Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Edgar Wright. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Edgar Wright. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017

Baby Driver (2017)

Με την τριλογία «Cornetto» και το «Scott Pilgrim vs the world», ο Edgar Wright έχει αποδείξει πως αποτελεί επιδέξιο χειριστή των κινηματογραφικών ειδών και βαθύ γνώστη των κινηματογραφικών κανόνων. Ταυτόχρονα, διαθέτει μια τελειομανία που εκφράζεται μέσω της εμμονικής του προσοχής στη λεπτομέρεια κι ένα χαρακτηριστικό, υποδειγματικό σκηνοθετικό στυλιζάρισμα. Το «Baby Driver» διαθέτει όλες αυτές τις ιδιότητες του ταλαντούχου Βρετανού, ο οποίος τώρα δοκιμάζεται σε κάτι πιο καθαρόαιμα action, λιγότερο κωμικό και προσωπικό απ’ ό,τι μέχρι τώρα. Η δημιουργική του σφραγίδα βέβαια είναι πάντα διακριτή, όπως είναι κι η κινηματογραφική του δεξιοτεχνία, είτε πρόκειται για το στήσιμο ενός μονοπλάνου, τη χρήση της μουσικής, τη σύλληψη ενός κυνηγητού ή την υφολογική και συναισθηματική απόκλιση από ένα φιλμ δράσης του σωρού.

Ο Wright μοιάζει να χτίζει διακριτικά μα αισθητά έναν κόσμο εσκεμμένα μη ρεαλιστικό, επιτηδευμένα ρομαντικό, καθιστώντας σε πρόθυμο να δεχτείς αδιαμαρτύρητα σχεδόν τα πάντα, ως κομμάτι ενός απολαυστικού κινηματογραφικού παραμυθιού. Ωστόσο, υπάρχει ένα όριο στις σεναριακές ευκολίες που δύνασαι να συγχωρήσεις στο όνομα αυτού, και δυστυχώς στο τέλος ο Wright ποντάρει υπερβολικά έντονα σε αυτή τη συνειδητή επιτήδευση, εκθέτοντας ασυγχώρητες ανεπάρκειες στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, οι οποίοι καταλήγουν να υπηρετούν την πλοκή τυφλά και βολικότατα. Πλάι σ’ αυτούς, η ασυγκράτητη σκηνοθετική έμπνευση της αρχής πάει κι αυτή μυστηριωδώς περίπατο κατά το φινάλε, αφήνοντάς μας να απορούμε για αυτόν το δημιουργικό διχασμό, μα παρόλα αυτά μην καταφέρνοντας να μας στερήσει πλήρως την απόλαυση της παλιομοδίτικα ρομαντικής καρδιάς του φιλμ.

Παρά τα ελαττώματά του, το «Baby Driver» αποτελεί υπόδειγμα στο χώρο της κινηματογραφικής δράσης και μια όχι απογοητευτική προσθήκη στην αξιοσημείωτη φιλμογραφία του Wright, παρόλο που μάλλον τον συναντάμε στη λιγότερο εμπνευσμένη στιγμή του μέχρι τώρα.

Βαθμολογία: 3/5

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

The world's end / Το τέλος του κόσμου (2013)

Σαραντάρης με καρδιά εφήβου, αρνούμενος να δεχτεί τις συμβάσεις που επιτάσσει η «ομαλή ένταξη» στην κοινωνία, επιδιώκει reunion της σχολικής του παρέας με στόχο να επαναλάβουν την πιο αξέχαστη νύχτα των νιάτων τους. Το σχέδιο είναι να ολοκληρώσουν αυτό που δεν κατάφεραν τότε, δηλαδή να επισκεφτούν για μπύρα και τις δώδεκα παμπ της γενέτειράς τους μέσα σε ένα βράδυ, με την παμπ-γραμμή λήξης του μαραθωνίου τους να φέρει, ευφυώς, την ονομασία «The worlds end»…

Περίπου στα πρώτα σαράντα λεπτά, αρχίζει να «στριμώχνεται» δεξιοτεχνικά στο (ήδη απολαυστικότατο) στόρι μια εξωγήινη εισβολή που προορίζεται να κάνει το όνομα της παμπ κυριολεκτικό και να μεταμορφώσει την ταινία σε ένα αξιοπρεπέστατο κλείσιμο μιας τριλογίας που δεν θα ξεχαστεί γρήγορα. Οι δημιουργοί των «Shaun of the dead» και «Hot fuzz» επιστρέφουν με όλο το απαιτούμενο κέφι και την έμπνευση για να παραμείνουν πιστοί στο πνεύμα των δύο προηγούμενων ταινιών τους και να παραδώσουν άλλη μία ισάξιά τους κωμωδία.

Για μία ακόμη φορά λοιπόν, υπάρχει ξεκαρδιστικό χιούμορ, ο γνωστός ενθουσιώδης σκηνοθετικός ρυθμός και ένα αληθινά απολαυστικό επιτελείο ηθοποιών, με τον κορυφαίο Simon Pegg να εντυπωσιάζει από τα πρώτα δευτερόλεπτα της εμφάνισής του χάρη στο αξιοθαύμαστο κωμικό ταλέντο του. Παραδοσιακά, ο συνδυασμός (περισσότερο για τέτοιον πρόκειται, παρά για διακωμώδηση) άλλων ειδών με την κωμωδία –εδώ alien invasion movies- λειτουργεί άκρως ψυχαγωγικά. Περιέργως πάντως, πρόκειται για τη λιγότερο βίαιη από τις τρεις ταινίες, με το μόνο αίμα που απεικονίζεται να είναι… μπλε.

Ένα βασικό πρόβλημα του φιλμ είναι πάνω-κάτω το ίδιο που προσωπικά εντόπισα και στα δύο προηγούμενα της τριλογίας. Η κωμική του δύναμη ελαττώνεται σχετικά όσο πλησιάζει προς το φινάλε του, αυτή τη φορά όμως όχι τόσο επειδή υποσκιάζεται από το περιπετειώδες στοιχείο, όσο λόγω μιας αφέλειας που την εμποδίζει να φτάσει το επίπεδο που διατηρούσε μέχρι τότε.

Αν τα όποια μικροπροβλήματα πάντως ενδέχεται να χαμηλώσουν προσωρινά τον ανέλπιστα υψηλό πήχη του fun, δεν επηρεάζουν επί της ουσίας την τελική επίγευση. Κι αυτό γιατί η ταινία, πέρα από τη θετική της ενέργεια που σε κρατά με ένα αβίαστο χαμόγελο στα χείλη για 110 λεπτά, διαθέτει ένα σταθερό εσωτερικό νοηματικό υπόβαθρο. Ακόμα κι αν η προσπάθειά της να το υποστηρίξει γίνεται λίγο απλοϊκή στο φινάλε, αυτό υπάρχει και το μήνυμα που μεταφέρει είναι τουλάχιστον ευπρόσδεκτο. Και δεν είναι άλλο από την ίδια τη στάση που –ανώριμα, μα ειλικρινά- κρατά ο ήρωας/αντιήρωας του Pegg. Όπως επανειλημμένα αναφέρει κι ο ίδιος, το μόνο που θέλει είναι να περνά καλά. Στόχος δηλαδή της ζωής (ειδικά και γενικά) είναι η ευτυχία, μέσα από την ουσιαστική ελευθερία και όχι με τη σημασία που της δίνει ο συμβατικός τρόπος ζωής που έχει επιβάλλει η κοινωνία. Ο Pegg, προσπαθώντας να επιστρέψει στη μόνη εποχή της ζωής του που στ’ αλήθεια είχε περάσει καλά, αυτή των νιάτων του (πριν αισθανθεί ολότελα ξένος σε μια κοινωνία όπου αδυνατεί να ενταχθεί), δείχνει εκκεντρικός και απροσάρμοστος, σε βαθμό γελοιότητας. Το αξιοσημείωτο εδώ όμως είναι το πόσο γελοίοι φαντάζουν επίσης οι «ώριμοι» φίλοι του, με τους δυσλειτουργικούς γάμους τους, τα «σοβαρά» γραφεία τους, τα καλοσιδερομένα κουστούμια τους και τα Bluetooth που έχουν γίνει μόνιμη προέκταση του αυτιού τους. Μια έμμεση κριτική του τρόπου που η κοινωνία έχει αλλοιώσει την αγνή έννοια της ευτυχίας και, γιατί όχι, της ζωής. Μάλιστα, οι ίδιοι οι εξωγήινοι-«κατακτητές» παρουσιάζονται ως οι υπεύθυνοι για την τεχνολογική μας ανάπτυξη –που φυσικά είναι άμεσα συνδεόμενη με τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Σαν να χαρακτηρίζεται ο τελευταίος ως ξένος, μη φυσιολογικός, επιβαλλόμενος. Και σίγουρα όχι «αγνός», όπως αυτός που αποζητά ο πρωταγωνιστής και που, κατ’ επέκταση, έχει ανάγκη η ανθρωπότητα.

Με λίγα λόγια, πρόκειται για το ιδανικό κλείσιμο μιας αγαπημένης τριλογίας, το οποίο προσφέρει «από καρδιάς» αληθινό κέφι. Όπως και οι προκάτοχοί του «Shaun of the dead» και «Hot fuzz», δεν προσπαθεί να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που είναι και δεν κρύβει τα ελαττώματά του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να εσωκλείει ουσία και να έχει κάτι (πολύ) ενδιαφέρον να πει. Κακά τα ψέμματα όμως. Πάνω απ’ όλα, βλέποντάς το περνάς απλά γαμάτα. End of story.

Βαθμολογία: 3/5
The Three Flavours Cornetto trilogy

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Hot Fuzz / Καυτοί και άσφαιροι (2007)


Οι Έντγκαρ Ράιτ και Σάιμον Πεγκ, δημιουργοί του «Shaun of the dead», επιστρέφουν για να επαναλάβουν, βασικά, τον εαυτό τους, με εξίσου πολύ κέφι και έμπνευση, αλλά περισσότερη ωριμότητα. Τα τηλεοπτικά στοιχεία που διακρίνονταν στη σκηνοθεσία του «Shaun» εδώ δίνουν τη θέση τους σε έναν ξέφρενα διασκεδαστικό, κεφάτο και φρενήρη ρυθμό που δικαιώνει κάθε προσδοκία σχετικά με ένα πράγμα: Ψυχαγωγία στο φουλ! Αυτή τη φορά το σενάριο είναι δυνατότερο, αλλά και αστειότερο, αφήνοντας πίσω τον πειραματικό χαρακτήρα της προηγούμενης κωμωδίας του Ράιτ και κατορθώνοντας χωρίς δυσκολία να γίνει ξεκαρδιστικό. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πήχης της σάτιρας έχει τεθεί πολύ υψηλότερα και ανακατεύονται ένα σωρό κινηματογραφικά είδη. Ερμηνευτικά, ο σοβαρότερος αυτήν τη φορά αλλά πάντα μοναδικός Σάιμον Πεγκ, ο Νικ Φροστ (ο οποίος στην ουσία ερμηνεύει τον ίδιο ακριβώς ρόλο με την προηγούμενη φορά), αλλά και όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί μοιάζουν να το καταδιασκεδάζουν και δίνουν απολαυστικές ερμηνείες.

Το "μυστικό" της επιτυχίας του «Hot fuzz»; Πιο πειστικοί χαρακτήρες απ' ό,τι στο «Ξύσιμο των νεκρών», απρόσμενα δυνατό μυστήριο, ξεσηκωτικά ενθουσιαστικές σκηνές ψευτο-τρόμου, χαβαλεδιάρικα ειρωνικό gore, μαύρο χιούμορ να δεσπόζει και μια εν μέρει αρκετά προβλέψιμη, αλλά πανέξυπνα γελοία ανατροπή στο τέλος, που διαθέτει "κατά τύχη" μια απολύτως επίκαιρη πολιτική αλληγορία!

Μόνο που, όπως και στο «Ξύσιμο των νεκρών» , έτσι κι εδώ σιγά σιγά βλέπει κανείς το πρόβλημα της ταινίας, που δεν είναι άλλο από το ότι παραδίνεται, τελικά, στα κλισέ. Παραμένει διασκεδαστικότατη, αλλά αυτό δεν αρκεί. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ολόκληρο το τελευταίο ημίωρο είναι αισθητά περιττό! Αν η ταινία είχε τελειώσει μισή ώρα νωρίτερα, πραγματικά, όχι απλώς θα φάνταζε περισσότερο ολοκληρωμένη (!), αλλά θα άφηνε την αίσθηση μιας τολμηρής και αληθινά πρωτότυπης κωμωδίας...

Αλλά, ας μην είμαστε πλεονέκτες, το φιλμ προτείνεται ανεπιφύλακτα ως μία έξυπνη, ξεκαρδιστική και πάνω απ' όλα διασκεδαστικότατη κωμική περιπέτεια…

Βαθμολογία: 3/5
The Three Flavours Cornetto trilogy 

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Shaun of the dead / Το ξύσιμο των νεκρών (2004)

Ηθελημένη προχειρότητα, σκέτος χαβαλές και ανάμεικτη χιουμοριστική με gore διάθεση είναι στοιχεία που, αν ο Edgar Wright έδινε την εντύπωση πως θέλει να κάνει μια καλή ταινία, θα τη μείωναν σε σχετικά μεγάλο βαθμό, μα ο σκηνοθέτης φανερά σπάει απλώς πλάκα. Προσθέτει μερικές τιμητικές αναφορές στον Ρομέρο και δεν τον ενδιαφέρει ούτε η ποιότητα, ούτε προσπαθεί να αποφύγει κλισέ ή να ψάξει να βρει ξεκαρδιστικό χιούμορ. Η κοινότυπη «ενηλικίωση» του ήρωα θα ήταν απογοητευτική υπό άλλες συνθήκες, μα η ταινία έχει τέτοιον αέρα που δε σε πειράζει ούτε και σένα τίποτα. Και έτσι, δε χρειάζεται καν ιδιαίτερα εμπνευσμένο χιούμορ (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι της λείπουν πανέξυπνα και αξιομνημόνευτα ευρήματα, έμπνευσης της τελευταίας στιγμής όμως) γιατί μοιάζει από τη φύση της διασκεδαστική. Απολαυστικότατος είναι και ο πρωταγωνιστής, Simon Pegg, ο οποίος, νομίζω, είναι και η μεγαλύτερη δύναμη του έργου, γιατί πρώτος αυτός είναι που το καταδιασκεδάζει και περνά αυτήν την αίσθηση στο κοινό τέλεια.

Βαθμολογία: 2.5/5
The Three Flavours Cornetto trilogy