Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Serbuan Maut / The Raid: Redemption / Επιχείρηση Χάος (2011)


«Επιχείρηση Χάος» τιτλοφορείται στα Ελληνικά η περίφημη ινδονησιακή περιπέτεια δράσης που έλαβε ενθουσιώδη σχόλια στο εξωτερικό και ο τίτλος της δεν είναι καθόλου άστοχος… Το «χάος» είναι ίσως η καλύτερη περιγραφή της ταινίας. Εκατό λεπτά ασταμάτητου ξύλου, βίας, πυροβολισμών, μανιασμένα επιθετικών κραυγών, θανάτων με κάθε πιθανό τρόπο και με οποιοδήποτε αιχμηρό αντικείμενο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Χάος…

Είναι λογικό η ταινία να δημιουργήσει ορκισμένους εχθρούς, όπως είναι ακόμα πιο λογικό να αποκτήσει φανατικούς οπαδούς. Τόσο οι μεν όσο και οι δε έχουν τους λόγους τους. Από τη μία, μιλάμε για μια ταινία άνευ χαρακτήρων και άνευ οποιασδήποτε ανθρωπιάς. Μοναδικός της σκοπός η δράση και η βία –μία βία μάλιστα, που, ενώ προβάλλεται απολύτως ωμή και σαφώς απωθητικότατη για τους μη έχοντες γερά στομάχια, αποσκοπεί στο να ψυχαγωγήσει! Εν τω μεταξύ, με το προ ημερών μακελειό στο Κολοράντο να προβληματίζει ίσως πιο έντονα από ποτέ γύρω από την κινηματογραφική βία, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πως η κυκλοφορία της «Επιχείρησης Χάος» στην Ελλάδα γίνεται την πλέον ακατάλληλη στιγμή ώστε να μπορέσει να εκτιμηθεί.

Είναι λοιπόν δυνατόν η εν λόγω ταινία να είναι καλή; Κι όμως, είναι. Ο Gareth Evans δημιουργεί τον ορισμό της ένοχης απόλαυσης, πράγμα που από μόνο του λέει πολλά, από τη στιγμή που καταφέρνει να σε κάνει όντως να το απολαύσεις… Πολύ εύκολα μπορεί κανείς να του προσάψει τόσα και τόσα μειονεκτήματα, μα δεν υπήρχε ούτε μία στιγμή στην ταινία, όπου αυτή να προσπαθεί να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που είναι: Μία ταινία δράσης και απολύτως τίποτα παραπάνω. Και ως τέτοια, δεν νομίζω πως υπάρχει περίπτωση να απογοητέψει. Είναι εντυπωσιακά καλοφτιαγμένη, διαθέτει αληθινά εξαιρετικές χορογραφίες και δεν αφήνει τα επίπεδα της αδρεναλίνης του θεατή να πέσουν ούτε στιγμή. Εντός του κτιρίου όπου διαδραματίζεται, κυριαρχεί πραγματικά έντονη η αίσθηση της απειλής και παρότι είναι βασικά αδύνατον να ταυτιστείς με τους χαρακτήρες, αγωνιάς αληθινά.

Τι είναι λοιπόν το «Επιχείρηση Χάος» (άσχετο το «redemption» του αγγλικού τίτλου, παρεμπιπτόντως); Είναι ένα σαφέστατων προθέσεων και ένοχα απολαυστικό πανηγύρι βίας και αδιάκοπης δράσης. Δεν προσπαθεί να προσφέρει κάτι περισσότερο, αλλά όταν τα καταφέρνει στη δράση τόσο καλά όσο πολύ σπάνια βλέπουμε από αντίστοιχες (και πολύ μεγαλύτερου budget) αμερικάνικες παραγωγές, προσωπικά δεν έχω παράπονο…

Ελπίζω βέβαια να μην το τραβήξουν σε τριλογία –θεωρώ πως θα ξεφουσκώσει ήδη στη δεύτερη ταινία…


Βαθμολογία: 3/5

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Starbuck / Daddy Cool (2011)


Μία πραγματικά ενδιαφέρουσα βασική ιδέα: Η ιστορία ενός άντρα, του Νταβίντ Βοζνιάκ, που, όντας στο παρελθόν δωρητής σπέρματος (με το ψευδώνυμο «Starbuck», για να δικαιολογήσουμε τον τίτλο), καταλήγει βιολογικός πατέρας πεντακοσίων τριάντα τριών παιδιών! Καθώς ένας μεγάλος αριθμός από αυτά προσπαθεί να ανακαλύψει από ποιον προέρχονται τα γονίδιά του, ο Νταβίντ αρχίζει να γνωρίζει ένα-ένα τα παιδιά του, χωρίς να τους αποκαλύπτει τη συγγένειά τους, μα θέλοντας να τα βοηθήσει όπως μπορεί για να τα δει ευτυχισμένα. Όχι σαν πατέρας τους, αλλά σαν ένας φύλακας άγγελος.

Ο Νταβίντ (και ο θεατής μαζί του) έρχεται σε επαφή με μία σειρά από διαφορετικούς μεταξύ τους νέους ανθρώπους, όπως έναν επιτυχημένο επαγγελματία ποδοσφαιριστή, έναν σερβιτόρο που ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός, μία κοπέλα εθισμένη στα ναρκωτικά. Το κομμάτι αυτό είναι και το ουσιαστικότερο της ταινίας. Ο άτυχος, «άχρηστος» και πνιγμένος (μεταφορικά και κυριολεκτικά!) στα χρέη Νταβίντ αντιλαμβάνεται πως η αξία του χρήματος είναι ασήμαντη μπροστά σε αυτήν της αγάπης, της κατανόησης και του αλτρουισμού, χάρη στην οποία καταφέρνει να νιώσει πραγματικά χρήσιμος και να δώσει στην ζωή του πολύ μεγαλύτερη ουσία απ’ όση θα του εξασφάλιζε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Σχετικά με τα παιδιά του, ανθρώπους διαφορετικούς αλλά και τόσο ίδιους ταυτόχρονα, αυτό που θα καταλάβει είναι ότι τελικά δεν είχαν ανάγκη τόσο τον ίδιο (είτε ως πατέρα είτε ως φύλακα άγγελο) αλλά κυρίως ο ένας τον άλλο…

Η εμπορική επιτυχία του φιλμ στον Καναδά προφανώς οφείλεται στα όμορφα μηνύματα και την τρυφερή του σκηνοθεσία. Μα πέρα από αυτά, υπάρχει πρόβλημα… Ο σκηνοθέτης, Ken Scott, και ο Martin Petit αδυνατούν στο σενάριό τους να αγγίξουν την καρδιά της κατά τ’ άλλα εξαιρετικά ενδιαφέρουσας ιστορίας τους και περισσότερο την ξεχειλώνουν σε μήκος παρά την εξερευνούν σε βάθος. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας, είσαι σίγουρος για δύο πράγματα: Πρώτον, ότι η ζωντανή σκηνοθεσία θα είναι αυτή που θα σώσει το όλο εγχείρημα και δεύτερον ότι η πλοκή θα εξελιχθεί υπερβολικά “ωραία”…

Πράγματι, μέχρι ενός σημείου, ο Scott κατορθώνει να σε ταυτίσει με τον συμπαθή ήρωά του και, όσο μπορεί, να σε συγκινήσει. Εν συνεχεία όμως γίνονται όλο και πιο σαφή η χιουμοριστική αμηχανία του σεναρίου και η προσπάθειά του να τραβήξει την ιστορία του από τα μαλλιά ώστε να την φτάσει σε μία αξιόλογη διάρκεια. Το ένα subplot διαδέχεται το άλλο, κάποια εκ των οποίων μένουν παντελώς ανολοκλήρωτα, το στόρι όσο εξελίσσεται καταντά όλο και πιο τραβηγμένο, ο ρυθμός συχνά κολλάει και το φινάλε είναι όσο πιο προβλέψιμα γλυκανάλατο θα μπορούσατε να φανταστείτε… Η ταινία εν τέλει καταφέρνει να αγγίξει τα εκατό λεπτά. Τη στιγμή που αν διαρκούσε μισή ώρα λιγότερο θα ήταν πολύ αποτελεσματικότερη…

Συνοψίζοντας, το «Starbuck» είναι μία ταινία με όμορφα μηνύματα και τρυφερή σκηνοθεσία, στο σύνολό της όμως κουραστική και υπερβολικά γλυκανάλατη…

Βαθμολογία: 2/5

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

The amazing Spider-man (2012)



Μία πενταετία έχει περάσει από τότε που ο Spider-man σκαρφάλωσε για τελευταία φορά στις κινηματογραφικές οθόνες και η απόφαση της εταιρίας παραγωγής να προχωρήσει σε μία επανεκκίνηση, σε κινηματογραφικούς όρους reboot, της σειράς, φαντάζει μάλλον βιαστική. Παρά την τεράστια εισπρακτική επιτυχία του «Spider-man 3» το 2007, πάντως, η αλήθεια είναι πως η σειρά χρειαζόταν μία πνοή φρεσκάδας, μιας και ήδη μοιάζει σχετικά ξεπερασμένη. Με την παρουσία, δε, του Marc Webb (του καταπληκτικού «500 μέρες με τη Σάμερ») στη σκηνοθετική καρέκλα, τον πολλά υποσχόμενο Andrew Garfield στον ρόλο ενός από τους γοητευτικότερους σούπερ-ήρωες όλων των εποχών και τις δηλώσεις των συντελεστών για ένα φιλμ με περισσότερη έμφαση στην προσωπικότητα και την ανθρώπινη υπόσταση του Spider-man, πώς οι προσδοκίες να μην έχουν φτάσει σε (επικίνδυνα) μεγάλα ύψη;

Η ιδέα του reboot του Spider-man φέρνει στην επιφάνεια αισθητά περιθώρια βελτίωσης από την τριλογία του Sam Raimi. Το κυριότερο, ίσως, μία πιο μοντέρνα και cool σκηνοθεσία, για την οποία ο Marc Webb ήδη με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία απέδειξε ότι είναι ικανός. Επίσης, νομίζω ότι όλοι θέλαμε να δούμε ένα πιο ρεαλιστικό και ώριμο πορτρέτο της εφηβικής ζωής του Peter Parker –και πρωτίστως να είναι όντως έφηβος, γιατί κανείς από τους πρωταγωνιστές του φιλμ του 2002 δεν έπειθε για την μικρή ηλικία του. Η απόρριψη μιας σειράς με εξαιρετική πορεία στα ταμεία και η επανεκκίνησή της σε σχεδόν αδικαιολόγητα μικρό χρονικό διάστημα (και ιδιαίτερα όταν ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα reboot κυριαρχούν τα ανεπανάληπτα Batman του Christopher Nolan) θεωρητικά θα έπρεπε να έχει ως βασικότερο στόχο την προσπάθεια υπερίσχυσης στον χώρο των σουπερ-ηρωικών blockbuster, με μία, αν όχι τολμηρή, τουλάχιστον πραγματικά προσεγμένη παρουσίαση του πολυαγαπημένου ήρωα, ώστε να κάνει και το θεατή, με την σειρά του, να συμφωνήσει στην απόρριψη της προηγούμενης τριλογίας.
Τελικά, η ταινία δεν προσφέρει κάτι που ο θεατής δεν ήξερε πως θα δει. Ούτε λέγεται κάποια «ανείπωτη ιστορία», όπως διαφημιζόταν, κάθε άλλο, ούτε λύνεται κάποιο μυστήριο γύρω από τον θάνατο των γονιών του Peter, ούτε και σε γενικές γραμμές το φιλμ είναι κλάσεις ανώτερο από εκείνα του Raimi. Τι προσφέρει; Έναν αναμφίβολα πολύ πιο ανθρώπινο και ρεαλιστικό χαρακτήρα πίσω από τη γνωστή μάσκα…

Ο Marc Webb δεν είναι ο σκηνοθέτης για τον οποίο θα έλεγες πως «δεν θα μπορούσαν να είχαν βρει καλύτερο!», αποτελεί όμως μία σίγουρα εύστοχη επιλογή, πραγματικά ικανή στο ρομαντικό κομμάτι του φιλμ και στην προσθήκη της απαιτούμενης φρεσκάδας. Όσο για το καστ, μπορώ να πω πως έχουν γίνει πράγματι εξαιρετικές επιλογές! Ο Rhys Ifans πείθει στο ρόλο του Lizard, του κακού που δεν πρόλαβε να κάνει την εμφάνισή του στην προηγούμενη τριλογία, το ίδιο και η ανερχόμενη Emma Stone ως η Gwen Stacy, το πρώτο αίσθημα του Peter πριν από την Mary Jane. Για τον Andrew Garfield μπορώ να πω πως όντως δεν θα μπορούσαν να είχαν βρει καλύτερο! Ο ταλαντούχος ηθοποιός που αναδείχθηκε μέσα από το «Social Network» του David Fincher και το μελαγχολικό «Never let me go» κάνει τον χαρακτήρα του Peter Parker δικό του και ο θεατής από την πρώτη στιγμή που τον βλέπει, είναι επιτέλους σίγουρος πως, ναι, αυτός ακριβώς είναι ο Spider-man!
Πειράζει που αυτό που μου έμεινε κυρίως από την ταινία είναι το love-story της; Θεωρώ βασικά πως είναι το μοναδικό στοιχείο της του οποίου οι δυνατότητες αξιοποιούνται πλήρως. Ο Garfield και η Stone διαθέτουν αληθινά εντυπωσιακή χημεία (παρόμοιά της δεν θυμάμαι να έχω δει σε super-hero film) και στη σχέση τους μοιάζει να έχει δοθεί πολλή προσοχή σκηνοθετικά, καθιστώντας τη, παρότι απλούστερη, ασύγκριτα αποτελεσματικότερη από εκείνη των Maguire και Dunst. Παρότι δεν της παραχωρείται πολύς κινηματογραφικός χρόνος, το συναισθηματικό της υπόβαθρο είναι στ’ αλήθεια αξιομνημόνευτο.

Δυστυχώς για το σενάριο έχω μεγάλο παράπονο. Προσπαθώντας να διαφοροποιηθεί από την ταινία του 2002, κάνει σχετικά πολλές, πλην όχι ουσιαστικές αλλαγές -και, παρόλα αυτά, ο χαρακτήρας του Lizard παραπέμπει αδικαιολόγητα έντονα στον Green Goblin του Willem Dafoe. Αφήνοντας πίσω του μία αρκούντως καλή τριλογία, το σενάριο επιχειρεί να προσφέρει μία στιβαρότερη εμπειρία, δίνει όμως βάρος στα λιγότερο σημαντικά σημεία της ιστορίας που έχει να αφηγηθεί και αποδεικνύεται άνισο. Προσπερνά με αδικαιολόγητη βιασύνη τον θάνατο του θείου του Peter, το υποτιθέμενο «μυστήριο» των εξαφανισμένων γονιών του, αλλά και την μετάλλαξή του από έναν μοναχικό και προβληματισμένο έφηβο σε τιμωρό του εγκλήματος. Διαθέτει χιούμορ, μα συχνά τραβάει τις καταστάσεις από τα μαλλιά για να το καταφέρει. Φιλοδοξεί να μεταφέρει την συναισθηματική του δύναμη και στις σκηνές δράσης, μα καταλήγει εντέλει να συσσωρεύει τόσα κλισέ, όσα δεν διακρίνονταν και στις τρεις ταινίες του Raimi μαζί! Αποδυναμώνοντας, έτσι, και αυτήν την φρεσκάδα για την οποία γίνεται λόγος.
Με λίγα λόγια, ο νέος Spider-man κάνει αυτό για το οποίο είναι προορισμένος και δεν το κάνει καθόλου άσχημα. Αποτελεί ένα διασκεδαστικό blockbuster, με θεαματική δράση, πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα και νεανικότερη διάθεση από την αντίστοιχη τριλογία της προηγούμενης δεκαετίας. Κυριαρχεί όμως σε κάθε στιγμή του η αίσθηση πως θα μπορούσε και καλύτερα. Υπήρχε η ευκαιρία για έναν πραγματικά καλό και ουσιαστικά βελτιωμένο Spider-man, μα έμεινε ανεκμετάλλευτη, λόγω ενός βιαστικού, θα έλεγα, σεναρίου, που δεν δείχνει να ενδιαφέρεται πραγματικά για τον ήρωά του. Ψυχή της ταινίας αποτελούν ωστόσο οι εξαιρετικοί πρωταγωνιστές της και αν υπάρχει κάτι σίγουρο, είναι πως ο Spider-man βρήκε πλέον την ιδανική θέση στο πρόσωπο του ικανότατου Andew Garfield -και πως οι προσδοκίες για το δεύτερο μέρος είναι ακόμα υψηλότερες…

Καλή αρχή λοιπόν στον καινούριο Spider-man και ελπίζουμε σε ένα πιο προσεγμένο σενάριο (και κάποιον καλύτερο συνθέτη) την άλλη φορά…


Βαθμολογία: 2.5/5

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

The Sting / Το κεντρί (1973)


Αν σας αρέσουν οι ταινίες που περιγράφουν αυτό που πολύ συχνά αναφέρεται ως «το «τέλειο έγκλημα», θα έλεγα ότι είστε υποχρεωμένοι να έχετε δει αυτήν την ταινία! Ο George Roy Hill υπογράφει μία από τις διασκεδαστικότερες, αλλά και αποτελεσματικότερες crime-movies όλων των εποχών, έχοντας δύο φοβερά χαρτιά να παίξει: Πρώτον, το σούπερ πρωταγωνιστικό δίδυμο των απολαυστικότατων Robert RedfordPaul Newman, που αποτελούν τα δυνατότερα ερμηνευτικά και γοητευτικότερα προσόντα του φιλμ και, δεύτερον, το ευφυές σενάριο του David S. Ward: απολαυστικά περίπλοκο, ανατρεπτικό και εντυπωσιακό σε σύλληψη, μοιάζει να διαθέτει προσεγμένη στην εντέλεια μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια ενός απίστευτου σχεδίου-υπερπαραγωγής με στόχο την εξαπάτηση ενός απατεώνα μεγαλοτραπεζίτη. Σε υποβάλλει σε ένα πανέξυπνο, καθηλωτικά αγωνιώδες παιχνίδι αμφιβολίας για το ποιος ξέρει τι και ποιος, τελικά, εξαπατά ποιον –μέχρι να σου αποκαλύψει στο τέλος ότι δεν χρειαζόταν καν, στην πραγματικότητα, να αγωνιάς ιδιαίτερα… 


Μία τόσο απολαυστική και εντυπωσιακή, τέσσερις δεκαετίες μετά την δημιουργία της, ταινία δίκαια διεκδικεί, θεωρώ, τον τίτλο του κλασικού must-see, ιδίως για τους φαν των crime-movies


Βαθμολογία: 4.5/5

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Comme un chef / Ο Σεφ και ο Σεφ του (2012)


Μπορεί το όνομα του Jean Reno να μην αποτελεί ποιοτική εγγύηση, μα ερμηνευτικά ο ταλαντούχος ηθοποιός είναι σχεδόν πάντα απολαυστικός. Στο πλάι του, ο συμπαθής Michael Youn, ένας ερμηνευτής που διαθέτει την κωμικότητα έμφυτη στην φυσιογνωμία του και, στην προκειμένη περίπτωση, δείχνει απολύτως κεφάτος. Κεφάτη και η ταινία, ομολογουμένως δροσερή και καθαρά καλοκαιρινή, αλλά όχι κάτι περισσότερο, τελικά…

Στην πραγματικότητα, δεν διέκρινα κάποια ιδιαίτερη έμπνευση, ούτε αξιομνημόνευτα κωμικά στοιχεία, ούτε και καμία απολύτως έκπληξη, παρά ένα μικρό σχόλιο πάνω στα βιομηχανοποιημένα τρόφιμα. Η αλήθεια είναι πως έχει τις στιγμές της, αλλά γενικά αφηγείται μία ιστορία που ελάχιστα σε ενδιαφέρει και αν δεν ήταν ειπωμένη με τόσο ευχάριστη διάθεση δεν θα σε ενδιέφερε καθόλου. Βασικά πάνω-κάτω γνωρίζεις από την αρχή πώς θα εξελιχθεί. Μάλλον αναπόφευκτη η κλισέ και επιτηδευμένα “happy” κατάληξη, με μία σειρά από σχεδόν διακοσμητικούς δεύτερους ρόλους περισσότερο να την επιβαρύνουν παρά να τη βοηθούν.

Από την άλλη όμως, πώς να κατηγορήσεις, όσο κλισέ και να είναι, μία τόσο καλοπροαίρετη αισιόδοξη ματιά; Καμιά φορά, δεν ζητάς και πολύ περισσότερα από αυτήν σε μία ταινία. Σίγουρα, η νέα κινηματογραφική εμφάνιση του Jean Reno δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, είναι όμως απαραίτητα κακό αυτό;

Βαθμολογία: 2/5

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Hysteria / Η μηχανή της χαράς (2011)



Hysteria. Όχι, δεν πρόκειται για φιλμ συγγενικό με το «Carnage» του Roman Polanski! Ο όρος αναφέρεται σε μία ασθένεια από την οποία θεωρούνταν ότι έπασχε ένας τεράστιος αριθμός γυναικών του πλανήτη μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα. Στην πραγματικότητα όμως, τα συμπτώματα που παρουσίαζαν δεν οφείλονταν παρά στο γεγονός ότι ήταν σεξουαλικά ανικανοποίητες! Γι’ αυτό άλλωστε και η θεραπεία που προσέφεραν οι γιατροί ήταν ο… «χειρονακτικός» οργασμός. Στα πλαίσια αυτά η ταινία μας μεταφέρει στη δεκαετία του 1880 και μας αφηγείται πώς εφευρέθηκε αυτή η «Μηχανή της χαράς» του ελληνικού τίτλου, λαϊκιστί ο δονητής.

Το αξιοσημείωτο με το «Hysteria» είναι πως επιχειρεί εύστοχα να προσπεράσει την ταινία εποχής και να γίνει ιστορική, χάρη σε έναν ευπρόσδεκτο εμπλουτισμό των εγκυκλοπαιδικών γνώσεων του θεατή, προσφέροντάς του όχι πράγματα που υποχρεωτικά θα έπρεπε να γνωρίζει, αλλά που, αν μη τι άλλο, αξίζουν. Και είναι πολύ πιθανό να του κινήσει, εν τέλει, το ενδιαφέρον να κάνει τη δική του μίνι έρευνα πάνω στο θέμα, πράγμα σημαντικό και πολύ ωραίο σαν επίτευγμα μιας ταινίας.

Όλα αυτά κάτω από ένα απολαυστικό πέπλο ρομαντισμού. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, το «Hysteria» παραμένει πάντα μία ρομαντική κομεντί.  Διαθέτει μία ανάλαφρα χιουμοριστική διάθεση και ένα αξιαγάπητο καστ, ενώ δεν παραλείπει να αφήσει αρκετό χώρο για τις κοινωνικές προεκτάσεις του αναφορικά με τα δικαιώματα των γυναικών. Σε γενικές γραμμές, χωρίς να αποτελεί κάτι το εξαιρετικό, είναι μία δροσερή και πολύ ευχάριστη πρόταση για θερινό σινεμά, που μάλλον θα εκτιμήσει περισσότερο το γυναικείο κοινό.

Βαθμολογία: 3/5

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Safe (2012)


Τι είναι αυτό που αδημονεί κανείς να δει σε μία καθαρόαιμη περιπέτεια, όταν δεν ενδιαφέρεται επ’ ουδενί για την ύπαρξη σεναρίου και κάποιας βαθύτερης ουσίας; Ασταμάτητη δράση; Εκκωφαντικό πιστολίδι; Έναν bad-ass ή μάλλον… “superman” πρωταγωνιστή; Αν τα παραπάνω είναι ό,τι αναζητάτε, το «Safe» τα έχει. Προσοχή: «τα έχει», όχι «Θα σας ικανοποιήσει»…

Θα παρακολουθήσετε μιάμιση εκκωφαντική ώρα, την οποία αναμφίβολα έχετε ξαναδεί αμέτρητες φορές, τόσες ώστε λίγα λεπτά μετά το τέλος της αυτή θα έχει διαγραφεί ήδη από τη μνήμη σας… «Εντάξει», θα μου πείτε, «εγώ να διασκεδάσω θέλω, δεν ψάχνω για κανένα αριστούργημα!» Μα, τελικά, εκεί ακριβώς είναι το θέμα: Η ταινία (και όχι μόνο η εν λόγω, αλλά οι περισσότερες του είδους, δυστυχώς) παίρνει τον εαυτό της υπερβολικά στα σοβαρά ώστε να προσφέρει όντως διασκέδαση. Μιλάμε για ένα φιλμ με έναν πρωταγωνιστή που βαράει και σκοτώνει ασύστολα “ό,τι κινείται”, χωρίς του ίδιου να… λερώνεται ποτέ το σακάκι! Είναι δυνατόν ο θεατής να την παρακολουθεί σοβαρά; Κι όμως, ο Boaz Yakin επιβάλλει τέτοια σοβαροφάνεια, που τελικά περισσότερο κουράζει παρά διατηρεί οποιαδήποτε ένταση. Πώς να το κάνουμε, σοβαροφάνεια και απουσία ρεαλισμού δεν συνάδουν και θα πρέπει να το καταλάβουν αυτό κάποια στιγμή οι Χολυγουντιανοί παραγωγοί, μήπως δούμε όντως κάποια περιπέτεια ικανή να διασκεδάσει πραγματικά. Θυμάμαι την απολαυστικά χιουμοριστική έλλειψη ρεαλισμού στους παλιούς 007 και νοσταλγώ…

Βαθμολογία: 1/5

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

The Dictator / Ο Δικτάτορας (2012)


Στην τρίτη του συνεργασία με τον σκηνοθέτη Larry Charles, μετά τα «Borat» και «Bruno», ο Sacha Baron Cohen καταπιάνεται με μία ακόμη αρκετά τολμηρή σάτιρα ενός απόλυτα επίκαιρου θέματος. Της «δημοκρατίας» σε εισαγωγικά. Δημοκρατίας στα χαρτιά δηλαδή, διότι πέρα από αυτά, το πολίτευμα μοιάζει να κλίνει πιο πολύ προς τη δικτατορία… Όλη η ουσία της ταινίας μοιάζει να συνοψίζεται σε έναν –εν μέρει εύστοχα χιουμοριστικό- λόγο από τον πρωταγωνιστή στο φινάλε.

Ο «Δικτάτορας» διαθέτει ένα πολύ μεγάλο θετικό στοιχείο και ένα εξίσου μεγάλο αρνητικό. Το θετικό είναι οι καλές στιγμές του χιούμορ του και το αρνητικό οι… κακές στιγμές του χιούμορ του! Ευτυχώς ή δυστυχώς, υπάρχουν αμφότερες… Τέτοια είναι η αντίθεση μάλιστα, που προσωπικά συχνά έπιανα τον εαυτό μου να μην ξέρει αν πρέπει να ξεκαρδιστεί στα γέλια ή να αισθανθεί πλήρη απογοήτευση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σκηνή της γέννας, η οποία περιέχει κατά τη γνώμη μου μία από τις ευρηματικότερες κωμικές ιδέες της ταινίας, αλλά συνολικά αποτελεί την πιο ενοχλητικά κακόγουστη απ’ όλες.

Γενικότερα, η ταινία δεν μοιάζει να προσπαθεί να αποφύγει την κακογουστιά -κάθε άλλο. Κακογουστιά η οποία βέβαια είναι δικαιολογημένη όταν εκφράζει κάποια άποψη. Εν προκειμένω, η απομυθοποίηση των ανθρώπων της εξουσίας, η διάψευση της επιτηδευμένα κυριλέ, επίσημης και άκρως πολιτισμένης εικόνας τους δίνει νόημα σε κάποιες από τις σεξιστικές χοντράδες του φιλμ και τις καθιστά, στην τελική, αστείες. Έμφαση στο «κάποιες» όμως –μακάρι να ίσχυε το ίδιο για όλες…

Όπως προαναφέρθηκε, για να είμαστε δίκαιοι πάντα, το ένα κακόγουστο χοντροκομμένο αστείο που σε κάνει να θέλεις να μισήσεις την ταινία διαδέχεται ένα πανέξυπνο κωμικό γκαγκ που σε καθιστά πρόθυμο να τη λατρέψεις. Οι στιγμές αξιοθαύμαστης έμπνευσης «μάχονται» εκείνες όπου παρατηρείται η έλλειψή της και κάπως έτσι το σύνολο ισορροπεί με το ένα πόδι στο αβίαστο γέλιο και το άλλο στην αμηχανία. Με λίγα λόγια; Ούτε κρύο ούτε ζέστη –ή, για να είμαι πιο ακριβής, και τα δύο μαζί…

Βαθμολογία: 2.5/5

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Hodejegerne / Κυνηγοί κεφαλών


Ως καλοφτιαγμένο περιπετειώδες θρίλερ, το «Κυνηγοί κεφαλών» επιχειρεί να ακολουθήσει την εμπορική πορεία που χάραξε η «Millenium»τριλογία, μεταφέροντας στον κινηματογράφο άλλο ένα επιτυχημένο σκανδιναβικό βιβλίο. Ομολογουμένως είναι από τις ταινίες που δεν δυσκολεύονται να σε κερδίσουν γρήγορα, κυρίως λόγω στυλ. Αισθητά… σκανδιναβική, ξεκινά με μια απρόσμενα ευχάριστη διάθεση και διάχυτη την αίσθηση του «κάτι θα πάει στραβά τώρα». Και πράγματι, για τον συμπαθή, τελικώς, πρωταγωνιστή, τα πράγματα εξελίσσονται πολύ στραβά…

Η αλήθεια είναι ότι όλα τα συστατικά της ταινίας δεν δένουν απόλυτα μεταξύ τους. Το αγωνιώδες θρίλερ ακολουθείται από την δράση -η οποία σε κάνει σχεδόν να ξεχνάς πως υπήρχαν και διάλογοι στο σενάριο- και αυτήν διαδέχονται με τη σειρά τους οι ανατροπές που πραγματοποιούνται αιφνιδιαστικά γρήγορα –δεν είναι εύκολο να τις κατανοήσεις απολύτως όντας για πολλή ώρα μέχρι τότε θεατής μιας απλούστατης καταδίωξης. Το θετικό στα παραπάνω; Υπάρχουν και πολλή αγωνία και ικανοποιητική δράση και απρόβλεπτες ανατροπές… Είναι μάλιστα εντυπωσιακό το πόσο περίπλοκο μπορεί να είναι στην λεπτομέρειά του ένα φαινομενικά τόσο απλό στόρι και πώς μπορεί να σε κάνει να το συζητάς μετά το τέλος του, χωρίς κατά τη διάρκειά του να σε κουράζει ποτέ με καταιγισμό πληροφοριών. Ευτυχώς ο κεντρικός ήρωας δεν καταλήγει σε μελοδραματισμούς για να σε κάνει να τον συμπαθήσεις και δυο-τρεις ευπρόσδεκτες πινελιές μαύρου χιούμορ, αν και ίσως αποδυναμώνουν τον παλμό του φιλμ, λειτουργούν μάλλον θετικά. Με λίγα λόγια, χωρίς να είναι κάτι το εξαιρετικό, οι «Κυνηγοί κεφαλών» αποτελούν σίγουρα μία από τις καλύτερες περιπετειώδεις κινηματογραφικές επιλογές που μπορείτε να κάνετε αυτόν τον καιρό…

Βαθμολογία: 3/5

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Spider-man 3 (2007)


Μάλλον τρίτο επεισόδιο της σειράς, παρά κατακλείδα της τριλογίας αποτελεί ο τρίτος Spider-man, παρόλο που δεν θα ξαναδούμε, εν τέλει, τον Tobey Maguire να φορά τη στολή του γοητευτικού σούπερ ήρωα…

Το «Spider-man 3» μοιάζει να προσπαθεί τόσο πολύ να αρέσει, να φτάσει τα στάνταρ που έθεσε η προηγούμενη ταινία και να γίνει «περισσότερο» στον κάθε τομέα του, που καταλήγει μάλλον να παγιδεύεται στην προσπάθειά του αυτή. Έχοντας τρεις διαφορετικούς villains αυτήν τη φορά, και προσπαθώντας να συνδυάσει εντυπωσιακή δράση, χιούμορ, έμφαση στους χαρακτήρες και συγκίνηση, δεν προλαβαίνει στην μεγάλη διάρκειά του (που δεν καταλαβαίνεις πώς περνά) να αφιερώσει αρκετό χρόνο σε κάθε ένα από αυτά. Το αποτέλεσμα είναι να τα έχει όλα, μα από λίγο. Λίγος Sandman, λίγος Goblin, (πολύ) λίγος Venom, λίγη black suit, λίγος χρόνος στους δεύτερους ρόλους, λίγη, ξεκάρφωτη και εκβιαστική συγκίνηση, και λίγο βάθος στους χαρακτήρες, με αποτέλεσμα πολλές πράξεις του πρωταγωνιστή να μοιάζουν γραφικές. Χιούμορ έχει πάντως, αν και όχι όσο η δεύτερη ταινία –κωμικός πρωταγωνιστής για τρίτη φορά ο J. K. Simmons στον μικρό του ρόλο. Αν μέσα σε όλα αυτά έλλειπαν και κάτι αμερικάνικες σημαίες στο background

Ερμηνευτικά, για τον Tobey Maguire ισχύει ό,τι και στα προηγούμενα φιλμ, ενώ η Kristen Dunst, αντιθέτως, έχει βελτιωθεί. Πολύ καλός και ο James Franco, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί με διαφορά τον πιο ενδιαφέροντα χαρακτήρα της ταινίας, αλλά και τον πιο πρωτότυπο (ημι)κακό όλης της τριλογίας!

Με λίγα λόγια, το «Spider-man 3» φαίνεται να προσπαθεί να ικανοποιήσει κάθε είδους θεατή, αφήνοντας, τελικά, σε όλους την αίσθηση του ανικανοποίητου! Προσπαθεί σε δύο (και κάτι) ώρες να χωρέσει τα πάντα, με αποτέλεσμα να νιώθεις πως… κάτι του λείπει!

Βαθμολογία: 2.5/5

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Spider-man 2 (2004)


Να λοιπόν που ό,τι έλειπε από τον πρώτο Spider-man, θα το βρείτε εδώ! Φαίνεται πως όλοι κατάλαβαν πόσο λάθος ήταν να ανατεθεί το σενάριο της κινηματογραφικής μεταφοράς του διασημότερου ήρωα της Marvel στον David Koepp και αυτήν τη φορά ο (παραδόξως επιτυχημένος) σεναριογράφος αντικαταστάθηκε από τον δύο φορές βραβευμένο με Όσκαρ Alvin Sargent.

Η διαφορά είναι τουλάχιστον αισθητή. Αφιερώνεται αληθινά πολύς χρόνος στους χαρακτήρες και τη ζωή τους, σε σημείο μάλιστα σχεδόν να ξεχνάς την ύπαρξη του κακού (!), διαθέτοντας διάλογους ασύγκριτα πιο ουσιαστικούς από εκείνους της πρώτης ταινίας. Ακόμα και στη δράση όμως, δεν παραλείπεται να αφεθεί λίγος χώρος για επιτυχώς δοσμένα αλτρουιστικά μηνύματα! Απολύτως λειτουργικό αποδεικνύεται και το ωριμότερο και (πολύ) περισσότερο αυτή τη φορά χιούμορ, το οποίο χρησιμοποιείται εύστοχα για την περιγραφή της ατυχίας που κυνηγά την ανθρώπινη πλευρά του Spider-man, αποφεύγοντας έτσι η ταινία να πλατειάσει ασχολούμενη με τα προβλήματα του πρωταγωνιστή της. Ειδική αναφορά στην απολαυστικότατη σεκάνς με την μουσική υπόκρουση του «Raindrops keep falling on my head»…

Γενικώς, αν εξαιρεθούν ο συχνά ανεπαρκής Maguire και οι ενοχλητικές στριγκλιές της Dunst στο φινάλε, τα πάντα δουλεύουν καλύτερα απ’ ό,τι στην πρώτη ταινία. Από την αποτελεσματικότερη ροή της πλοκής μέχρι το με προσοχή τοποθετημένο soundtrack από τον Danny Elfman και τις εντυπωσιακότατες σκηνές δράσης –αποκορύφωμα φυσικά η καθηλωτική σκηνή του τρένου που σε αφήνει κυριολεκτικά με κομμένη την ανάσα! Ας είμαστε βέβαια ειλικρινείς, οι δικαιολογίες για να περάσει το φιλμ στη δράση δεν πολυ-πείθουν… Παρόλα αυτά, το «Spider-man 2» είναι ό,τι ακριβώς δεν ήταν η πρώτη ταινία δύο χρόνια πριν: Διατηρεί, στο μεγαλύτερο μέρος του, την ανθρώπινη πλευρά των χαρακτήρων του σε πρώτο πλάνο, αποφεύγοντας με το χιούμορ του τη σοβαροφάνεια και διαθέτοντας, πάντα, ικανοποιητικότατη δράση! Όσο απογοήτευσε η πρώτη ταινία, εν ολίγοις, άλλο τόσο ενθουσιάζει η δεύτερη!

Βαθμολογία: 3/5

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Ice Age: Continetal Drift / Η Εποχή των Παγετώνων 4: Ο χορός των ηπείρων


Δεν χρειάζονται πλέον συστάσεις για τον Σκρατ –τον σκίουρο σήμα κατατεθέν της σειράς- και είναι περιττό να αναφερθεί ότι για τέταρτη συνεχή φορά όχι απλώς κλέβει με χαρακτηριστική ευκολία την παράσταση, αλλά είναι και όλη η ψυχή της ταινίας. Η τρίτη συνέχεια της «Εποχής των Παγετώνων» δίνει την αίσθηση πως μοναδική της έμπνευση αποτελεί η δίλεπτη εισαγωγική (και ομολογου- μένως απολαυστικά ευρηματική) σεκάνς. Όλα τα υπόλοιπα μοιάζουν με προσπάθεια δημιουργίας μιας ολόκληρης ταινίας γύρω από την σεκάνς αυτή.

Διόλου περίεργο, συνεπώς, το γεγονός πως το φιλμ αναμασά καθ’ όλη τη διάρκειά του ό,τι κλισέ έχετε δει σε παιδικά κινούμενα σχέδια και ειδικά στα προηγούμενα επεισόδια της σειράς. Υπάρχουν δυο-τρεις στιγμές όπου διακρίνεται  μια πρόθεση σάτιρας των εν λόγω κλισέ, αλλά πνίγεται τελικά κι αυτή στα παγωμένα νερά της εύκολης, γνωστής λύσης. Το όσο πιο κοινότυπο μπορείτε να φανταστείτε ρομάντζο των δύο έφηβων μαμούθ, δε, εξαντλεί το ενδιαφέρον του σχεδόν από την πρώτη στιγμή –ευτυχώς περιορίζεται σε έναν αρκετά σύντομο κινηματογραφικό χρόνο.

Τουλάχιστον, η ταινία δεν μοιάζει να παίρνει τον εαυτό της πολύ στα σοβαρά και αυτό αποδεικνύεται σωτήριο. Κυριαρχεί ο χαβαλές και το χιούμορ (ακόμα κι αυτό, βέβαια, επαναλαμβάνεται), καθιστώντας έτσι την εκνευριστική της σοβαροφάνεια υποφερτή και την θέασή της, αν και όχι ιδιαίτερα ξεκαρδιστική, διασκεδαστικότατη.. Οι μικρές ηλικίες θα την κατευχαριστηθούν, δεν υπάρχει αμφιβολία, αλλά και οι μεγαλύτερες, που μάλλον δε θα βγουν από την αίθουσα μες στον ενθουσιασμό, θα γελάσουν και θα περάσουν μιάμιση ώρα, αν μη τι άλλο, ευχάριστα.

Βαθμολογία: 2/5

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Spider-man (2002)


Η μεγάλη επιτυχία του Spider-man ως κόμικ σούπερ-ήρωα έγκειται στο πόσο έντονα μπορεί ο αναγνώστης να ταυτιστεί μαζί του, μιας και είναι μακράν από τους πιο ανθρώπινους και «καθημερινούς» χαρακτήρες που συναντά κανείς πίσω από τις χάρτινες σουπερηρωικές μάσκες. Πράγμα που η υψηλού προϋπολογισμού μεταφορά του στο κινηματογραφικό πανί βασικά μοιάζει να σέβεται. Για την ακρίβεια, ο Sam Raimi, όπως φάνηκε και από τις δύο επιτυχημένες συνέχειες, δείχνει απολύτως πρόθυμος να ασχοληθεί εκτενώς με την προσωπικότητα του ήρωα, ώστε να αναδείξει την ανθρώπινη πλευρά του.

Από την άλλη, η επιλογή του David Koepp για να γράψει το σενάριο αποδείχθηκε παντελώς άστοχη. Δεν είναι η μοναδική φορά που παρατηρείται ολική έλλειψη επαφής του συγκεκριμένου σεναριογράφου με τους ήρωές του… Οι σχηματικοί χαρακτήρες, οι σεναριακά αυθαίρετες ερωτικές εξελίξεις, οι παιδιάστικες σε βαθμό γελοιότητας ατάκες και γενικώς η απλοϊκότητα του σεναρίου δεν βοηθιούνται μεν από την παλιομοδίτικη λιτότητα που χαρακτηρίζει τον Raimi, ο διάσημος σκηνοθέτης όμως επιδεικνύει την απαιτούμενη ωριμότητα ώστε να σώσει την κατάσταση.

Οι σκηνές δράσης είναι καλογυρισμένες και εντυπωσιακές, όπως και το εμφανώς πολύ καλά μελετημένο «πέταγμα» του Spider-man με τους ιστούς του πάνω από την πόλη, που κλέβει κατά τη γνώμη μου την παράσταση.

Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση του καστ –ιδίως όσον αφορά τον πρωταγωνιστικό ρόλο, μιας και δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, πριν τον δει, τον Tobey Maguire ως Spider-man. Περιέργως, το γεγονός πως ο εικοσιεπτάχρονος τότε (όλοι οι ηθοποιοί είναι πολύ μεγάλοι για τους ρόλους τους, παρεμπιπτό- ντως) Maguire δεν ταιριάζει για την ενσάρκωση του γνωστού ήρωα προσθέτει στον χαρακτήρα του την αίσθηση ότι είναι ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, στη θέση του οποίου θα μπορούσε κατά τύχη να βρίσκεται οποιοσδήποτε –προφανώς σε αυτό πόνταρε ο Raimi. Ο Willem Dafoe, από την άλλη, στον ρόλο του Green Goblin, μοιάζει να το έχει πάρει τελείως στην πλάκα. Μοναδική σίγουρα απόλυτα εύστοχη επιλογή είναι αυτή του J. K. Simmons, που υποδύεται τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας Daily Bugle, έναν (κωμικό) ρόλο που του πάει γάντι και είναι μάλιστα πολύ κοντά στον αντίστοιχο των κόμικς.

Συνολικά, το φιλόδοξο κινηματογραφικό εγχείρημα που φέρει τον τίτλο του Spider-man είναι υπερβολικά παιδικό και απλοϊκό σε σχέση με ό,τι θα περίμενε ένας φαν του πολυαγαπημένου χάρτινου ήρωα.

Πριν το 2002, την μεταφορά του λέγεται πως είχε αναλάβει ο James Cameron, κάτι που δεν προχώρησε, τελικά. Είμαι πολύ περίεργος πώς θα έμοιαζε ο δικός του Spider-man

Βαθμολογία: 2/5