει τους αδελφούς Safdie να δημιουργήσουν ορισμένες ντελιριακές σκηνές και να χρησιμοποιήσουν ένα αντίστοιχης υφής  soundtrack που ενισχύει αισθαντικά την κινηματογραφική αποτύπωση μιας μόνιμης μαστούρας και απουσίας κατεύθυνσης.

Βαθμολογία: 3/5