Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Café Society (2016)

Η ανάγκη του να δημιουργεί σταθερά μία ταινία το χρόνο έχει κάνει τον Woody Allen να διαμορφώσει τη συνταγή μιας εξαιρετικά απλής μορφής storytelling. Τα λιτά και απέριττα σενάριά του κρατούν μόνο τα πιο βασικά και απαραίτητα στοιχεία της κάθε ιστορίας, προσπερνούν συχνά ό,τι δεν χρειάζεται εκτενή ανάλυση με «εύκολα» voice-over (εδώ με τη φωνή του ίδιου) και αφηγούνται την ιστορία τους μέσα από συγκεκριμένες (διαλογικές, συνήθως) σκηνές με σαφή θέση και λειτουργία στον αφηγηματικό κορμό. Αντίστοιχα και η σκηνοθεσία του είναι απλή και γρήγορη, κάνοντας όσο το δυνατόν λιγότερες λήψεις και αντιμετωπίζοντας την κάμερα απλά ως το μέσο για να ειπωθεί η ιστορία κι όχι ως εργαλείο ξεχωριστής αφηγηματικής δύναμης.

Όλα αυτά είναι ιδιαιτέρως αισθητά στο «Café Society». Αφενός, η αίσθηση μιας ταινίας μικρού βεληνεκούς, ελλιπούς σε πρωτοτυπία και σε αληθινή συναισθηματική διείσδυση στους ήρωές της και, συνεπώς, μάλλον εύκολα λησμονίσιμης οφείλεται ακριβώς στην παραπάνω «βιασύνη», αν μπορούμε να την εκλάβουμε ως τέτοια. Αφετέρου, το ίδιο το γεγονός ότι ο Woody Allen μπορεί να αφηγηθεί ενδιαφέρουσες κι ολοκληρωμένες ιστορίες με αυτόν τον τόσο απλό τρόπο -η απλότητα είναι εξαιρετικά δύσκολη!- μαρτυρά την μακρά εμπειρία του ως δημιουργού, τη βαθιά γνώση του πάνω στο αντικείμενό του και, εντέλει, την αξιοθαύμαστη ικανότητά του ως κινηματογραφικού αφηγητή. Γιατί η αυστηρή συνέπειά του στο ετήσιο κινηματογραφικό ραντεβού του δεν είναι μόνο χρονική, αλλά, πολύ περισσότερο, ποιοτική. Ο Woody Allen έχει θέσει ένα σταθερό πήχη τον οποίον όσες φορές δεν έχει κατορθώσει να φτάσει («To Rome with love»), άλλες τόσες τον έχει ξεπεράσει αισθητά («Midnight in Paris» και «Blue Jasmin» τα πιο πρόσφατα παραδείγματα) κι έτσι το «Café Society» έρχεται για να πετύχει ακριβώς τον στόχο του και να αποτελέσει την εγγυημένη απόλαυση των θερινών σινεμά.

Σε μια ιστορία που ξεκινά ως ένα ερωτικό τρίγωνο στα χολιγουντιανά 1930s, μα εξελίσσεται λίγο πιο κυνικά και μελαγχολικά, o Woody Allen κι οι ιδανικοί ερμηνευτές του αναδεύουν νοσταλγικό ρομαντισμό, χαλαρό -και συχνά μαύρο- χιούμορ και μια υπαρξιακή μελαγχολία που κορυφώνεται στο φινάλε, καταλήγοντας στη ματαιότητα και το ανικανοποίητο της ζωής. Πάντα με αυτονόητα εύπεπτο και… καλοκαιρινό γουντιαλενικό τρόπο.

Βαθμολογία: 3/5

2 σχόλια:

  1. Πολύ ευχάριστη ταινία αλλα όπως είπες και εσύ "εύπεπτη" και ιδανική για θερινό σινεμά.Μέχρι εκεί για εμένα...
    Το Blue Jasmin μου άρεσε πολύ περισσότερο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. To Μπλου Τζάζμιν το αναφέρω τυπικά ως παράδειγμα "καλού" γούντι άλεν, αλλά στην πραγματικότητα δεν το είχα εκτιμήσει ιδιαίτερα όταν το είδα, χωρίς να φταίει η ίδια η ταινία όμως. Πρέπει να το ξαναδώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή