Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Πέμπτη και 12 (2013)

Στον αντίποδα της αρρώστιας του «Greek weird wave», ο αμιγώς εμπορικός ελληνικός κινηματογράφος, εκπροσωπούμενος από την «Πέμπτη και 12», επιχειρεί να προσφέρει αυτό που ο Έλληνας σήμερα αποζητά από την κινηματογραφική του έξοδο: μια ανάλαφρα χιουμοριστική κι αισιόδοξη ματιά πάνω στην Ελλάδα της κρίσης, της ανεργίας και των αστέγων και μια ανάσα οξυγόνου από την ασφυκτική καθημερινότητα. Τόσο καλοπροαίρετες ακούγονται οι φιλοδοξίες του ντεμπούτου του Θανάση Τσαλταμπάση πίσω από την κάμερα, που είτε αφελείς είναι, είτε υποκριτικές…

Σε κάθε περίπτωση, αν επιλέξετε την «Πέμπτη και 12» ως αυτό που λέμε μια διέξοδο από τα άγχη της καθημερινότητας μέσω της τέχνης, έχετε ατυχήσει για τον απλό λόγο ότι εδώ δεν υπάρχει καμία υπόνοια τέχνης… Είναι μάλιστα στιγμές που ειλικρινά απορείς πόσο άτεχνα δημιουργημένη μπορεί να είναι μια ταινία. Έχουμε, εν τάχει, μια απίστευτα ανέμπνευστη σκηνοθεσία, ένα σενάριο που συνίσταται από μια απλή συρραφή χιλιοχρησιμοποιημένων κλισέ, απόλυτη αμηχανία στο χιούμορ, έναν Βλαδίμηρο Κυριακίδη που μάλλον βαριέται και μια παρέλαση από cameo εμφανίσεις γνωστών ηθοποιών, σχεδόν αποκλειστικά για τις οποίες μοιάζει να δημιουργήθηκε εξαρχής το φιλμ! Κι αν το τελειωτικό χτύπημα δεν έρχεται ούτε με το σχεδόν ξεκαρδιστικά άσχετο τελικό twist, είναι το απερίγραπτο theme song-ηχορύπανση στους τίτλους τέλους που σε κάνει να αισθάνεσαι λίγο πιο χαζός απ’ ό,τι πριν δεις την ταινία…

Βαθμολογία: 0.5/5

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

«Η ζωή είναι μια κωμωδία»: Συνέντευξη Τύπου για το «Μικρό Ψάρι» του Γ. Οικονομίδη

Η νέα ταινία ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες σκηνοθέτες, του Γιάννη Οικονομίδη, είναι έτοιμη και οι συντελεστές της ετοιμάζουν τις βαλίτσες τους για Βερολίνο -μετά το ευχάριστο νέο πως το «Μικρό Ψάρι» θα συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ, με διεθνή τίτλο «Stratos». Λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση, την Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου έγινε η συνέντευξη τύπου για την ταινία, στην οποία παρευρέθηκε για δηλώσεις ο Οικονομίδης μαζί με δέκα από τους ηθοποιούς του.
Ο Γιάννης Οικονομίδης με το συνεργείο του.
Αφού μας σύστησε λεπτομερώς τους ήρωες που αυτήν τη φορά πρωταγωνιστούν στον (γνώριμα) ζοφερό κόσμο του, ο Οικονομίδης έδωσε το λόγο στους ηθοποιούς του. Ενθουσιασμένοι για τη συμμετοχή τους στο φιλμ και για τη συνεργασία τους με τον Οικονομίδη (και τον Βαγγέλη Μουρίκη), κινήθηκαν όσον αφορά στις δηλώσεις τους σε κοινούς, βασικά, άξονες.

Εκφράστηκε σχεδόν καθολικά μια βαθιά ευγνωμοσύνη τόσο προς τον Οικονομίδη όσο και προς τον Μουρίκη (τον οποίο μάλιστα ο Γιάννης Τσορτέκης ευχαρίστησε δημοσίως), καθώς υπήρξαν δάσκαλοι για τους νέους συνεργάτες του Οικονομίδη και, για τους παλαιότερους, σημαντικά πλέον πρόσωπα στη ζωή τους.
Βαγγέλης Μουρίκης
Επίσης, σχεδόν όλοι μίλησαν για τις έντονες δυσκολίες των γυρισμάτων και, κυρίως, των προβών που προηγήθηκαν. Η απαιτητικότητα του Οικονομίδη οδήγησε πολλούς από τους ηθοποιούς σε σύγχυση. «Τι θέλει από μένα;» είχε αναρωτηθεί απελπισμένος στη διάρκεια των προβών ο Γιώργος Γιαννόπουλος. «Μας έβγαλες το λάδι!» παραπονέθηκε με περιπαιχτική διάθεση η σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου, η οποία μάλιστα ανέφερε πως κάποια στιγμή η ψυχολογική πίεση την είχε οδηγήσει στα πρόθυρα παραίτησης. Η Πόπη Τσαπανίδου είπε πως πριν την έναρξη των προβών η αυτοπεποίθησή της ήταν εξαιρετικά υψηλή, ενώ κατά τη διάρκειά τους έφτασε στον πάτο. Τέλος, αναφέρθηκε ένα γεγονός στα γυρίσματα του «Μαχαιροβγάλτη», όπου η Μαρία Καλλιμάνη έφτασε σε ένα έντονο συναισθηματικό ξέσπασμα.

Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σχετικά με όλες αυτές τις δυσκολίες, πάντως, είναι το γεγονός ότι τελικά φαίνεται να λειτούργησαν θετικά στις σχέσεις μεταξύ των συντελεστών, ως κοινές, δυνατές εμπειρίες. Χαρακτηριστικά, η Σόνια Θεοδωρίδου, η οποία, απ’ ό,τι φάνηκε, ήταν αυτή που δυσκολεύτηκε περισσότερο να αντεπεξέλθει στην απαιτητικότητα της διαδικασίας, ήταν ίσως και η πιο ενθουσιασμένη που της δόθηκε η ευκαιρία να παίξει στην ταινία. Δίχως να κρύβει τη συγκίνησή της, χαρακτήρισε μάλιστα την εμπειρία ως «ένα μαγικό ταξίδι». Αν τέτοιες φράσεις ακούγονται μάλλον «πυροτεχνηματικές», πάντως, και παρά τους αναμενόμενα πολλούς επαίνους μεταξύ των συντελεστών, οι σχέσεις των περισσότερων από αυτούς έδειχναν πράγματι σφιχτές και σαφώς πιο ουσιώδεις από αυτές απλών συνεργατών στα πλαίσια τυπικής εργασίας.
Στα αριστερά η Βίκυ Παπαδοπούλου
Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση του γνωστού γελοιογράφου Πέτρου Ζερβού (ο οποίος έκανε ένα σύντομο πέρασμα στον «Μαχαιροβγάλτη» και σχεδίασε και την εναλλακτική του αφίσα). Μη όντας επαγγελματίας ηθοποιός αλλά απλώς φίλος του Οικονομίδη, ο Ζερβός κατέχει τον δεύτερο μεγαλύτερο ρόλο της ταινίας, όπως περήφανα τόνισε κι ο σκηνοθέτης.

Ενδιαφέρον είχαν επίσης και οι δηλώσεις  του Γιάννη Αναστασάκη, ο οποίος, αναφερόμενος στην εργασία του στο θέατρο, μίλησε για τη δύσκολη ανάγκη της αποτίναξης των θεατρικών στοιχείων από την κινηματογραφική ερμηνεία. Τελευταίος πήρε το λόγο ο Γιάννης Βουλγαράκης (σταθερός συνεργάτης του Οικονομίδη από το «Σπιρτόκουτο»),  που ολοκλήρωσε λέγοντας αυτό ακριβώς που ένας ακροατής όλων των παραπάνω δηλώσεων είχε την ανάγκη να ακούσει: Τόνισε πόσο αληθινά και ειλικρινή ήταν όσα ειπώθηκαν…
Γιάννης Βουλγαράκης
Απαντώντας σε ερωτήσεις που του τέθηκαν στη συνέχεια, ο Γιάννης Οικονομίδης εξήγησε τη διαφορά του «Μικρού Ψαριού» από τις προηγούμενες ταινίες του. Βασικά, μίλησε για πιο σαφή δραματουργία, πλοκή και κλιμάκωση και για πιο ξεκάθαρους χαρακτήρες. Τόνισε επίσης τη συμβολή άλλων, ηθοποιών και παραγωγών, στη διαμόρφωση του φιλμ. Το σενάριο γράφτηκε σε συνεργασία -μεταξύ άλλων- με τους Βαγγέλη Μουρίκη και Χρήστο Κωνσταντακόπουλο (της Faliro House Productions), ενώ το φινάλε προήλθε από πρόταση του Michael Weber (της Γερμανικής εταιρίας παραγωγής Match Factory, η οποία συμμετέχει γα πρώτη φορά στην παραγωγή ελληνικής ταινίας).

Ο Οικονομίδης έχει δηλώσει στο παρελθόν πως θεωρεί τις ταινίες του κωμωδίες. Το γεγονός αυτό φαίνεται να παραξενεύει και τους ηθοποιούς του, αφού η Πόπη Τσαπανίδου, αναφερόμενη στις ταινίες του ως κωμωδίες, τόνισε πως «δεν το λέω εγώ ότι είναι κωμωδίες, ο Γιάννης το λέει!» Η επεξήγηση της εν λόγω δήλωσης από τον σκηνοθέτη υπήρξε κατ’ εμέ ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο ολόκληρης της συνέντευξης τύπου: «Είναι κωμωδίες με την μπαλζακική έννοια. Η ζωή δεν είναι μια κωμική τραγωδία ή μια τραγική κωμωδία; Αν την κοιτάξει κανείς από μακριά, είναι τόσο ασήμαντη, τόσο “μικρή”. Είναι μια κωμωδία».
Εμείς από την πλευρά μας ευχόμαστε ολόψυχα καλή επιτυχία στον Γιάννη Οικονομίδη, φεστιβαλικά, εμπορικά και καλλιτεχνικά –αν και για το τελευταίο προσωπικά δεν έχω ιδιαίτερες αμφιβολίες…

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Kick-Ass 2 (2013)

Ο παραληρηματικός ενθουσιασμός που προκάλεσε ο διασκεδαστικότατος σουπερηρωικός «Kick-Ass» πριν από τρία χρόνια δεν έχει σβήσει ακόμα, όπως ούτε και η δίψα για σίκουελ, ακόμα κι αν η επιτυχία αυτού (χωρίς τον Matthew Vaughn στο σκηνοθετικό τιμόνι) προβλεπόταν μάλλον αδύνατη. Και δίχως να εκπλήσσει κανέναν, το σίκουελ έφτασε και η σύγκρισή του με το ορίτζιναλ δε μπορεί παρά να το ισοπεδώσει. Το «Kick-Ass 2» αποτελεί την κλασική περίπτωση συνέχειας που παίρνει τα στοιχεία που έκαναν επιτυχία στο πρώτο φιλμ, τα τραβάει στα άκρα, χωρίς όμως να επεκτείνει το κόνσεπτ εκείνου ή να προσθέτει κάτι επί της ουσίας, και απλά καταλήγει σε μια αχρείαστη μίμησή του.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Τι θα περίμενε κανείς από τη συνέχεια του «Kick-Ass»; Γέλιο; Υπάρχει. Και μάλιστα σε στιγμές το φιλμ παραπέμπει πιο άμεσα σε καθαρόαιμη κωμωδία απ’ ό,τι το πρώτο. Σάτιρα; Κάτι διασώζεται κι απ’ αυτήν. Δράση; Όχι μόνο υπάρχει αλλά είναι δυναμικότατη και καλογυρισμένη. Βία; Αυτή κι αν υπάρχει -διπλάσια από του ορίτζιναλ! Τι πηγαίνει λοιπόν στραβά; Μάλλον η ίδια η ταινία εξορισμού! Δεν υπάρχει ο ενθουσιασμός που αισθανόσουν στο πρώτο «Kick-Ass», τα συστατικά του δεν «δένουν» ικανοποιητικά στο σύνολο μιας σατιρικής περιπέτειας, τα πάντα μοιάζουν κάπως βεβιασμένα, σαν αυτό που λέμε «ξαναζεσταμένο φαγητό».

Σύντομα εξασθενεί και η αρχικά εύστοχη σάτιρα της ποπ κουλτούρας και στη θέση της απομένει ένα αδιάφορο και ενοχλητικά… κοριτσίστικο (!) subplot με πρωταγωνίστρια την πάλαι ποτέ ανελέητη HitGirl να ρέπει μάλλον σε Miley Cyrus (τουλάχιστον μέχρι μερικοί -παραδόξως σχεδόν ξεκαρδιστικοί- εμετοί να λερώσουν τις πολλές ροζ αποχρώσεις). Ταυτόχρονα, μια αδικαιολόγητα σοβαροφανής, γελοιωδώς επιδερμική και βαρετά επαναλαμβανόμενη κρίση ταυτότητας ταλαιπωρεί τη HitGirl (και το θεατή ακόμα  περισσότερο), για να της περάσει τελικά και… να πιάσει τον Kick-Ass! Αισθητή είναι επίσης και η έλλειψη κάποιου αξιοπρόσεκτου soundtrack, σε αντίθεση με την πρώτη ταινία. Πάντως, ο «κάφρικα» (υπερ)βίαιος χαβαλές προσφέρει, ομολογουμένως, το απαιτούμενο απενοχοποιημένο fun. Όταν, τουλάχιστον, δεν το παρακάνει…

Εντέλει, το «Kick-Ass 2» αντί να επαναφέρει στην οθόνη το πνεύμα του πρώτου φιλμ, μοιάζει περισσότερο με ένα βίαιο b-movie, σίγουρα διασκεδαστικό στην παρακολούθησή του, μα εξίσου λησμονήσιμο μετά το τέλος της.

Βαθμολογία: 2/5

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Blancanieves / Χιονάτη (2012)

Ξεχάστε τις μπλοκμπαστερικές αμερικανικές «Χιονάτες». Η παραμυθένια ηρωίδα γίνεται Ισπανίδα ταυρομάχος (!) και η ισπανική, βουβή εκδοχή της γνωστής ιστορίας αποδεικνύεται η πιο ρεαλιστική, μα και μακράν η γοητευτικότερη live-action Χιονάτη που έχετε δει. Μη θέλοντας να μιμηθεί τα έργα της εποχής του βωβού κινηματογράφου όπως έκανε το «The artist», συνδυάζει το βουβό με σύγχρονες τεχνικές μοντάζ και, διαθέτοντας μεθυστική ροή, όχι απλώς δεν κουράζει ποτέ, αλλά είναι αληθινά συναρπαστική σχεδόν στο κάθε λεπτό της. Παράλληλα, με την απολαυστική μουσική να αντικαθιστά τα λόγια και τις εξαιρετικές ερμηνείες να «μιλούν» επιτυχώς με το βλέμμα, το αποτέλεσμα προκαλεί εκπληκτική συγκίνηση, ήδη από τα δέκα πρώτα λεπτά της διάρκειάς του! Η Macarena García, δε, ακόμα και με κοντό κούρεμα, κερδίζει και τις δύο Αμερικανίδες ανταγωνίστριές της (Lily Collins και Kristen Stewart) ως «the fairest of them all»…

Το κατόρθωμα του Pablo Berger είναι εντυπωσιακό. Αν και διατηρεί μια αίσθηση παραμυθιού, με το βουβό να συμβάλλει σε αυτήν, διηγείται την «Χιονάτη» του ως μια ιστορία που πατά εύστοχα στην πραγματικότητα κι όχι στη φαντασία. Έτσι, αντιπαραβάλλοντας με (μαύρο) χιούμορ, τρυφερότητα, αλλά και σκληρότητα την αναλγησία του πραγματικού κόσμου με τον εξωραϊσμένο των παραμυθιών, ο Berger αφενός αναδεικνύει δεξιοτεχνικά την ισπανική παράδοση, αλλά και αφετέρου εκφράζει ένα κυνικό σχόλιο πάνω στην στυγνότητα του κόσμου του θεάματος. Αποκορύφωμα αυτής ένα φινάλε που αποδεικνύει με τον πιο γλυκόπικρο, αλλά και ευφυή τρόπο πως τα θαύματα των παραμυθιών δεν έχουν θέση στις σελίδες του σκληρότερου παραμυθιού όλων: της ζωής…

Βαθμολογία: 4/5

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Τα χρονικά του Δρακοφοίνικα: Αδάμαστος / The Dragonphoenix chronicles: Indomitable (2013)

Μεγάλο το ρίσκο, μεγάλη και η επιτυχία. Ειδικά όσοι συμμετείχαν στη χρηματοδότηση ή παρακολούθησαν τη διαδικασία παραγωγής του φιλμ από την έναρξή της (μέσω της crowd-funding πλατφόρμας indiegogo και με τη μικρού μήκους ταινία «Indomitable: Prelude» του 2011), δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα δικαιωθούν απόλυτα από το αποτέλεσμα. Όσο για το λιγότερο πληροφορημένο κοινό, το μόνο που έχει να φοβάται δεν είναι παρά οι υπερβολικά αυξημένες προσδοκίες που ίσως να δημιούργησαν τα άκρως ενθουσιώδη σχόλια μετά τις δύο (sold out) προβολές στις Νύχτες Πρεμιέρας. Η ταινία δεν είναι «Hobbit» (υπάρχουν διακριτές επιρροές από τον Tolkien παρεμπιπτόντως), αφού κόστισε μόνο 10.000€, ούτε όμως ένας ακόμη «Σούπερ Δημήτριος». Ο «Αδάμαστος» είναι (σχεδόν) πλήρως απαλλαγμένος από τον ερασιτεχνισμό που θα περίμενε κανείς και σου ζητά να τον πάρεις απόλυτα στα σοβαρά. Το κλείσιμο ματιού του τίτλου σηματοδοτεί ένα στοίχημα που κερδήθηκε. Η ταινία αποτελεί ένα μεγάλο, τολμηρό κατόρθωμα και, όσο κλισέ κι αν ακούγεται, είναι αλήθεια πως η επιτυχία της οφείλεται στην «αδάμαστη» θέληση των δημιουργών της…

Παρά τα ελαττώματά του, το φιλμ δεν αποτελεί κάτι λιγότερο από ένα θρίαμβο. Η σκηνοθεσία του Θάνου Κερμίτση είναι εντυπωσιακή, καταφέρνοντας να ανταπεξέλθει τέλεια (οι σκηνές δράσης είναι αξιοπρεπέστατες) σε ένα είδος που δοκιμάζεται για πρώτη φορά στη χώρα μας, ενώ ο ίδιος δίνει μάλιστα και την καλύτερη, μετά από αυτήν του Μελέτη Γεωργιάδη, ερμηνεία της ταινίας. Η εξαιρετική φωτογραφία του Αντώνη Αποστόλου αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ατού της ταινίας, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι τεχνικοί τομείς του, με τα σκηνικά και τα κουστούμια να έχουν βραβευτεί στο διεθνές φεστιβάλ Κύπρου. Τα ψηφιακά εφέ βέβαια είναι, όπως ήταν φυσικό, φτωχά, το γεγονός όμως πως χρησιμοποιούνται ελάχιστες φορές δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει θετικά, ενισχύοντας την αίσθηση του «χειροποίητου» σινεμά, που έχει δημιουργηθεί με γνώμονα το μεράκι των συντελεστών. Τέλος, το επικό μουσικό θέμα του Δημήτρη Παπαβασιλείου αξίζει κάθε χειροκρότημα.

Όλα αυτά συμβάλλουν στη μεγαλύτερη, ίσως, επιτυχία της ταινίας: προσφέρει γνήσιο, αληθινό fun. Και μάλιστα σε μια εποχή που δύσκολα βρίσκεις πραγματικά διασκεδαστικές ελληνικές ταινίες… Ο «Αδάμαστος» είναι στ’ αλήθεια απολαυστικός και σε αυτό βοηθούν σημαντικά και οι τοποθεσίες γυρισμάτων, με τα ελληνικά βουνά να χρησιμεύουν ως ιδανικό (και υπέροχο) σκηνικό.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν η «πρώτη ελληνική ταινία φαντασίας» σημαίνει απαραίτητα πως ανοίγει ο δρόμος για αντίστοιχες ελληνικές παραγωγές, αποτελεί αναντίρρητα όμως μια σημαντική στιγμή για το ελληνικό σινεμά. Αν κάποια από τα πολυάριθμα ενθουσιώδη σχόλια που έχουν ειπωθεί είναι εν μέρει υπερβολικά, το ότι γράφεται ιστορία δεν είναι. Αξίζει να το δείτε!

Βαθμολογία: 2.5/5

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Snow White and the huntsman / Η Χιονάτη και ο κυνηγός (2012)

Πέρα από το γεγονός ότι είναι ασύγκριτα ανώτερο της σαφώς πιο παιδικής εκδοχής της Χιονάτης «Mirror mirror» της ίδιας χρονιάς, το «Snow White and the huntsman» εκπλήσσει ευχάριστα και ως ένα χορταστικότατο μπλοκμπάστερ. Δανειζόμενο εμφανώς από τη μυθολογία και το ύφος του «Lord of the rings», το φιλμ καταφέρνει να προσαρμόσει αποτελεσματικότατα το παραμύθι της Χιονάτης στα μέτρα μιας μεγαλοπρεπούς, σκοτεινής περιπέτειας επικής φαντασίας.

Αν και στο σενάριο δεν εντοπίζεται η παραμικρή έκπληξη (και το μάλλον απογοητευτικό φινάλε θα είχε ανάγκη από μία), η –για το είδος του φιλμ τέλεια- σκηνοθεσία του πρωτοεμφανιζόμενου Rupert Sanders αποτελεί το μεγάλο πλεονέκτημα και το αληθινά αξιοπρόσεκτο επίτευγμα αυτής της «Χιονάτης». Ο Sanders φαίνεται να ξέρει ακριβώς πώς να χειριστεί ένα μπλοκμπάστερ και κατορθώνει να διατηρήσει τη σοβαροφάνειά του στα ιδανικά επίπεδα. Σε ένα διάλλειμα από τη γενική «σκοτεινιά» του, το φιλμ περίπου στα μισά παίρνει μία πνοή αποφόρτισης και υιοθετεί για πρώτη φορά την αισθητική κλασικού παιδικού παραμυθιού, φτάνοντας στην κορύφωση της ψυχαγωγικής απόλαυσης που μπορεί μια ταινία του είδους να προσφέρει.

Βαθμολογία: 3/5

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

La vie d' Adele / Η ζωή της Αντέλ (2013)

Η μαθήτρια λυκείου Adele (Adele Exarchopoulos) ανακαλύπτει τις ομοφυλοφιλικές της σεξουαλικές προτιμήσεις και περνά από την εφηβεία στην ενηλικίωση στη διάρκεια της σχέσης της με την μερικά χρόνια μεγαλύτερη Emma (Lea Seydoux). Μέσα στην τρίωρη διάρκεια του φιλμ, ο Abdellatif Kechiche αναπτύσσει και εξερευνά σε βάθος όχι μόνο την αρχή και το τέλος της σχέσης των δύο γυναικών, αλλά και το πριν και το μετά. Δεν φείδεται χρόνου και διαθέτει αρκετό για να αφιερώσει στην αρχική, straight σχέση της Αντέλ και στην επώδυνη σταδιακή διαπίστωση της ομοφυλοφιλίας της, μέχρι να μπει ουσιαστικά στην ιστορία η Seydoux μετά το πρώτο 40λεπτο.

Δεν φείδεται χρόνου ούτε και στις φλογερές όσο και ρεαλιστικότατες ερωτικές σκηνές, οι οποίες ανέδειξαν το φετινό θριαμβευτή των Καννών στην πιο πολυσυζητημένη ταινία της χρονιάς, σκορπίζοντας αισθητή αμηχανία στις αίθουσες. Ο Γαλλοτυνήσιος δημιουργός αποδίδει με λεπτομέρεια ακόμα και τις πιο καθημερινές κινήσεις των ηρωίδων του και φέρνει το θεατή σε απόσταση αναπνοής από αυτές, κάνοντάς τον να αισθανθεί πλήρως οικεία μαζί τους. Ο φακός φαντάζει «κολλημένος» στα πρόσωπά τους και απομακρύνεται από αυτά μόνο για να εξερευνήσει εξονυχιστικά τη γυμνή σάρκα τους, καθώς η Adele ποζάρει για τους πίνακες της Emma ή τα σώματά τους τρίβονται αχόρταγα μεταξύ τους, τα χέρια τους προσγειώνονται με ηδονιστικό θόρυβο στα οπίσθιά τους και το στόμα της μίας μοιάζει να προσπαθεί να «καταβροχθίσει» το σώμα της άλλης…

Η ταινία μπορεί να είναι πολύ τολμηρή (στο θέμα, τη διάρκεια και τον ερωτισμό της) για να την εκτιμήσει κάθε θεατής. Τίποτα από τα τρία όμως δεν θα έπρεπε να σας αποτρέψει από το να τη δείτε. Οι ερωτικές της σκηνές σφύζουν από ένα δυνατό και ρεαλιστικότατο πάθος που την απαλλάσσει από κάθε κατηγορία που τη θέλει «πορνογραφική» και τοποθετεί τις εν λόγω σκηνές απολύτως μέσα στο πνεύμα του φιλμ: σινεμά που δεν φοβάται και σε κοιτά στα μάτια. Και η μεγάλη διάρκειά του βοηθά στην επίτευξη αυτού ακριβώς του σκοπού, της -όσο το δυνατόν πιο σφαιρικής και συναισθηματικά διεισδυτικής- μελέτης των χαρακτήρων των πρωταγωνιστριών μέσα στη σχέση τους. Όσον αφορά στο δύσκολο θέμα της ομοφυλοφιλίας, ο Kechiche φαίνεται να περιγράφει την ερωτική ιστορία της Adele και της Emma όπως κάθε άλλη ερωτική ιστορία. Όλα φαντάζουν τόσο φυσικά, αληθινά και οικεία. Αν η λιτότητα και ο ρεαλισμός των τεκταινόμενων μεταμορφώνουν την οθόνη σε έναν «καθρέφτη» για το θεατή, αυτός αντικατοπτρίζει μία λεσβιακή σχέση αντί μιας straight. Κι εσύ δεν μπορείς παρά να δεθείς με τις ερωτευμένες ηρωίδες, να νοιαστείς για αυτές, να βιώσεις για τρεις ολόκληρες ώρες μια σχέση που μοιάζει να μην έχει τίποτα να ζηλέψει ή ίσως και να μη διαφέρει ουσιαστικά από μια straight. Πιθανώς εκεί ακριβώς να συνίσταται, αν δεχτούμε ότι υπάρχει, το πολιτικό μήνυμα του φιλμ.

Κι έπειτα, οι δύο πρωταγωνίστριες. Ειλικρινά, είναι συγκλονιστικές. Με όλη τη βαρύτητα του όρου. Πραγματική αποκάλυψη η -εικοσάχρονη- Exarchopoulos, αποδίδει με εντυπωσιακή φυσικότητα σε όλες τις διαστάσεις του τον ρεαλιστικά πολύπλοκο χαρακτήρα της, εκφράζοντας καταπληκτικό νεανικό αυθορμητισμό και συγκινητική ευθραυστότητα. Πιο έμπειρη, η Seydoux είναι το ίδιο εξαιρετική, σε ένα ρόλο πιο χαμηλών τόνων, αλλά μια ερμηνεία εξίσου εκφραστική.

Περισσότερο από μια ταινία για την ομοφυλοφιλία, η «Ζωή της Αντέλ» είναι μια ταινία για τον έρωτα. Τρεις ώρες μιας εκπληκτικά ακριβούς αποτύπωσης της συναισθηματικής διαδρομής μίας σχέσης, από την έναρξη ως το τέλος της, μαζί με ό,τι προηγείται και ό,τι έπεται αυτής. 

Βαθμολογία: 4/5

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Mirror mirror / Καθρέφτη, Καθρεφτάκι μου (2012)

Με την έλλειψη ιδεών στο Χόλιγουντ να γίνεται ολοένα και πιο εμφανής, τα μεγάλα στούντιο στρέφουν πλέον το ενδιαφέρον τους διαρκώς σε remakes, reboots και, τη νεότερη μόδα, διασκευές κλασικών παραμυθιών. Το 2012 λοιπόν στο στόχαστρο βρέθηκε η Χιονάτη, όχι μόνο από ένα, αλλά από δύο κινηματογραφικά στούντιο (!), τη Relativity και τη Universal, που επιχείρησαν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις στο μύθο. Τα δύο φιλμ κονταροχτυπήθηκαν, με το «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου» της Relativity εντέλει να καθιστά την τελευταία την καλλιτεχνικά, αλλά και εμπορικά ηττημένη.

Η σκηνοθεσία της ταινίας ανήκει στον Ινδό Tarsem Singh των «Immortals», «The cell» και «The fall», ο οποίος έχει αναντίρρητα αποδείξει την ικανότητά του στα τεχνικά μέρη των ταινιών του. Οι εκθαμβωτικές εικόνες και τα εντυπωσιακά κοστούμια δίνουν και εδώ το παρόν και μάλλον αποτελούν, μαζί με ορισμένες από τις ερμηνείες, το κύριο ατού του φιλμ. Γιατί πέρα από αυτά, υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία για να επαινέσει κανείς, σε μια ταινία της οποίας η αμηχανία βροντοφωνάζει.

Η παρακολούθηση του «Mirror mirror» είναι σίγουρα διασκεδαστική, μα αυτό μοιάζει πολύ «λίγο» για να αποζημιώσει για την κυρίαρχη αίσθηση της έλλειψης στόχου. Αισθάνεσαι συνεχώς πως η ταινία θέλει να είναι κάτι περισσότερο από αυτό που πραγματικά είναι, χωρίς όμως να ξέρει τι. Φαντασμαγορική περιπέτεια; Κωμωδία; Παρωδία; Το έργο του Singh όμως δεν αποτελεί τελικά κάτι περισσότερο από μια απλή οικογενειακή ταινία, που στερείται ψυχής. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός πως αυτός ο προαναφερθέντας «στόχος» της συνίσταται αποκλειστικά στα λεφτά που επρόκειτο να φέρει στα ταμεία κι έτσι η σεναριακή έμπνευση είναι κάτι τι οποίο κανέναν δεν απασχολεί ιδιαίτερα. Και δυστυχώς ο Singh ποτέ δεν καταφέρνει να διαψεύσει το -ενοχλητικά αισθητό- γεγονός αυτό…

Ευτυχώς τουλάχιστον (και παρά την εκνευριστική Lily Collins στο ρόλο της Χιονάτης), υπάρχουν οι Julia Roberts, Nathan Lane και ο ταλαντούχος Armie Hammer (ο οποίος μοιάζει να διασκεδάζει αφάνταστα) όχι απλώς να προσθέτουν μια απολαυστική νότα στη θέαση, αλλά να προκαλούν γέλιο εκεί που από μόνο του το σενάριο αποτυγχάνει πλήρως!

Βαθμολογία: 2/5

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Adventureland / Ζωή σαν... λούνα παρκ (2009)

Νεανική ρομαντική κομεντί σε σενάριο και σκηνοθεσία του Greg Mottola, του σκηνοθέτη που μας έδωσε το 2007 το ξεκαρδιστικό «Superbad». Όσο αστείο ήταν βέβαια εκείνο, άλλο τόσο εκτός κλίματος μοιάζουν τα κωμικά στοιχεία του «Adventureland». Και αυτός είναι ο λόγος της γενικής απογοήτευσης που εκφράστηκε προς το φιλμ: δεν είναι κωμωδία…

Το στόρι αφηγείται τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στον απόφοιτο λυκείου James (Jesse Eisenberg) και τους υπόλοιπους συνεργάτες του στα πλαίσια καλοκαιρινής δουλειάς στο λούνα-παρκ Adventureland, στο οποίο υποχρεώνεται να εργαστεί, καθώς οι γονείς του αδυνατούν να στηρίξουν οικονομικά τόσο τις διακοπές που είχε προγραμματίσει, όσο και την επερχόμενη φοίτησή του. Στον μικρόκοσμο του Adventureland, ο James κάνει φιλίες και, κυρίως, ερωτεύεται, κάτω από μια άκρως ευαίσθητη και μελαγχολική κινηματογραφική ματιά από τον Mottola.

Το πρόβλημα του φιλμ εντοπίζεται σε αυτήν την κωμική διάθεση που κάνει ανά διαστήματα την εμφάνισή της και που τελικά αποτελεί μάλλον έναν εμπορικό συμβιβασμό και αφαιρεί από το εγχείρημα την τόλμη του. Πίσω όμως από τη φαινομενική χιουμοριστική σαχλαμάρα του, το «Adventureland» κρύβει μια εξαιρετικά ζεστή καρδιά, η οποία κοιτά βαθιά μέσα σε εκείνη του πρωταγωνιστή του. Αντιμετωπίζει το θέμα του με αφοπλιστική ευαισθησία, βαθιά μελαγχολία και κρύβει εκπληκτικά πηγαίο εσωτερικό συναίσθημα. Ο έρωτας του ήρωα με την Em (Kristen Stewart), στην ουσία και στο συναισθηματικό του υπόβαθρο, φαντάζει σχεδόν συγκλονιστικά ειλικρινής, ενώ εξίσου ευαίσθητη, παρότι λιγότερο ανεπτυγμένη στο πανί, είναι και η απεικόνιση των φιλικών του σχέσεων, ιδίως με τον χαρακτήρα του Ryan Reynolds. Με περισσότερη τόλμη και λίγο μεγαλύτερη προσοχή στο ρεαλισμό παρά στα μάλλον αδέξια κωμικά «διαλείμματα», το φιλμ θα μπορούσε να είναι εξαιρετικό, έχει όμως παρόλα αυτά ψυχή και χάρη σε αυτήν σε κερδίζει. 

Βαθμολογία: 3.5/5

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Snow White and the seven dwarfs / Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι (1937)

Η πρώτη (διασωθείσα) αμερικανική ταινία κινουμένων σχεδίων και το εναρκτήριο λάκτισμα για τη ντισνεϊκή φιλμογραφία, η -βασισμένη στην ιστορία των αδελφών Γκριμ- «Χιονάτη και οι επτά νάνοι» έχει αναμφίβολα μεγάλη κινηματογραφική αξία και παραμένει σήμερα, σχεδόν ογδόντα χρόνια μετά τη δημιουργία της, γοητευτικότατη και απολαυστική. Αν κάποιο στοιχείο του φιλμ φαντάζει ξεπερασμένο, αυτό είναι κυρίως ο ίδιος ο χαρακτήρας της Χιονάτης, όχι τόσο λόγω του άχαρου φυσιογνωμικού σχεδιασμού της (κάτι που παρατηρείται και στον μάλλον θηλυπρεπή πρίγκιπα), όσο εξ’ αιτίας της ρηχότητας και της υπερβολικά παιδικής χαριτωμενιάς της.

Γενικώς, το φιλμ αναφέρεται πολύ πιο άμεσα στις μικρές ηλικίες απ’ ό,τι τα σημερινά κινούμενα σχέδια, τα οποία έχουν εντάξει πλέον και τους ενηλίκους στο target group τους. Παράλληλα όμως, η «Χιονάτη» του 1937 δεν διαθέτει τα κλισέ στα οποία παραδίνεται αμαχητί κάθε σύγχρονη ταινία του είδους και δε δυσκολεύεται να κερδίσει το κοινό κάθε ηλικίας, διαθέτοντας άλλα «όπλα» γοητείας. Τα οποία, ως επί το πλείστον, συνοψίζονται στο γεγονός ότι, παρόλο που το φιλμ δεν είναι live-action, γίνεται διαρκώς εντυπωσιακά αισθητό πως ανήκει στο κινηματογραφικό κλίμα μιας άλλης εποχής, το οποίο διαπνέεται από μια ακαταμάχητα νοσταλγική αθωότητα…

Η απλότητα του στόρι και η αθώα παιδικότητα σε όλους τους τομείς δημιουργούν μια ταινία που θα ήταν σχεδόν αδύνατο να σταθεί στα πόδια της αν είχε δημιουργηθεί τον εικοστό πρώτο αιώνα και ίσως ακριβώς για αυτό να γοητεύει. Τα φτωχά τεχνικά μέσα δεν στέκονται ικανά να της στερήσουν τίποτα από την ομορφιά της, οι νάνοι (και το τραγούδι τους «Heigh-Ho») είναι σκέτη απόλαυση και το κλασικό ντισνεϊκό χιούμορ αποδεικνύεται μέχρι και ξεκαρδιστικό. Εν γένει, η «Χιονάτη και οι επτά νάνοι» αποτελεί ένα διαμάντι για τους νοσταλγούς και ένα φιλμ αδιαμφισβήτητης ιστορικής αξίας.

Βαθμολογία: 3.5/5

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Youth in revolt / Νιάτα σε έξαψη (2009)

Ο πολλά υποσχόμενος, ανερχόμενος νεαρός ηθοποιός Michael Cera, που μετά το «Superbad» καθιερώθηκε στο ρόλο του ερωτοχτυπημένου, μάλλον nerd και απαραιτήτως παρθένου εφήβου, υποδύεται τον ίδιο χαρακτήρα και στο «Youth in revolt» του 2009. Μόνο που αυτή τη φορά ο ρόλος του είναι διπλός, καθώς, πέρα από τον συγκεκριμένο έφηβο τον οποίο βασανίζει ο φόβος ότι «θα πεθάνει παρθένος», ενσαρκώνει και τη δεύτερη, επαναστατημένη και σχεδόν διαβολική περσόνα την οποία ο ίδιος κατασκευάζει και η οποία αντιπροσωπεύει με έναν απλό, ίσως σχηματικό, για χάρη της κωμωδίας, μα επίσης ευρηματικό και απολαυστικότατο τρόπο όλα όσο το φιλμ πραγματεύεται.

Όντας κατά ένα «κλικ» διαφοροποιημένο από τις συνήθεις νεανικές ταινίες του είδους, το «Youth in revolt» αποτελεί ένα ευχάριστο κράμα κωμωδίας καταστάσεων και ρομαντικής κομεντί, που επιτυγχάνει τους στόχους και των δύο. Δε διστάζει να εξωθήσει τα πράγματα στα άκρα, αδιαφορώντας για το ρεαλισμό, χωρίς όμως ποτέ να ξεχνά πως ασχολείται με χαρακτήρες της πραγματικότητας. Προσεγγίζει, από τη μία, το θέμα της εφηβείας με μια καθαρά κωμική ματιά, άκρως (αλλά και ηθελημένα) υπερβολική και αληθινά αστεία. Και από την άλλη, ενώ ο νεαρός Nick αντιμάχεται (ή παραδίνεται αμαχητί) στον «κακό» εαυτό του Francois, η ταινία απεικονίζει με τον τρόπο της την εφηβική ανάγκη της υιοθέτησης ενός διαφορετικού, «καλύτερου» προσωπείου, της επανάστασης απέναντι στη γονική, αλλά και κάθε αρχή με την ευρύτερη έννοια, της ολοκληρωτικής αφιέρωσης στον έρωτα. Στοιχεία τα οποία είναι όλα αλληλένδετα…

Σημειώστε και ένα πολύ ενδιαφέρον ερμηνευτικό πέρασμα από τον τότε εικοσιεξάχρονο Adhir Kalyan, τον οποίο προσωπικά θα ήθελα να ξαναδώ στο μέλλον, αλλά και μια ένσταση σχετικά με το σεναριακό μοντέλο του παρθένου μοναχικού αγοριού που ερωτεύεται εμπειρότερη συνομίληκη ή μεγαλύτερης ηλικίας κοπέλα. Αποτελεσματικό συνήθως, όμως υπερβολικά πολυφορεμένο στο είδος της νεανικής κομεντί.

Βαθμολογία: 3/5

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Θλιμμένη Τζάσμιν/Blue Jasmine (2013)


  
Η Τζάσμιν, σύζυγος εκατομμυριούχου από την Νέα Υόρκη, καταφεύγει στην «λιγότερο τυχερή» αδερφή της που ζει στο Σαν Φρανσίσκο, μετά από μια οικονομική και οικογενειακή καταστροφή.
   Το σενάριο του Άλεν παρουσιάζει με τις δύο αδερφές δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Γυναίκες χωρίς ιδιαίτερη τελικά ευφυΐα, που όλη τους η ζωή καθορίζεται από τις σχέσεις που έχουν με τους εκάστοτε άντρες τους. Ακόμα και οι σχέσεις τους όμως είναι επιφανειακές, δεν εμπλέκονται συναισθηματικά ούτε με τα παιδιά τους, ούτε με τους άντρες τους, ούτε μεταξύ τους, ούτε τελικά με τον ίδιο τους τον εαυτό. Η Τζάσμιν αδυνατεί, για την ακρίβεια αποφεύγει να κοιτάξει την ζωή της στα μάτια, και είναι αυτή ακριβώς η αδυναμία της που τελικά την συντρίβει συνολικά.
   Η Μπλάνσετ δίνει ίσως την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας  της στον κινηματογράφο, ενσαρκώνοντας ανησυχητικά ρεαλιστικά την ανισσόροπη Τζάσμιν. Ακροβατεί με ευκολία ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, προσδιορίζοντας επακριβώς τον κωμικοτραγικό χαρακτήρα της. Όλο το προσεγμένα επιλεγμένο καστ κάνει μία αρκετά δυναμική προσπάθεια, που ωστόσο δεν ξεδιπλώνετε πλήρως λόγω της σαρωτικής ερμηνείας της Μπλάνσετ.
   Δεν ξέρω αν φταίει η αγάπη μου για τον Γούντι Άλεν και η αριστοτεχνική-σύγχρονη διασκευή του «Λεωφορείον ο Πόθος»(1951,
Ελία Καζάν), η λαμπερή Μπλάνσετ ηγούμενη ενός καταπληκτικού καστ, το (όπως πάντα, Αλενικό) υποδόριο soundtrack που κάνει θαύματα στο ντύσιμο του φιλμ, ή η ταλάντωση που έκανε το χαμόγελο στο πρόσωπο μου καθ΄όλη τη διάρκεια της ταινίας, πάντως η ουσία είναι πως η Θλιμμένη Τζάσμιν είναι από τις καλύτερες Αμερικάνικες ταινίες της χρονιάς .Blue Moon!
 

 Βαθμολογία:4/5