Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Batman: The Killing Joke (2016)

Από τη μία, το «The Killing Joke» του Allan Moore. Ένα από τα πιο εικονικά κόμικς στην ιστορία του Μπάτμαν και σίγουρα το πιο καθοριστικό για την σκιαγράφηση του πολυδιάστατου χαρακτήρα του Τζόκερ. Χωρίς να είναι το βαθυστόχαστο αριστούργημα που συχνά θεωρείται, έδωσε μία σοκαριστικά σκοτεινή τροπή στους εν λόγω χαρακτήρες εν έτει 1988, στιγματίζοντας ανεξίτηλα την μελλοντική τους πορεία, ενώ παράλληλα χρησιμοποίησε μία διακριτική υπαινικτικότητα (βλ. το τέλος) την οποία για χρόνια το κοινό δεν είχε αντιληφθεί καν. Από την άλλη, οι ταινίες κινουμένων σχεδίων της DC. Παραγόμενες με το σωρό, έχουν χτίσει το δικό τους σύμπαν από straight-to-DVD 70λεπτες (τηλε)ταινίες, οι οποίες στέκουν εγκλωβισμένες στη γνωστή παγίδα «υπερβολική βία για παιδιά, μα κι υπερβολική αφέλεια, αναληθοφάνεια και απλοϊκότητα για τους ενηλίκους». Με ελάχιστες εξαιρέσεις -εν μέρει- από τον κανόνα (χαρακτηριστικά το «The Dark Knight Returns - Part 1» και το… ηθιοκοφιλοσοφικών προεκτάσεων «Justice League: Crisis on Two Earths»), τα εν λόγω φιλμ δεν προσφέρουν εν γένει πολλά περισσότερα από ένα ευχάριστο όσο κι ανεγκέφαλο σκότωμα χρόνου για τους σκληροπυρηνικούς φαν των ηρώων. Μπορεί λοιπόν μια κλασική ιστορία σαν το «Killing Joke» να δεχτεί τέτοια μεταχείριση;
  
Ο σύμμαχος που αυτή η φιλμική διασκευή είχε εξ’ αρχής στο πλευρό της ήταν η σήμανση «R» (ακατάλληλο για ανηλίκους άνευ συνοδείας) που η Warner Bros τής είχε επιτρέψει, καθώς το συγκεκριμένο κόμικ δεν θα μπορούσε ποτέ να εισάγει με επιτυχία τα παιδιά στο target group του. Όντας λοιπόν η πρώτη ακατάλληλη «παιδική» superhero ταινία, το «Batman: The Killing Joke» είχε τη δυνατότητα να απευθυνθεί άμεσα, άφοβα και καθολικά σε ενηλίκους. Αν και δεν μοιάζει να ξέρει ακριβώς πώς θέλει να το κάνει αυτό, μπορούμε εντέλει να του αναγνωρίσουμε ορισμένες φιλότιμες προσπάθειες. Η διαφορά δεν έγκειται στη βία, αφού κι οι «κατάλληλες» (άνω των 13) ταινίες της DC είναι πλέον τόσο βίαιες και μη παιδικές, που δεν έχει μείνει πολύς χώρος στο  «Killing Joke» για να ξεπεράσει τα όρια. Η βασική διαφορά είναι πως το παρόν φιλμ αντιμετωπίζει τους ήρωές του ελαφρώς πιο ώριμα απ’ ό,τι είθισται, σπάζοντας σχεδόν προκλητικά συγκεκριμένα ταμπού (βλ. σουπερηρωικό σεξ) και κατά συνέπεια ενοχλώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των θεατών που μάλλον δεν μπορούν να ομολογήσουν πως απλώς ένιωσαν αμήχανα.

Το άλλο είδος ωριμότητας που υιοθετεί το φιλμ εντοπίζεται στην επικοινωνία του με τον θεατή και υφίσταται μάλλον ως συνέχεια της προαναφερθείσας υπαινικτικότητας της πρώτης ύλης: Το «Batman: The Killing Joke» δεν θέλει να δώσει μασημένη τροφή. Προσφέρει την ουσία του εμμέσως. Και αυτή είναι η πιο αξιέπαινη και δημιουργικά τολμηρή κίνηση των δημιουργών, καθώς και ο λόγος για τον οποίο γράφεται αυτή εδώ η κριτική, μιας κι ο γράφων κρίνει το φιλμ -παρά τα αναντίρρητα ελαττώματά του- ελαφρώς παρεξηγημένο. Εξηγούμαι:

Η ταινία, σε πρώτη φάση, μοιράζεται τα περισσότερα από τα προβλήματα όλων των φιλμ του σιναφιού της. Εν τάχει, είναι ελάχιστα κινηματογραφική, υπάρχει διάχυτη η αίσθηση της πίεσης του στούντιο προς του δημιουργούς, τόσο στο βιαστικό σενάριο όσο και στο μέτριο animation και, πάνω απ’ όλα, ο φόβος αλλοίωσης της πρώτης ύλης συνεπάγεται μια -ανέμπνευστη και άνευ ουσιαστικού λόγου ύπαρξης- καρέ-καρέ αναπαραγωγή του κόμικ. Καθώς όμως σε screen time αυτή δεν βγάζει πάνω από 40λεπτο, η ιδέα του σεναριογράφου Brian Azzarello για την επιμήκυνση της ιστορίας (αντί μιας ουσιώδους διασκευής της) είναι η προσθήκη ενός 30λεπτου προλόγου εστιασμένου στην Batgirl (που έχει ένα μικρό μα σημαντικό ρόλο στο κόμικ). Τα 30 λεπτά, βεβαίως, όχι απλώς ισοδυναμούν σχεδόν με τη μισή ταινία, αλλά -φαινομενικά- δεν υπάρχει κανένας σύνδεσμος μεταξύ αυτών και… του «Killing Joke»! Οι χαρακτήρες του πρώτου ημίωρου εξαφανίζονται πλήρως μετά από αυτό και αντιστρόφως, με το φιλμ να μοιάζει σαν δύο τηλεοπτικά επεισόδια back-to-back, χάνοντας έτσι κάθε αίσθηση συνοχής και στοιχειώδους δραματουργικής δομής.

Παρόλα αυτά, τα παραπάνω δεν σημαίνουν πως αυτή η ξεκάθαρα κακοδουλεμένη προσθήκη δεν έχει λόγο ύπαρξης. Παρά την πρωτοφανώς άστοχη μεταχείρισή του, το πρώτο ημίωρο της ταινίας βρίσκεται εκεί ως μια απόπειρα έμμεσης εμβάθυνσης σε ένα από τα βασικά θέματα του «Killing Joke»: την σχέση του Μπάτμαν με τον Τζόκερ! Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ενδιαφέρουσα δημιουργική πρωτοβουλία του Azzarello: τα δύο εμφανώς ξέχωρα κομμάτια της ταινίας μοιάζουν παντελώς άσχετα αν τα κοιτάξουμε στα πλαίσια μιας γραμμικής συνέχειας, μα συσχετίζονται αν τα κοιτάξουμε ως δύο γραμμές παράλληλες. Το πρώτο μισό είναι η σχέση της Batgirl και του εγκληματία Paris (η σχέση της με τον Μπάτμαν αφορά τους χαρακτήρες κι όχι το κεντρικό θέμα) και το δεύτερο είναι η σχέση του Μπάτμαν και του Τζόκερ. Κι οι δύο περιπτώσεις αφορούν συγκρούσεις καλού-κακού που παίρνουν έντονα προσωπικές διαστάσεις και που τείνουν να εκτροχιαστούν προς επικίνδυνα ανεξέλεγκτη κατάληξη. Είναι αμφότερες σχέσεις εμμονής, βαθιά προσωπικού μίσους και, ίσως, αλληλοεξάρτησης. Ο Azzarello και ο σκηνοθέτης Sam Liu, λοιπόν, μας θέτουν στο πρώτο μέρος το πρίσμα μέσα από το οποίο μάς ζητούν να κοιτάξουμε το δεύτερο μέρος. Με αυτόν τον τρόπο, υπονοούν επίσης αλλαγές στον χαρακτήρα του Μπάτμαν που εκ πρώτης όψης δεν είναι ορατές: από τον ίδιο προέρχονται τα πρώτα σχόλια πάνω στη φύση της σχέσης των Batgirl και Paris, τα οποία εκστομίζει ως δάσκαλος, με υπεροπτική αυταρχικότητα, για να βρεθεί αργότερα κι ο ίδιος στη θέση της Batgirl. Αναλόγως με το πώς ερμηνεύει κανείς το τέλος (αν και ο υπαινιγμός είναι συγκεκριμένος, για όσους θα τον πιάσουν), ερμηνεύει κι αναλόγως την μεταβολή του χαρακτήρα. Γιατί δεν αποκλείεται τελικά η αυταρχικότητά του να είναι μόνο μια μάσκα, η αυστηρότητά του απέναντι στους άλλους και στις αρχές του να είναι πιο εύθραυστη απ’ ό,τι δείχνει (αυτό το βλέπουμε ήδη από τη σκηνή σεξ)  τα λόγια του να αντικρούονται από τις πράξεις του (συνειδητά ή μη;), να είναι κι ο ίδιος, τελικά, ένας απλός άνθρωπος.

Κι έτσι, ακόμα και το (ολόσωστα) διφορούμενο τέλος έρχεται σε παραλληλισμό με την κατάληξη της πρώτης ιστορίας, κερδίζοντας επιπλέον νόημα μέσω της αντιστοίχησης -ή αντίθεσης.

Αν και λοιπόν μιλάμε για μια συνολικά αποτυχημένη διασκευή του θρυλικού ομώνυμου κόμικ, γίνεται πράγματι μια απόπειρα ώριμης αντιμετώπισης τόσο της ιστορίας όσο και του θεατή, στον οποίο δεν δίνονται όλα στο πιάτο, γεγονός που αξίζει να εκτιμήσει κανείς, αντί να απορρίψει αυτομάτως τις άστοχες επιλογές της δημιουργικής ομάδας.

Βαθμολογία: 1.5/5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου