Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Let me in / Άσε το κακό να μπει (2010) - 3.5/5


Πιστό ριμέικ της πολύ καλής σουηδικής ταινίας του Τόμας Άλφρεντσον, που θα μπορούσε ακόμα και να ξεπερνάει το πρωτότυπο αν δεν έχανε, βασικά, σε ουσία. Γιατί; Πολύ απλά γιατί είναι ριμέικ...

Ο Ματ Ριβς, που έκανε να μοιάζει ενδιαφέρον και εμπνευσμένο το σεναριακά κοινότυπο και ανέμπνευστο Cloverfield, δείχνει για άλλη μια φορά τις σκηνοθετικές του ικανότητες, διασκευάζοντας (ένα βιβλίο και) ένα σενάριο ταινίας που αν είχε δημιουργηθεί παλιότερα, τότε το ριμέικ της θα ήταν εξαιρετικό. Ο Ριβς διατηρεί την ατμόσφαιρα και το ύφος της ομώνυμης σουηδικής ταινίας και ξετυλίγει την ίδια, με μικρές έως αδιόρατες αλλαγές, ιστορία στο απαράλλαχτο ντεκόρ. Όσες αλλαγές κάνει, βέβαια, δεν είναι καθόλου άστοχες: Δεν δίνει τόση έμφαση στους ήχους, αλλά στο φωτισμό και στις σκιές, υποβάλλοντας το θεατή με την αίσθηση του υπόγειου σασπένς. Το συγκεκριμένο φιλμ κλίνει περισσότερο προς ταινία τρόμου, παρά προς δραματικό θρίλερ και αυτό ως διαφοροποίηση είναι αξιόλογη. Δεν ξεπέφτει σε πρόχειρο τρόμο αμερικανικών δεδομένων, αλλά προκαλεί μια γενικότερη αίσθηση αυτού. Και εδώ νομίζω ότι κερδίζει σε σχέση με το παλιό, γιατί είναι κι η ένταση μεγαλύτερη, αλλά και η ταινία ποτέ δεν γίνεται καθαρά τρόμου, πάντα υπάρχει ένα ψυχολογικό υπόβαθρο που την κάνει να ξεχωρίζει από άλλες συγγενικές. Και προς έκπληξή μου, ο Ριβς δε φοβάται να γίνει ρομαντικός. Πολύ!

Και, καθώς προσωπικά έκρινα την ταινία του Άλφρεντσον ελαφρώς πιο συγκρατημένη απ' όσο θα έπρεπε, αυτή του Ριβς κερδίζει πόντους...

Εκεί όμως που η αμερικάνικη εκδοχή του "Άσε το κακό να μπει" υστερεί συγκριτικά με τη σουηδική είναι ειδικότερα η ανάλυση χαρακτήρων (επίσης αφήνεται να ξεχαστεί γρήγορα το θέμα σχετικά με το φύλο της Άμπυ) και γενικότερα κάτι πολύ σημαντικότερο: Δεν δίνεται ποτέ η απάντηση στο ερώτημα γιατί έπρεπε να γίνει remake. Δεν προσφέρει κάτι καινούριο και ουσιαστικό στο φιλμ του Άλφρεντσον, πράγμα που αποδεικνύεται στο φινάλε. Αυτό του Ριβς έπρεπε να είναι όσο το δυνατόν πιο αποστασιοποιημένο από το αξέχαστο εκείνο του ορίτζιναλ, που αποτελεί προσωπικό εύρημα και θρίαμβο του σκηνοθέτη του. Δυστυχώς δεν διαφοροποιείται παρά ελάχιστα (το αμερικάνικο είναι πιο σκοτεινό, κρύβει περισσότερη ένταση, αλλά βασικά παραμένει copy-paste) και αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος της ταινίας. Μετά το τέλος της, η αίσθηση που αφήνει είναι η ίδια με το αδελφάκι της, φανερώνει όμως έτσι την εξάρτησή της από αυτό.

Στον τομέα των ερμηνειών έχουμε μια εντυπωσιακή, μελαγχολική και πανέμορφη Κλοέ Μορέτζ να κλέβει την παράσταση και να αρχίζει να αναδεικνύεται όντως σε ταλέντο (δεν μου έκανε τέτοια αίσθηση στο «Kick-Ass»), ενώ κατά κάποιον περίεργο τρόπο, ο νεαρός πρωταγωνιστής μοιάζει και συχνά παραπέμπει άμεσα στην ιδιαίτερη φυσιογνωμία του μικρού Σουηδού του 2008.

Συνοπτικά:
Απόκοσμο, τρυφερό, σκληρό, μελαγχολικό και ρομαντικό, το «Let me in» είναι ένα ικανοποιητικό remake του σουηδικού «Let the right one in» και θα μπορούσε να χαρακτηρίζεται ως μία εκ των σπανίων περιπτώσεων όπου ο μαθητής (Ματ Ριβς) ξεπερνά ακόμα και το δάσκαλο (Τόμας Άλφρεντσον). Το μοναδικό πρόβλημα είναι ότι ο Ριβς παραμένει εξαρτημένος από την πρωτότυπη ταινία και συνεπώς δε διακρίνονται παρά ελάχιστες διαφορές. Το ότι δε διαφοροποιείται, ωστόσο, καθιστά την ταινία εξίσου καλή με το original

Άρα ποια από τις δύο ταινίες να επιλέξω;

Η σουηδική version αξίζει περισσότερο από την άποψη ότι είναι η πρωτότυπη ταινία και αποτελεί μια ευρωπαϊκή ματιά πάνω στον βαμπιρικό μύθο, κάτι που δε βλέπουμε κάθε μέρα…

Αν είστε βέβαια φαν είτε αποκλειστικά του αγγλόφωνου σινεμά είτε της ανερχόμενης Κλοέ Μορέτζ τότε δεν θα χάσετε κάτι βλέποντας την αμερικάνικη…

Η επιλογή δική σας...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου