Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα spider-man. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα spider-man. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

Spider-man: Homecoming / Spider-man: Η επιστροφή στον τόπο του (2017)

Η τρίτη κινηματογραφική εκδοχή του Σπάιντερ-μαν (τέταρτη αν μετρήσουμε και το φιλμ - πιλότο τηλεοπτικής σειράς της των `70ς) δεν είχε ποτέ λόγο να ανησυχεί ιδιαίτερα για την αποδοχή από το κοινό της επαναδιατύπωσης ενός από τους διασημότερους κόμικ ήρωες όλων των εποχών. Ο νέος Spider-man είχε περάσει ήδη από δημόσια οντισιόν πέρυσι στο «Civil war», η οποία κρίθηκε θριαμβευτικά επιτυχημένη, κατοχυρώνοντας αυτομάτως στο «Homecoming» τον ασυγκράτητο ενθουσιασμό των φαν.

Ο Σπάιντερ-μαν λοιπόν επιστρέφει πράγματι στον τόπο του και τη «μαμά» Marvel, μετά από την άδοξη προ τριετίας λήξη και το άμεσο πέρασμα στη λήθη της (όχι-και-τόσο) «Amazing» εκδοχής του από τη Sony. Εδώ, η τελευταία παραμένει ως βασική παραγωγός εταιρία στο οικονομικό κομμάτι, χωρίς όμως λόγο στο καλλιτεχνικό, με την αυτοκρατορία των Marvel Studios να συνεχίζει να αναπτύσσει το δαιδαλώδες μυθοπλαστικό σύμπαν της με καινούριους χαρακτήρες και αυστηρά μα επιτυχώς συνταγογραφημένα φιλμ. Πώς θα μπορούσε λοιπόν ο έφηβος Σπάιντερ-μαν να παρεκκλίνει από τη συνταγή, η οποία όσο σίγουρη και ασφαλής παραμένει, άλλο τόσο φροντίζει κάθε φορά να πασπαλίζεται με διαφορετικά μυρωδικά κινηματογραφικών ειδών, από το κατασκοπικό θρίλερ του «Captain America: Winter Soldier» στο heist move του «Ant-man» κι από κει στην ψυχεδελική μαγεία του «Doctor Strange». Εδώ, αφενός ο συμπαθής χαρακτήρας που γνωρίσαμε στις κλασικές ταινίες του Sam Raimi μετατρέπεται σε μια ακόμη έκφανση της Marvelικής συνταγής, ίσως χάνοντας ελαφρώς κάτι από τη δική του κινηματογραφική φυσιογνωμία, μα από την άλλη μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τόσο τον ίδιο, όσο και τη μυθολογία της Marvel στα πλαίσια ενός νέου, άκρως ταιριαστού υπο-είδους: τη λυκειακή κωμωδία!

Όπως σε κάθε νέα ερμηνεία ενός μύθου, έτσι κι εδώ υπάρχουν πράγματα που κερδίζονται και άλλα που χάνονται στη μετάφραση. Η ουσία του Σπάιντερ-μαν όμως ήταν πάντα πως επρόκειτο για τον ήρωα της διπλανής πόρτας, ένα έφηβο λυκειόπαιδο που δε διαφέρει σε τίποτα από τους συνομηλίκους του, εκτός του ότι τυχαίνει από λάθος να έχει σούπερ δυνάμεις. Είναι ένας καθημερινός άνθρωπος της εργατικής τάξης, που όσο παίζει ξύλο με υπερ-εγκληματίες, άλλο τόσο παλεύει για μια υιγή σχέση με την κοπέλα του, για να βγάλει τα προς το ζην και για να μην ανησυχεί η θεία του κάθε φορά που τον βλέπει να γυρίζει σπίτι με μελανιές.

Το «Homecoming», λοιπόν, κατανοεί τον Σπάιντερ-μαν. Τον αποτυπώνει ως ένα 15χρονο nerd, γεμάτο παιδικό ενθουσιασμό απέναντι στις σούπερ δυνάμεις του. Ο Peter Parker του Tom Holland δεν αναζητά απαντήσεις σε κάποια συνομοσιολογικά μυστηριώδη δολοφονία των γονιών του, δε λύνει αδύνατες επιστημονικές εξισώσεις για να εφεύρει την κυτταρική αυτοανάρωση και δε σώζει τον κόσμο από κακούς που θέλουν να μεταμορφώσουν τους πάντες σε γιγάντιες σαύρες (γκουχ γκουχ, «Amazing Spider-man», γκουχ γκουχ). Ως ήρωας μιας σχολικής κομεντί, ζει τη φυσιολογική ζωή ενός 15χρονου, με την εξαίρεση της μυστικής του ταυτότητας, ούτε κι ως προς την οποία όμως διαθέτει ακόμα την απαιτούμενη ωριμότητα. Έτσι, παρόλο που το γνωστό origin story αναμενόμενα προσπερνιέται, το φιλμ παραμένει μια ιστορία για τη γέννηση ενός σούπερ-ήρωα, κατά τη λογική μιας ιστορίας ενηλικίωσης.

Αντίστοιχη και η περίπτωση του κινηματογραφικού κακού. Όντας ελαφρώς πιο ενδιαφέρων από τον μέσο (παντελώς αδιάφορο) κακό του Marvel Cinematic Universe, ο «Vulture» («Γύπας») του Michael Keaton -καθόλου τυχαία επιλογή, σε έναν (ακόμη) αυτοαναφορικό ρόλο ενός… Birdman!- δεν αποτελεί παρά έναν άνεργο εργάτη που προσπαθεί να θρέψει την οικογένειά του, κλέβοντας από τη φανταχτερή κοινωνική ελίτ των διάσημων σούπερ ηρώων. Κατά τις «μεγάλες» αναμετρήσεις του με τον Σπάιντερ-μαν, δεν υπάρχει ποτέ κάποιο σατανικό σχέδιο που να διέπεται από καταστροφολογία ή κάποια αιμοδιψή μανία από μέρους του, με αθώους πολίτες να απειλούνται μονάχα ως παράπλευρες απώλειες.

Κι όσο εύστοχη κι αν φαντάζει αυτή η έμφαση στις ανθρώπινες διαστάσεις των ηρώων, η ένταξή τους στα πλαίσια μιας teen κωμωδίας γεννά και ορισμένες ενστάσεις. Ναι μεν επιτρέπει στις εντάσεις να περιοριστούν απρόσμενα πολύ για μια superhero movie, μα αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο ανθρωποκεντρισμός του στέφεται με επιτυχία. Η εύπεπτη διάθεση και το ανεξάντλητο χιούμορ που χαρακτηρίζουν κάθε σκηνή μπορεί να προσφέρουν ένα διασκεδαστικότατο δίωρο, μα ταυτόχρονα εμποδίζουν την ταινία να αγγίξει τη συναισθηματική αλήθεια της σχέσης του Peter με τους θείους του στα φιλμ του Raimi ή με τη Gwen σε αυτά του Webb. Τα  «Amazing Spider-man» κατακρίνονται για τη σοβαροφάνειά τους, μα ο δραματικός ρεαλισμός που είχε την ευκαιρία να επιδείξει ο Andrew Garfield εκεί ουδέποτε διακρίνεται στο «Homecoming», όσο ταλαντούχος και ιδανικός στο ρόλο κι αν είναι ο 20χρονος Tom Holland. Η χιουμοριστική προσέγγιση μπαίνει στη μέση της συναισθηματικής ειλικρίνειας, κι αυτό είναι αισθητό και στο ρόλο του Jacob Batalon που συχνά θυμίζει απλό comic relief χαρακτήρα. Το πρόβλημα γίνεται όμως πάνω απ` όλα αισθητό στο χαρακτήρα της Laura Harrier, αυτόν του νέου ερωτικού ενδιαφέροντος του Peter, η χημεία της με τον οποίο υστερεί σχεδόν αποστομοτικά αυτής των προκατόχων τους.

Ίσως η μοναδική άλλη ένσταση που απορρέει από τα παραπάνω είναι η απουσία δραματικού βάρους στις περισσότερες σκηνές δράσεις. Η γενική ελαφρότητα έχει ως αποτέλεσμα, όσο ο ήρωας παίζει ξύλο με τον Vulture, να μη διακυβεύεται τίποτα δραματουργικά. Το μοναδικό ζήτημα της μάχης, με άλλα λόγια, παραμένει τις περισσότερες φορές το να «νικήσει ο καλός τον κακό», χωρίς αυτό να έχει κάποια βαθύτερη σημασία για τον χαρακτήρα του πρωταγωνιστή. Αυτό συνεπάγεται σαφή έλλειψη ενδιαφέροντος στο κομμάτι της δράσης, κάτι που ευτυχώς καταπολεμάται από τη συνεχή παρουσία χιούμορ, που δεν αφήνει ανέπαφες ούτε και τις σκηνές των θεαματικών εφέ.

Τέλος, το φιλμ απομακρύνεται ακόμα περισσότερο από τον χειροπιαστό ρεαλισμό της τριλογίας του Raimi με την ένταξη του Σπάιντερ-μαν στο σύπμαν των Avengers, μιας και εξωγήινα όπλα, υπερ-τεχνολογικά γκάτζετ και πολύχρωμες CGI ριπές μοιάζουν να είναι βγαλμένα από άλλη ταινία του MCU και δεν «κολλάνε» πλάι στον 15χρονο ήρωα μιας φτωχογειτονιάς του Κουίνς. Ταυτόχρονα βέβαια, αυτή η «ένταξη του Σπάιντερ-μαν στο σύπμαν των Avengers» είναι ουσιωδώς εκμεταλλευμένη από το σενάριο, μιας και προσφέρει όχι μόνο μερικά απολαυστικότατα cameos εταίρων σουπερηρώων, αλλά και το ίδιο το character arc του πρωταγωνιστή, του οποίου βασική επιδίωξη είναι να αποδειχτεί άξιος για να γίνει μέλος των Avengers. Πρόκειται για μια μικρού δραματικού βεληνεκούς αντιμετώπιση του χαρακτήρα, κάτι που δεν πειράζει καθόλου εφόσον εντέλει αποδεικνύεται ολοκληρωμένη και ουσιώδης, καθιστώντας ακόμα και τις πολυάριθμες εμφανίσεις του Robert Downey Junior -κόντρα στις προσδοκίες- δραματουργικά καίριες.

Ο καινούριος Σπάιντερ-μαν ανανεώνει αποτελεσματικά το μύθο ενός από τους πιο αγαπημένους σούπερήρωες όλων των εποχών, προσφέροντας μια σίγουρη και ασφαλή μεν, μα φρέσκια και άκρως κεφάτη εκδοχή της Μαρβελικής συνταγής. Η κωμική προεργασία από τους «Guardians of the Galaxy» της Marvel και τον κανιβαλιστικό «Deadpool» της Fox μετουσιώνεται εδώ στην πρώτη καθαρή σουπερηρωική κωμωδία του Marvel Cinematic Universe, γεμάτη απρόσμενο αυτοσαρκασμό και δίχως ίχνος σοβαροφάνειας. Ακόμα κι αν η έλλειψη της δραματικής ειλικρίνειας των προηγούμενων εκδοχών του ήρωα είναι αισθητή, το φιλμ προσφέρει ένα δίωρο καθαρόαιμης διασκέδασης που δε μπορεί να σε αφήσει παραπονεμένο.

Βαθμολογία: 3/5 

Σημείωση 1: Η Marvel έχει στα χέρια της το καλύτερο εισαγωγικό μουσικό θέμα που έχουμε ακούσει ως τώρα και δεν το ξαναχρησιμοποιεί ποτέ μετά την εισαγωγή. Θέλουμε να το ξανακούσουμε!

Σημείωση 2: Μία από τις καλύτερες post-credits σκηνές του MCU (για μένα πλάι σε εκείνη των «Avengers»).

Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

The amazing Spider-man 2 (2014)


«Ένα πιο προσεγμένο σενάριο και κάποιον καλύτερο συνθέτη» είχα ευχηθεί πριν από δύο χρόνια να έχει ο δεύτερος «Amazing Spider-man». Το λοιπόν, υπάρχουν καλά και κακά νέα. Τα καλά είναι ότι ο James Horner, που συνέθεσε το ενοχλητικά αδιάφορο OST της πρώτης ταινίας, εδώ έχει αντικατασταθεί -κυρίως- από τον ίσως πιο περιζήτητο χολιγουντιανό συνθέτη, Hans Zimmer. Δεν έχουμε φυσικά κάτι τόσο αξιομνημόνευτο όσο το score των «Πειρατών της Καραϊβικής» ή του νολανικού Μπάτμαν, η βελτίωση ωστόσο είναι αισθητή. Το theme του Electro, δε, όπως παίζεται κατά τη «μεταμόρφωσή» του, είναι πράγματι επιβλητικότατο.

Τα κακά νέα είναι δυστυχώς και πολύ πιο ουσιώδη. Το νέο συγγραφικό team (μόνο ο James Vanderbilt συμμετείχε στην προηγούμενη ταινία) υπογράφει ένα σενάριο που παίρνει κάτω από τη βάση ακόμα και στα πιο βασικά στοιχεία πλοκής. Ας πάρουμε τα στοιχειώδη: Έχουμε από τη μία τον Spider-man κι από την άλλη δύο κακούς (δεν αναφέρω τον Rhino, μιας και είναι καθαρά δευτερεύων και εκτός βασικού στόρι) που τον μισούν θανάσιμα. Αν ρωτήσετε γιατί, θα είστε πολύ απαιτητικοί για αυτό το σενάριο όπου δε χωρούν διευκρινίσεις τέτοιων περιττών λεπτομερειών. Εκτός αν δεχτούμε ως κίνητρο του Electro το ότι έχει κόμπλεξ κατωτερότητας…

Το φιλμ μοιάζει γενικότερα να έχει αντιμετωπιστεί από τους συντελεστές του μάλλον ως ρομαντική κομεντί παρά ως super-hero film. Πράγμα βεβαίως που θα μπορούσε να μην είναι καθόλου κακό, δεδομένου του πόσο αποτελεσματικό ήταν και εξακολουθεί να είναι το love story των Andrew Garfield και Emma Stone. Μόνο που το αποτέλεσμα είναι να έχουμε μια σουπερηρωική ταινία που λειτουργεί τέλεια σε ό,τι αφορά το ανθρώπινο κομμάτι και είναι άκρως προβληματική στο σουπερηρωικό!

Αυτός ο Spider-man λοιπόν φαντάζει τρομακτικά άνισος, σαν να πρόκειται για δύο διαφορετικές ταινίες που ενώθηκαν στο μοντάζ. Από τη μία, το υπέροχο ρομάντζο του Peter και της Gwen, που επαναφέρει ακέραια την καταπληκτική χημεία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους στο πρώτο μέρος, και, από την άλλη, η απογοητευτική περιπέτεια φαντασίας που, με εξαίρεση τα εντυπωσιακότατα πλάνα του Spider-man να αιωρείται πάνω από τη Νέα Υόρκη, σε κάνει να απορείς με την ανοησία όσων παρακολουθείς.

Αναλυτικά: Βλέπουμε σκηνές δράσεις δίχως ένταση, που προσπαθούν αμήχανα να συνδυάσουν δράση και χιούμορ, δίνοντας την εντύπωση ότι βγήκαν από παιδική σειρά κινουμένων σχεδίων. Βλέπουμε έναν Paul Giamatti στα όρια της γελοιότητας και έναν σχεδόν εξευτελιστικά κακογραμμένο Electro (Jamie Foxx). Βλέπουμε επίσης να θέτονται τα θεμέλια για τη σύσταση της ομάδας σούπερ-κακών «Sinister Six», με τον «αρχι-κακό» Green Goblin να μην έχει κανένα λόγο να είναι κακός! Και για κερασάκι στην τούρτα, σαν δόσεις ακούσιας αυτοπαρωδίας, βλέπουμε αφενός τους αμερικανούς πολίτες –παρουσιαζόμενους βλακωδώς μαζοποιημένους- να επευφημούν τον Spider-man και να γιουχάρουν τον Electro λες και βρίσκονται σε ρινγκ, και, αφετέρου, ένα παντελώς περιττό μίνι-subplot σε ένα αεροπλάνο, που δε σχετίζεται άμεσα με κανέναν από τους χαρακτήρες του στόρι!

Κι ενώ ο Spider-man σε αφήνει άναυδο για τη βιασύνη με την οποία αντιμετωπίζεται μια ταινία των 200 εκατομμυρίων δολαρίων, ο Peter Parker κατορθώνει να σε κερδίσει με τα πιο αγνά υλικά: τη χημεία μεταξύ ενός κινηματογραφικού ζευγαριού και την καρδιά που βρίσκει μια χαραμάδα μέσα σε ένα στεγνά εμπορικό κατασκεύασμα για να ριζώσει. Η ερωτική ιστορία του Peter και της Gwen, του Andrew και της Emma δεν είναι μόνο μια ανάσα φρεσκάδας μέσα σε ένα σύνολο εφετζίδικης μετριότητας, είναι όλη η ψυχή και το νόημα ύπαρξης της ταινίας. Είναι το μόνο στοιχείο της στο οποίο τα πάντα λειτουργούν άψογα, επειδή οι δύο πρωταγωνιστές έχουν ταιριάξει τόσο πολύ που όλα τα άλλα, οι ατάκες, η πορεία της σχέσης τους, μοιάζουν να διαμορφώνονται από μόνα τους. Περιέχει τους μοναδικούς αληθινά απολαυστικούς διαλόγους του σεναρίου, που συνδυάζουν εύστοχο χιούμορ με μια ιδιαίτερη τρυφερότητα. Και τελικά αυτό το love story εντυπωσιάζει πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε CGI με το πόσο συγκινητικό καταφέρνει να γίνει, με αποκορύφωμα μια εξέλιξη-σταθμό για τα κόμικς, που θα έχουν ήδη προβλέψει οι γνώστες των χάρτινων ιστοριών του ήρωα. Μετά από αυτό το «I love you» πάντως, ο Spider-man κερδίζει επάξια τον τίτλο του πιο τρυφερά ρομαντικού σούπερ-ήρωα και αξίζει να τον θυμόμαστε έστω και μόνο για αυτό.

Συνοπτικά, ο δεύτερος «Amazing Spider-man» είναι εξαιρετικά άνισος, τόσο που μοιάζει χωρισμένος σε δύο ταινίες, με την αδικαιολόγητα αδύναμη σουπερηρωική περιπέτεια να χάνει κατά κράτος από το αληθινά υπέροχο ρομάντζο. Οι κακοί είναι απαράδεκτοι και η ταινία φλερτάρει με το camp, έχει όμως την τύχη να διαθέτει για πρωταγωνιστή τον Andrew Garfield, ο οποίος παραδίδει μια μνημειώδη για το είδος ερμηνεία. Και όσο κι αν χάνεται πίσω από τη μάσκα και τις κακές σκηνές δράσεις, ο ταλαντούχος 31χρονος (!) ηθοποιός έχει δημιουργήσει ένα χαρακτήρα που δεν μπορείς παρά να αγαπήσεις.

Υ.Γ.: Καλό θα ήταν πάντως για τον Marc Webb να επιστρέψει στις ρομαντικές κομεντί. Προβλέπεται ότι θα κάνει θαύματα.

Βαθμολογία: 2/5

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

The amazing Spider-man (2012)



Μία πενταετία έχει περάσει από τότε που ο Spider-man σκαρφάλωσε για τελευταία φορά στις κινηματογραφικές οθόνες και η απόφαση της εταιρίας παραγωγής να προχωρήσει σε μία επανεκκίνηση, σε κινηματογραφικούς όρους reboot, της σειράς, φαντάζει μάλλον βιαστική. Παρά την τεράστια εισπρακτική επιτυχία του «Spider-man 3» το 2007, πάντως, η αλήθεια είναι πως η σειρά χρειαζόταν μία πνοή φρεσκάδας, μιας και ήδη μοιάζει σχετικά ξεπερασμένη. Με την παρουσία, δε, του Marc Webb (του καταπληκτικού «500 μέρες με τη Σάμερ») στη σκηνοθετική καρέκλα, τον πολλά υποσχόμενο Andrew Garfield στον ρόλο ενός από τους γοητευτικότερους σούπερ-ήρωες όλων των εποχών και τις δηλώσεις των συντελεστών για ένα φιλμ με περισσότερη έμφαση στην προσωπικότητα και την ανθρώπινη υπόσταση του Spider-man, πώς οι προσδοκίες να μην έχουν φτάσει σε (επικίνδυνα) μεγάλα ύψη;

Η ιδέα του reboot του Spider-man φέρνει στην επιφάνεια αισθητά περιθώρια βελτίωσης από την τριλογία του Sam Raimi. Το κυριότερο, ίσως, μία πιο μοντέρνα και cool σκηνοθεσία, για την οποία ο Marc Webb ήδη με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία απέδειξε ότι είναι ικανός. Επίσης, νομίζω ότι όλοι θέλαμε να δούμε ένα πιο ρεαλιστικό και ώριμο πορτρέτο της εφηβικής ζωής του Peter Parker –και πρωτίστως να είναι όντως έφηβος, γιατί κανείς από τους πρωταγωνιστές του φιλμ του 2002 δεν έπειθε για την μικρή ηλικία του. Η απόρριψη μιας σειράς με εξαιρετική πορεία στα ταμεία και η επανεκκίνησή της σε σχεδόν αδικαιολόγητα μικρό χρονικό διάστημα (και ιδιαίτερα όταν ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα reboot κυριαρχούν τα ανεπανάληπτα Batman του Christopher Nolan) θεωρητικά θα έπρεπε να έχει ως βασικότερο στόχο την προσπάθεια υπερίσχυσης στον χώρο των σουπερ-ηρωικών blockbuster, με μία, αν όχι τολμηρή, τουλάχιστον πραγματικά προσεγμένη παρουσίαση του πολυαγαπημένου ήρωα, ώστε να κάνει και το θεατή, με την σειρά του, να συμφωνήσει στην απόρριψη της προηγούμενης τριλογίας.
Τελικά, η ταινία δεν προσφέρει κάτι που ο θεατής δεν ήξερε πως θα δει. Ούτε λέγεται κάποια «ανείπωτη ιστορία», όπως διαφημιζόταν, κάθε άλλο, ούτε λύνεται κάποιο μυστήριο γύρω από τον θάνατο των γονιών του Peter, ούτε και σε γενικές γραμμές το φιλμ είναι κλάσεις ανώτερο από εκείνα του Raimi. Τι προσφέρει; Έναν αναμφίβολα πολύ πιο ανθρώπινο και ρεαλιστικό χαρακτήρα πίσω από τη γνωστή μάσκα…

Ο Marc Webb δεν είναι ο σκηνοθέτης για τον οποίο θα έλεγες πως «δεν θα μπορούσαν να είχαν βρει καλύτερο!», αποτελεί όμως μία σίγουρα εύστοχη επιλογή, πραγματικά ικανή στο ρομαντικό κομμάτι του φιλμ και στην προσθήκη της απαιτούμενης φρεσκάδας. Όσο για το καστ, μπορώ να πω πως έχουν γίνει πράγματι εξαιρετικές επιλογές! Ο Rhys Ifans πείθει στο ρόλο του Lizard, του κακού που δεν πρόλαβε να κάνει την εμφάνισή του στην προηγούμενη τριλογία, το ίδιο και η ανερχόμενη Emma Stone ως η Gwen Stacy, το πρώτο αίσθημα του Peter πριν από την Mary Jane. Για τον Andrew Garfield μπορώ να πω πως όντως δεν θα μπορούσαν να είχαν βρει καλύτερο! Ο ταλαντούχος ηθοποιός που αναδείχθηκε μέσα από το «Social Network» του David Fincher και το μελαγχολικό «Never let me go» κάνει τον χαρακτήρα του Peter Parker δικό του και ο θεατής από την πρώτη στιγμή που τον βλέπει, είναι επιτέλους σίγουρος πως, ναι, αυτός ακριβώς είναι ο Spider-man!
Πειράζει που αυτό που μου έμεινε κυρίως από την ταινία είναι το love-story της; Θεωρώ βασικά πως είναι το μοναδικό στοιχείο της του οποίου οι δυνατότητες αξιοποιούνται πλήρως. Ο Garfield και η Stone διαθέτουν αληθινά εντυπωσιακή χημεία (παρόμοιά της δεν θυμάμαι να έχω δει σε super-hero film) και στη σχέση τους μοιάζει να έχει δοθεί πολλή προσοχή σκηνοθετικά, καθιστώντας τη, παρότι απλούστερη, ασύγκριτα αποτελεσματικότερη από εκείνη των Maguire και Dunst. Παρότι δεν της παραχωρείται πολύς κινηματογραφικός χρόνος, το συναισθηματικό της υπόβαθρο είναι στ’ αλήθεια αξιομνημόνευτο.

Δυστυχώς για το σενάριο έχω μεγάλο παράπονο. Προσπαθώντας να διαφοροποιηθεί από την ταινία του 2002, κάνει σχετικά πολλές, πλην όχι ουσιαστικές αλλαγές -και, παρόλα αυτά, ο χαρακτήρας του Lizard παραπέμπει αδικαιολόγητα έντονα στον Green Goblin του Willem Dafoe. Αφήνοντας πίσω του μία αρκούντως καλή τριλογία, το σενάριο επιχειρεί να προσφέρει μία στιβαρότερη εμπειρία, δίνει όμως βάρος στα λιγότερο σημαντικά σημεία της ιστορίας που έχει να αφηγηθεί και αποδεικνύεται άνισο. Προσπερνά με αδικαιολόγητη βιασύνη τον θάνατο του θείου του Peter, το υποτιθέμενο «μυστήριο» των εξαφανισμένων γονιών του, αλλά και την μετάλλαξή του από έναν μοναχικό και προβληματισμένο έφηβο σε τιμωρό του εγκλήματος. Διαθέτει χιούμορ, μα συχνά τραβάει τις καταστάσεις από τα μαλλιά για να το καταφέρει. Φιλοδοξεί να μεταφέρει την συναισθηματική του δύναμη και στις σκηνές δράσης, μα καταλήγει εντέλει να συσσωρεύει τόσα κλισέ, όσα δεν διακρίνονταν και στις τρεις ταινίες του Raimi μαζί! Αποδυναμώνοντας, έτσι, και αυτήν την φρεσκάδα για την οποία γίνεται λόγος.
Με λίγα λόγια, ο νέος Spider-man κάνει αυτό για το οποίο είναι προορισμένος και δεν το κάνει καθόλου άσχημα. Αποτελεί ένα διασκεδαστικό blockbuster, με θεαματική δράση, πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα και νεανικότερη διάθεση από την αντίστοιχη τριλογία της προηγούμενης δεκαετίας. Κυριαρχεί όμως σε κάθε στιγμή του η αίσθηση πως θα μπορούσε και καλύτερα. Υπήρχε η ευκαιρία για έναν πραγματικά καλό και ουσιαστικά βελτιωμένο Spider-man, μα έμεινε ανεκμετάλλευτη, λόγω ενός βιαστικού, θα έλεγα, σεναρίου, που δεν δείχνει να ενδιαφέρεται πραγματικά για τον ήρωά του. Ψυχή της ταινίας αποτελούν ωστόσο οι εξαιρετικοί πρωταγωνιστές της και αν υπάρχει κάτι σίγουρο, είναι πως ο Spider-man βρήκε πλέον την ιδανική θέση στο πρόσωπο του ικανότατου Andew Garfield -και πως οι προσδοκίες για το δεύτερο μέρος είναι ακόμα υψηλότερες…

Καλή αρχή λοιπόν στον καινούριο Spider-man και ελπίζουμε σε ένα πιο προσεγμένο σενάριο (και κάποιον καλύτερο συνθέτη) την άλλη φορά…


Βαθμολογία: 2.5/5

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Spider-man 3 (2007)


Μάλλον τρίτο επεισόδιο της σειράς, παρά κατακλείδα της τριλογίας αποτελεί ο τρίτος Spider-man, παρόλο που δεν θα ξαναδούμε, εν τέλει, τον Tobey Maguire να φορά τη στολή του γοητευτικού σούπερ ήρωα…

Το «Spider-man 3» μοιάζει να προσπαθεί τόσο πολύ να αρέσει, να φτάσει τα στάνταρ που έθεσε η προηγούμενη ταινία και να γίνει «περισσότερο» στον κάθε τομέα του, που καταλήγει μάλλον να παγιδεύεται στην προσπάθειά του αυτή. Έχοντας τρεις διαφορετικούς villains αυτήν τη φορά, και προσπαθώντας να συνδυάσει εντυπωσιακή δράση, χιούμορ, έμφαση στους χαρακτήρες και συγκίνηση, δεν προλαβαίνει στην μεγάλη διάρκειά του (που δεν καταλαβαίνεις πώς περνά) να αφιερώσει αρκετό χρόνο σε κάθε ένα από αυτά. Το αποτέλεσμα είναι να τα έχει όλα, μα από λίγο. Λίγος Sandman, λίγος Goblin, (πολύ) λίγος Venom, λίγη black suit, λίγος χρόνος στους δεύτερους ρόλους, λίγη, ξεκάρφωτη και εκβιαστική συγκίνηση, και λίγο βάθος στους χαρακτήρες, με αποτέλεσμα πολλές πράξεις του πρωταγωνιστή να μοιάζουν γραφικές. Χιούμορ έχει πάντως, αν και όχι όσο η δεύτερη ταινία –κωμικός πρωταγωνιστής για τρίτη φορά ο J. K. Simmons στον μικρό του ρόλο. Αν μέσα σε όλα αυτά έλλειπαν και κάτι αμερικάνικες σημαίες στο background

Ερμηνευτικά, για τον Tobey Maguire ισχύει ό,τι και στα προηγούμενα φιλμ, ενώ η Kristen Dunst, αντιθέτως, έχει βελτιωθεί. Πολύ καλός και ο James Franco, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί με διαφορά τον πιο ενδιαφέροντα χαρακτήρα της ταινίας, αλλά και τον πιο πρωτότυπο (ημι)κακό όλης της τριλογίας!

Με λίγα λόγια, το «Spider-man 3» φαίνεται να προσπαθεί να ικανοποιήσει κάθε είδους θεατή, αφήνοντας, τελικά, σε όλους την αίσθηση του ανικανοποίητου! Προσπαθεί σε δύο (και κάτι) ώρες να χωρέσει τα πάντα, με αποτέλεσμα να νιώθεις πως… κάτι του λείπει!

Βαθμολογία: 2.5/5

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Spider-man 2 (2004)


Να λοιπόν που ό,τι έλειπε από τον πρώτο Spider-man, θα το βρείτε εδώ! Φαίνεται πως όλοι κατάλαβαν πόσο λάθος ήταν να ανατεθεί το σενάριο της κινηματογραφικής μεταφοράς του διασημότερου ήρωα της Marvel στον David Koepp και αυτήν τη φορά ο (παραδόξως επιτυχημένος) σεναριογράφος αντικαταστάθηκε από τον δύο φορές βραβευμένο με Όσκαρ Alvin Sargent.

Η διαφορά είναι τουλάχιστον αισθητή. Αφιερώνεται αληθινά πολύς χρόνος στους χαρακτήρες και τη ζωή τους, σε σημείο μάλιστα σχεδόν να ξεχνάς την ύπαρξη του κακού (!), διαθέτοντας διάλογους ασύγκριτα πιο ουσιαστικούς από εκείνους της πρώτης ταινίας. Ακόμα και στη δράση όμως, δεν παραλείπεται να αφεθεί λίγος χώρος για επιτυχώς δοσμένα αλτρουιστικά μηνύματα! Απολύτως λειτουργικό αποδεικνύεται και το ωριμότερο και (πολύ) περισσότερο αυτή τη φορά χιούμορ, το οποίο χρησιμοποιείται εύστοχα για την περιγραφή της ατυχίας που κυνηγά την ανθρώπινη πλευρά του Spider-man, αποφεύγοντας έτσι η ταινία να πλατειάσει ασχολούμενη με τα προβλήματα του πρωταγωνιστή της. Ειδική αναφορά στην απολαυστικότατη σεκάνς με την μουσική υπόκρουση του «Raindrops keep falling on my head»…

Γενικώς, αν εξαιρεθούν ο συχνά ανεπαρκής Maguire και οι ενοχλητικές στριγκλιές της Dunst στο φινάλε, τα πάντα δουλεύουν καλύτερα απ’ ό,τι στην πρώτη ταινία. Από την αποτελεσματικότερη ροή της πλοκής μέχρι το με προσοχή τοποθετημένο soundtrack από τον Danny Elfman και τις εντυπωσιακότατες σκηνές δράσης –αποκορύφωμα φυσικά η καθηλωτική σκηνή του τρένου που σε αφήνει κυριολεκτικά με κομμένη την ανάσα! Ας είμαστε βέβαια ειλικρινείς, οι δικαιολογίες για να περάσει το φιλμ στη δράση δεν πολυ-πείθουν… Παρόλα αυτά, το «Spider-man 2» είναι ό,τι ακριβώς δεν ήταν η πρώτη ταινία δύο χρόνια πριν: Διατηρεί, στο μεγαλύτερο μέρος του, την ανθρώπινη πλευρά των χαρακτήρων του σε πρώτο πλάνο, αποφεύγοντας με το χιούμορ του τη σοβαροφάνεια και διαθέτοντας, πάντα, ικανοποιητικότατη δράση! Όσο απογοήτευσε η πρώτη ταινία, εν ολίγοις, άλλο τόσο ενθουσιάζει η δεύτερη!

Βαθμολογία: 3/5

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Spider-man (2002)


Η μεγάλη επιτυχία του Spider-man ως κόμικ σούπερ-ήρωα έγκειται στο πόσο έντονα μπορεί ο αναγνώστης να ταυτιστεί μαζί του, μιας και είναι μακράν από τους πιο ανθρώπινους και «καθημερινούς» χαρακτήρες που συναντά κανείς πίσω από τις χάρτινες σουπερηρωικές μάσκες. Πράγμα που η υψηλού προϋπολογισμού μεταφορά του στο κινηματογραφικό πανί βασικά μοιάζει να σέβεται. Για την ακρίβεια, ο Sam Raimi, όπως φάνηκε και από τις δύο επιτυχημένες συνέχειες, δείχνει απολύτως πρόθυμος να ασχοληθεί εκτενώς με την προσωπικότητα του ήρωα, ώστε να αναδείξει την ανθρώπινη πλευρά του.

Από την άλλη, η επιλογή του David Koepp για να γράψει το σενάριο αποδείχθηκε παντελώς άστοχη. Δεν είναι η μοναδική φορά που παρατηρείται ολική έλλειψη επαφής του συγκεκριμένου σεναριογράφου με τους ήρωές του… Οι σχηματικοί χαρακτήρες, οι σεναριακά αυθαίρετες ερωτικές εξελίξεις, οι παιδιάστικες σε βαθμό γελοιότητας ατάκες και γενικώς η απλοϊκότητα του σεναρίου δεν βοηθιούνται μεν από την παλιομοδίτικη λιτότητα που χαρακτηρίζει τον Raimi, ο διάσημος σκηνοθέτης όμως επιδεικνύει την απαιτούμενη ωριμότητα ώστε να σώσει την κατάσταση.

Οι σκηνές δράσης είναι καλογυρισμένες και εντυπωσιακές, όπως και το εμφανώς πολύ καλά μελετημένο «πέταγμα» του Spider-man με τους ιστούς του πάνω από την πόλη, που κλέβει κατά τη γνώμη μου την παράσταση.

Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση του καστ –ιδίως όσον αφορά τον πρωταγωνιστικό ρόλο, μιας και δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, πριν τον δει, τον Tobey Maguire ως Spider-man. Περιέργως, το γεγονός πως ο εικοσιεπτάχρονος τότε (όλοι οι ηθοποιοί είναι πολύ μεγάλοι για τους ρόλους τους, παρεμπιπτό- ντως) Maguire δεν ταιριάζει για την ενσάρκωση του γνωστού ήρωα προσθέτει στον χαρακτήρα του την αίσθηση ότι είναι ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, στη θέση του οποίου θα μπορούσε κατά τύχη να βρίσκεται οποιοσδήποτε –προφανώς σε αυτό πόνταρε ο Raimi. Ο Willem Dafoe, από την άλλη, στον ρόλο του Green Goblin, μοιάζει να το έχει πάρει τελείως στην πλάκα. Μοναδική σίγουρα απόλυτα εύστοχη επιλογή είναι αυτή του J. K. Simmons, που υποδύεται τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας Daily Bugle, έναν (κωμικό) ρόλο που του πάει γάντι και είναι μάλιστα πολύ κοντά στον αντίστοιχο των κόμικς.

Συνολικά, το φιλόδοξο κινηματογραφικό εγχείρημα που φέρει τον τίτλο του Spider-man είναι υπερβολικά παιδικό και απλοϊκό σε σχέση με ό,τι θα περίμενε ένας φαν του πολυαγαπημένου χάρτινου ήρωα.

Πριν το 2002, την μεταφορά του λέγεται πως είχε αναλάβει ο James Cameron, κάτι που δεν προχώρησε, τελικά. Είμαι πολύ περίεργος πώς θα έμοιαζε ο δικός του Spider-man

Βαθμολογία: 2/5